Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεωργία Στυλιανίδου, Αρ. Υπόθεσης: 12500/08, 25 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B107 Αρ. Υπόθεσης: 12500/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Γεωργία Στυλιανίδου, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 25 Μαΐου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο: κος Ν. Νεοκλέους Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει κατηγορία για κατ' ισχυρισμό παράλειψη της να λάβει προφυλάξεις κατά πιθανού κινδύνου από ζώο που είχε στην κατοχή της κατά παράβαση του άρθρου 236(δ) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η κατηγορουμένη κατά τρόπο αμελή, παρέλειψε να λάβει προφυλάξεις κατά πιθανού κινδύνου από σκύλο που είχε στην κατοχή της με τέτοιο τρόπο που ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη στον Νικόλα Πετρακίδη από την Λεμεσό. Αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας, απετέλεσε ο τραυματισμός του ανήλικου παραπονούμενου μετά από δάγκωμα σκύλου που συνόδευε άγνωστη του κυρία. Το επεισόδιο επεσυνέβη έξω από το σπίτι ανήλικου φίλου του παραπονουμένου, με τον οποίον ο τελευταίος έπαιζε κατά την ώρα της επίθεσης από το σκύλο. Η ιδιοκτήτρια του σκύλου, εγκατέλειψε την σκηνή χωρίς να προσφέρει βοήθεια στον ανήλικο. Μετά από καταγγελία στην αστυνομία και τις σχετικές έρευνες που ακολούθησαν, οι δύο ανήλικοι αναγνώρισαν ως ιδιοκτήτρια του σκύλου την κατηγορουμένη, η οποία είναι καθηγήτρια σε δημόσιο σχολείο και διαμένει μόνη της σε οικία που βρίσκεται κοντά στον τόπο όπου επεσυνέβη η επίθεση. Διαφορετική είναι η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία. Ενώ είναι παραδεκτό ότι η κατηγορούμενη έχει στην κατοχή της σκύλο της ίδιας ράτσας με αυτόν που δάγκωσε τον ανήλικο, προβλήθηκε ότι δεν ήταν αυτός που επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Υποστηρίχθηκε επίσης επί τούτου ισχυρισμός ότι κατά την ώρα της επίθεσης, η κατηγορουμένη βρισκόταν στο σπίτι της αφού δεν συνηθίζει να βγάζει βόλτα τον σκύλο της την συγκεκριμένη ώρα. Μαρτυρία Για την κατηγορούσα αρχή, κατέθεσαν πέντε συνολικά μάρτυρες κατηγορίας. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού πρόθεση μου δεν είναι να επαναλάβω την μαρτυρία στο σύνολο της. Εκτενέστερη αναφορά θα γίνει όπου χρειάζεται στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Μάριος Καμάσα. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.1), κατοικεί με την σύζυγο του και τα δύο ανήλικα παιδιά του στην οδό Φιλοποιμένος 1Α στην Λεμεσό. Το μικρότερο από τα παιδιά του ο Μάρκος, είναι 10 ½ ετών. Στις 23.2.2008 γύρω στις 10 πμ, ήλθε στο σπίτι τους ο Νικόλας Πετρακίδης που είναι φίλος και συνομήλικος του γιού του για να παίξουν. Στις 16.30, τα δύο παιδιά βγήκαν στην αυλή για να παίξουν ποδόσφαιρο. Σε κάποια στιγμή γύρω στις 17.30, εισήλθαν στο σπίτι τα δύο παιδιά μαζί με τρίτο ανήλικο που είναι γείτονας και επίσης φίλος του γιού του. Ο Νικόλας Πετρακίδης έκλαιγε και κρατούσε τον δεξιό του βραχίονα. Τον ρώτησε τι συμβαίνει και απάντησε ότι τον δάγκωσε ένας σκύλος. Είχε σηκωμένο το μανίκι του δεξιού του χεριού και ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι στον βραχίονα, είχε σημάδια από δάγκωμα και μικρή αιμορραγία. Τα παιδιά του ανέφεραν ότι το σκύλο συνόδευε μια γυναίκα, η οποία μετά το επεισόδιο εγκατέλειψε τρέχοντας την σκηνή κατευθυνόμενη προς την τράπεζα Κύπρου. Πήρε αμέσως το αυτοκίνητο του, οδηγώντας σε όλη την γειτονιά με σκοπό να εντοπίσει την γυναίκα αυτή με τον σκύλο της χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο λόγος όπως είπε ήταν επειδή είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει. Η σύζυγος του καθάρισε την πληγή του παιδιού ενώ ο ίδιος μίλησε τηλεφωνικά με τον πατέρα του παραπονουμένου που είναι αστυνομικός και τον ενημέρωσε για το επεισόδιο. Γύρω στις 18.30, ο πατέρας του παραπονούμενου ήλθε στο σπίτι τους και ρώτησε τον γιό του Μάρκο σχετικά με την περιγραφή της γυναίκας που συνόδευε τον σκύλο. Το παιδί απάντησε ότι είχε σκουρόχρωμα μαλλιά, τα οποία είχε δεμένα πίσω σε κότσο. Φορούσε ροζ μπλούζα και μπλε παντελόνι τζιν. Ήταν κανονικού ύψους και λίγο παχουλή. Η μητέρα του παραπονουμένου ήλθε επίσης σπίτι τους και πήρε το παιδί σε ιδιωτική κλινική στην οποία εργάζεται για να εξεταστεί. Ο μάρτυρας μαζί με τον πατέρα του παραπονούμενου, άρχισαν να ψάχνουν στην γειτονιά, στην προσπάθεια τους να εντοπίσουν αυτή την γυναίκα. Άρχισαν να ρωτούν γείτονες για πρόσωπα που διατηρούσαν σκύλους στην περιοχή. Κάποιος τους είπε για μια γυναίκα με παρόμοια περιγραφή και τους έδειξε το σπίτι της, το οποίο βρίσκεται στην οδό Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Τους ανέφερε επίσης ότι πρόκειται για ιδιόρρυθμη γυναίκα, κανένας δεν της μιλά στην γειτονιά και ότι ο σκύλος της είναι πολύ επιθετικός. Φτάνοντας στο πιο πάνω σπίτι, πρόσεξαν ότι στην αυλή είχε κούπα με νερό και μικρό σπιτάκι για σκύλο. Μετά από αυτό πήγαν κατευθείαν στο αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη όπου κατήγγειλαν το συμβάν. Στην παρουσία του, ο γιός του Μάρκος έδωσε κατάθεση για τα γεγονότα. Μετά την λήψη της πιο πάνω κατάθεσης, μετέβηκαν στο σπίτι της οδού Βαλαωρίτη μαζί με δύο αστυνομικούς για να δουν τον σκύλο που βρισκόταν στην αυλή. Όταν έφτασαν εκεί, πρόσεξαν στην αυλή του σπιτιού στο πίσω μέρος, ένα λυκόσκυλο χρώματος μαύρου προς καφέ. Ο γιός του Μάρκος μόλις τον είδε, τον αναγνώρισε ως τον σκύλο που επιτέθηκε στον φίλο του Νικόλα. Ο φωτισμός όπως αναφέρει ο μάρτυρας ήταν καλός λόγω του ότι τα φώτα του σπιτιού ήταν αναμμένα. Επίσης, βλέποντας της ιδιοκτήτρια του σκύλου ο γιός του, του ανέφερε αμέσως ότι επρόκειτο για την γυναίκα που κρατούσε τον σκύλο που επιτέθηκε στον Νικόλα. Η γυναίκα αυτή, είχε αλλάξει τα ρούχα της και είχε αφήσει τα μαλλιά της να πέσουν κάτω. Ο μάρτυρας δεν ανέφερε τίποτε στους δύο αστυνομικούς, οι οποίοι ρώτησαν την γυναίκα αν ήταν το πρόσωπο που κρατούσε το λυκόσκυλο που επιτέθηκε στον Νικόλα. Αυτή αρνήθηκε κάτι τέτοιο, λέγοντας ότι ήταν σπίτι όλο το απόγευμα και ότι συνηθίζει να παίρνει τον σκύλο της για περίπατο γύρω στις 10.00 μμ με 10.30 μμ. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η Τράπεζα Κύπρου προς την οποία κατευθύνθηκε η γυναίκα με το σκύλο, απέχει γύρω στα 200 μέτρα από την οικία της κατηγορουμένης. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι είδε τον σκύλο στην αυλή της κατηγορουμένης από την κουζίνα σε απόσταση πέντε μέτρων. Ήταν όπως είπε λυκόσκυλο με περισσότερο μαύρο παρά καφέ χρώμα. Όμως τα λυκόσκυλα κατά τον μάρτυρα λίγο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο ανήλικος Μάρκος Καμάσα. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ως προς την δυνατότητα του να αντιληφθεί την έννοια του όρκου, ο ηλικίας 12 ετών σήμερα μάρτυρας, έδωσε ένορκη κατάθεση. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μαθητής της πέμπτης τάξης δημοτικού, ηλικίας 10 ½ ετών. Μεταξύ των φίλων του είναι ο παραπονούμενος Νικόλας Πετρακίδης λόγω του ότι οι γονείς τους γνωρίζονται οικογενειακώς καθώς και συμμαθητής του Χάρης Ηλιάδης. Με τους δύο αυτούς φίλους του, συνηθίζει να παίζει τα σαββατοκύριακα όταν δεν έχουν σχολείο. Στις 23.02.2008 στις 10.00 πμ, η μητέρα του Νικόλα τον έφερε στο σπίτι του για να παίξουν. Γύρω στις 5.00 μμ, ήλθε και ο Χάρης για να παίξουν όλοι μαζί. Βγήκαν και οι τρείς έξω από το σπίτι και στάθηκαν στο πεζοδρόμιο. Καθώς κουβέντιαζαν, είδαν μια γυναίκα να περπατά στο πεζοδρόμιο και να κρατά ένα σκύλο με αλυσίδα. Ο σκύλος ήταν χρώματος μαύρου με καφέ, αρσενικού γένους και μεγάλος. Η γυναίκα φορούσε ροζ μπλούζα και τζιν παντελόνι χρώματος μπλε. Ήταν λίγο παχουλή, μελαχρινή και με μακριά μαλλιά δεμένα με κότσο στο κεφάλι της. Η γυναίκα αυτή με τον σκύλο της, πέρασαν από δίπλα τους και χωρίς τα παιδιά να πειράξουν τον σκύλο, αυτός στράφηκε στον Νικόλα που στεκόταν δίπλα του και τον δάγκωσε στο δεξί χέρι. Η γυναίκα χωρίς να τους πει οτιδήποτε ή να ρωτήσει αν κτύπησε ο Νικόλας, έφυγε από την σκηνή τρέχοντας με τον σκύλο της προς την πίσω πλευρά της Τράπεζας Κύπρου. Ο Νικόλας έτρεξε προς το σπίτι όπου η μητέρα του μάρτυρα, του περιποιήθηκε την πληγή με φάρμακα,. Στην συνέχεια, ο ανήλικος επαναλαμβάνει όλα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του πατέρα του σχετικά με τις έρευνες που έκαναν για ανεύρεση αυτής της γυναίκας. Ισχυρίζεται ότι ο πατέρας του Νικόλα αφού ρώτησε, ανακάλυψε ότι πρόκειται για καθηγήτρια τέχνης που διαμένει κοντά στο σπίτι τους. Μετά από αυτό, πήγαν στην αστυνομία του Αγίου Ιωάννη και ανέφεραν τι είχε συμβεί. Οι αστυνομικοί μετέβηκαν στο σπίτι της καθηγήτριας και μετά από λίγο τους τηλεφώνησαν για να μεταβούν και αυτοί εκεί, προκειμένου να δει τον σκύλο. Όταν έφτασαν στο μέρος, στην πόρτα του σπιτιού στεκόταν η γυναίκα που είδε προηγουμένως και περιέγραψε στην κατάθεση του. Στην συνέχεια πήγε μαζί με τον πατέρα του Νικόλα και κάποιο αστυνομικό, πίσω στην αυλή του σπιτιού και είδε τον σκύλο που είχε δαγκώσει προηγουμένως τον Νικόλα. Στην συνέχεια μετέβη με τον πατέρα του, στον αστυνομικό σταθμό για να δώσει κατάθεση. Ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγνώρισε στο πρόσωπο της κατηγορουμένης, την γυναίκα που κρατούσε τον σκύλο που δάγκωσε τον Νικόλα. Αντεξεταζόμενος δε, επανέλαβε την περιγραφή που έκανε στην κατάθεση του για την γυναίκα αυτή κατά την ώρα του επεισοδίου. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η κατηγορουμένη, είχε δεμένο τον σκύλο με χοντρή αλυσίδα. Μετά που ο σκύλος δάγκωσε τον Νικόλα, πήγε πίσω με φόρα, ρίχνοντας την κατηγορουμένη στο έδαφος χωρίς να της φύγει από το χέρι η αλυσίδα. Στην συνέχεια, σηκώθηκε και έφυγε τρέχοντας από το μέρος με τον σκύλο της. Στην συνέχεια δήλωσε ότι την κατάθεση του, την έδωσε πριν μεταβούν στο σπίτι της κατηγορουμένης. Είδε την κατηγορουμένη στο σαλόνι της και μετά αυτή τους έδειξε τον σκύλο στην πίσω αυλή. Ήταν μεγάλος και είχε χρώμα μαύρο και καφέ. Του επιδείχθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, μια φωτογραφία λυκόσκυλου (τεκμ. 2). Ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για τον σκύλο που δάγκωσε τον φίλο του. Επανέλαβε ότι είναι σίγουρος ότι πρόκειται για τον ίδιο σκύλο όπως ήταν επίσης σίγουρος ότι η κατηγορουμένη, είναι η γυναίκα που κρατούσε με αλυσίδα τον σκύλο αυτό όταν επιτέθηκε στον φίλο του. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο ανήλικος παραπονούμενος Νικόλας Πετρακίδης. Έδωσε και ο ανήλικος αυτός μάρτυρας, ένορκη κατάθεση αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ως προς την δυνατότητα του να αντιληφθεί την έννοια του όρκου. Στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.4), επαναλαμβάνει τα γεγονότα που προηγήθηκαν του επεισοδίου όπως τα αναφέρει ο Μ.Κ.2 στην κατάθεση του (τεκμ.3). Όσον αφορά τον σκύλο που του επιτέθηκε, τον χαρακτήρισε μεγάλο, χρώματος μαύρου με λίγο καφέ χρώμα στο μέρος της κεφαλής. Μετά την επίθεση, ήλθε η μητέρα του και τον μετέφερε στον γιατρό ενώ ο πατέρας του προσπαθούσε με τον πατέρα του Μάρκου να εντοπίσουν την γυναίκα αυτή. Μετά την εξέταση του από τον γιατρό, πήγε με την μητέρα του στον αστυνομικό σταθμό του Αγίου Ιωάννη όπου εκεί έμαθε ότι ο πατέρας του ανακάλυψε ποια ήταν η γυναίκα με τον σκύλο. Όπως του είπαν, επρόκειτο για κάποια Γιούλα που είναι καθηγήτρια τέχνης. Σε συμπληρωματική του κατάθεση την επομένη του επεισοδίου (τεκμ.5), αναφέρει ότι είδε σε γραφείο του αστυνομικού σταθμού μια γυναίκα και την αναγνώρισε ως την γυναίκα που κρατούσε τον σκύλο που τον δάγκωσε την προηγουμένη. Την κατάλαβε όπως είπε από τα μάγουλα της (βούτσιες) και το ανέφερε αμέσως στον αστυνομικό που βρισκόταν στο γραφείο. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι η κατηγορουμένη είναι η γυναίκα που κρατούσε το λυκόσκυλο που του επιτέθηκε. Ισχυρίστηκε επίσης την είδε από πολύ μικρή απόσταση αμέσως πριν να του επιτεθεί ο σκύλος της. Δεν την είδε όμως στην συνέχεια γιατί μετά την επίθεση, γύρισε την πλάτη του και έτρεξε προς το σπίτι. Την αναγνώρισε όπως είπε στον σταθμό από τα μάγουλα της, τα οποία ανέφερε ότι ήταν χαρακτηριστικά. Ο σκύλος της ήταν μεγάλος, χρώματος καφέ και μαύρου. Του επιδείχθηκε η φωτογραφία (τεκμ.2), στην οποία εμφανίζεται ένα λυκόσκυλο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι επρόκειτο για το σκύλο που τον δάγκωσε. Ισχυρίστηκε ότι εκείνος ήταν χρώματος μαύρου με λίγο μόνο καφέ χρώμα σε αντίθεση με αυτό της φωτογραφίας. Επέμενε μάλιστα αναφέροντας ότι είναι απόλυτα σίγουρος ότι δεν πρόκειται για τον σκύλο που του επιτέθηκε. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο πατέρας του παραπονούμενου Μιχάλης Πετρακίδης. Είναι αστυνομικός και σταθμεύει στον ΟΥΛ.Α.Ε. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.7), στις 23.2.08 ήταν καθήκον από τις 7.00 πμ. μέχρι και τις 7.00 μμ. Γύρω στις 5.20 μμ, τον πήρε τηλέφωνο η σύζυγος του και του ανέφερε για την επίθεση που δέχθηκε ο γιός τους από σκύλο, έξω από το σπίτι του φίλου τους Νικόλα. Πήγε στο μέρος και πήρε την περιγραφή της γυναίκας και του σκύλου που την συνόδευε. Όπως του είπε ο γιος του, επρόκειτο για μεγάλο λυκόσκυλο χρώματος μαύρου. Μαζί με τον Μάρκο και τον πατέρα του, ξεκίνησαν να ρωτούν στην γειτονιά για την γυναίκα αυτή και τον σκύλο της. Κάποιος τους υπέδειξε το σπίτι της κατηγορουμένης, αναφέροντας τους ότι έχει σκύλο με την ίδια περιγραφή. Τους είπε ότι είναι καθηγήτρια και ονομάζεται Γιούλα. Είδαν ότι στην αυλή του σπιτιού αυτού είχε μεγάλο σπιτάκι σκύλου και δοχείο τροφής με νερό χωρίς όμως να υπάρχει σκύλος. Ακολούθως μετέβηκαν στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη όπου υπέβαλαν παράπονο για το συμβάν στο επί καθήκοντι Λοχία Ευθυβούλου. Ο λοχίας έδωσε οδηγίες όπως δύο αστυνομικοί μεταβούν στο μέρος για έρευνα. Οι τελευταίοι αφού μετέβηκαν στην οικία της κατηγορουμένης, συνέστησαν όπως μεταβεί στο μέρος ο Μάρκος προκειμένου να αναγνωρίσει τον σκύλο. Ο μάρτυρας μετέφερε με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο τον Μάρκο και τον πατέρα του, στην οικία της κατηγορουμένης. Εκεί βρισκόταν μια γυναίκα, την οποία ο Μάρκος αναγνώρισε ως την γυναίκα που κρατούσε τον σκύλο που επιτέθηκε στον Νικόλα. Η γυναίκα αυτή τους οδήγησε στο πίσω μέρος του σπιτιού όπου είδαν ένα λυκόσκυλο χρώματος μαύρου με καφέ. Ο Μάρκος τους ανέφερε ότι πρόκειται για τον σκύλο που δάγκωσε τον Νικόλα. Η γυναίκα όμως αυτή, ανέφερε στους αστυνομικούς ότι την ημέρα εκείνη δεν είχε βγει από την οικία της και ότι τον σκύλο της τον βγάζει βόλτα αργά το βράδυ και όχι το απόγευμα. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι ο γιος του δεν μετέβη στο σπίτι της κατηγορουμένης αφού είχε τραυματιστεί και βρισκόταν στην κλινική. Κατά την αντεξέταση, ισχυρίστηκε ότι το σπίτι της κατηγορουμένης βρίσκεται μερικά τετράγωνα από το σημείο της επίθεσης. Δεν ήταν σε θέση όμως να πει αν στην περιοχή υπάρχουν πάρκα ή χώροι πρασίνου. Όμως δέχθηκε ότι το σπίτι του Μάρκου και αυτό της κατηγορουμένης, χωρίζονται από την Λεωφόρο Μακαρίου του Γ. Όσον αφορά την περιγραφή της κατηγορουμένης, ισχυρίστηκε ότι ο Μάρκος αναφέρθηκε όχι σε παχουλή αλλά σε ψηλή μελαχρινή γυναίκα με κότσο. Ήταν επιπλέον σταθερός στην θέση του ότι ο Μάρκος τους ανέφερε προτού καν εισέλθουν στο σπίτι της κατηγορουμένης ότι πρόκειται για την γυναίκα που κρατούσε το λυκόσκυλο που επιτέθηκε στον Νικόλα. Την είδαν όπως είπε από το κάγκελο της εισόδου της οικίας. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Αστ. Θεοδοσίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 9), στις 23.2.08 γύρω στις 20.00 μετέβη με συνάδελφο του στην οικία της κατηγορουμένης. Είχε προηγηθεί καταγγελία του συνάδελφου του Πετρακίδη ότι την ίδια ημέρα κατά τις 17.20, ο γιός του Νικόλας δέχθηκε επίθεση από λυκόσκυλο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στον βραχίονα. Η γυναίκα που κρατούσε τον σκύλο με αλυσίδα, εγκατέλειψε τρέχοντας την σκηνή. Ο Πετρακίδης του ανέφερε επίσης ότι μετά από έρευνα στην οποία προέβηκε και με βάση περιγραφή που του έδωσε ο γιός του και ανήλικος φίλος του, η γυναίκα που συνόδευε τον σκύλο, ήταν η κατηγορουμένη. Στο μέρος κλήθηκε ο ανήλικος Καμάσα (Μ.Κ.1), ο οποίος αναγνώρισε τόσο την κατηγορουμένη όσο και τον σκύλο της ως αυτόν που δάγκωσε τον παραπονούμενο. Επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο στην κατηγορουμένη η οποία απάντησε ότι βρισκόταν όλη την ημέρα σπίτι χωρίς να βγει έξω. Την επομένη 24.2.2008 η ώρα 20.00, προσήλθε στον σταθμό ο παραπονούμενος. Είδε στο γραφείο παραπόνων την κατηγορουμένη και την αναγνώρισε ως το πρόσωπο που κρατούσε τον σκύλο που την δάγκωσε. Ο μάρτυρας της επέστησε την προσοχή της στον δρόμο και αυτή απάντησε «κάποιο λάθος κάνει ο μικρός». Στην συνέχεια πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη (τεκμ. 10), στην οποία δεν παραδέχεται την διάπραξη του αδικήματος, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι τον σκύλο της δεν τον βγάζει βόλτα το απόγευμα αλλά το πρωί και αργά το βράδυ. Ακολούθως, η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε ότι δεν παραδέχεται την κατηγορία (τεκμ.11). Στην αντεξέταση κατέθεσε ότι όταν έφτασε στο σπίτι της κατηγορουμένης ο ανήλικος Μ.Κ.1, αυτή βρισκόταν στην πόρτα της κυρίας εισόδου. Ο σκύλος βρισκόταν στην πίσω πλευρά του σπιτιού όπου τους οδήγησε η κατηγορουμένη. Ο ίδιος δεν πλησίασε τον σκύλο και δεν μπορούσε να αντιληφθεί την ράτσα και το χρώμα. Βρισκόταν στην βεράντα της κουζίνας η οποία απείχε όπως είπε γύρω στα 6 μέτρα. Έμειναν στην οικία της κατηγορουμένης γύρω στα 30 - 40 λεπτά αλλά δεν θυμάται κατά πόσο ο Μ.Κ.1 πλησίασε τον σκύλο ούτως ώστε να μπορεί να δει το χρώμα του. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την αστυνομία, η κατηγορουμένη κλήθηκε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Με αυτήν, υιοθέτησε αρχικά την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (τεκμ.10) σύμφωνα με την οποία κατά την ώρα του επεισοδίου, βρισκόταν στο σπίτι της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συνηθίζει να βγάζει έξω τον σκύλο της αργά το βράδυ και όχι νωρίς το απόγευμα, στιγμή που κατά τους ισχυρισμούς των ανηλίκων, ο παραπονούμενος δέχθηκε την επίθεση. Κατέθεσε ακολούθως, πιστοποιητικό εγγραφής του σκύλου της σύμφωνα με το οποίο, είναι χρώματος μαύρο με μπεζ. Ήταν ωστόσο η θέση της ότι ο σκύλος είναι κυρίως χρώματος μπεζ με μόνο λίγο μαύρο χρώμα στην πλάτη. Βλέποντας δε την φωτογραφία (τεκμ. 2), ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για τον σκύλο της. Στην συνέχεια, ανέφερε ότι το επίδικο απόγευμα ήταν άρρωστη. Έπασχε όπως είπε με γαστρεντερίτιδα και δεν βγήκε από το σπίτι. Από τις 9.00 το βράδυ μέχρι και τις 10.10 μμ, δύο αστυνομικοί επισκέφθηκαν το σπίτι της και την πίεζαν να παραδεχθεί ότι ο σκύλος της δάγκωσε τον παραπονούμενο. Είχε υποστεί όπως είπε μεγάλη πίεση και αναστάτωση αφού μετά τις 10 μμ έφεραν και ένα ανήλικο για να την αναγνωρίσει. Είδαν επίσης τον σκύλο της αλλά δεν είναι σίγουρη αν τον αναγνώρισαν αφού η ίδια δεν τους συνόδευσε στην αυλή όπου βρισκόταν. Ακολούθως, η κατηγορουμένη ανέφερε ότι η ίδια συνηθίζει να παίρνει τον σκύλο της σε παρακείμενο πάρκο. Αρνήθηκε δε ότι περνά από το μέρος όπου έγινε το επεισόδιο αφού για να γίνει αυτό θα πρέπει να διασχίσει την Λεωφόρο Μακαρίου με τον σκύλο της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην γειτονιά της έχει και άλλα λυκόσκυλα. Ιδιαίτερη μνεία έκαμε σε μια Σριλανκέζα που συνηθίζει να βγάζει βόλτα ένα λυκόσκυλο παρόμοιο με το δικό της και την οποία βλέπει συχνά στο πιο πάνω πάρκο. Η ίδια δε προέβη σε έρευνες και ανακάλυψε το σπίτι της πιο πάνω κοπέλας. Αντεξεταζόμενη, ρωτήθηκε μεταξύ άλλων γιατί δεν ανέφερε το γεγονός με την κοπέλα από την Σρι Λάνκα στους αστυνομικούς. Απάντησε ότι δεν είχε την ευκαιρία να κάνει κάτι τέτοιο γιατί οι αστυνομικοί το βράδυ εκείνο, το μόνο που έκαναν ήταν να την πιέζουν και να την τρομοκρατούν για να παραδεχθεί ενοχή. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι κατήγγειλε με επιστολή της στον αρχηγό αστυνομίας, την πιο πάνω συμπεριφορά των αστυνομικών. Ο σκύλος της όπως ισχυρίστηκε, είναι πολύ φιλικός. Δεν δαγκώνει ούτε καν γαυγίζει σε αγνώστους. Έφερε δε ως παράδειγμα το γεγονός ότι ούτε και στους αστυνομικούς γαύγισε όταν ήλθαν στο σπίτι της για να τον δουν. Τέλος, ανέφερε ότι η ίδια ποτέ δεν φορεί τζιν παντελόνι και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να είναι η κοπέλα η οποία συνόδευε το σκύλο, που επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είναι εμφανές από την παράθεση της μαρτυρίας ότι η παρούσα υπόθεση θα κριθεί αποκλειστικά από την αξιολόγηση της ποιότητας της αναγνώρισης τόσο του σκύλου της κατηγορουμένης όσο και της ίδιας ως της γυναίκας που συνόδευε το λυκόσκυλο που επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Από πολύ παλαιά, η Νομολογία καθιέρωσε ότι σε περιπτώσεις όπου η διάπραξη ενός αδικήματος δεν αμφισβητείται αλλά αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του δράστη, υπάρχει αδήριτη ανάγκη η αναγνώριση να είναι καλής ποιότητας ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα σφάλματος. Διαφορετικά, ο κατηγορούμενος κινδυνεύει να υποστεί κατάφωρη αδικία. Έτσι μόνο όπου υπάρχει βεβαιότητα σε βαθμό που να εξουδετερώνει το ενδεχόμενο λάθους, θα προχωρήσει το Δικαστήριο σε καταδίκη του κατηγορουμένου με βάση μόνο την αναγνώριση. Στην υπόθεση Scott & another v. R.
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.