← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Huseyin Kisti, Αρ. Υπόθεσης: 7109/09, 15 Μαΐου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Huseyin Kisti, Αρ. Υπόθεσης: 7109/09, 15 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B101 Αρ. Υπόθεσης: 7109/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Huseyin Kisti, από την Τουρκία Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 15 Μαΐου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κα Αδάμου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατάγεται από την Τουρκία και διαμένει στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Συνελήφθη στην Λεμεσό μετά από πληροφορίες της αστυνομίας ότι σε συνεργασία με τον Τουρκοκύπριο Serhan Golmen, πλαστογράφησε και χρησιμοποίησε «ταυτότητα» του λεγόμενου Τουρκοκυπριακού κράτους που ανήκε στον πιο πάνω Τουρκοκύπριο. Συγκεκριμένα, αφαίρεσε την φωτογραφία του πιο πάνω Serhan Golmen και τοποθέτησε την δική του. Σύμφωνα με την εκδοχή της αστυνομίας, την «ταυτότητα» αυτή, την επέδειξε και στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν στην Λεμεσό, προσποιούμενος ότι είναι ο πιο πάνω Τουρκοκύπριος. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης με την οποία ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει 7 συνολικά κατηγορίες ως ακολούθως: 1η κατηγορία: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος ήτοι συνωμότησε με τον Serhan Golmen να διαπράξουν το κακούργημα της πλαστογραφίας εγγράφου. 2η κατηγορία: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος ήτοι συνωμότησε με τον Serhan Golmen να διαπράξουν το κακούργημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. 3η κατηγορία: Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 335 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι με σκοπό την καταδολίευση, πλαστογράφησε μια λεγόμενη «ταυτότητα» του Τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους. 4η κατηγορία: Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα ήτοι εν γνώσει του και δολίως έθεσε την πιο πάνω «ταυτότητα» σε κυκλοφορία. 5η κατηγορία: Πλαστοπροσωπία κατά παράβαση του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι στις 27 Μαρτίου 2009 στην Λεμεσό με σκοπό να καταδολιεύσει τον αστυφύλακα 269, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον Serhan Golmen. 6η κατηγορία: Ψευδείς πληροφορίες σε αστυνομικό κατά παράβαση του άρθρου 114 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι στις 27 Μαρτίου 2009 στην Λεμεσό, ενώ εγνώριζε ότι διαπράχθηκε το αδίκημα της πλαστογραφίας, παρείχε ψευδείς πληροφορίες στον αστυφύλακα 269, δηλαδή ανέφερε ότι ονομάζεται Serhan Golmen ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. 7η κατηγορία: Παράνομη παραμονή στην Δημοκρατία, ήτοι ενώ ήταν αλλοδαπός δηλαδή Τούρκος υπήκοος, εισήλθε και παρέμεινε στην Δημοκρατία χωρίς να εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και μετανάστευσης. Το βασικό επιχείρημα της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία, είναι ότι τα αδικήματα της πλαστογραφίας δεν έχουν διαπραχθεί από τον κατηγορούμενο δεδομένου ότι τα υπό κρίση έγγραφα δεν έχουν νομική υπόσταση αφού προέρχονται από το ψευδοκράτος, το οποίο είναι παράνομο και δεν αναγνωρίζεται από την διεθνή κοινότητα. Ήταν συναφώς η θέση της κας Αδάμου ότι έγγραφα που δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα δεν μπορούν να είναι αντικείμενο πλαστογραφίας. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι δεν δόθηκε καμία επιστημονική μαρτυρία σε σχέση με την αυθεντικότητα της πιο πάνω «ταυτότητας». Μαρτυρία Για την αστυνομία, κατέθεσαν δύο μάρτυρες κατηγορίας. Πρόκειται για τους δύο αστυνομικούς που συμμετείχαν στην διερεύνηση της υπόθεσης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, αστυφύλακας 2854 Κλείτος Σωκράτους του ΤΑΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 1), στις 27.3.2009 μέλη του Ο.Π.Ε Λεμεσού μετέβησαν σε εστιατόριο στην Λεμεσό κατόπιν σχετικής πληροφορίας ότι βρισκόταν εκεί ένα πρόσωπο εκ Τουρκίας που είχε στην κατοχή του πλαστά έγγραφα. Εντόπισαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος τους υπέδειξε μια «ταυτότητα» του ψευδοκράτους, με αρ. 216481 στο όνομα Serhan Golmen στην οποία υπήρχε η φωτογραφία του (τεκμ. 3). Η «ταυτότητα» όμως αυτή, ήταν εμφανώς αλλοιωμένη. Συγκεκριμένα, το πλαστικό κάλυμμα στο κάτω μέρος της φωτογραφίας, ήταν σχισμένο και η φωτογραφία φαινόταν να είχε αντικατασταθεί. Σε σωματική έρευνα που ακολούθησε, εντοπίστηκε στην κατοχή του ένα λεγόμενο «διαβατήριο» του ψευδοκράτους στο όνομα του κατηγορουμένου Huseyin Kisti με αρ. 222961 (τεκμ. 4). Εντοπίστηκε επίσης «άδεια οδηγού» του ψευδοκράτους στο ίδιο όνομα Huseyin Kisti (τεκμ. 5). Και τα δύο αυτά έγγραφα έφεραν επίσης την φωτογραφία του κατηγορουμένου. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού για έλεγχο των στοιχείων του. Στα γραφεία του ΤΑΕ, ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση (τεκμ. 2). Στην πιο πάνω κατάθεση του, αναφέρει ότι ονομάζεται Huseyin Kisti και γεννήθηκε στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Οι γονείς του είναι Τούρκοι έποικοι και ήλθαν στην Κύπρο το 1976 από τα Άδανα. Εργάστηκε στα κατεχόμενα στις οικοδομές για ένα διάστημα και στην συνέχεια δεν μπορούσε να εξεύρει εργασία. Αποφάσισε ως εκ τούτου να εργαστεί στις ελεύθερες περιοχές. Έτσι πριν ένα περίπου μήνα, ζήτησε από τον Τουρκοκύπριο φίλο του Serhan Golmen να του δώσει την Τουρκοκυπριακή του «ταυτότητα» για να τοποθετήσει σε αυτήν την δική του φωτογραφία. Αυτό γιατί επειδή ήταν παιδί εποίκων, δεν είχε στην κατοχή του Τουρκοκυπριακή «ταυτότητα». Οι αρχές δε της Δημοκρατίας δεν επρόκειτο να τον αφήσουν να περάσει στις ελεύθερες περιοχές μόνο με την επίδειξη του λεγόμενου Τουρκοκυπριακού «Διαβατηρίου». Ο φίλος του Serhan, δέχθηκε και δήλωσε στις κατοχικές αρχές ότι έχασε την «ταυτότητα» του. Στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του ότι αφού έσχισε το πλαστικό κάλυμμα της «ταυτότητας», αφαίρεσε την φωτογραφία του Serhan Golmen και την αντικατέστησε με την δική του. Χρησιμοποιώντας την πιο πάνω πλαστή «ταυτότητα», πέρασε στις ελεύθερες περιοχές 3 με 4 φορές για να βρει δουλειά στις οικοδομές. Την τελευταία φορά και ενώ βρισκόταν σε εστιατόριο στην Λεμεσό με ένα φίλο του, τον πλησίασαν δύο αστυνομικοί και του ζήτησαν τα στοιχεία του. Τους επέδειξε την πιο πάνω πλαστή ταυτότητα και τότε αυτοί του ζήτησαν να τους ακολουθήσει στον αστυνομικό σταθμό για να ελέγξουν τα στοιχεία του. Τέλος ο κατηγορούμενος στην πάνω κατάθεση του, απολογείται για την πλαστογραφία και αναφέρει ότι ο μόνος λόγος που το έκαμε, ήταν για να μπορεί να έρχεται νόμιμα στις ελεύθερες περιοχές προκειμένου να εργαστεί. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι από έλεγχο στα οδοφράγματα, διαπιστώθηκε ότι η πιο πάνω «ταυτότητα» χρησιμοποιήθηκε για είσοδο στις ελεύθερες περιοχές συνολικά 9 φορές από τις 12 έως τις 27 Μαρτίου

  1. Και τα τρία έγγραφα που κατασχέθηκαν, στάλθηκαν στο Αρχηγείο Αστυνομίας για επιστημονικές εξετάσεις. Εξετάστηκαν από πραγματογνώμονα αλλά αυτός δεν μπορούσε να εκφέρει γνώμη για την γνησιότητα τους αφού δεν είχε στην διάθεση του, γνήσιο δείγμα για σύγκριση. Ο μάρτυρας όμως επέμενε ότι εκτός από την ομολογία του κατηγορουμένου, η διάπραξη των αδικημάτων προέκυπτε και από το γεγονός ότι βρέθηκαν στην κατοχή του δύο ακόμη έγγραφα. Ένα «διαβατήριο» και μια «άδεια οδηγού» του ψευδοκράτους, στα οποία φαινόταν μεν η φωτογραφία του αλλά αναγραφόταν άλλο όνομα από αυτό που υπήρχε στην «ταυτότητα» που τους επέδειξε. Όπως δε ο ίδιος ομολόγησε στην κατάθεση του, το πραγματικό όνομα του ήταν Huseyin Kisti και η «ταυτότητα» του ψευδοκράτους ήταν πλαστή. Ως Μ.Κ 2 κατέθεσε ο αστυφύλακας 269 Θεοφίλου του ΟΠΕ Λεμεσού. Πρόκειται για τον αστυνομικό στον οποίο ο κατηγορούμενος επέδειξε την «ταυτότητα» (τεκμ.3) όταν του ζητήθηκαν τα στοιχεία του σε εστιατόριο στην Λεμεσό. Στην γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία (τεκμ. 8), επαναλαμβάνει την εκδοχή του Μ.Κ.1 ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μετέβη στο πιο πάνω εστιατόριο και μετέφερε τον κατηγορούμενο στα γραφεία του ΤΑΕ για εξακρίβωση στοιχείων. Αναφέρει επιπλέον ότι όταν ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ, τον άκουσε στην παρουσία του να λέει προφορικά στην διερμηνέα της Τουρκικής γλώσσας ότι το πραγματικό του όνομα είναι Huseyin Kisti και ότι η Τουρκοκυπριακή «ταυτότητα» στο όνομα Serhan Golmen είναι πλαστή. Στην αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι την πιο πάνω δήλωση, του την μετέφρασε η ίδια η διερμηνέας. Όσον αφορά την γνησιότητα των εγγράφων που κατασχέθηκαν, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είναι ο ανακριτής της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον έγινε οιαδήποτε επιστημονική έρευνα για την αυθεντικότητα τους. Ισχυρίστηκε όμως ότι η Τουρκοκυπριακή «ταυτότητα», ήταν εμφανώς πλαστή αφού το πλαστικό κάλυμμα ήταν σχισμένο και στην φωτογραφία του κατηγορουμένου δεν υπήρχε σφραγίδα του ψευδοκράτους. Φαινόταν όπως είπε με γυμνό μάτι ότι η «ταυτότητα» ήταν πλαστή και αυτό μπορούσε να το διαπιστώσει και ο ίδιος που δεν είχε ειδικές γνώσεις επί του θέματος. Προς ολοκλήρωση παράθεσης της δοθείσας μαρτυρίας, αναφέρω ότι κατατέθηκαν από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου τους, οι καταθέσεις της μεταφράστριας της Τουρκικής γλώσσας Ευαγγελίας Τσούρου και του αστυφύλακα 2118 Πόλια (τεκμ. 6 & 7). Η κατάθεση της διερμηνέως αναφέρεται στην συμμετοχή της στην λήψη της θεληματικής κατάθεσης του κατηγορουμένου (τεκμ. 2) και στην εκ μέρους της μετάφραση της. Η κατάθεση του αστυφύλακα 2118 αναφέρεται στην διακίνηση τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης και την αποστολή τους στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών ερευνών του αρχηγείου για επιστημονικές εξετάσεις. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την αστυνομία, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να μην αναφέρει οτιδήποτε. Αγορεύσεις Η δημόσια κατήγορος, στην αγόρευση της αναφέρθηκε στην δοθείσα μαρτυρία, εστιάζοντας στην ομολογία του κατηγορουμένου για την διάπραξη των αδικημάτων. Με παραπομπή σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι η ομολογία του κατηγορουμένου είναι γνήσια και θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ήταν περαιτέρω η θέση της κατηγόρου ότι σε καμία περίπτωση το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν εξαρτάται από την νομιμότητα του εγγράφου που πλαστογραφείται. Ήταν εξάλλου εμφανής η πρόθεση καταδολίευσης αφού ο κατηγορούμενος προκειμένου να εισέρχεται στις ελεύθερες περιοχές, τοποθέτησε την φωτογραφία του, στην επίδικη Τουρκοκυπριακή «ταυτότητα». Όσον αφορά τα αδικήματα της συνομωσίας, επίσης αποδεικνύονται κατά την κατήγορο από την κατάθεση του κατηγορουμένου στην αστυνομία. Σύμφωνα με αυτή, ο κατηγορούμενος συνωμότησε με τον κάτοχο της Τουρκοκυπριακής «ταυτότητας» Serhan Golmen να πλαστογραφήσουν το έγγραφο αυτό, προκειμένου να παραπλανήσουν τις αρχές της Δημοκρατίας. Η συνήγορος υπεράσπισης στην δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδώσει καμία αποδεικτική αξία στα τεκμήρια 3, 4 και
  2. Πρόκειται για την «ταυτότητα», το «διαβατήριο» και την «άδεια οδηγού» που εκδόθηκαν από το ψευδοκράτος των κατεχομένων. Τα έγγραφα αυτά κατά την συνήγορο, είναι παράνομα αφού προέρχονται από το Τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος, του οποίου η νομική προσωπικότητα είναι ανύπαρκτη. Ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενα πλαστογραφίας. Επιπλέον, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν έχει δοθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία ως προς την αυθεντικότητα των εγγράφων αυτών. Ειδικότερα για την «ταυτότητα» του Τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους, ισχυρίστηκε ότι κανένας από τους μάρτυρες κατηγορίας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο κατά πόσον αυτή είναι πλαστή ή αυθεντική. Ελλείψει τέτοιας μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση κατά την συνήγορο να αποφανθεί κατά πόσον η «ταυτότητα» αυτή, είναι γνήσια ή πλαστογραφημένη. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η μαρτυρία των δύο αστυνομικών που κατέθεσαν στο Δικαστήριο δεν αμφισβητήθηκε στα ουσιαστικά της σημεία από την υπεράσπιση. Ανεξαρτήτως τούτου και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας μου έκαναν θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια στις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν για διερεύνηση της υπόθεσης χωρίς να κλονιστούν σε κανένα σημείο της αντεξέτασης τους. Επιπλέον ήταν και οι δύο ειλικρινείς, αναφέροντας ότι δεν είναι ειδικοί επί θεμάτων πλαστογραφίας εγγράφων του ψευδοκράτους και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να δώσουν γνώμη ειδικού επί τούτου. Ήταν όμως ταυτόχρονα πειστικοί, ιδιαίτερα ο μάρτυρας κατηγορίας 2 ότι η πλαστογραφία στην υπό κρίση «ταυτότητα», ήταν εμφανής με γυμνό μάτι λόγω της αφαίρεσης του πλαστικού καλύμματος και της απουσίας σφραγίδας επί της φωτογραφίας του κατηγορουμένου. Η γενική εντύπωση που μου έδωσαν και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας, είναι ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους κρίνεται στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Η δημόσια κατήγορος έδωσε έμφαση στην αγόρευση της, στις ομολογίες στις οποίες προέβηκε ο κατηγορούμενος στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 2). Στην πιο πάνω κατάθεση του, ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι συνωμότησε με τον Τουρκοκύπριο Serhan Golmen να πλαστογραφήσουν την Τουρκοκυπριακή «ταυτότητα» του τελευταίου με την αφαίρεση της φωτογραφίας του και την αντικατάσταση της με την φωτογραφία του κατηγορουμένου. Παραδέχθηκε επίσης ότι χρησιμοποίησε την εν λόγω ταυτότητα προκειμένου να εισέλθει στις ελεύθερες περιοχές. Η βαρύτητα που το Δικαστήριο μπορεί να προσδώσει σε ομολογία ενοχής του κατηγορουμένου, έχει απασχολήσει την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά αποφάσεων. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία του κατηγορουμένου, μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Είναι βεβαίως επιθυμητό να αναζητείται η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της προς αποκλεισμό πιθανότητας λάθους. Το περιεχόμενο της κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Αυτό γίνεται ώστε το Δικαστήριο να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της ομολογίας συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό πραγματικό γεγονός κατά πόσο είναι ασφαλές ή όχι να στηριχθεί σε μια εξωδικαστική ομολογία (βλ. R v Lambrou 22 CLR 96, R v. Sfongaras 22 CLR 113, Gani v. Δημοκρατίας 1991 2 ΑΑΔ 134, Μάρτιν v. Δημοκρατίας 1994 2 ΑΑΔ 65, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας 1995 2 ΑΑΔ 51, Κίτα v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 209 Ιακωβίδης v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 110 και Ανδρέου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6667, ημερ. 22.3.2000). Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας

(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 225 λέχθηκαν τα εξής: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσον γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι' αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Σχετική είναι και η υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, 172 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. Στην Ανδρέου (ανωτέρω) παρατέθηκε και το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση R. v. Mallinson
(1977)Crim.L.Rev, στην οποία λέχθηκε ότι απόφαση που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική: 'Held, as to that ground, there was no principle to be gathered from the authorities, of universal or general application, that a conviction wholly or mainly resting on evidence of an oral confession could never be safe or satisfactory. It must in every case be a question to be decided on the particular facts.' Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, είμαι της άποψης ότι η πιο πάνω ομολογία του κατηγορουμένου στην αστυνομία, είναι γνήσια. Χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο που να αλλοιώνει την παραδοχή του, ομολόγησε ότι συνωμότησε να πλαστογραφήσει την λεγόμενη «ταυτότητα» και ότι αφού αντικατέστησε την φωτογραφία του κατόχου με την δική του, την χρησιμοποίησε για να εισέλθει στις ελεύθερες περιοχές. Ήταν δε αρκετά σαφές, το τι ανέφερε ο κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση και δεν υπήρχε θέμα παρερμηνείας ως προς το ότι ομολόγησε την διάπραξη των αδικημάτων που διερευνούνταν εναντίον του. Επιπλέον δεν έχει δοθεί καμία πειστική δικαιολογία γιατί ο κατηγορούμενος να παραδεχθεί τόσο αυθόρμητα, σωρεία σοβαρών αδικημάτων που κατά την συνήγορο υπεράσπισης δεν διέπραξε. Ούτε και υποβλήθηκε οιαδήποτε ένσταση από την υπεράσπιση ως προς την θεληματικότητα των πιο πάνω παραδοχών. Επίσης δεν υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του αστυφύλακα Σωκράτους (Μ.Κ.1), στον οποίο έγινε η παραδοχή, οτιδήποτε ως προς την θεληματικότητα της κατάθεσης που έδωσε ο κατηγορούμενος. Ούτε και υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος πιέστηκε με οιονδήποτε τρόπο από την αστυνομία να παραδεχθεί. Η αυθεντικότητα της παραδοχής του κατηγορουμένου, προκύπτει κατά την γνώμη μου και από ένα ακόμη στοιχείο. Σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, βρέθηκαν στην κατοχή του δύο ακόμη έγγραφα του ψευδοκράτους με την φωτογραφία του αλλά αυτή τη φορά με το όνομα Huseyin Kisti. Γεγονός που επιβεβαιώνει την παραδοχή του κατηγορουμένου ότι όντως, αυτό είναι το πραγματικό του όνομα. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ένα ακόμη στοιχείο υπέρ της αυθεντικότητας της ομολογίας του κατηγορουμένου. Στο τεκμήριο 3, στην λεγόμενη «ταυτότητα» του ψευδοκράτους, το πλαστικό κάλυμμα στο μέρος της φωτογραφίας του κατόχου είναι σχισμένο. Αυτό μπορεί να το δει κανείς με γυμνό μάτι και χωρίς να χρειάζεται μαρτυρία ειδικού όπως εύστοχα ανέφερε και ο Μ.Κ.2. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι δεν δόθηκε επιστημονική μαρτυρία ως προς την αυθεντικότητα της «ταυτότητας» αυτής. Το πιο πάνω στοιχείο όμως δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώνει την ομολογία του κατηγορουμένου ότι έσχισε το πλαστικό στο μέρος της φωτογραφίας και αφού αφαίρεσε την φωτογραφία του κατόχου, την αντικατέστησε με την δική του. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αποδεικνύουν την αυθεντικότητα της ομολογίας του κατηγορουμένου ως προς την διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, ομολογία που για τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι ως γνήσια. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Ο κατηγορούμενος ονομάζεται Huseyin Kisti και γεννήθηκε στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Οι γονείς του είναι Τούρκοι έποικοι και ήλθαν στην Κύπρο το 1976 από τα Άδανα. Ένα μήνα πριν την σύλληψη του, ο κατηγορούμενος συμφώνησε στα κατεχόμενα με τον Τουρκοκύπριο φίλο του Serhan Golmen να του δώσει την Τουρκοκυπριακή του «ταυτότητα» για να τοποθετήσει σε αυτήν την δική του φωτογραφία. Αυτό γιατί ήθελε να χρησιμοποιήσει την «ταυτότητα» αυτή για να εισέρχεται στις ελεύθερες περιοχές. Ο Serhan Golmen δέχθηκε και δήλωσε στις κατοχικές αρχές ότι έχασε την «ταυτότητα» του. Στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος αφού έσχισε το πλαστικό κάλυμμα της «ταυτότητας», αφαίρεσε την φωτογραφία του Serhan Golmen και την αντικατέστησε με την δική του. Χρησιμοποιώντας την πιο πάνω πλαστή «ταυτότητα», πέρασε στις ελεύθερες περιοχές αρκετές φορές. Την τελευταία φορά και ενώ βρισκόταν σε εστιατόριο στην Λεμεσό, τον πλησίασαν δύο αστυνομικοί μεταξύ των οποίων και ο Μ.Κ.2 αστυφύλακας 269 Θεοφίλου. Οι αστυνομικοί ζήτησαν από τον κατηγορούμενο τα στοιχεία του και τότε αυτός τους επέδειξε την πιο πάνω πλαστή «ταυτότητα». Η «ταυτότητα» όμως αυτή, προξένησε υποψίες στους αστυνομικούς γιατί ήταν εμφανώς αλλοιωμένη. Συγκεκριμένα, το πλαστικό κάλυμμα στο κάτω μέρος της φωτογραφίας, ήταν σχισμένο και η φωτογραφία φαινόταν να είχε αντικατασταθεί. Σε σωματική έρευνα που ακολούθησε, εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου ένα λεγόμενο «διαβατήριο» του ψευδοκράτους στο πραγματικό του όνομα Huseyin Kisti (τεκμ. 4). Εντοπίστηκε επίσης «άδεια οδηγού» του ψευδοκράτους στο ίδιο όνομα Huseyin Kisti (τεκμ. 5). Και τα δύο αυτά έγγραφα, έφεραν την φωτογραφία του κατηγορουμένου. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού για έλεγχο των στοιχείων του. Στα γραφεία του ΤΑΕ, ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση (τεκμ. 2). Στην πιο πάνω κατάθεση του, παραδέχεται την εκ μέρους του διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Συγκεκριμένα παραδέχεται ότι μετά από συμφωνία με τον Τουρκοκύπριο φίλο του Serhan Golmen, αφαίρεσε την φωτογραφία από την Τουρκοκυπριακή «ταυτότητα» του τελευταίου και την αντικατέστησε με την δική του. Παραδέχθηκε επίσης ότι χρησιμοποίησε την πιο πάνω ταυτότητα παριστάνοντας τον πιο πάνω Serhan Golmen για να εισέρχεται στις ελεύθερες περιοχές. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Το αδίκημα των δύο πρώτων κατηγοριών για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, ρυθμίζεται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Το πώς συντελείται η συνωμοσία, πραγματεύεται η υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, από την οποία παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα στις σελ. 142-143:- «... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373». Η ουσία της συνωμοσίας, βρίσκεται σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, όχι στην εκτέλεση της πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot)) να το πράξουν, αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια (βλ. Mulcahy v. R
(1868)L.R.3 H.L 306 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, Έκδοση
(2004), παρ. 34-4). Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση (βλ. Mawji v. R
(1957)A.C. 126, PC) και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Στην υπόθεση R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, επεσήμανε πως για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή, εμπεριέχει συναίνεση για διάπραξη αδικήματος από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. Walker
(1962)Crim.L.R.458 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, έκδοση
(2003), παρ.Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί ("wheel" και "chain" conspiracies), φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Στην παρούσα υπόθεση, η συνομωσία αποδεικνύεται επαρκώς λόγω της συμφωνίας του κατηγορουμένου με τον Serhan Golmen να του παραδώσει την Τουρκοκυπριακή του «ταυτότητα» προκειμένου να τοποθετήσει σε αυτήν την φωτογραφία του και να την κυκλοφορήσει στις ελεύθερες περιοχές. Συμφωνία που στην συνέχεια υλοποιήθηκε με βάση την παραδοχή και του ιδίου του κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως αν το γεγονός της υλοποίησης της συμφωνίας δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνωμοσίας. Κρίνω ως εκ τούτου ότι έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των κακουργημάτων της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Η 3η κατηγορία της πλαστογραφίας στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα σύμφωνα με το οποίο: «Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης.» Το άρθρο 333 καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η πλαστογράφηση εγγράφου. Ειδικότερα, η παράγραφος (α) επί της οποίας στηρίζεται μεταξύ άλλων η 3η κατηγορία, αναφέρει ότι καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Επιπλέον το άρθρο 334, καθορίζει πότε τεκμαίρεται η πρόθεση καταδολίευσης σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας. Παρόλα αυτά, η διατύπωση του άρθρου 334 του Ποινικού Κώδικα δεν αναφέρει με σαφήνεια την έννοια του όρου «πρόθεση καταδολίευσης». Παρέχει όμως ορισμένες ενδείξεις ως προς την ερμηνεία του και τούτο βέβαια μόνον όσον αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας (βλ. "Η πρόθεση καταδολίευσης" υπό Λ. Λουκαΐδη, Θέματα Κυπριακού Δικαίου τομ. II σελ. 85,86). Το άρθρο 334 έχει ως εξής: « Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά τον χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι που δύναται να καταδολιευτεί με το έγγραφο και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο.» Η διάταξη αυτή ευθυγραμμίζεται σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο του Λ. Λουκαΐδη, με την ισχύουσα Αγγλική Νομολογία στο θέμα. Σύμφωνα με την νομολογία αυτή, τεκμαίρεται πρόθεση καταδολίευσης συγκεκριμένου προσώπου, παρόλο που η αρχική πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να καταδολιευτεί οποιοδήποτε πρόσωπο θα λάμβανε γνώση του πλαστογραφημένου εγγράφου. Η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της, εισηγήθηκε ότι η λεγόμενη «ταυτότητα» δεν αποτελεί νόμιμο έγγραφο για να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πλαστογραφίας. Αυτό γιατί προέρχεται από ένα παράνομο κράτος και κατά συνέπεια δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Όσον αφορά την έννοια της λέξης "έγγραφο", αυτή δεν καθορίζεται ρητά στον ποινικό κώδικα. Για το αδίκημα όμως της πλαστογραφίας το άρθρο 332, εξαιρεί από την έννοια του εγγράφου τα εμπορικά σήματα. Στην υπόθεση Χατζηλούκα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 294, αποφασίστηκε ότι αποδείξεις πληρωμής και παραλαβής χρημάτων δεν εμπίπτουν στην έννοια του εγγράφου του άρθρου 336 για τα οποία προβλέπεται ποινή ισόβιας φυλάκισης. Παρόλα αυτά ούτε στην υπόθεση αυτή δόθηκε ένας γενικός ορισμός της έννοιας του όρου «έγγραφο» για σκοπούς του αδικήματος της πλαστογραφίας. Στην υπόθεση Georghiou ν. The Republic
(1984)2 CLR 65, διευκρινίστηκε όμως ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά: "The present rule evolved under the Forgery Act does not postulate an apparent legal effect as a prerequisite to the commission of the crime. As the trial Court correctly noted, citing from Russel on Crime, 11th ed., p. 1421, if the similarities between the false document and what it purports to represent are such as to be capable of deceiving persons of ordinary observation, the crime of forgery is committed (see,also, Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 2, para. 1324 et seq.)" Όσον αφορά τα κριτήρια για να θεωρηθεί ένα έγγραφο πλαστό, χαρακτηριστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.
  1. "Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)." Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι δεν ευσταθεί η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι επειδή η «ταυτότητα» του ψευδοκράτους δεν αναγνωρίζεται από την Δημοκρατία, αυτό δεν μπορεί να την καταστήσει αντικείμενο πλαστογραφίας. Το κριτήριο είναι κατά πόσον το έγγραφο εμφανίζει γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα την δυνατότητα καταδολίευσης οιουδήποτε προσώπου ανεξαρτήτως αν το έγγραφο αυτό καθ' αυτό είναι παράνομο ή αν εκδόθηκε από παράνομη αρχή. Να σημειώσω και το οξύμωρο του επιχειρήματος, από την μια ο κατηγορούμενος να χρησιμοποιεί αυτή την παράνομη «ταυτότητα» του ψευδοκράτους προκειμένου να εξαπατήσει τις νόμιμες αρχές της Δημοκρατίας και από την άλλη να επικαλείται το παράνομο του ιδίου εγγράφου προκειμένου να αποφύγει τις ευθύνες του από την πλαστογραφία του. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε βέβαια να αποδεχθεί, ο κατηγορούμενος να αποκομίσει πλεονέκτημα από το γεγονός ότι χρησιμοποίησε παράνομο έγγραφο ούτως ώστε να αποφύγει τις ευθύνες του στην διάπραξη δεύτερου σοβαρότερου αδικήματος, αυτού της πλαστογραφίας του παράνομου εγγράφου. Να επαναλάβω ότι για να κριθεί ένα έγγραφο πλαστό, αυτό θα πρέπει να εμφανίζει γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα την δυνατότητα καταδολίευσης οιουδήποτε προσώπου. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Η υπό κρίση Τουρκοκυπριακή ταυτότητα (τεκμ.3), είναι πλαστή αφού εμφανίζει την φωτογραφία του κατηγορουμένου ως του κατόχου της κάτι που βέβαια δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, η πρόθεση καταδολίευσης στην παρούσα υπόθεση τεκμαίρεται αφού η εν λόγω «ταυτότητα» μπορούσε να χρησιμοποιηθεί όπως και έγινε για να εξαπατήσει τις Κυπριακές αρχές. Η εξαπάτηση έγκειται στο ότι στο έγγραφο αυτό, ο κατηγορούμενος φαινόταν ψευδώς ότι ήταν Τουρκοκυπριακής καταγωγής με το όνομα Serhan Golmen για τον οποίο δεν χρειαζόταν άδεια παραμονής και εργασίας στην Κύπρο και δεν απαγορευόταν η απρόσκοπτη διακίνηση του, στις ελεύθερες περιοχές ενώ στην πραγματικότητα, το όνομα του ήταν Huseyin Kisti, και χρειαζόταν άδεια παραμονής και εργασίας αφού καταγόταν από την Τουρκία και δεν του επιτρεπόταν η πρόσβαση στις ελεύθερες περιοχές. Κρίνω ως εκ τούτου ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας. Η 4η κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, στηρίζεται στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα σύμφωνα με το οποίο, "όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος.....". Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: · Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. · Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Όπως έχει προαναφερθεί, η επίδικη «ταυτότητα» είναι πλαστή. Η επίδειξη δε του πλαστού αυτού εγγράφου από τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό Μ.Κ.2 μετά που του ζητήθηκαν τα στοιχεία του, αποτελεί κυκλοφορία πλαστού εγγράφου όπως όρος έχει ερμηνευτεί πιο πάνω. Το ίδιο ισχύει και για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας της 5ης κατηγορίας καθώς και για το αδίκημα της 6ης κατηγορίας των ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό. Ο κατηγορούμενος με το να επιδείξει την επίδικη «ταυτότητα» στον αστυφύλακα 269 Θεοφίλου (Μ.Κ.2) μετά που του ζητήθηκαν τα στοιχεία του, προσποιήθηκε ψευδώς ότι είναι ο Τουρκοκύπριος Serhan Golmen ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι το όνομα του είναι Huseyin Kisti και κατάγεται από την Τουρκία. Ως εκ τούτου σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και οι κατηγορίες 5 & 6 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Απομένει η 7η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παραμονής στην Δημοκρατία χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Η κατηγορία αυτή δεν επιδέχεται ιδιαίτερου σχολιασμού. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος προέρχεται από οικογένεια Τούρκων εποίκων που παράνομα βρίσκονται στην Κύπρο ως αποτέλεσμα της Τούρκικης εισβολής του
  2. Η μαζική κάθοδος παράνομων εποίκων από την Τουρκία, είναι ένα από τα τεράστια προβλήματα που επέφερε η εισβολή και έγινε βέβαια δυνατή λόγω του ότι μετά το Ιούλιο του 1974, οι νόμιμες δυνάμεις του κράτους δεν είναι σε θέση να ελέγξουν το βόρειο μέρος του νησιού μας που κατέχεται παράνομα από τον Τουρκικό στρατό. Και η 7η κατηγορία ως εκ τούτου έχει δυνάμει των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της. Ο κατηγορούμενος, κρίνεται ως εκ τούτου ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.