Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρίστος Ηροδότου, Αρ. Υπόθεσης: 22780/07, 20.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22780/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Χρίστος Ηροδότου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20.5.2009 (η υπόθεση είχε οριστεί 30.4.2009 για να απαγγελθεί η παρούσα απόφαση πλην όμως αναβλήθηκε δύο φορές λόγω απουσίας του Κατηγορουμένου λόγω ασθένειας) Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη, στην εκφώνηση κα Μ. Νεοφύτου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Μουκταρούδης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Αμελής Οδήγηση 2η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς ασφάλεια 3η Κατηγορία: Οδήγηση χωρίς άδεια οδηγήσεως 4η Κατηγορία: Οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες 2, 3 και 4 και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση σε σχέση με την 1η κατηγορία. Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι την 1.8.2007 γύρω στις 00:20 ο κατηγορούμενος, καθώς οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής KMX 917 (εφεξής «η μοτοσικλέτα») στην οδό Γεωργίου Νεοφύτου στη Λεμεσό, παρέλειψε να εντοπίσει έγκαιρα την πεζή Νατάσα Ιωαννίδου (εφεξής «η πεζή»), η οποία εκείνη την ώρα διασταύρωνε το δρόμο από αριστερά προς δεξιά ως η πορεία του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να επέλθει σύγκρουση. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η πεζή τραυματίστηκαν και διακομίστηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε πέντε μάρτυρες, τον αστυφύλακα 3100 Σταύρο Κυριάκου (ΜΚ1), την κα Νατάσα Ιωαννίδου (ΜΚ2), τον κ. Γιώργο Κούκο (ΜΚ3), τον κ. Μιχάλη Μουαΐμη (ΜΚ4) και τον αστυφύλακα 392 Λούκα Αθανασίου (ΜΚ5). Ο ΜΚ1, εξεταστής της υπόθεσης, κατέθεσε ότι την 1.8.07 και ώρα 00:50 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος έξω από το ξενοδοχείο Ajax. Οι εμπλεκόμενοι είχαν ήδη διακομιστεί στο νοσοκομείο και ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το οποίο αργότερα μετέτρεψε σε συμμετρικό και επεξήγησε στο Δικαστήριο. Τοποθέτησε στο σχέδιο με «Χ» το σημείο σύγκρουσης το οποίο του υπέδειξε ο ανεξάρτητος αυτόπτης ΜΚ
- Ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι το όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ω., ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Στο σημείο του δυστυχήματος είχαν εκτελεστεί οδικά έργα και ένα κομμάτι του δρόμου (εντός του οποίου βρίσκεται και το σημείο σύγκρουσης) ο δρόμος ήταν επιστρωμένος με χαλίκια αντί άσφαλτο. Κατά μήκος του δρόμου υπάρχουν ηλεκτρικοί λαμπτήρες, ενώ στο σημείο του δυστυχήματος υπάρχει ένας ηλεκτρικός λαμπτήρας, ο οποίος ενισχύεται από λαμπτήρες του ξενοδοχείου στο περιτοίχισμά του. Ο ΜΚ1 κατέθεσε επιπλέον ότι υπήρχε αρκετός οδικός φωτισμός, ο δρόμος έχει ελαφριά κλίση προς τα δεξιά ως η πορεία του κατηγορουμένου και η ορατότητά του ήταν πέραν των 80 μέτρων. Ο ΜΚ1 επεξήγησε στο Δικαστήριο το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3) το οποίο ετοίμασε με βάση το πρόχειρο. Η μοτοσικλέτα διέγραψε στην άσφαλτο μέχρι το σημείο όπου αρχίζουν τα χαλίκια ίχνη τροχοπέδησης μήκους 6,80μ. Από το σημείο όπου τελειώνουν τα χαλίκια, διέγραψε στην άσφαλτο εκδορές μήκους 12,60μ. Στο σχέδιο φαίνεται επίσης η θέση του σταθμευμένου οχήματος στο αριστερό πεζοδρόμιο απ'όπου κατέβηκε η πεζή με τον ΜΚ4 και επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο. Η πεζή, σύμφωνα με τα ευρήματα του ΜΚ1, διήνυσε γύρω στα 6 μέτρα στο δρόμο πριν τη σύγκρουση. Η πεζή ΜΚ2, 28 ετών, από την Ελλάδα, κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές και διέμενε στο ξενοδοχείο Ajax. Λίγο μετά τα μεσάνυκτα, επέστρεψε στο ξενοδοχείο με το φίλο της, ΜΚ
- Φορούσε μαύρο φόρεμα μέχρι το γόνατο. Ακολούθως, το μόνο που θυμάται, λόγω του ότι πάσχει από περιτραυματική αμνησία και δεν υπάρχει συνοχή των εικόνων στη μνήμη της, είναι ότι την ώρα που βρισκόταν μέσα στο δρόμο είδε ένα στρογγυλό φως μακριά, στο βάθος του δρόμου δεξιά, και ακολούθως πιο κοντά. Μετά ξύπνησε στο νοσοκομείο σοβαρά τραυματισμένη. Αρνήθηκε δε την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δεν ήταν εξοικειωμένη με το γεγονός ότι στην Κύπρο οδηγούν στην αριστερή πλευρά του δρόμου, καθότι διέμενε στη Λεμεσό στο παρελθόν ως μαθήτρια. Ο αυτόπτης ΜΚ3 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που είχε δώσει στην Αστυνομία 40 λεπτά μετά το δυστύχημα, στην οποία αναφέρει ότι βρισκόταν στην είσοδο του ξενοδοχείου Ajax και είχε το βλέμμα στραμμένο προς το δρόμο. Αντιλήφθηκε ένα αυτοκίνητο να σταθμεύει στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Ο οδηγός και η επιβάτιδα κατέβηκαν και άρχισαν να διασταυρώνουν το δρόμο για να κατευθυνθούν προς το ξενοδοχείο. Ο νεαρός οδηγός, ο οποίος φορούσε ροζ φανέλα, περπατούσε λίγο πιο μπροστά από την πεζή. Ο ΜΚ3 άκουσε ξαφνικά ήχο μοτοσικλέτας να κατευθύνεται βόρεια προς το ξενοδοχείο και αμέσως είδε τη μοτοσικλέτα να συγκρούεται με την κοπέλα. Η μοτοσικλέτα έπεσε στην άσφαλτο και ακινητοποιήθηκε λίγο πιο κάτω. Ο οδηγός φορούσε κράνος, αλλά ο ΜΚ3 δεν πρόσεξε αν είχε τα φώτα αναμμένα. Ακολούθως ενημέρωσε το ξενοδοχείο για το περιστατικό για να ειδοποιηθεί ασθενοφόρο. Σε συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 9.9.07, ο ΜΚ3 αναφέρει ότι δεν πρόσεξε αν η κοπέλα πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει έλεγξε το δρόμο αριστερά ή δεξιά. Αναφέρει επίσης ότι η πεζή διασταύρωνε με κανονικό βάδισμα. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο ΜΚ3 κατέθεσε ότι η κοπέλα πρέπει να διασταύρωνε μπροστά από τον άντρα, διαφορετικά η μοτοσικλέτα θα είχε κτυπήσει τον άντρα. Διευκρίνισε ότι βρισκόταν έξω από το ξενοδοχείο για να καπνίσει, σε απόσταση 8 μέτρων από το δρόμο, ακριβώς απέναντι από το σημείο απ'όπου διασταύρωσε η πεζή. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, η πεζή πέρασε πίσω από το σταθμευμένο αυτοκίνητο του φίλου της και επιχείρησε να διασταυρώσει. Όταν επήλθε η σύγκρουση, η πεζή βρισκόταν περίπου στο μέσο του δρόμου, στο σημείο όπου ο δρόμος δεν είχε ασφαλτόστρωση. Ο ΜΚ3 ανέφερε επιπλέον ότι είδε τη μοτοσικλέτα για πρώτη φορά σε απόσταση 10 μέτρων, καθότι είχε περιορισμένη ορατότητα προς την πορεία της μοτοσικλέτας λόγω φράκτη έξω από το ξενοδοχείο και ότι το βλέμμα του ήταν στραμμένο προς την πεζή. Κατέθεσε επιπλέον ότι είναι απόλυτα βέβαιος ότι υπήρχε αρκετός οδικός φωτισμός και υπήρχαν και λαμπτήρες του ξενοδοχείου. Υπολόγισε δε ότι η μοτοσικλέτα εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα, καθότι άκουσε τον ήχο της από μεγάλη απόσταση (περίπου 300 μέτρα, στα φώτα τροχαίας νότια της σκηνής) και η σύγκρουση με την πεζή επήλθε αστραπιαία. Συνεπώς, για να καλύψει τέτοια απόσταση σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, ο ΜΚ3 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να έτρεχε. Ο ΜΚ4 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 20.8.2007, στην οποία αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο επέστρεψε στο ξενοδοχείο με τη συμφοιτήτριά του ΜΚ2 (πεζή). Ο ίδιος φορούσε ροζ μπλούζα και σκούρο παντελόνι, ενώ η πεζή φορούσε μαύρο φόρεμα μέχρι το γόνατο. Στάθμευσε το αυτοκίνητό του στην αριστερή πλευρά του δρόμου και κατέβηκε. Η φίλη του εξήλθε από τη θέση του συνοδηγού και πέρασε πίσω από το αυτοκίνητο για να διασταυρώσει το δρόμο. Ο ΜΚ4 αναφέρει ότι έλεγξε το δρόμο αριστερά και δεξιά και πρόσεξε ότι από δεξιά στο βάθος ερχόταν μία μοτοσικλέτα με αναμμένα τα φώτα, της οποίας ακουγόταν ελαφρώς ο θόρυβος της εξάτμισης (εξώστ). Ο ΜΚ4 υπολόγισε ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν κανονική προς γρήγορη. Από αριστερά δεν έρχονταν οχήματα και συνεπώς διασταύρωσε το δρόμο με γρήγορο βάδισμα. Έφθασε στο απέναντι πεζοδρόμιο και λίγο πριν εισέλθει στο ξενοδοχείο άκουσε ένα δυνατό κτύπημα. Γύρισε και αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα, τον κατηγορούμενο και τη φίλη του πεσμένους στο έδαφος. Σύμφωνα με την κατάθεση του ΜΚ4, ο κατηγορούμενος συνεχώς ρωτούσε τι είχε συμβεί και πού βρισκόταν μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο να τους παραλάβει. Κατά την προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο, ο ΜΚ4 πρόσθεσε ότι νομίζει ότι υπήρχε πλήρης συσκότιση στην περιοχή λόγω διακοπής ρεύματος. Πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει το δρόμο, είχε αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα να έρχεται από τα φώτα τροχαίας νότια της σκηνής, σε απόσταση πέραν των 300 μέτρων, λόγω του ότι είχε τα φώτα αναμμένα. Στο ξενοδοχείο, σύμφωνα με τον ΜΚ4, υπήρχαν αναμμένα φώτα μόνο εντός αυτού και όχι εκτός. Ο ΜΚ4 δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχε άτομο έξω από το ξενοδοχείο, αλλά όταν έτρεξε στο γραφείο υποδοχής του ξενοδοχείου για να ειδοποιήσουν ασθενοφόρο, του ανέφεραν ότι κάποιος τους είχε ήδη ενημερώσει. Ο ΜΚ5, αστυνομικός φωτογράφος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 δέσμη 16 φωτογραφιών της σκηνής που έλαβε με τη χρήση φλας περίπου μία ώρα και δεκαπέντε λεπτά μετά το επίδικο δυστύχημα, τις οποίες και επεξήγησε. Κατέθεσε επιπλέον ότι όταν ο ίδιος επισκέφθηκε τη σκηνή ο οδικός φωτισμός ήταν πολύ ικανοποιητικός. Πέραν των λαμπτήρων της Α.Η.Κ. εξέπεμπαν φως εντός του δρόμου και οι εξωτερικοί ηλεκτρικοί πάσσαλοι του ξενοδοχείου, οι οποίοι δεν ήταν απλώς διακοσμητικοί. Ανέφερε ότι τα φώτα τροχαίας νότια της σκηνής βρίσκονται σε απόσταση περίπου 300 μέτρων από το ξενοδοχείο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης για συσκότιση στην περιοχή, ο ΜΚ5 κατέθεσε ότι πιστεύει πως δεν υπήρχε καθότι κατά την ώρα του επίδικου δυστυχήματος ο ίδιος βρισκόταν στη σκηνή άλλου δυστυχήματος περίπου 500 μέτρα βορειότερα και είχε φωτισμό. Δεν μπορούσε όμως να αποκλείσει παντελώς τέτοιο ενδεχόμενο. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Δεν κλήθηκαν οποιοδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος, 28 ετών, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην Αστυνομία μία βδομάδα μετά το δυστύχημα, στην οποία αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με τα φώτα στη ψηλή στάση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου έλεγξε το μιλίμετρο και διαπίστωσε ότι εκινείτο με ταχύτητα 53 χ.α.ω. Κατευθυνόταν με σταθερή ταχύτητα καθότι η ασφαλτόστρωση στο συγκεκριμένο δρόμο, από τον οποίο διέρχεται καθημερινά, είναι ιδιαίτερα ανώμαλη. Αναφέρει ότι όταν πλησίασε το ξενοδοχείο είδε σε πολύ κοντινή απόσταση, 5 με 6 μέτρων, έναν άντρα να διασταυρώνει το δρόμο με γρήγορο βάδισμα και να ανεβαίνει στο δεξιό πεζοδρόμιο. Μετά από αυτό δεν θυμάται ο,τιδήποτε πέραν του ότι ξύπνησε στο νοσοκομείο με διάσειση. Προσθέτει δε ότι, καθώς οδηγούσε στο δρόμο, προπορευόταν μια άλλη μοτοσικλέτα πολύ μακριά από τον ίδιο, η οποία έκανε θόρυβο. Κατά την προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι δεν υπήρχε καθόλου οδικός φωτισμός, ο δρόμος ήταν σκοτεινός και η ορατότητά του ήταν όση του παρείχε η εμβέλεια των φώτων της μοτοσικλέτας του. Ανέφερε ότι υπήρχε φωτισμός μέχρι και τα φώτα τροχαίας περίπου 300 μέτρα πριν από το σημείο του δυστυχήματος και ακολούθως δεν υπήρχε φωτισμός. Όσον αφορά τους ηλεκτρικούς πασσάλους στο περιτοίχισμα του ξενοδοχείου, κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ήταν αναμμένοι την ώρα του δυστυχήματος. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε επιπλέον ότι έβλεπε καλά εντός του δρόμου μπροστά του και αντιλήφθηκε τον ΜΚ4 να ανεβαίνει στο πεζοδρόμιο στα δεξιά ως η πορεία του, καθώς και το σταθμευμένο αυτοκίνητο στα αριστερά. Τη ΜΚ2 δεν την είδε καθόλου. Για να καταδείξει ότι δεν εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι φορούσε μαγιό και αν έτρεχε θα είχε εκδορές σε όλο το σώμα μετά τη σύγκρουση. Επιπλέον, ανέφερε ότι επειδή δεν θυμόταν καθόλου το δυστύχημα και κατά πόσο εφάρμοσε τα φρένα, η αστυνομία τον πληροφόρησε ότι εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης μικρού μήκους, τα οποία καταδεικνύουν χαμηλή ταχύτητα. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι θεωρεί ότι ενδεχομένως η πεζή να εισήλθε στο δρόμο μπροστά του και ο ίδιος ενστικτωδώς να εφάρμοσε τα φρένα, αλλά δεν θυμάται κάτι τέτοιο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο ΜΚ1 μου δημιούργησε καλή εντύπωση, αφού κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με αντικειμενικότητα τα ευρήματά του από τη σκηνή του δυστυχήματος. Όσον αφορά στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει Νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος[1]. Όσον αφορά την πεζή ΜΚ2, σημειώνω ότι η μαρτυρία της δεν ήταν ιδιαίτερα υποβοηθητική σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα καθότι, λόγω περιτραυματικής αμνησίας συνεπεία του δυστυχήματος, δεν θυμόταν καλά όλα τα γεγονότα παρά μόνο κάποιες αμυδρές εικόνες. Στην ουσία το μόνο που θυμόταν είναι ότι την ώρα που βρισκόταν μέσα στο δρόμο είδε ένα στρογγυλό φως μακριά, στο βάθος του δρόμου δεξιά, το οποίο προφανώς ανήκε στη μοτοσικλέτα, και ακολούθως το είδε πιο κοντά. Δεν ήταν όμως σε θέση να καταθέσει με την απαραίτητη βεβαιότητα σε σχέση με τις κινήσεις της κατά τον επίδικο χρόνο και ειδικότερα κατά πόσο έλεγξε επαρκώς το δρόμο πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει. Ούτε και ήταν σε θέση να καταθέσει σε σχέση με την ταχύτητα της μοτοσικλέτας και άλλα ουσιαστικά θέματα. Ο αυτόπτης ΜΚ3 μου δημιούργησε θετική εντύπωση, υπήρξε ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος έτυχε να βρίσκεται έξω από το ξενοδοχείο Ajax για να καπνίσει τσιγάρο την ώρα του επίδικου περιστατικού και ανέφερε με ειλικρίνεια τα γεγονότα που ο ίδιος αντιλήφθηκε. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι υπήρξαν κάποιες μικροαντιφάσεις μεταξύ της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία και της προφορικής του μαρτυρίας, όπως για το κατά πόσο η πεζή ΜΚ2 περπατούσε μπροστά ή πίσω από τον ΜΚ4 φίλο της. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο ΜΚ3 έδωσε γραπτή κατάθεση μόλις 40 λεπτά μετά το δυστύχημα, όταν η μνήμη του για τα γεγονότα ήταν νωπή, ενώ η προφορική του μαρτυρία δόθηκε σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, σε συνδυασμό με το σύνολο του ενώπιόν μου μαρτυρικού υλικού, είναι σαφές ότι η πραγματικότητα σε σχέση με το ποιος περπατούσε μπροστά από ποιον είναι ως αναφέρεται στη γραπτή του κατάθεση. Αυτά που αναφέρθηκαν κατά την προφορική του μαρτυρία απλώς αποτελούσαν υπολογισμό ή υπόθεση του ΜΚ3 ότι, εφόσον η μοτοσικλέτα συγκρούστηκε με τη ΜΚ2 και όχι με τον ΜΚ4, θα πρέπει να περπατούσε η ΜΚ2 μπροστά από τον ΜΚ
- Επιπλέον, δεν παραγνωρίζω ότι ο ΜΚ3 υπέδειξε στο σχέδιο κάπως διαφορετικό σημείο όπου στεκόταν από το σημείο που υπέδειξε στην Αστυνομία και σημειώθηκε στο σχέδιο Τεκμήριο
- Ήταν όμως ξεκάθαρο από τη μαρτυρία του ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν έξω από το ξενοδοχείο, απέναντι από το σημείο απ'όπου διασταύρωνε η πεζή και το ακριβές σημείο δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ούτε και είναι λογικό να αναμένεται από ένα μάρτυρα να μπορεί να τοποθετήσει σε ένα σχέδιο μετά από σχεδόν δύο χρόνια το ακριβές σημείο. Θεωρώ ότι οι μικροδιαφορές αυτές ουδόλως επηρεάζουν την εν γένει αξιοπιστία του ΜΚ
