Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημητράκης Ρούσος, Αρ. Υπόθεσης: 11088/09, 20.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11088/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Δημητράκης Ρούσος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20.5.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Νεοφύτου Για τον Κατηγορούμενο: κα Ευριπίδου για κ. Ρ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος παρών. Δικαστήριο: Κατά την έναρξη της διαδικασίας με βάση το Νόμο 42/74 για ενδεχόμενη παραπομπή του Κατηγορουμένου σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο υπέβαλε προφορικό αίτημα όπως κληθεί για να αντεξεταστεί η Ψυχίατρος Ελένη Χατζηκυπριανού του Νοσοκομείου Αθαλάσσας, η οποία εξέδωσε Ιατρική Βεβαίωση σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είναι ικανός να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Ο κ. Ερωτοκρίτου προσκόμισε Ιατρική Έκθεση από ψυχίατρο ο οποίος παρακολουθεί τον Κατηγορούμενο για πολλά χρόνια και ο οποίος αναφέρει ότι ο τελευταίος «είχε πάντοτε επίγνωση των πράξεων του, οι οποίες όμως επηρεάζονταν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από τις παραληρητικές του ιδέες». Η Κ.Α. έφερε ένσταση στο αίτημα της Υπεράσπισης αναφέροντας ότι με βάση το άρθρο 11 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 κάθε πρόσωπο συμπεραίνεται ότι έχει σώες τις φρένες μέχρι απόδειξης του αντιθέτου και ότι η ιατρική βεβαίωση που προσκομίστηκε επιβεβαιώνει την ικανότητα του Κατηγορουμένου να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Επιπλέον, η παρούσα διαδικασία αφορά μόνο το θέμα παραπομπής και οι όποιες παραληρητικές ιδέες του Κατηγορουμένου δεν έχουν καμία σχέση με το επίδικο θέμα. Το άρθρο 70 του Κεφ. 155, ως έχει τροποποιηθεί το 1997, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία να διατάξει τη διεξαγωγή έρευνας, για να εξακριβωθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος πάσχει από ψυχική διαταραχή που τον καθιστά ανίκανο να παρακολουθήσει τη διαδικασία, εάν κατά τη δίκη εγερθεί τέτοιο ερώτημα. Εάν το Δικαστήριο, μετά τη διεξαγωγή έρευνας, είναι της γνώμης ότι ο κατηγορούμενος είναι πράγματι ανίκανος να παρακολουθήσει τη διαδικασία, τότε διατάσσει να κρατηθεί σε κρατικό ψυχιατρικό κέντρο ή να τεθεί υπό παρακολούθηση ψυχιάτρου και εάν δεν βελτιωθεί η κατάστασή του εντός 4 μηνών τότε διατάσσει την κράτησή του σε κρατικό ψυχιατρικό κέντρο. Το άρθρο 70 προνοεί συγκεκριμένη διαδικασία και παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο ακόμη και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες, εάν κρίνει ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα, μετά από επιθεώρηση των καταθέσεων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων (βλ. άρθρο 70
(3)). Στο σημείο αυτό, όμως, οφείλω να επισημάνω το γεγονός ότι ο κ. Ερωτοκρίτου δεν ζήτησε «έρευνα» με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 70 του Κεφ. 155 για να εξακριβωθεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος πάσχει από ψυχική διαταραχή που τον καθιστά ανίκανο να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Βασίστηκε στο άρθρο 70 μόνο κατά την έκταση που προνοεί ότι τέτοιο ερώτημα μπορεί να εγερθεί από την Υπεράσπιση. Κύριο έρεισμα για το αίτημά του για αντεξέταση της Δρος Χατζηκυπριανού αποτέλεσε το άρθρο 30
(3)του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ήταν η θέση του ότι απόρριψη του αιτήματός του για αντεξέταση θα παραβίαζε το δικαίωμα του Κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Η παρούσα υπόθεση τέθηκε ενώπιόν μου με βάση το Νόμο 42/74 για να διεξαχθεί διαδικασία παραπομπής. Οι εξουσίες και η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου διευκρινίζονται και περιορίζονται με την εν λόγω νομοθετική διάταξη. Ειδικότερα, εάν ο Γενικός Εισαγγελέας παράσχει γραπτή συγκατάθεση για τη μη αναγκαιότητα διεξαγωγής προανάκρισης, και έχει επιδοθεί αντίγραφο των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας στον κατηγορούμενο ή στον δικηγόρο του, το Δικαστήριο έχει εξουσία να παραπέμψει τον κατηγορούμενο σε δίκη χωρίς τη διεξαγωγή προανάκρισης. Δηλαδή, εάν ικανοποιηθούν οι σχετικές προϋποθέσεις, καθίστανται ανενεργείς («inoperative») οι πρόνοιες των άρθρων 92-105 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Συνεπώς, η εξουσία του παρόντος δικαστηρίου περιορίζεται με την εν λόγω νομοθετική ρύθμιση, στην απόφαση κατά πόσο θα παραπέμψει τον κατηγορούμενο σε δίκη χωρίς προανάκριση ή να μην τον παραπέμψει (βλ. In re Theophanous Argyrides, αίτηση 16/87 ημερ. 14.2.1987). Το παρόν Δικαστήριο οφείλει, εφόσον διαπιστώσει ότι υπάρχει η γραπτή συγκατάθεση του Γεν. Εισαγγελέα και έχουν δοθεί οι καταθέσεις στην Υπεράσπιση, να μελετήσει το εν λόγω μαρτυρικό υλικό και να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος σε δίκη. Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου για το κατά πόσο θα παραπέμψει η όχι τον κατηγορούμενο σε δίκη δεν εφεσιβάλλεται, ακριβώς λόγω της φύσης της διαδικασίας (βλ. Britsieva ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 459.) Όπως λέχθηκε και στην αίτηση 31/2001 Χαράλαμπου Καψού, ημερ. 4.4.2001, το άρθρο 3 του Νόμου 42/74 ερμηνεύθηκε στην υπόθεση In re Yiannakis Ellinas
(1988)2 CLR 57 και εκεί «κρίθηκε ότι η διαδικασία παραπομπής δεν είναι δίκη, ο δε παραπέμπων Δικαστής δεν είναι ο δικάζων Δικαστής. Η δικαιοδοσία του περιορίζεται στο να εξετάσει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3(β) του Νόμου, κατά πόσο η μαρτυρία, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας τους οποίους προτίθεται να καλέσει η Κατηγορούσα Αρχή κατά τη δίκη στο Κακουργιοδικείο, είναι επαρκής για να δικαιολογήσει την παραπομπή ή όχι.» Επιπλέον, μετά την απόφαση για παραπομπή του κατηγορούμενου σε δίκη ενώπιον του κακουργιοδικείου, το παραπέμπον δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο θα παραμείνει υπό κράτηση ή θα απολυθεί με όρους, εφόσον βεβαίως λάβει υπόψη τους παράγοντες που έχει θέσει η σχετική νομολογία. Συνεπώς είναι πολύ περιορισμένα τα θέματα τα οποία ο παραπέμπων δικαστής πρέπει να εξετάσει με βάσει το Νόμο και τη νομολογία. Βεβαίως, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η καταχώρηση κατηγορητηρίου και η διαδικασία της παραπομπής σε δίκη από το Κακουργιοδικείο αποτελούν μέρος της ποινικής διαδικασίας εντός της έννοιας του ορισμού του όρου «ποινική διαδικασία» στο άρθρο 2 του Κεφ. 155 (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 587). Εν τούτοις, επαναλαμβάνω ότι οι εξουσίες του παραπέμποντος Δικαστηρίου είναι περιορισμένες με βάση το Νόμο 42/74. Το αίτημα του κ. Ερωτοκρίτου αφορά την προσαγωγή μαρτυρίας και αντεξέτασης συγκεκριμένου προσώπου για θέματα που δεν άπτονται του ειδικού αντικειμένου της διαδικασίας της παραπομπής- των επίδικων θεμάτων δηλαδή. Άλλωστε, δεν έχω πεισθεί από τα ενώπιόν μου στοιχεία και ειδικότερα την ιατρική έκθεση που προσκόμισε η Υπεράσπιση ότι θα ήταν ορθό και σκόπιμο να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το ερώτημα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος πάσχει από ψυχική διαταραχή η οποία τον καθιστά ανίκανο να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Η εν λόγω έκθεση, η οποία φέρει ημερομηνία 12/5/2009, σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται σε ανικανότητα του Κατηγορουμένου να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Αντίθετα, αναφέρει ότι είχε πάντοτε επίγνωση των πράξεών του, αλλά αυτές επηρεάζονται σε κάποιο βαθμό από τις παραληρητικές του ιδέες. Η όποια επίδραση των εν λόγω ιδεών στις πράξεις του κατηγορουμένου είναι θέμα που αφορά την ουσία της υπόθεσης εναντίον του για φόνο εκ προμελέτης και όχι την ικανότητά του να παρακολουθήσει την παρούσα διαδικασία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για να διατάξω τη διεξαγωγή οποιασδήποτε σχετικής έρευνας. Κρίνω ότι για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η ιατρική βεβαίωση από Ψυχίατρο του Νοσοκομείου Αθαλάσσας, όπου νοσηλευόταν ο Κατηγορούμενος από τις 13.5.2009 μέχρι και χθες, ότι δεν εμφάνισε οξεία ψυχοπαθολογία και είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία, είναι πολύ ικανοποιητική για να προχωρήσω με την παρούσα διαδικασία, κατά την οποία θα πρέπει να απαγγελθούν οι κατηγορίες, όχι για να απαντήσει ο Κατηγορούμενος κατά πόσο τις παραδέχεται ή όχι, αλλά για να γνωρίζει τι θα έχει να αντιμετωπίσει στη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Όσον αφορά τη θέση για παράβαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης, τονίζω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διαγνώσει ή να διαπιστώσει την ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου - δεν υπάρχει δυνατότητα αθώωσης ή καταδίκης. Ο Κατηγορούμενος και ο συνήγορός του θα έχουν κάθε ευχέρεια να εγείρουν το θέμα ανικανότητας του Κατηγορουμένου να απαντήσει στις κατηγορίες και να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία («unfitness to plead») κατά τη δίκη του Κατηγορουμένου, εάν παραπεμφθεί σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Ενδεχομένως να αποτελέσει θέμα για συζήτηση από το εκδικάζον Δικαστήριο, το οποίο θα είναι το αρμόδιο και κατάλληλο Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο ζήτημα αν προκύψει, όταν θα κληθεί ο Κατηγορούμενος να απαντήσει. Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα παραβίασης ή δυσμενούς επηρεασμού των Συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου απορρίπτεται και η διαδικασία θα συνεχίσει με την απαγγελία της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Interim (Αναφορά: παραπομπή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο