← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεωργία Στυλιανίδου, Αρ. Υπόθεσης: 12500/08, 25 Μαΐου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεωργία Στυλιανίδου, Αρ. Υπόθεσης: 12500/08, 25 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B107 Αρ. Υπόθεσης: 12500/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Γεωργία Στυλιανίδου, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 25 Μαΐου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο: κος Ν. Νεοκλέους Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει κατηγορία για κατ' ισχυρισμό παράλειψη της να λάβει προφυλάξεις κατά πιθανού κινδύνου από ζώο που είχε στην κατοχή της κατά παράβαση του άρθρου 236(δ) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορουμένη κατά τρόπο αμελή, παρέλειψε να λάβει προφυλάξεις κατά πιθανού κινδύνου από σκύλο που είχε στην κατοχή της με τέτοιο τρόπο που ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη στον Νικόλα Πετρακίδη από την Λεμεσό. Αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας, απετέλεσε ο τραυματισμός του ανήλικου παραπονούμενου μετά από δάγκωμα σκύλου που συνόδευε άγνωστη του κυρία. Το επεισόδιο επεσυνέβη έξω από το σπίτι ανήλικου φίλου του παραπονουμένου, με τον οποίον ο τελευταίος έπαιζε κατά την ώρα της επίθεσης από το σκύλο. Η ιδιοκτήτρια του σκύλου, εγκατέλειψε την σκηνή χωρίς να προσφέρει βοήθεια στον ανήλικο. Μετά από καταγγελία στην αστυνομία και τις σχετικές έρευνες που ακολούθησαν, οι δύο ανήλικοι αναγνώρισαν ως ιδιοκτήτρια του σκύλου την κατηγορουμένη, η οποία είναι καθηγήτρια σε δημόσιο σχολείο και διαμένει μόνη της σε οικία που βρίσκεται κοντά στον τόπο όπου επεσυνέβη η επίθεση. Διαφορετική είναι η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία. Ενώ είναι παραδεκτό ότι η κατηγορούμενη έχει στην κατοχή της σκύλο της ίδιας ράτσας με αυτόν που δάγκωσε τον ανήλικο, προβλήθηκε ότι δεν ήταν αυτός που επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Υποστηρίχθηκε επίσης επί τούτου ισχυρισμός ότι κατά την ώρα της επίθεσης, η κατηγορουμένη βρισκόταν στο σπίτι της αφού δεν συνηθίζει να βγάζει βόλτα τον σκύλο της την συγκεκριμένη ώρα. Μαρτυρία Για την κατηγορούσα αρχή, κατέθεσαν πέντε συνολικά μάρτυρες κατηγορίας. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού πρόθεση μου δεν είναι να επαναλάβω την μαρτυρία στο σύνολο της. Εκτενέστερη αναφορά θα γίνει όπου χρειάζεται στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Μάριος Καμάσα. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.1), κατοικεί με την σύζυγο του και τα δύο ανήλικα παιδιά του στην οδό Φιλοποιμένος 1Α στην Λεμεσό. Το μικρότερο από τα παιδιά του ο Μάρκος, είναι 10 ½ ετών. Στις 23.2.2008 γύρω στις 10 πμ, ήλθε στο σπίτι τους ο Νικόλας Πετρακίδης που είναι φίλος και συνομήλικος του γιού του για να παίξουν. Στις 16.30, τα δύο παιδιά βγήκαν στην αυλή για να παίξουν ποδόσφαιρο. Σε κάποια στιγμή γύρω στις 17.30, εισήλθαν στο σπίτι τα δύο παιδιά μαζί με τρίτο ανήλικο που είναι γείτονας και επίσης φίλος του γιού του. Ο Νικόλας Πετρακίδης έκλαιγε και κρατούσε τον δεξιό του βραχίονα. Τον ρώτησε τι συμβαίνει και απάντησε ότι τον δάγκωσε ένας σκύλος. Είχε σηκωμένο το μανίκι του δεξιού του χεριού και ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι στον βραχίονα, είχε σημάδια από δάγκωμα και μικρή αιμορραγία. Τα παιδιά του ανέφεραν ότι το σκύλο συνόδευε μια γυναίκα, η οποία μετά το επεισόδιο εγκατέλειψε τρέχοντας την σκηνή κατευθυνόμενη προς την τράπεζα Κύπρου. Πήρε αμέσως το αυτοκίνητο του, οδηγώντας σε όλη την γειτονιά με σκοπό να εντοπίσει την γυναίκα αυτή με τον σκύλο της χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο λόγος όπως είπε ήταν επειδή είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει. Η σύζυγος του καθάρισε την πληγή του παιδιού ενώ ο ίδιος μίλησε τηλεφωνικά με τον πατέρα του παραπονουμένου που είναι αστυνομικός και τον ενημέρωσε για το επεισόδιο. Γύρω στις 18.30, ο πατέρας του παραπονούμενου ήλθε στο σπίτι τους και ρώτησε τον γιό του Μάρκο σχετικά με την περιγραφή της γυναίκας που συνόδευε τον σκύλο. Το παιδί απάντησε ότι είχε σκουρόχρωμα μαλλιά, τα οποία είχε δεμένα πίσω σε κότσο. Φορούσε ροζ μπλούζα και μπλε παντελόνι τζιν. Ήταν κανονικού ύψους και λίγο παχουλή. Η μητέρα του παραπονουμένου ήλθε επίσης σπίτι τους και πήρε το παιδί σε ιδιωτική κλινική στην οποία εργάζεται για να εξεταστεί. Ο μάρτυρας μαζί με τον πατέρα του παραπονούμενου, άρχισαν να ψάχνουν στην γειτονιά, στην προσπάθεια τους να εντοπίσουν αυτή την γυναίκα. Άρχισαν να ρωτούν γείτονες για πρόσωπα που διατηρούσαν σκύλους στην περιοχή. Κάποιος τους είπε για μια γυναίκα με παρόμοια περιγραφή και τους έδειξε το σπίτι της, το οποίο βρίσκεται στην οδό Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Τους ανέφερε επίσης ότι πρόκειται για ιδιόρρυθμη γυναίκα, κανένας δεν της μιλά στην γειτονιά και ότι ο σκύλος της είναι πολύ επιθετικός. Φτάνοντας στο πιο πάνω σπίτι, πρόσεξαν ότι στην αυλή είχε κούπα με νερό και μικρό σπιτάκι για σκύλο. Μετά από αυτό πήγαν κατευθείαν στο αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη όπου κατήγγειλαν το συμβάν. Στην παρουσία του, ο γιός του Μάρκος έδωσε κατάθεση για τα γεγονότα. Μετά την λήψη της πιο πάνω κατάθεσης, μετέβηκαν στο σπίτι της οδού Βαλαωρίτη μαζί με δύο αστυνομικούς για να δουν τον σκύλο που βρισκόταν στην αυλή. Όταν έφτασαν εκεί, πρόσεξαν στην αυλή του σπιτιού στο πίσω μέρος, ένα λυκόσκυλο χρώματος μαύρου προς καφέ. Ο γιός του Μάρκος μόλις τον είδε, τον αναγνώρισε ως τον σκύλο που επιτέθηκε στον φίλο του Νικόλα. Ο φωτισμός όπως αναφέρει ο μάρτυρας ήταν καλός λόγω του ότι τα φώτα του σπιτιού ήταν αναμμένα. Επίσης, βλέποντας της ιδιοκτήτρια του σκύλου ο γιός του, του ανέφερε αμέσως ότι επρόκειτο για την γυναίκα που κρατούσε τον σκύλο που επιτέθηκε στον Νικόλα. Η γυναίκα αυτή, είχε αλλάξει τα ρούχα της και είχε αφήσει τα μαλλιά της να πέσουν κάτω. Ο μάρτυρας δεν ανέφερε τίποτε στους δύο αστυνομικούς, οι οποίοι ρώτησαν την γυναίκα αν ήταν το πρόσωπο που κρατούσε το λυκόσκυλο που επιτέθηκε στον Νικόλα. Αυτή αρνήθηκε κάτι τέτοιο, λέγοντας ότι ήταν σπίτι όλο το απόγευμα και ότι συνηθίζει να παίρνει τον σκύλο της για περίπατο γύρω στις 10.00 μμ με 10.30 μμ. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η Τράπεζα Κύπρου προς την οποία κατευθύνθηκε η γυναίκα με το σκύλο, απέχει γύρω στα 200 μέτρα από την οικία της κατηγορουμένης. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι είδε τον σκύλο στην αυλή της κατηγορουμένης από την κουζίνα σε απόσταση πέντε μέτρων. Ήταν όπως είπε λυκόσκυλο με περισσότερο μαύρο παρά καφέ χρώμα. Όμως τα λυκόσκυλα κατά τον μάρτυρα λίγο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο ανήλικος Μάρκος Καμάσα. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ως προς την δυνατότητα του να αντιληφθεί την έννοια του όρκου, ο ηλικίας 12 ετών σήμερα μάρτυρας, έδωσε ένορκη κατάθεση. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μαθητής της πέμπτης τάξης δημοτικού, ηλικίας 10 ½ ετών. Μεταξύ των φίλων του είναι ο παραπονούμενος Νικόλας Πετρακίδης λόγω του ότι οι γονείς τους γνωρίζονται οικογενειακώς καθώς και συμμαθητής του Χάρης Ηλιάδης. Με τους δύο αυτούς φίλους του, συνηθίζει να παίζει τα σαββατοκύριακα όταν δεν έχουν σχολείο. Στις 23.02.2008 στις 10.00 πμ, η μητέρα του Νικόλα τον έφερε στο σπίτι του για να παίξουν. Γύρω στις 5.00 μμ, ήλθε και ο Χάρης για να παίξουν όλοι μαζί. Βγήκαν και οι τρείς έξω από το σπίτι και στάθηκαν στο πεζοδρόμιο. Καθώς κουβέντιαζαν, είδαν μια γυναίκα να περπατά στο πεζοδρόμιο και να κρατά ένα σκύλο με αλυσίδα. Ο σκύλος ήταν χρώματος μαύρου με καφέ, αρσενικού γένους και μεγάλος. Η γυναίκα φορούσε ροζ μπλούζα και τζιν παντελόνι χρώματος μπλε. Ήταν λίγο παχουλή, μελαχρινή και με μακριά μαλλιά δεμένα με κότσο στο κεφάλι της. Η γυναίκα αυτή με τον σκύλο της, πέρασαν από δίπλα τους και χωρίς τα παιδιά να πειράξουν τον σκύλο, αυτός στράφηκε στον Νικόλα που στεκόταν δίπλα του και τον δάγκωσε στο δεξί χέρι. Η γυναίκα χωρίς να τους πει οτιδήποτε ή να ρωτήσει αν κτύπησε ο Νικόλας, έφυγε από την σκηνή τρέχοντας με τον σκύλο της προς την πίσω πλευρά της Τράπεζας Κύπρου. Ο Νικόλας έτρεξε προς το σπίτι όπου η μητέρα του μάρτυρα, του περιποιήθηκε την πληγή με φάρμακα,. Στην συνέχεια, ο ανήλικος επαναλαμβάνει όλα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του πατέρα του σχετικά με τις έρευνες που έκαναν για ανεύρεση αυτής της γυναίκας. Ισχυρίζεται ότι ο πατέρας του Νικόλα αφού ρώτησε, ανακάλυψε ότι πρόκειται για καθηγήτρια τέχνης που διαμένει κοντά στο σπίτι τους. Μετά από αυτό, πήγαν στην αστυνομία του Αγίου Ιωάννη και ανέφεραν τι είχε συμβεί. Οι αστυνομικοί μετέβηκαν στο σπίτι της καθηγήτριας και μετά από λίγο τους τηλεφώνησαν για να μεταβούν και αυτοί εκεί, προκειμένου να δει τον σκύλο. Όταν έφτασαν στο μέρος, στην πόρτα του σπιτιού στεκόταν η γυναίκα που είδε προηγουμένως και περιέγραψε στην κατάθεση του. Στην συνέχεια πήγε μαζί με τον πατέρα του Νικόλα και κάποιο αστυνομικό, πίσω στην αυλή του σπιτιού και είδε τον σκύλο που είχε δαγκώσει προηγουμένως τον Νικόλα. Στην συνέχεια μετέβη με τον πατέρα του, στον αστυνομικό σταθμό για να δώσει κατάθεση. Ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγνώρισε στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, την γυναίκα που κρατούσε τον σκύλο που δάγκωσε τον Νικόλα. Αντεξεταζόμενος δε, επανέλαβε την περιγραφή που έκανε στην κατάθεση του για την γυναίκα αυτή κατά την ώρα του επεισοδίου. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η κατηγορουμένη, είχε δεμένο τον σκύλο με χοντρή αλυσίδα. Μετά που ο σκύλος δάγκωσε τον Νικόλα, πήγε πίσω με φόρα, ρίχνοντας την κατηγορουμένη στο έδαφος χωρίς να της φύγει από το χέρι η αλυσίδα. Στην συνέχεια, σηκώθηκε και έφυγε τρέχοντας από το μέρος με τον σκύλο της. Στην συνέχεια δήλωσε ότι την κατάθεση του, την έδωσε πριν μεταβούν στο σπίτι της κατηγορουμένης. Είδε την κατηγορουμένη στο σαλόνι της και μετά αυτή τους έδειξε τον σκύλο στην πίσω αυλή. Ήταν μεγάλος και είχε χρώμα μαύρο και καφέ. Του επιδείχθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, μια φωτογραφία λυκόσκυλου (τεκμ. 2). Ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για τον σκύλο που δάγκωσε τον φίλο του. Επανέλαβε ότι είναι σίγουρος ότι πρόκειται για τον ίδιο σκύλο όπως ήταν επίσης σίγουρος ότι η κατηγορουμένη, είναι η γυναίκα που κρατούσε με αλυσίδα τον σκύλο αυτό όταν επιτέθηκε στον φίλο του. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο ανήλικος παραπονούμενος Νικόλας Πετρακίδης. Έδωσε και ο ανήλικος αυτός μάρτυρας, ένορκη κατάθεση αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ως προς την δυνατότητα του να αντιληφθεί την έννοια του όρκου. Στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.4), επαναλαμβάνει τα γεγονότα που προηγήθηκαν του επεισοδίου όπως τα αναφέρει ο Μ.Κ.2 στην κατάθεση του (τεκμ.3). Όσον αφορά τον σκύλο που του επιτέθηκε, τον χαρακτήρισε μεγάλο, χρώματος μαύρου με λίγο καφέ χρώμα στο μέρος της κεφαλής. Μετά την επίθεση, ήλθε η μητέρα του και τον μετέφερε στον γιατρό ενώ ο πατέρας του προσπαθούσε με τον πατέρα του Μάρκου να εντοπίσουν την γυναίκα αυτή. Μετά την εξέταση του από τον γιατρό, πήγε με την μητέρα του στον αστυνομικό σταθμό του Αγίου Ιωάννη όπου εκεί έμαθε ότι ο πατέρας του ανακάλυψε ποια ήταν η γυναίκα με τον σκύλο. Όπως του είπαν, επρόκειτο για κάποια Γιούλα που είναι καθηγήτρια τέχνης. Σε συμπληρωματική του κατάθεση την επομένη του επεισοδίου (τεκμ.5), αναφέρει ότι είδε σε γραφείο του αστυνομικού σταθμού μια γυναίκα και την αναγνώρισε ως την γυναίκα που κρατούσε τον σκύλο που τον δάγκωσε την προηγουμένη. Την κατάλαβε όπως είπε από τα μάγουλα της (βούτσιες) και το ανέφερε αμέσως στον αστυνομικό που βρισκόταν στο γραφείο. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι η κατηγορουμένη είναι η γυναίκα που κρατούσε το λυκόσκυλο που του επιτέθηκε. Ισχυρίστηκε επίσης την είδε από πολύ μικρή απόσταση αμέσως πριν να του επιτεθεί ο σκύλος της. Δεν την είδε όμως στην συνέχεια γιατί μετά την επίθεση, γύρισε την πλάτη του και έτρεξε προς το σπίτι. Την αναγνώρισε όπως είπε στον σταθμό από τα μάγουλα της, τα οποία ανέφερε ότι ήταν χαρακτηριστικά. Ο σκύλος της ήταν μεγάλος, χρώματος καφέ και μαύρου. Του επιδείχθηκε η φωτογραφία (τεκμ.2), στην οποία εμφανίζεται ένα λυκόσκυλο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι επρόκειτο για το σκύλο που τον δάγκωσε. Ισχυρίστηκε ότι εκείνος ήταν χρώματος μαύρου με λίγο μόνο καφέ χρώμα σε αντίθεση με αυτό της φωτογραφίας. Επέμενε μάλιστα αναφέροντας ότι είναι απόλυτα σίγουρος ότι δεν πρόκειται για τον σκύλο που του επιτέθηκε. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο πατέρας του παραπονούμενου Μιχάλης Πετρακίδης. Είναι αστυνομικός και σταθμεύει στον ΟΥΛ.Α.Ε. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.7), στις 23.2.08 ήταν καθήκον από τις 7.00 πμ. μέχρι και τις 7.00 μμ. Γύρω στις 5.20 μμ, τον πήρε τηλέφωνο η σύζυγος του και του ανέφερε για την επίθεση που δέχθηκε ο γιός τους από σκύλο, έξω από το σπίτι του φίλου τους Νικόλα. Πήγε στο μέρος και πήρε την περιγραφή της γυναίκας και του σκύλου που την συνόδευε. Όπως του είπε ο γιος του, επρόκειτο για μεγάλο λυκόσκυλο χρώματος μαύρου. Μαζί με τον Μάρκο και τον πατέρα του, ξεκίνησαν να ρωτούν στην γειτονιά για την γυναίκα αυτή και τον σκύλο της. Κάποιος τους υπέδειξε το σπίτι της κατηγορουμένης, αναφέροντας τους ότι έχει σκύλο με την ίδια περιγραφή. Τους είπε ότι είναι καθηγήτρια και ονομάζεται Γιούλα. Είδαν ότι στην αυλή του σπιτιού αυτού είχε μεγάλο σπιτάκι σκύλου και δοχείο τροφής με νερό χωρίς όμως να υπάρχει σκύλος. Ακολούθως μετέβηκαν στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη όπου υπέβαλαν παράπονο για το συμβάν στο επί καθήκοντι Λοχία Ευθυβούλου. Ο λοχίας έδωσε οδηγίες όπως δύο αστυνομικοί μεταβούν στο μέρος για έρευνα. Οι τελευταίοι αφού μετέβηκαν στην οικία της κατηγορουμένης, συνέστησαν όπως μεταβεί στο μέρος ο Μάρκος προκειμένου να αναγνωρίσει τον σκύλο. Ο μάρτυρας μετέφερε με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο τον Μάρκο και τον πατέρα του, στην οικία της κατηγορουμένης. Εκεί βρισκόταν μια γυναίκα, την οποία ο Μάρκος αναγνώρισε ως την γυναίκα που κρατούσε τον σκύλο που επιτέθηκε στον Νικόλα. Η γυναίκα αυτή τους οδήγησε στο πίσω μέρος του σπιτιού όπου είδαν ένα λυκόσκυλο χρώματος μαύρου με καφέ. Ο Μάρκος τους ανέφερε ότι πρόκειται για τον σκύλο που δάγκωσε τον Νικόλα. Η γυναίκα όμως αυτή, ανέφερε στους αστυνομικούς ότι την ημέρα εκείνη δεν είχε βγει από την οικία της και ότι τον σκύλο της τον βγάζει βόλτα αργά το βράδυ και όχι το απόγευμα. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι ο γιος του δεν μετέβη στο σπίτι της κατηγορουμένης αφού είχε τραυματιστεί και βρισκόταν στην κλινική. Κατά την αντεξέταση, ισχυρίστηκε ότι το σπίτι της κατηγορουμένης βρίσκεται μερικά τετράγωνα από το σημείο της επίθεσης. Δεν ήταν σε θέση όμως να πει αν στην περιοχή υπάρχουν πάρκα ή χώροι πρασίνου. Όμως δέχθηκε ότι το σπίτι του Μάρκου και αυτό της κατηγορουμένης, χωρίζονται από την Λεωφόρο Μακαρίου του Γ. Όσον αφορά την περιγραφή της κατηγορουμένης, ισχυρίστηκε ότι ο Μάρκος αναφέρθηκε όχι σε παχουλή αλλά σε ψηλή μελαχρινή γυναίκα με κότσο. Ήταν επιπλέον σταθερός στην θέση του ότι ο Μάρκος τους ανέφερε προτού καν εισέλθουν στο σπίτι της κατηγορουμένης ότι πρόκειται για την γυναίκα που κρατούσε το λυκόσκυλο που επιτέθηκε στον Νικόλα. Την είδαν όπως είπε από το κάγκελο της εισόδου της οικίας. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Αστ. Θεοδοσίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 9), στις 23.2.08 γύρω στις 20.00 μετέβη με συνάδελφο του στην οικία της κατηγορουμένης. Είχε προηγηθεί καταγγελία του συνάδελφου του Πετρακίδη ότι την ίδια ημέρα κατά τις 17.20, ο γιός του Νικόλας δέχθηκε επίθεση από λυκόσκυλο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στον βραχίονα. Η γυναίκα που κρατούσε τον σκύλο με αλυσίδα, εγκατέλειψε τρέχοντας την σκηνή. Ο Πετρακίδης του ανέφερε επίσης ότι μετά από έρευνα στην οποία προέβηκε και με βάση περιγραφή που του έδωσε ο γιός του και ανήλικος φίλος του, η γυναίκα που συνόδευε τον σκύλο, ήταν η κατηγορουμένη. Στο μέρος κλήθηκε ο ανήλικος Καμάσα (Μ.Κ.1), ο οποίος αναγνώρισε τόσο την κατηγορουμένη όσο και τον σκύλο της ως αυτόν που δάγκωσε τον παραπονούμενο. Επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο στην κατηγορουμένη η οποία απάντησε ότι βρισκόταν όλη την ημέρα σπίτι χωρίς να βγει έξω. Την επομένη 24.2.2008 η ώρα 20.00, προσήλθε στον σταθμό ο παραπονούμενος. Είδε στο γραφείο παραπόνων την κατηγορουμένη και την αναγνώρισε ως το πρόσωπο που κρατούσε τον σκύλο που την δάγκωσε. Ο μάρτυρας της επέστησε την προσοχή της στον δρόμο και αυτή απάντησε «κάποιο λάθος κάνει ο μικρός». Στην συνέχεια πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη (τεκμ. 10), στην οποία δεν παραδέχεται την διάπραξη του αδικήματος, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι τον σκύλο της δεν τον βγάζει βόλτα το απόγευμα αλλά το πρωί και αργά το βράδυ. Ακολούθως, η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε ότι δεν παραδέχεται την κατηγορία (τεκμ.11). Στην αντεξέταση κατέθεσε ότι όταν έφτασε στο σπίτι της κατηγορουμένης ο ανήλικος Μ.Κ.1, αυτή βρισκόταν στην πόρτα της κυρίας εισόδου. Ο σκύλος βρισκόταν στην πίσω πλευρά του σπιτιού όπου τους οδήγησε η κατηγορουμένη. Ο ίδιος δεν πλησίασε τον σκύλο και δεν μπορούσε να αντιληφθεί την ράτσα και το χρώμα. Βρισκόταν στην βεράντα της κουζίνας η οποία απείχε όπως είπε γύρω στα 6 μέτρα. Έμειναν στην οικία της κατηγορουμένης γύρω στα 30 - 40 λεπτά αλλά δεν θυμάται κατά πόσο ο Μ.Κ.1 πλησίασε τον σκύλο ούτως ώστε να μπορεί να δει το χρώμα του. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την αστυνομία, η κατηγορουμένη κλήθηκε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Με αυτήν, υιοθέτησε αρχικά την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (τεκμ.10) σύμφωνα με την οποία κατά την ώρα του επεισοδίου, βρισκόταν στο σπίτι της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συνηθίζει να βγάζει έξω τον σκύλο της αργά το βράδυ και όχι νωρίς το απόγευμα, στιγμή που κατά τους ισχυρισμούς των ανηλίκων, ο παραπονούμενος δέχθηκε την επίθεση. Κατέθεσε ακολούθως, πιστοποιητικό εγγραφής του σκύλου της σύμφωνα με το οποίο, είναι χρώματος μαύρο με μπεζ. Ήταν ωστόσο η θέση της ότι ο σκύλος είναι κυρίως χρώματος μπεζ με μόνο λίγο μαύρο χρώμα στην πλάτη. Βλέποντας δε την φωτογραφία (τεκμ. 2), ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για τον σκύλο της. Στην συνέχεια, ανέφερε ότι το επίδικο απόγευμα ήταν άρρωστη. Έπασχε όπως είπε με γαστρεντερίτιδα και δεν βγήκε από το σπίτι. Από τις 9.00 το βράδυ μέχρι και τις 10.10 μμ, δύο αστυνομικοί επισκέφθηκαν το σπίτι της και την πίεζαν να παραδεχθεί ότι ο σκύλος της δάγκωσε τον παραπονούμενο. Είχε υποστεί όπως είπε μεγάλη πίεση και αναστάτωση αφού μετά τις 10 μμ έφεραν και ένα ανήλικο για να την αναγνωρίσει. Είδαν επίσης τον σκύλο της αλλά δεν είναι σίγουρη αν τον αναγνώρισαν αφού η ίδια δεν τους συνόδευσε στην αυλή όπου βρισκόταν. Ακολούθως, η κατηγορουμένη ανέφερε ότι η ίδια συνηθίζει να παίρνει τον σκύλο της σε παρακείμενο πάρκο. Αρνήθηκε δε ότι περνά από το μέρος όπου έγινε το επεισόδιο αφού για να γίνει αυτό θα πρέπει να διασχίσει την Λεωφόρο Μακαρίου με τον σκύλο της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην γειτονιά της έχει και άλλα λυκόσκυλα. Ιδιαίτερη μνεία έκαμε σε μια Σριλανκέζα που συνηθίζει να βγάζει βόλτα ένα λυκόσκυλο παρόμοιο με το δικό της και την οποία βλέπει συχνά στο πιο πάνω πάρκο. Η ίδια δε προέβη σε έρευνες και ανακάλυψε το σπίτι της πιο πάνω κοπέλας. Αντεξεταζόμενη, ρωτήθηκε μεταξύ άλλων γιατί δεν ανέφερε το γεγονός με την κοπέλα από την Σρι Λάνκα στους αστυνομικούς. Απάντησε ότι δεν είχε την ευκαιρία να κάνει κάτι τέτοιο γιατί οι αστυνομικοί το βράδυ εκείνο, το μόνο που έκαναν ήταν να την πιέζουν και να την τρομοκρατούν για να παραδεχθεί ενοχή. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι κατήγγειλε με επιστολή της στον αρχηγό αστυνομίας, την πιο πάνω συμπεριφορά των αστυνομικών. Ο σκύλος της όπως ισχυρίστηκε, είναι πολύ φιλικός. Δεν δαγκώνει ούτε καν γαυγίζει σε αγνώστους. Έφερε δε ως παράδειγμα το γεγονός ότι ούτε και στους αστυνομικούς γαύγισε όταν ήλθαν στο σπίτι της για να τον δουν. Τέλος, ανέφερε ότι η ίδια ποτέ δεν φορεί τζιν παντελόνι και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να είναι η κοπέλα η οποία συνόδευε το σκύλο, που επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είναι εμφανές από την παράθεση της μαρτυρίας ότι η παρούσα υπόθεση θα κριθεί αποκλειστικά από την αξιολόγηση της ποιότητας της αναγνώρισης τόσο του σκύλου της κατηγορουμένης όσο και της ίδιας ως της γυναίκας που συνόδευε το λυκόσκυλο που επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Από πολύ παλαιά, η Νομολογία καθιέρωσε ότι σε περιπτώσεις όπου η διάπραξη ενός αδικήματος δεν αμφισβητείται αλλά αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του δράστη, υπάρχει αδήριτη ανάγκη η αναγνώριση να είναι καλής ποιότητας ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα σφάλματος. Διαφορετικά, ο κατηγορούμενος κινδυνεύει να υποστεί κατάφωρη αδικία. Έτσι μόνο όπου υπάρχει βεβαιότητα σε βαθμό που να εξουδετερώνει το ενδεχόμενο λάθους, θα προχωρήσει το Δικαστήριο σε καταδίκη του κατηγορουμένου με βάση μόνο την αναγνώριση. Στην υπόθεση Scott & another v. R.

(1989)2 All E.R.305, τονίστηκε ότι αν η αναγνώριση είναι η μόνη μαρτυρία η οποία συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος, τότε πρέπει να δίδεται προειδοποίηση προς τους ενόρκους, έτσι ώστε να υπάρχει ο αναγκαίος προβληματισμός για την ορθότητα και την ακρίβεια της αναγνώρισης. Στην υπόθεση Mills & others v. R. [1995] 3 All E.R.865, τονίστηκε ότι ένας καθ' όλα ειλικρινής μάρτυρας μπορεί να κάμει λάθος και το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να προειδοποιήσει τους ενόρκους περί τούτου. Στην υπόθεση R v. Turnbull & others [1976] 3 All E.R.549, τέθηκαν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αναγνώριση. Υπογραμμίσθηκε πως η οπτική αναγνώριση υπόπτων (visual identification) πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει σε αδικία και έτσι το Δικαστήριο πρέπει να παίρνει τέτοιες προφυλάξεις ώστε να μειώνει τον κίνδυνο. Οι κατευθυντήριες γραμμές τέθηκαν σε συσχέτιση με το σύστημα ενόρκων που υπάρχει στην Αγγλία. Στην Κύπρο δεν υπάρχει βέβαια αυτό το σύστημα αλλά το Δικαστήριο από μόνο του οφείλει να περάσει τη μαρτυρία αναγνώρισης μέσα από το ίδιο αποδεικτικό κόσκινο. Οι κατευθυντήριες αρχές είναι οι ακόλουθες: « First, whenever the case against an accused depends wholly or substantially on the correctness of one or more identifications of the accused which the defence alleges to be mistaken, the judge should warn the jury of the special need for caution before convicting the accused in reliance on the correctness of the identification or identifications. In addition he should instruct them as to the reason for the need for such a warning and should make some reference to the possibility that a mistaken witness can be a convincing one and that a number of such witnesses can all be mistaken. Provided this is done in clear terms the judge need not use any particular form of words. Secondly, the judge should direct the jury to examine closely the circumstances in which the identification by each witness came to be made. How long did the witness have the accused under observation? At what distance? In what light? Was the observation impeded in any way, as for example by passing traffic or a press of people? Had the witness ever seen the accused before? How often? If only occasionally, had he any special reason for remembering the accused? How long elapsed between the original observation and the subsequent identification to the police? Was there any material discrepancy between the description of the accused given to the police by the witness when first seen by them and his actual appearance? If in any case, whether it is being dealt with summarily or on indictment, the prosecution have reason to believe that there is such a material discrepancy they should supply the accused or his legal advisers with particulars of the description the police were first given. In all cases if the accused asks to be given particulars of such descriptions, the prosecution should supply them. Finally, he should remind the jury of any specific weaknesses which had appeared in the identification evidence. Recognition may be more reliable than identification of a stranger; but, even when the witness is purporting to recognise someone whom he knows, the jury should be reminded that mistakes in recognition of close relatives and friends are sometimes made. All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close of the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment, when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur. When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification. Σε ελεύθερη μετάφραση, "Πρώτο, όταν η υπόθεση εναντίον ενός κατηγορούμενου στηρίζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά στην ορθότητα μιας ή περισσοτέρων αναγνωρίσεων του κατηγορούμενου, τις οποίες η Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι είναι λανθασμένες, ο δικαστής πρέπει να προειδοποιήσει στους ενόρκους την ειδική ανάγκη προειδοποίησης, πριν καταδικαστεί ο κατηγορούμενος σε συνάρτηση με την ορθότητα της αναγνώρισης ή των αναγνωρίσεων. Επιπρόσθετα πρέπει να τους προειδοποιήσει για την πιθανότητα ύπαρξης λάθους ακόμα και από ένα ειλικρινή μάρτυρα. Δεύτερο, ο δικαστής πρέπει να καθοδηγήσει τους ενόρκους έτσι ώστε να εξετάσουν προσεκτικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η αναγνώριση από κάθε μάρτυρα έγινε. Για πόσο χρονικό διάστημα είχε ο μάρτυρας τον κατηγορούμενο κάτω από την παρατήρηση του; Από ποια απόσταση; Κάτω από ποιο φωτισμό; Εμποδιζόταν η παρατήρηση με οποιοδήποτε τρόπο; π.χ. από διερχόμενο όχημα ή λόγω παρεμβολής άλλων ατόμων. Είχε ο μάρτυρας δει προγενέστερα τον κατηγορούμενο; Πόσο συχνά, αν τον είδε περιστασιακά, υπήρχε κανένας ειδικός λόγος για τον οποίο θυμόταν τον κατηγορούμενο; Πόσος χρόνος διέρρευσε μεταξύ της αρχικής παρατήρησης και της επακολουθήσας αναγνώρισης στην αστυνομία; Υπήρχε οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ της περιγραφής του κατηγορούμενου που δόθηκε προς την αστυνομία και της πραγματικής του εμφάνισης; Περαιτέρω πρέπει να γίνει υπόμνηση προς τους ενόρκους για τις ιδιαίτερες αδυναμίες που μπορούν να παρουσιαστούν στις περιπτώσεις της μαρτυρίας αναγνώρισης. Ο εντοπισμός μπορεί να είναι πιο αξιόπιστος παρά η αναγνώριση από ένα άγνωστο πρόσωπο, αλλά ακόμα και όταν ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι ανεγνώρισε κάποιο τον οποίο γνωρίζει, οι ένορκοι πρέπει να γνωρίζουν ότι λάθη αναγνώρισης μπορούν να γίνουν ακόμη και σε συγγενείς ή φίλους. Όλα τα πιο πάνω θέματα ανάγονται στην ποιότητα της μαρτυρίας ως προς την αναγνώριση. Εάν η ποιότητα της μαρτυρίας είναι καλή και διατηρείται σ' όλο το στάδιο της διαδικασίας, ο κίνδυνος λανθασμένης αναγνώρισης μειώνεται. Αν όμως η ποιότητα καθίσταται πτωχότερη, ο κίνδυνος λάθους αυξάνεται. Όταν κατά την άποψη μας η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι καλή και αυτή έγινε μετά από μακρά διάρκεια παρατήρησης ή κάτω από ικανοποιητικές συνθήκες από συγγενή, γείτονα, στενό φίλο ή συνάδελφο οι ένορκοι μπορούν να περιοριστούν μόνο σ 'αυτή την μαρτυρία έστω και αν ακόμη δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να ενισχύει αυτή την αναγνώριση. Πάντοτε βέβαια κάτω από την ικανοποιητική προειδοποίηση η οποία πρέπει να δίνεται. .......................... Όταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι πτωχή, όταν για παράδειγμα βασίζεται αποκλειστικά σε μια στιγμιαία παρατήρηση ή σε μεγαλύτερης διάρκειας παρατήρηση αλλά που έγινε κάτω από δύσκολες συνθήκες, η κατάσταση διαφοροποιείται. Ο δικαστής πρέπει να αποσύρει την υπόθεση από τους ενόρκους και να διατάξει την αθώωση εκτός εάν υπάρχει άλλη μαρτυρία η οποία οδηγεί στην υποστήριξη της ορθότητας της αναγνώρισης. Αυτό μπορεί να είναι ενισχυτική μαρτυρία υπό την έννοια που την χρησιμοποιούν οι δικηγόροι, αλλά δεν χρειάζεται να είναι σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά τους ενόρκους βέβαιους ότι δεν υπήρξε λάθος στην αναγνώριση". Οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν κανόνα δικαίου, βοηθούν όμως το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την ανθρώπινη πείρα, να αποκλείσει τις περιπτώσεις σφάλματος. Η υπόθεση Turnbull υιοθετήθηκε σε πολλές Κυπριακές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων οι Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391, 401-406, Michaelides v. The Republic
(1987)2 C.L.R.269, Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.309, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ.258, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259
(273)Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 και Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. Μια κακής ποιότητας αναγνώριση, η οποία δεν ενισχύθηκε από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία, ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο είχε διαταχθεί η επανεκδίκαση στην υπόθεση Michaelides (ανωτέρω, σελ. 272). Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα: " In our view it suffices to say that the trial Court, in a manner rendering its verdict unsafe, appears to have proceeded to treat other evidence adduced at the trial as amounting to corroboration of the credibility of the evidence of witness Palaris regarding his identification of Zygos, even though such identification had been found, by the trial Court, to be in the circumstances in which it was made, an identification of poor quality, whereas, in our opinion, the basic issue was whether or not there existed other independent evidence rendering it safe to find, beyond reasonable doubt, that the man seen by witness Palaris at the locality Zygos must have been the appellant". Επίσης στην Θεοδωρίδης (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες αρχές της Turnbull ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην Turnbull, διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους. Ανάλογη καθοδήγηση παρέχεται και για την αξιολόγηση μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτων και της σημασίας ενισχυτικής μαρτυρίας ως ασφαλιστικής δικλείδας για την αποφυγή λαθών που μπορεί να παρεισφρήσουν στην αναγνώριση. Στην προκείμενη υπόθεση το Κακουργιοδικείο, παρά την απουσία μαρτυρίας η οποία να τείνει να ενισχύσει το αξιόπιστο της αναγνώρισης του εφεσείοντος, και παρά τη διαπίστωση σφάλματος στη διαδικασία αναγνώρισης λόγω της πρότερης επίδειξης φωτογραφίας του εφεσείοντος στον παραπονούμενο, έκρινε ασφαλές να βασιστεί στη μαρτυρία του. Στη θεώρηση της μαρτυρίας η οποία έγινε δεκτή, το Κακουργιοδικείο δεν απέδωσε σημασία ή την πρέπουσα βαρύτητα σε ένα ουσιώδες μέρος της, εκείνο που αφορούσε την περιγραφή του υπόπτου από τον παραπονούμενο στο σκιτσογράφο της Αστυνομίας, τον λοχία Σταύρο Περικλέους, (Μ.Υ.3)..» Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας, σημειώνω ότι μαρτυρία αναγνώρισης έδωσαν οι δύο ανήλικοι, (Μ.Κ.2 & Μ.Κ.3). Ως προς την κατηγορουμένη, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η γυναίκα που συνόδευε τον σκύλο, φορούσε ροζ μπλούζα και τζιν παντελόνι χρώματος μπλε. Ήταν λίγο παχουλή, μελαχρινή και με μακριά μαλλιά δεμένα με κότσο στο κεφάλι της. Ο σκύλος ήταν μεγάλος, ράτσας λυκόσκυλο χρώματος μαύρου με καφέ. Επιπλέον ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε τον σκύλο της φωτογραφίας (τεκμ. 2) ως αυτόν που επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.3), ανέφερε ότι η κατηγορουμένη είναι η γυναίκα που κρατούσε το λυκόσκυλο που του επιτέθηκε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την είδε από πολύ μικρή απόσταση αμέσως πριν να του επιτεθεί ο σκύλος της παρότι στην συνέχεια δεν την είδε γιατί μετά την επίθεση, γύρισε την πλάτη του και έτρεξε προς το σπίτι. Την αναγνώρισε όπως είπε στον αστυνομικό σταθμό από τα μάγουλα της (βούτσιες), τα οποία ανέφερε ότι ήταν χαρακτηριστικά. Δεν εξειδίκευσε όμως τι χαρακτηριστικό είχαν τα μάγουλα της κατηγορουμένης, τα οποία τον έκαναν να την αναγνωρίσει. Όσον αφορά τον σκύλο, ο παραπονούμενος ήταν απόλυτα κατηγορηματικός ότι δεν ήταν αυτός που της φωτογραφίας που του υποδείχθηκε (τεκμ. 2) σε αντίθεση με το τι κατέθεσε ο Μ.Κ.
  2. Από προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας αναγνώρισης και σε εφαρμογή των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, προκύπτει κατά την κρίση μου ότι η αναγνώριση της κατηγορουμένης όσο και του σκύλου της ως αυτών που ενέχονταν στην επίθεση, είναι σε τέτοιο βαθμό φτωχή που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί πάνω της ούτως ώστε να καταλήξει σε εύρημα ότι η κατηγορουμένη ενέχεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο υπό κρίση αδίκημα. Οι λόγοι για την πιο πάνω κατάληξη μου είναι οι ακόλουθοι:
  3. Οι δύο ανήλικοι έδωσαν εντελώς διαφορετική μαρτυρία κατά πόσον ο σκύλος της φωτογραφίας (τεκμ.2), είναι αυτός που επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Επιπλέον ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε στην κατάθεση του στην αστυνομία σε αρσενικό σκύλο χωρίς να μπορεί να επιβεβαιώσει αυτή την πληροφορία στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου.
  4. Η περιγραφή που δόθηκε από τους δύο ανήλικους για γυναίκα λίγο παχουλή δεν επιβεβαιώθηκε με την μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου.
  5. Η αναγνώριση της κατηγορουμένης έγινε με βάση την μαρτυρία του Μ.Κ.2 από τα μάγουλα της (βούτσιες) χωρίς όμως να εξειδικευτεί ποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είχαν αυτά ούτως ώστε να τους προσδώσει κάποιος σημασία για σκοπούς αναγνώρισης.
  6. Οι συνθήκες αναγνώρισης της κατηγορουμένης από τους δύο ανήλικους μάρτυρες δεν έγινε κάτω από τις καλύτερες δυνατές συνθήκες ούτως ώστε να αποκλειστεί η οποιαδήποτε πιθανότητα λάθους. Συγκεκριμένα ο Μ.Κ.2 αναφέρει στην κατάθεση του ότι αναγνώρισε την κατηγορουμένη βλέποντας την από την πόρτα του σπιτιού της και ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο κάγκελο της εισόδου της αυλής. Είναι παραδεκτό ότι ήταν βράδυ και δεν έχει διευκρινιστεί κάτω από ποιες συνθήκες φωτισμού και απόστασης έγινε αυτή η αναγνώριση. Το ίδιο συνέβη και με την αναγνώριση του σκύλου πίσω στην αυλή της κατηγορουμένης. Χαρακτηριστικό δε είναι ότι ενώ την αναγνώρισε από κάποια απόσταση δεν μπορούσε να θυμηθεί τι φορούσε εκείνο το βράδυ όταν πήγε σπίτι της.
  7. Και οι δύο ανήλικοι, προέβησαν σε αναγνώριση της κατηγορουμένης μετά που τους λέχθηκε ότι ο πατέρας του Μ.Κ.3, είχε ήδη ανακαλύψει την γυναίκα με τον σκύλο που δάγκωσε τον παραπονούμενο. Ο Μ.Κ.2 συγκεκριμένα ανέφερε ότι ενώ ήταν στον αστυνομικό σταθμό, τον ειδοποίησαν να πάει στο σπίτι της κατηγορουμένης, το οποίο ανακάλυψε ο πατέρας του παραπονουμένου για να δει τον σκύλο που δάγκωσε τον φίλο του. Φαίνεται ότι στο μυαλό του παιδιού όμως είχε ήδη αποτυπωθεί ότι ο πατέρας του φίλου του, είχε διαλευκάνει την υπόθεση. Να σημειώσω εδώ ότι ο Μ.Κ.1 αναφέρει στην κατάθεση του (τεκμ. 1) ότι ο γιός του μετέβη στο σπίτι της κατηγορουμένης για σκοπούς αναγνώρισης μετά που έδωσε κατάθεση στην αστυνομία (τεκμ.3). Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να συμβαίνει αφού στο τεκμ. 3 γίνεται αναφορά στην επίσκεψη του στην οικία της κατηγορουμένης και στην εκ μέρους του αναγνώριση της ως την γυναίκας που κρατούσε το λυκόσκυλο.
  8. Τα ίδια ισχύουν και για τον παραπονούμενο (Μ.Κ.3). Στην κατάθεση του στην αστυνομία, ανέφερε ότι όταν τέλειωσε από τον γιατρό, πήγε στον σταθμό όπου οι αστυνομικοί του είπαν ότι ο πατέρας του μετά από εξετάσεις, ανακάλυψε την γυναίκα που συνόδευε τον σκύλο που τον δάγκωσε, αναφέροντας του μάλιστα ότι λεγόταν Γιούλα και ήταν καθηγήτρια τέχνης. Ήταν λοιπόν φανερό ότι η αστυνομία θεωρούσε ένοχη της κατηγορουμένη προτού την αναγνωρίσει ο παραπονούμενος. Αναγνώριση που έγινε την επομένη στον αστυνομικό σταθμό σύμφωνα με συμπληρωματική κατάθεση του παραπονουμένου (τεκμ.5) όπου πήγε να πάρει τα χαρτιά του και αναγνώρισε την κατηγορουμένη από τις «βούτσιες» της. Να σημειώσω εδώ ότι δεν έγινε αναφορά τι είδους χαρτιά πήγε να πάρει στον σταθμό ο ανήλικος και έπεσε τυχαία πάνω στην κατηγορουμένη που βρισκόταν εκεί. Ούτε γιατί κατά την περιγραφή που έδωσε στην αρχική του κατάθεση (τεκμ.4) δεν αναφέρθηκε στις «βούτσιες» της γυναίκας παρά μόνο περιορίστηκε σε περιγραφή ότι ήταν λίγο παχουλή και μελαχρινή. Αν όντως η «βούτσιες» της ήταν τόσο χαρακτηριστικές που να αποτελούν στοιχείο αναγνώρισης τότε θα ήταν πολύ λογικό να αναφερθεί σε αυτές κατά την περιγραφή που έκανε στην αρχική του κατάθεση. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία, καθιστούν την αναγνώριση στην οποία προέβηκαν οι δύο ανήλικοι ως ιδιαίτερα επισφαλή ούτως ώστε να μην δύναται το Δικαστήριο να στηριχθεί πάνω της για σκοπούς καταδίκης της κατηγορουμένης. Παρότι δεν αμφισβητώ την ειλικρίνεια των παιδιών ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στον τραυματισμό του παραπονουμένου από άγνωστο του λυκόσκυλο, εντούτοις διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά την αναγνώριση της κατηγορουμένης ως της γυναίκας που κρατούσε τον σκύλο, ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε αυτή η αναγνώριση. Η πιθανότητα λάθους των παιδιών κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να αποκλειστεί, στοιχείο που βεβαίως θα πρέπει να επενεργήσει υπέρ της κατηγορουμένης. Στο σημείο αυτό δεν μπορώ παρά να μην σημειώσω τον πλημμελή τρόπο με τον οποίο κατά την άποψη μου εξέτασε την παρούσα υπόθεση η αστυνομία. Παίρνοντας ένα παιδί όχι υπό το φως της ημέρας στην οικία του υπόπτου για να τον αναγνωρίσει, έχω την εντύπωση ότι δεν του δίνεις και πολλές επιλογές παρά του να τον κατονομάσει ως δράστη του αδικήματος. Δεν έγινε αναγνωριστική παράταξη ως ενδεικνυόταν για να αποκλειστεί η πιθανότητα λάθους. Ούτε και επιστημονικές εξετάσεις, οι οποίες θα διευκρίνιζαν κατά πόσο ο σκύλος της κατηγορουμένης συνδέεται με το τραύμα που προκλήθηκε στον παραπονούμενο. Αντιθέτως, οδηγήθηκαν οι δύο ανήλικοι, ο ένας στο σπίτι της ύποπτης και ο άλλος στον αστυνομικό σταθμό για να αναγνωρίσουν την κατηγορουμένη ως την δράστη του αδικήματος αφού προηγουμένως τους είχε δοθεί η εντύπωση ότι ο πατέρας του παραπονουμένου είχε βρει την ένοχη. Τα πιο πάνω στοιχεία σε συνδυασμό με το γεγονός της αντιφατικής μαρτυρίας των ανηλίκων σε σχέση με το αν ο σκύλος της φωτογραφίας (τεκμ.2) είναι όντως αυτός που έκανε την επίθεση, δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης. Να σημειώσω επίσης ότι δεν λήφθηκε από την αστυνομία καμία φωτογραφία του σκύλου της κατηγορουμένης ούτως ώστε να επιδειχθεί στους μάρτυρες για σκοπούς αναγνώρισης και αφέθηκε στην υπεράσπιση να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία με το τεκμήριο
  9. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η αστυνομία απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορουμένη ως εκ τούτου, αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.