Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Steven Mitchell κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21041/07, 21 Μαΐου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21041/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον
- Steven Mitchell
- Μαίρη Μέχιο Ημερομηνία: 21 Μαΐου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Νεοφύτου για κα Παπαπέτρου Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Μιχαήλ Κατηγορούμενη 2: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει μία κατηγορία ότι εσκεμμένα και παράνομα έθεσε φωτιά σε τρία μηχανοκίνητα οχήματα κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα. Επίσης, αντιμετωπίζει μία κατηγορία ότι συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξει το πιο πάνω αδίκημα. Από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός προκύπτει ότι η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα του εμπρησμού ως αυτουργός, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι κάποιο άλλο πρόσωπο, τον οποίο συνόδευσε η κατηγορούμενη, ήταν το πρόσωπο που αγόρασε το μπετόνι εύφλεκτης ύλης και περιέλουσε το ένα όχημα με την εύφλεκτη ύλη με αποτέλεσμα να προκληθεί φωτιά, η οποία εξαπλώθηκε και σε ακόμη δύο οχήματα που ήταν σταθμευμένα δίπλα από το πρώτο όχημα. Το επίδικο θέμα που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο για να κρίνει την ενοχή της κατηγορούμενης 2 είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι ήταν αυτουργός, με βάση τις διατάξεις του άρθρου
- Τα κύρια σημεία αυτής της μαρτυρίας είναι ως ακολούθως:
- Η κατηγορούμενη την ώρα που συνελήφθηκε ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 τα έκανε όλα. Υπέδειξε στη γυναίκα αστυφύλακα 1276 το σημείο που σταμάτησε ο Steven Mitchell το αυτοκίνητο και η κατηγορούμενη 2 του έδωσε το δοχείο βενζίνης το οποίο περιέλουσε και έθεσε τη φωτιά. Ανέφερε στη γυναίκα αστυφύλακα ότι αυτή κρατούσε το δοχείο που της έδωσε και του το έδωσε για να θέσει τη φωτιά στο αυτοκίνητο (βλ. Τεκμήριο 6).
- Η κατηγορούμενη 2 είχε ερωτικό δεσμό με τον Ahmet Hajyousef ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΑΧ
- Η κατηγορούμενη είχε διαφορές με τον ερωτικό της σύντροφο τις οποίες ανέφερε στον εξάδελφο της τον κατηγορούμενο1, με τον οποίο ήταν συνδεδεμένη. Αυτός της είπε να χωρίσει με τον φίλο της. Την ημέρα που διαπράχθηκε το αδίκημα η κατηγορούμενη 2 πήγε στο σπίτι του φίλου της και έκανε έρωτα μαζί του. Το ίδιο βράδυ της τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος 1 και της ζήτησε να βρεθούν. Αυτή βγήκε και μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου
- Της είπε ότι ο φίλος της τον είχε κτυπήσει και την οδήγησε στο σπίτι του Αχμέτ. Της είπε να κατέβει από το αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος 1 έπιασε ένα ρόπαλο και έσπασε το πισινό γυαλί του αυτοκινήτου του Αχμέτ και το γυαλί της πισινής πόρτας του αυτοκινήτου. Στη συνέχεια της έδωσε ένα δοχείο να κρατάει. Ανέφερε ότι δεν ήξερε τι ήταν στο δοχείο. Κρατούσε το δοχείο και του το έδωσε. Αυτός περιέλουσε με το υγρό όλο το εσωτερικό μέρος του αυτοκινήτου και μετά με αναπτήρα έθεσε φωτιά στο όχημα. Ο κατηγορούμενος 1 πέταξε το δοχείο σε χωράφι και αυτός με την κατηγορούμενη 2 μπήκαν μέσα στο αυτοκίνητο και έφυγαν. Η κατηγορούμενη έμεινε μαζί με τον κατηγορούμενο και έκαναν βόλτα με το αυτοκίνητο για ενάμιση ώρα και επέστρεψαν στο τόπο του εγκλήματος για να δουν τι έγινε με τα αυτοκίνητα. Όταν επέστρεψαν στο τόπο του εγκλήματος η αστυνομία ανέκοψε τους δύο κατηγορούμενος. Η κατηγορούμενη ισχυρίσθηκε στην κατάθεση της ότι δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 θα έβαζε φωτιά στο αυτοκίνητο (Τεκμήριο 8).
- Η κατηγορούμενη 2 είπε στον Αχμέτ την ημέρα του επεισοδίου να μην βγει από το διαμέρισμα του επειδή ο κατηγορούμενος 1 και ο αδελφός της θα του έκαναν κακό. Η κατηγορούμενη του τηλεφώνησε δύο φορές τη νύκτα του επεισοδίου για να δει εάν ήταν καλά και ζήτησε εάν μπορούσε να πάει στο διαμέρισμα του και αυτός της είπε όχι, να μην έρθει. Η κατηγορούμενη 2 είχε μπει στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου μετά που είχε μιλήσει δύο φορές με τον Αχμέτ και αρνήθηκε να της επιτρέψει να έρθει στο διαμέρισμα του (Τεκμήριο 11.1).
- Η κατηγορούμενη δεν έδωσε μαρτυρία στην υπόθεση. Δεν απέτρεψε τον κατηγορούμενο 1 αλλά ούτε πρόβαλε εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος την εξανάγκασε να είναι παρούσα, να τον συνοδεύσει ή να τον βοηθήσει στη διάπραξη του αδικήματος. H κατηγορούμενη 2 γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε εχθρική διάθεση προς τον Αχμέτ και ότι ήθελε να του κάνει κακό. Επίσης δέχθηκε να τον συνοδεύσει μετά τα μεσάνυκτα στο διαμέρισμα του Αχμέτ αφού γνώριζε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα ο κατηγορούμενος 1 παραπονέθηκε ότι ο Αχμέτ τον είχε κτυπήσει. Αποδέχθηκε να τον συνοδεύσει στο διαμέρισμα του Αχμέτ και τον παρακολούθησε από κοντά να σπάζει τα γυαλιά στο όχημα του. Είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος θα έκανε κάτι κακό στον Αχμέτ προτού τον συνοδεύσει. Έπειτα αφού είχε προβεί σε κακόβουλη ζημιά στην παρουσία της του έδωσε το μπετόνι με εύφλεκτη ύλη και στάθηκε απαθής ενώ αυτός περιέλουσε το εσωτερικό μέρος του οχήματος και το έθεσε σε φωτιά με αναπτήρα. Η κατηγορούμενη 2 είδε το αδίκημα να διαπράττεται ενώπιον της, όχι μόνο δεν πρόβαλε καμία αντίσταση ή αντίρρηση αλλά του παρείχε συνδρομή. Στη συνέχεια ξαναμπήκε με τη θέληση της στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 γύριζε μαζί του για ενάμιση ώρα και επέστρεψε μαζί του στο μέρος του εγκλήματος για να ελέγξει κατά πόσο φλεγόταν το όχημα του Αχμέντ. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν πλήρως από τα γεγονότα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002), 2 ΑΑΔ 9, στην οποία με παρέπεμψε η υπεράσπιση. Σε εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι ο εφεσείοντας δεν μπορούσε να κριθεί αυτουργός για το αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 επειδή δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε ότι το πρόσωπο που συνόδευε το άλλο πρόσωπο διέπραττε το αδίκημα και δεν γνώριζε ότι η επιταγή που είχε εκδώσει θα την χρησιμοποιούσε το άλλο πρόσωπο για έξοδα των δύο αλλοδαπών προσώπων. Στη δική μας την περίπτωση η κατηγορούμενη γνώριζε ότι το πρόσωπο που τη συνόδευε διέπραττε το αδίκημα του εμπρησμού επειδή το διέπραξε ενώπιον της. Το διέπραξε ενώπιον της αφού προηγήθηκε το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς και γνώριζε ότι πήγαινε ο κατηγορούμενος 1 στο διαμέρισμα του Αχμέτ να του κάνει κακό και η κατηγορούμενη 2 πήγε μαζί του με τη θέληση της. Στην υπόθεση Saleh Ali Al-Hamad v. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 117, το Εφετείο επεξήγησε ότι το άρθρο 20(γ) και (δ) ορίζει ότι οποιοσδήποτε συνεργεί, παροτρύνει, ή βοηθά στη διάπραξη του εγκλήματος μπορεί να κατηγορηθεί και να καταδικασθεί ως πρωταίτιος για το έγκλημα. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory
(2003)2 ΑΑΔ 261, επεξηγήθηκε ότι η ένοχη πράξη του συνεργού εμπεριέχει δύο έννοιες α) την παροχή βοήθειας ή παρακίνηση, β) σε αδίκημα και η ένοχη διάνοια που αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο έννοιες. Είναι δηλαδή απαραίτητο να αποδειχθεί ότι αυτό το πρόσωπο γνώριζε τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα προτού καταδικασθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατηγορούμενη 2 γνώριζε τα αναγκαία θέματα του αδικήματος αφού έγινε στην παρουσία της και αντί να παρεμποδίσει τον κατηγορούμενο 1 έμεινε κοντά του και του έδωσε το εργαλείο με το οποίο θα ολοκλήρωνε τη διάπραξη του αδικήματος. Δεν γίνεται πιστευτός ο ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε τι περιείχε το δοχείο, διότι το κρατούσε αρκετή ώρα και το παρέδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού αυτός είχε σπάσει τα γυαλιά του αυτοκινήτου. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι η κατηγορούμενη γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 θα διέπραττε αδίκημα (βλ. προειδοποίηση της προς το θύμα, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος της είπε ότι την ίδια ημέρα το θύμα τον είχε κτυπήσει) και επέλεξε να τον συνοδεύσει. Δεν έδωσε μαρτυρία για να εξηγήσει αυτή την ενέργεια της. Η κατηγορούμενη ήταν παρούσα κατά τη διάπραξη του αδικήματος. Η παρουσία της δεν ήταν τυχαία, επέλεξε να είναι εκεί και μάλιστα μετά τη διάπραξη του αδικήματος έκανε βόλτα για αρκετή ώρα με τον κατηγορούμενο 1 και επέστρεψαν για να επιβεβαιωθούν ότι το όχημα φλεγόταν. Η παρουσία συναυτουργού μπορεί να είναι ένα συστατικό στοιχείο για τη διάπραξη του αδικήματος. Εάν κάποιος είναι παρών κατά τη διάπραξη του αδικήματος ή αρκετά κοντά ώστε να παρέχει συνδρομή στη διάπραξη του αδικήματος είναι αποδεικτικό στοιχείο της συνεργίας (βλ. Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, Sweet & Maxwell, Fortieth Edition, Principals and Secondary Parties, Chap. 29, par. 4124). H κατηγορούμενη 2 συμμετείχε ενεργώς στη διάπραξη του αδικήματος αφού κρατούσε το μπετόνι με εύφλεκτη ύλη και το παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1 την κατάλληλη στιγμή. H θετική συμμετοχή στη διάπραξη του αδικήματος είναι συστατικό στοιχείο για τη διάπραξη του αδικήματος. Ακόμη και να μην υπήρχε θετική συμμετοχή στο αδίκημα, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος παρείχε βοήθεια στη διάπραξη του αδικήματος εάν ήταν αρκετά κοντά για να παρέχει κάποια βοήθεια και είχε επίγνωση της κατάστασης στο βαθμό που θα μπορούσε να παρέχει βοήθεια στην περίπτωση που αυτό ήταν αναγκαίο (βλ. Archbold Pleading & Practice, par. 4126). Τέλος, θεωρώ ότι υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η κατηγορούμενη παρακίνησε τον κατηγορούμενο 1 να διαπράξει το αδίκημα. Στο σύγγραμμα Archbold, παράγραφος 4131, επεξηγείται ότι σε κάποιες περιπτώσεις αποδεικνύεται ότι η κατηγορούμενη παρακίνησε τον κατηγορούμενο στη διάπραξη του αδικήματος με τη σιωπηλή της παρουσία κατά τη διάπραξη του αδικήματος. Εάν με τη θέληση της και σκόπιμα ήταν παρούσα στη διάπραξη του αδικήματος, δεν έφερε καμία αντίρρηση στη διάπραξη του αδικήματος εκεί που θα ήταν λογικό ότι θα εξέφραζε λογικά την αντίρρηση της, αποδεικνύεται ότι παρακίνησε τον κατηγορούμενο στη διάπραξη του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος 1 επικοινώνησε με την κατηγορούμενη 2 και αυτή με τη θέληση της και σκόπιμα μπήκε στο αυτοκίνητο του. Η κατηγορούμενη την ίδια ημέρα νωρίτερα προειδοποίησε τον εραστή της να μην βγει από το διαμέρισμα του διότι κινδύνευε από τον κατηγορούμενο 1 και τον αδελφό της. Τον συνόδευσε στο διαμέρισμα του Αχμέτ και δεν έφερε καμία αντίρρηση. Τον παρακολούθησε να κτυπά του όχημα του Αχμέτ και δεν έφερε καμία αντίρρηση, αντιθέτως κρατούσε το μπετόνι για να έχει εύκολη και γρήγορη πρόσβαση σ' αυτό το αντικείμενο ο κατηγορούμενος 1 και έπειτα του το έδωσε. Στη συνέχεια τον παρακολούθησε να τοποθετεί το υγρό σε όλο το εσωτερικό μέρος του αυτοκινήτου και δεν έφερε καμία αντίρρηση. Στη συνέχεια αντί να ζητήσει να πάει σπίτι, πράγμα που να έδειχνε ότι δεν συμφωνούσε με τα όσα είχαν συμβεί, γύριζε με τον κατηγορούμενο 1 στη Λεμεσό για ενάμιση ώρα και μετά επέστρεψε μαζί του στον τόπο του εγκλήματος για να δει τι είχε γίνει το αυτοκίνητο. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν συνάδουν και καταρρίπτουν τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης ότι δεν γνώριζε τίποτε και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε και, εν πάση περιπτώσει, δεν εξήγησε στο Δικαστήριο με μαρτυρία γιατί προέβη στις εν λόγω ενέργειες. Το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα πιο πάνω γεγονότα είναι ότι η κατηγορούμενη 2 παρείχε βοήθεια και ενεθάρρυνε τον κατηγορούμενο 1 να διαπράξει το αδίκημα. Γνώριζε τις προθέσεις του κατηγορούμενου 1 εκ των προτέρων, τον συνόδευσε με τη θέληση της και, σκόπιμα, το αδίκημα έγινε στην παρουσία της και του παρείχε βοήθεια. Θεωρώ ότι η ενοχή της αποδεικνύεται στη δεύτερη κατηγορία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20(γ) και (δ). Το αδίκημα της συνομωσίας συνιστά μια συμφωνία μεταξύ προσώπων να διαπράξουν κάτι το παράνομο, ή να διαπράξουν κάτι το νόμιμο με παράνομο τρόπο. Πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία και δεύτερο πρέπει να αποδειχθεί ότι έχει γίνει τουλάχιστον μία θετική πράξη προς υλοποίηση της συμφωνίας. Η συνωμοσία έχει διαπραχθεί ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει υλοποιηθεί η συμφωνία εξ ολοκλήρου. (βλ. Archbold, Pleading, Evidence & Practice, Sweet & Maxwell, Fortieth edition, section 4061). Στο ίδιο σύγγραμμα στην παράγραφο 4076, επεξηγείται ότι συνήθως εξάγεται το συμπέρασμα ότι υπάρχει συνωμοσία όταν διαπιστωθούν ότι τα μέρη της συνομωσίας έχουν διαπράξει διάφορες παράνομες ενέργειες προς υλοποίηση της συνομωσίας. Αποδεικνύεται ότι η κατηγορούμενη 2 συμφώνησε και βοήθησε στη διάπραξη του αδικήματος. Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος 1 περιέλουσε το όχημα του Αχμέτ με εύφλεκτη ύλη η κατηγορούμενη ήταν μέρος του κοινού σκοπού. Όμως από τη στιγμή που το ουσιαστικό αδίκημα αποδεικνύεται, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε το αδίκημα του εμπρησμού και η κατηγορούμενη θεωρείται αυτουργός του αδικήματος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 και η μαρτυρία για τη συνομωσία είναι η ίδια μαρτυρία που αφορά το ουσιαστικό αδίκημα, η κατηγορία για τη συνομωσία είναι περιττή και απορρίπτεται. Η κατηγορία για τη συνομωσία δεν έχει θέση στο κατηγορητήριο. (Βλ. R. v. Jones
(1974)59 Cr. App. R. 120). Η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη κατηγορία και κρίνεται ένοχη στη δεύτερη κατηγορία. (Υπ.) ................ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΛ Subject: Criminal/General/Final Αναφορά: Ποινική / εμπρησμός / άρθρο 315(α) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο