← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hristov Angelin κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19766/08, 8 Μαΐου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hristov Angelin κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19766/08, 8 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B96 Αρ. Υπόθεσης: 19766/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Hristov Angelin, από την Βουλγαρία
  2. Vasilev Ivan, από την Βουλγαρία
  3. Yordan Ilian, από την Βουλγαρία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 8 Μαΐου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Σταυρινός Κατηγορούμενοι: Παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή στην κατηγορία της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 3.6.2008 στην Λεμεσό, διέπραξαν επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Hristov Stefanov από την Βουλγαρία. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την δημόσια κατήγορο, έχουν ως ακολούθως: Ο παραπονούμενος Hristov Stefanov κατάγεται από την Βουλγαρία είναι 17 ετών και διαμένει με την οικογένεια του στην οδό Μάρκου Αυγέρη στην Λεμεσό. Ο 1ος κατηγορούμενος Hristov Angelin είναι 25 ετών, ο 2ος κατηγορούμενος Vasilev Ivan είναι 26 ετών και ο 3ος κατηγορούμενος Yordan Ilian είναι 27 ετών και είναι αδελφός του 1ου κατηγορουμένου. Και οι τρείς κατάγονται από την Βουλγαρία. Ο παραπονούμενος στις 3.6.08 και περί η ώρα 20.30, μετέβηκε με το αυτοκίνητο ΗΑΖ 425 σε μια φίλη του στην οδό Δερβενίων για επίσκεψη. Ενώ βρισκόταν εκεί, ο κατηγορούμενος 1 με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις στο παρελθόν, του φώναξε να βγει έξω και στην συνέχεια τον κάλεσε να πάνε στο αυτοκίνητο ΗΑΖ 425 για να μιλήσουν όπου βρίσκονταν και οι κατηγορούμενοι 2 &
  4. Ο παραπονούμενος κάθισε στην θέση του οδηγού. Στην θέση του συνοδηγού κάθισε ο 3ος κατηγορούμενος ενώ οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι στάθηκαν έξω από την πόρτα του οδηγού. Στην συνέχεια, οι τρεις κατηγορούμενοι άρχισαν να κτυπούν τον παραπονούμενο σε διάφορα μέρη του σώματος του χωρίς να του αναφέρουν τον λόγο. Σε κάποια στιγμή όταν ο 1ος κατηγορούμενος βγήκε από το αυτοκίνητο, ο παραπονούμενος ξεκίνησε την μηχανή και το οδήγησε στην οδό Πάφου. Ο 1ος κατηγορούμενος τον ακολούθησε με το δικό του αυτοκίνητο. Ο παραπονούμενος είδε ένα περιπολικό της αστυνομίας στον δρόμο και σταμάτησε καταγγέλλοντας την επίθεση εναντίον του. Ακολούθως, τόσο ο παραπονούμενος όσο και ο κατηγορούμενος 1, μεταφέρθηκαν στον σταθμό Αγίου Ιωάννη όπου την διερεύνηση της υπόθεσης ανέλαβε η Γ/Στ 4793 Μακρυγιάννη. Στον παραπονούμενο, χορηγήθηκε ιατρικό έντυπο και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκε από την Δρ. Ευστρατίου. Διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορά στο δεξιό κάτω βλέφαρο, μώλωπα στο αριστερό θωράκιο και τρείς γραμμοειδείς εκδορές στον τράχηλο κεντρικά. Αφού του παρασχέθηκαν οι Α' Βοήθειες, απολύθηκε. Οι τρεις κατηγορούμενοι έδωσαν ανακριτικές καταθέσεις, στις οποίες παραδέχθηκαν ότι επιτέθηκαν και κτύπησαν τον παραπονούμενο. Ο 1ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ό λόγος της επίθεσης ήταν επειδή ο παραπονούμενος περνούσε μπροστά από το σπίτι τους με το αυτοκίνητο του πολύ επικίνδυνα και παρόλες τοις συστάσεις τους, αυτός δεν συμμορφώθηκε. Τέλος η δημόσια κατήγορος ισχυρίστηκε ότι και οι τρείς κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στις προσωπικές συνθήκες των πελατών του όπως εμφαίνονται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας. Σύμφωνα με την έκθεση για τον 1ο κατηγορούμενο, αυτός είναι 25 ετών, έγγαμος και πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών. Έφτασε στην Κύπρο το 2006 για να εργαστεί. Το τελευταίο διάστημα εργάζεται περιστασιακά ως εργάτης ενώ η σύζυγος του είναι πωλήτρια σε υπεραγορά. Αντιμετωπίζει αρκετές οικονομικές δυσκολίες λόγω της περιστασιακής του απασχόλησης και των πολλών εξόδων της οικογενείας του. Σύμφωνα με την έκθεση για τον 2ο κατηγορούμενο, αυτός είναι 27 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών. Έφτασε στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2007 για να εργαστεί. Σήμερα εργάζεται στις οικοδομές ως εργάτης σε καλούπια. Σύμφωνα με την έκθεση για τον 3ο κατηγορούμενο, αυτός είναι ηλικίας 28 χρόνων, διαζευγμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού. Η πρώην σύζυγος του διαμένει στην Γερμανία και ο ίδιος ανέλαβε την φύλαξη του παιδιού με την βοήθεια των γονιών του που διαμένουν μαζί του στην Κύπρο. Στην συνέχεια, ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Επικαλέστηκε κάποιου είδους πρόκληση εκ μέρους του παραπονουμένου, ο οποίος οδηγούσε το πιο πάνω αυτοκίνητο με υπερβολική ταχύτητα έξω από το σπίτι τους. Σήμερα όμως αντιλαμβάνονται την σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξαν, απολογούνται και υπόσχονται ότι δεν θα επαναλάβουν τέτοια συμπεριφορά στο μέλλον. Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, ο παραπονούμενος έχει συγχωρέσει τους κατηγορουμένους 1 & 3 όχι όμως και τον κατηγορούμενο 2 με τον οποίο έχει και άλλες διαφορές. Ζήτησε όμως από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο και των τριών κατηγορουμένων καθώς και το γεγονός ότι από την ημερομηνία του αδικήματος μέχρι σήμερα δεν διέπραξαν κανένα άλλο αδίκημα. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, αυτή θα μπορούσε να ανασταλεί δεδομένων των προσωπικών συνθηκών των κατηγορουμένων. Η σοβαρότητα του αδικήματος Προτού παραθέσω τους ελαφρυντικούς παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για μετριασμό της ποινής, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην σοβαρότητα του αδικήματος που οι κατηγορούμενοι διέπραξαν. Αυτή είναι δεδομένη και προκύπτει πρωτίστως στην υπό του νόμου προβλεπόμενη ποινή. Όπως προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, η επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη αποτελεί πλημμέλημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α

(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίζει επίσης ότι αδικήματα αυτής της φύσης, είναι σοβαρά αφού πλήττουν την σωματική ακεραιότητα και την προσωπικότητα του θύματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων, συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Η νομολογία είναι σαφής. Αν οιοσδήποτε πολίτης νιώθει ότι θίγονται τα δικαιώματα του από τις πράξεις τρίτων προσώπων, οφείλει σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου όπου ισχύει ο Νόμος και όχι η δύναμη του ισχυρού, να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές για να διεκδικήσει θεραπεία. Κανείς όμως δεν έχει δικαίωμα να παίρνει τον Νόμο στα χέρια του και να χρησιμοποιεί βία εναντίον συνανθρώπων του επειδή θεωρεί ότι έχουν θίξει τα δικαιώματα του. Τέτοιου είδους συμπεριφορά πρέπει να βρίσκει πάντοτε αντιμέτωπο της τον Νόμο με την επιβολή αυστηρών ποινών. Ελαφρυντικοί παράγοντες Με δεδομένη πλέον τη σοβαρότητα του αδικήματος, διαπιστώνω πως υπάρχουν και στην παρούσα ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να προσμετρήσουν υπέρ των κατηγορουμένων για μείωση της ποινής τους. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη για μετριασμό της ποινής, το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, στοιχείο που τους δίνει το δικαίωμα να αιτούνται για πρώτη φορά, την επιείκεια του Δικαστηρίου. Λαμβάνεται επίσης υπόψη, η άμεση παραδοχή τους τόσο στην αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω λαμβάνω σοβαρά υπόψη τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων όπως εκτίθενται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας. Ο συνήγορος υπεράσπισης, επικαλέστηκε ως επιπλέον μετριαστικό παράγοντα, πρόκληση εκ μέρους του παραπονουμένου, η οποία συνίστατο στην συχνή και επικίνδυνη για τους κατηγορουμένους οδήγηση του αυτοκινήτου του, έξω από το σπίτι τους. Η έννοια της πρόκλησης όπως είναι γνωστή στο κοινοδίκαιο, περιγράφεται ως ακολούθως από τον Devlin J, στην κλασική όπως χαρακτηρίστηκε υπόθεση Duffy
(1949)1 ALL ER 932: Provocation is some act, or series of acts, done by the dead man to the accused which would cause in any reasonable person, and actually causes in the accused, a sudden and temporary loss of self-control, rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind. Στην ίδια υπόθεση, αναφέρεται ότι το δικαστήριο στην διερεύνηση του κατά πόσον υπήρξε πρόκληση δεν εξετάζει ζητήματα υπαιτιότητας του θύματος. Οι πράξεις του θύματος θα κριθούν αποκλειστικά και μόνο από την σκοπιά, του κατά πόσον δικαιολογούσαν την προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη αφού βέβαια δεν είναι το θύμα που δικάζεται εδώ. Το ζητούμενο λοιπόν, είναι αν από τις ενέργειες του θύματος, δικαιολογείται αιφνίδια και προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου του δράστη (sudden and temporary loss of self-control). Λέχθηκε επίσης στην Duffy (ανωτέρω) ότι ενέργειες του θύματος όπου απλώς προδιαθέτουν για βίαιη αντίδραση δεν είναι αρκετές για να στοιχειοθετήσουν πρόκληση. Ούτε έντονος θυμός λόγω μακράς συμπεριφοράς που προκαλεί πόνο και ταραχή στον δράστη δεν επαρκεί για να στοιχειοθετηθεί πρόκληση εν τη εννοία του νόμου. Όσο περισσότερο ένα γεγονός απομακρύνεται από το έγκλημα, τόσο λιγότερο προσμετρά για σκοπούς πρόκλησης. Επισημαίνεται επίσης ότι ενέργειες του θύματος που δημιουργούν έντονη οργή και διάθεση αντεκδίκησης δεν συνάδουν με νομική πρόκληση αφού μια συνειδητή απόφαση αντεκδίκησης, προϋποθέτει ότι ο δράστης είχε τον χρόνο να ηρεμήσει και να σκεφτεί την πράξη του. Από την στιγμή που λαμβάνεται απόφαση για αντεκδίκηση, εξουδετερώνεται το στοιχείο της αιφνίδιας προσωρινής απώλειας αυτοελέγχου (sudden temporary loss of self-control), το οποίο αποτελεί συστατικό στοιχείο της πρόκλησης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17, υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση Duffy (ανωτέρω) σε σχέση με την νομική έννοια της πρόκλησης. Περαιτέρω αποφασίστηκε ότι το κατά πόσον υπάρχει ή όχι πρόκληση, αποτελεί θέμα πραγματικό, προδιαγεγραμμένο όμως νομικά από τα γεγονότα που το συνθέτουν. Σε ότι αφορά τον χρόνο για επανάκτηση ψυχραιμίας, λέχθηκε ότι το θέμα αυτό ως επιμέρους πραγματικό ζήτημα, εξαρτάται από όλες τις περιστάσεις και δεν περιορίζεται μόνο στην καθ' αυτό χρονική έκταση. Όπου ο κατηγορούμενος είχε τον χρόνο να αποκτήσει την ψυχραιμία του, η συμπεριφορά του θύματος δεν συνιστά πρόκληση με την έννοια που προσδιορίζεται στον όρο από την νομολογία (Γεώργιος Στεφάνου Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 169). Στην υπόθεση Χρύσανθος Αντωνίου Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 195, 201, ο εφεσείων που εστερείτο του ενός οφθαλμού, ισχυρίστηκε πρόκληση εκ μέρους του θύματος, το οποίο τον απείλησε ότι θα του βγάλει και το άλλο μάτι. Λέχθηκε από το Εφετείο ότι εκτός του ότι η κατ' ισχυρισμόν πρόκληση έγινε ώρες προηγουμένως και μεταξύ των δύο επεισοδίων μεσολάβησε αρκετός χρόνος για να ηρεμήσει ο εφεσείων, ήταν φανερό ότι η επίθεση εναντίον του θύματος δεν έγινε λόγω της πρόκλησης αλλά μέσα στα πλαίσια της φιλονικίας του δράστη με τον παραπονούμενο. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, λέχθηκε ότι η πρόκληση ως παράγοντας μετριασμού της ποινής δεν αποτιμάται αόριστα αλλά συγκεκριμένα, στο πλαίσιο το οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση πάντα με τις αντιδράσεις του προκληθέντα. Στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε ότι η πρόκληση που αρχικά δέχθηκε ο εφεσείων δεν μπορεί να συσχετιστεί παρά απομακρυσμένα με την εγκληματική ενέργεια του να ανασύρει σουγιά και να πλήξει το θύμα στο λαιμό. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 p.137, par. B.1.31, αναφέρεται ότι η πρέπουσα ποινή σε αυτές τις περιπτώσεις σχετίζεται: α. Με την έκταση της πρόκλησης β. Την περίοδο ηρεμίας (cooling of time) γ. Την τυχόν υπαιτιότητα του δράστη στην δημιουργία της πρόκλησης δ. Τα μέσα που ο δράστης χρησιμοποίησε για να διαπράξει το αδίκημα. Είναι προφανές από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ως ελαφρυντικός παράγοντας, πρόκληση με την έννοια που αποδίδει στον όρο η πιο πάνω νομολογία. Δεν προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας, προσωρινή απώλεια αυτοελέγχου εκ μέρους των κατηγορουμένων. Αντιθέτως, η διάπραξη του αδικήματος ήταν αποτέλεσμα μιας προσχεδιασμένης συμπεριφοράς με την οποία οι κατηγορούμενοι θέλησαν να τιμωρήσουν τον παραπονούμενο για το γεγονός ότι κατά τους ιδίους, συστηματικά περνούσε με το αυτοκίνητο του, έξω από το σπίτι τους με μεγάλη ταχύτητα. Τον εντόπισαν στο σπίτι της φίλης του και αφού τον κάλεσαν να βγει έξω, του επιτέθηκαν κτυπώντας τον και προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Ο πιο πάνω προσχεδιασμός, καταδεικνύει βέβαια ότι δεν ευσταθεί η θέση της υπεράσπισης για να ληφθεί υπόψη πρόκληση εκ μέρους του παραπονουμένου. Όσον αφορά τους υπολοίπους μετριαστικούς παράγοντες, λαμβάνονται μεν υπόψη για μετριασμό της ποινής δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος της ποινής, όχι όμως και το είδος της, η οποία πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι καταδικάζονται σε ποινή φυλάκισης 20 ημερών έκαστος στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων λήφθηκαν υπόψη με αποτέλεσμα την δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν την αναστολή της. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους κατηγορουμένους να εκτελεστεί άμεσα και να αρχίζει από 6.5.2009, ημερομηνία που οι κατηγορούμενοι τέθηκαν υπό κράτηση. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.