- Σημασία έχει ότι κατέθεσε με κάθε ειλικρίνεια τα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε με τα ίδια του τα μάτια. Σημειώνω ότι ο ΜΚ3 κατέθεσε σαφώς ότι δεν υπήρξε μάρτυρας της πορείας της μοτοσικλέτας παρά μόνο λίγα μέτρα πριν τη σύγκρουση. Επιπλέον, τα όσα κατέθεσε σε σχέση με την ταχύτητα της μοτοσικλέτας βασίζονταν σε δικές του υποθέσεις και όχι σε δεδομένα όπως ο ίδιος τα παρατήρησε. Επιπλέον, ο ΜΚ3 δεν πρόσεξε κατά πόσο η πεζή έλεγξε το δρόμο πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΚ4, σημειώνω ότι μου έκανε ιδιαίτερα κακή εντύπωση το γεγονός ότι κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προέβαλε έναν ουσιώδη ισχυρισμό - ότι δεν υπήρχε οδικός φωτισμός λόγω «black-out» (συσκότισης) στην περιοχή και υπήρχαν φώτα μόνο εντός του ξενοδοχείου - ο οποίος ήταν προφανές ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κατ'αρχάς, τέτοια αναφορά απουσιάζει παντελώς από τη γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία. Επιπλέον, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αξιόπιστη μαρτυρία του ανεξάρτητου αυτόπτη ΜΚ3, ο οποίος κατέθεσε σαφώς ότι τόσο ο οδικός φωτισμός όσο και οι λαμπτήρες του ξενοδοχείου ήταν σε λειτουργία. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το λόγο γιατί ο ΜΚ4 επέλεξε να προβάλει αυτόν τον αβάσιμο ισχυρισμό, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να τον αποδεχθώ. Όσον αφορά την υπόλοιπή του μαρτυρία και ειδικότερα το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης σε σχέση με τις κινήσεις του ιδίου, στο βαθμό που συνάδει με τα όσα κατέθεσε ο αυτόπτης ΜΚ3, την αποδέχομαι. Η μαρτυρία του ΜΚ5 περιορίζεται κυρίως στις φωτογραφίες της σκηνής που έλαβε μετά το δυστύχημα. Οι φωτογραφίες αυτές είναι αρκετά χρήσιμες, καθώς δίνουν στο Δικαστήριο μια πιο σαφή εικόνα της σκηνής, της κατάστασης του δρόμου και των λαμπτήρων του ξενοδοχείου. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και ήταν εμφανής η προσπάθειά του να πείσει ότι δεν εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα και ότι δεν ευθυνόταν καθόλου για το δυστύχημα. Σημειώνω ότι υπήρχαν αντιφάσεις μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης και της προφορικής του μαρτυρίας. Για παράδειγμα, στην κατάθεσή του ανέφερε ότι είδε τον ΜΚ4 να διασταυρώνει το δρόμο με γρήγορο βάδισμα και να ανεβαίνει στο δεξιό πεζοδρόμιο. Προφορικά, όμως, κατέθεσε ότι τον αντιλήφθηκε μόνο όταν ο ΜΚ4 ανέβαινε στο πεζοδρόμιο, δηλαδή όταν ήδη βρισκόταν σχεδόν εκτός του δρόμου. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως ότι δεν υπήρχε καθόλου οδικός φωτισμός στο σημείο του δυστυχήματος, ένας ισχυρισμός ο οποίος απουσιάζει παντελώς από τη γραπτή του κατάθεση. Η εξήγηση που έδωσε για την παράλειψη αυτή, ότι δεν το θεώρησε σημαντικό να το αναφέρει στην Αστυνομία και ότι δεν τον είχε ρωτήσει ο αστυνομικός, δεν ήταν καθόλου πειστική. Επιπλέον, η θέση του κατηγορουμένου ότι η Αστυνομία του ανέφερε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν στην άσφαλτο υποδηλώνουν χαμηλή ταχύτητα, δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του εξεταστή ΜΚ
- Δεν έχει τεθεί καμία μαρτυρία ενώπιόν μου που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Ο δε ισχυρισμός του ότι, καθώς οδηγούσε στο δρόμο, προπορευόταν μια άλλη μοτοσικλέτα πολύ μακριά από τον ίδιο, η οποία έκανε θόρυβο, σημειώνω ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή ήταν η μοτοσικλέτα που άκουσε ο ΜΚ3 πριν το δυστύχημα. Προκύπτει αβίαστα από τη μαρτυρία του ΜΚ3 ότι η μοτοσικλέτα που άκουσε να έρχεται με βόρεια πορεία ήταν αυτή που συγκρούστηκε με την πεζή, δηλαδή αυτή του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι έβλεπε καλά εντός του δρόμου και μάλιστα από τη μία άκρη του δρόμου μέχρι την άλλη, αλλά δεν ήταν σε θέση να δώσει εξήγηση για ποιο λόγο αντιλήφθηκε τον ΜΚ4 στα δεξιά και το σταθμευμένο αυτοκίνητο στα αριστερά, αλλά δεν αντιλήφθηκε την πεζή, πέραν του ότι δεν θυμάται ο,τιδήποτε σε σχέση με την πεζή και τη σύγκρουση. Συνεπώς κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του κατηγορουμένου για τα αμφισβητούμενα και ουσιώδη θέματα. Ευρήματα Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 1.8.2007 και περί ώραν 00:20 ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα KMX 917 στην οδό Γεωργίου Νεοφύτου στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. Την ίδια ώρα, ο ΜΚ4, με συνοδηγό τη ΜΚ2, στάθμευσε το αυτοκίνητο ΚΚΖ 685 στο δυτικό πεζοδρόμιο του εν λόγω δρόμου, το μισό εντός του δρόμου, στο σημείο έξω από το ξενοδοχείο Ajax το οποίο απεικονίζει το σχέδιο Τεκμήριο
- Ο ΜΚ4 εξήλθε από το αυτοκίνητο και διασταύρωσε το δρόμο, φθάνοντας στο ανατολικό πεζοδρόμιο με σκοπό να εισέλθει στο ξενοδοχείο. Η ΜΚ2, η οποία φορούσε μαύρο φόρεμα μέχρι το γόνατο, επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο πίσω από τον ΜΚ4, διανύοντας περίπου 6 μέτρα εντός του δρόμου με κανονικό βηματισμό, πριν κτυπηθεί από τη μοτοσικλέτα στο σημείο «Χ» στο σχέδιο, όπου ο δρόμος είχε επιστρωθεί προσωρινά με χαλίκια αντί με άσφαλτο λόγω οδικών έργων. Ο ΜΚ3, ο οποίος βρισκόταν έξω από την είσοδο του ξενοδοχείου, αντιλήφθηκε τη σύγκρουση και εισήλθε στο ξενοδοχείο για να ειδοποιήσει ασθενοφόρο και αστυνομία. Τόσο η πεζή όσο και ο κατηγορούμενος τραυματίστηκαν και διακομίστηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Κατά τον επίδικο χρόνο ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Ειδικότερα, υπάρχουν ηλεκτρικοί λαμπτήρες κατά μήκος του δρόμου καθώς και οι λαμπτήρες στο περιτοίχισμα του ξενοδοχείου, οι οποίοι φαίνονται στις φωτογραφίες 1 και 2 του Τεκμηρίου
- Στην πορεία του κατηγορουμένου αμέσως πριν το σημείο του δυστυχήματος ο δρόμος έχει ελαφριά κλίση προς τα δεξιά και η ορατότητα του ήταν πέραν των 80 μέτρων. Όσον αφορά την ταχύτητα με την οποία εκινείτο η μοτοσικλέτα, το κατά πόσο η πεζή ΜΚ2 έλεγξε το δρόμο δεόντως πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει, και την απόσταση που χώριζε τη μοτοσικλέτα από την πεζή όταν αυτή εισήλθε στο δρόμο επιχειρώντας να διασταυρώσει, κρίνω ότι δεν υπάρχει ενώπιόν μου επαρκής θετική και αξιόπιστη μαρτυρία ούτως ώστε να δύναμαι να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[2] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378. Επιπλέον, όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν, δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Τέλος, η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του οδηγού προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη θετικής μαρτυρίας όσον αφορά την πορεία του θύματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18 στη σελ. 26). Κατάληξη Η θεμελίωση της αμέλειας του κατηγορουμένου απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Στην απουσία θετικής μαρτυρίας σε σχέση με τις κινήσεις της πεζής και την απόσταση που τη χώριζε από τη μοτοσικλέτα την ώρα που εισήλθε στο δρόμο για να διασταυρώσει, ελλείπει το υπόβαθρο με βάση το οποίο το Δικαστήριο θα ήταν σε θέση να κρίνει τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και να αποφασίσει κατά πόσο αυτή υπήρξε αμελής εντός της εννοίας του άρθρου 8. Είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο η πεζή να επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο όταν ήταν σε ασφαλή απόσταση η μοτοσικλέτα και να προκλήθηκε το δυστύχημα λόγω υπερβολικής ταχύτητας του κατηγορουμένου ή εκ μέρους του παράλειψης να την εντοπίσει έγκαιρα, παρά την ορατότητα και δυνατότητα που είχε, και να λάβει έγκαιρα μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Η ορατότητα που είχε στο δρόμο και το γεγονός ότι η πεζή διήνυσε 6 μέτρα μέσα στο δρόμο με κανονικό βηματισμό πριν τη σύγκρουση συνηγορούν υπέρ αυτού του ενδεχομένου. Εν τούτοις, είναι εξίσου υπαρκτό το ενδεχόμενο η πεζή να εισήλθε στο δρόμο απότομα και να επιχείρησε να διασταυρώσει με κανονικό βηματισμό όταν η μοτοσικλέτα ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση, μη δίδοντας περιθώριο στον κατηγορούμενο να λάβει αποτελεσματικά μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Δεν μπορεί όμως το Δικαστήριο να βασίζεται σε υποθέσεις ως προς τα γεγονότα. Σημειώνω ότι σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία στη σκηνή και ειδικότερα τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας, ο κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσικλέτας περίπου 8 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης, προφανώς σε μία προσπάθεια αποφυγής. Παραμένει όμως άγνωστο κατά πόσο η προσπάθεια του αυτή έγινε μόλις η πεζή εισήλθε στο δρόμο επιχειρώντας να διασταυρώσει (οπόταν θα διαφαινόταν ότι δεν υπήρξε αμελής) ή κατά πόσο η προσπάθεια του αυτή δεν έγινε πιο νωρίς ούτως ώστε να ήταν αποτελεσματική, επειδή ο κατηγορούμενος παρέλειψε να εντοπίσει έγκαιρα την πεζή παρά την ορατότητα που είχε, λόγω υπερβολικής ταχύτητας και έλλειψης της δέουσας παρατηρητικότητας (οπόταν θα διαφαινόταν ότι υπήρξε αμελής). Τα κενά αυτά σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα κατά τον ουσιώδη χρόνο αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι, και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή[3]. Συνεπώς ο κατηγορούμενος στην υπό κρίση περίπτωση δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά:Αμελής Οδήγηση) [1] Βλ. Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. [2] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86. [3] Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο