← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αχιλλέα Ιακώβου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8322/08, 25 Μαϊου, 2009

Δημοκρατία ν. Αχιλλέα Ιακώβου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8322/08, 25 Μαϊου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2009:15 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8322/08 Δημοκρατία v.

  1. Αχιλλέα Ιακώβου
  2. Μάριου Μιχαήλ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 25 Μαϊου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: Η κα Σοφοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ.Ευσταθίου με την κα Μαξούτη (ασκούμενη δικηγόρο). Για τον Κατηγορούμενο 2: Οι κ.κ. Λεωνίδου και Κονής. Κατηγορούμενοι 1 & 2: Παρόντες. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 13 κατηγορίες οι 9 από τις οποίες αποτελούν αδικήματα κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως αυτός τροποποιήθηκε. Οι υπόλοιπες 4 αποτελούν τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Συγκεκριμένα και οι δύο κατηγορούμενοι κατηγορούνται για την κοινή κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α δηλαδή κοκαϊνης βάρους 201,6 γραμμάρια (5η κατηγορία) και ότι κατείχαν την ανωτέρω ποσότητα κοκαϊνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα (6η κατηγορία). Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν με ξεχωριστές κατηγορίες το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β δηλαδή κάνναβη βάρους 4 περίπου κιλών (7η κατηγορία και 12η κατηγορία) και ότι κατείχαν την ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικού με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα (8η κατηγορία και 13η κατηγορία). Με τις 9η και 10η κατηγορία καταλογίζεται εναντίον του κατηγορουμένου 1 το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και Β σε άγνωστα πρόσωπα. Με την 11η κατηγορία ο κατηγορούμενος 1 έχει παραδεχθεί το αδίκημα της χρήσης κάνναβης δηλαδή ότι κάπνισε φυτό κάνναβης. Ενώ στο εδώλιο του μάρτυρα βρισκόταν ο ΜΚ3 Α/Αστ. 360 Α. Χαραλάμπους και εξιστορούσε γεγονότα γύρω από την έρευνα στην εξοχική κατοικία της οικογένειας του κατηγορούμενου 1 (στο εξής ″ο κατηγορούμενος″) στην Έμπα και συγκεκριμένα όταν ο μάρτυρας επεχείρησε να αναφέρει στο Δικαστήριο αυτό που του είπε ο κατηγορούμενος 1 ενώ διεξαγόταν η έρευνα στους εξωτερικούς χώρους της οικίας κοντά σε τσίγκινο υποστατικό όπου το χώμα ήταν φρεσκοσκαμμένο, ηγέρθη ένσταση από την υπεράσπιση γιατί η προτιθέμενη μαρτυρία αφορούσε ομολογία η οποία ήταν απαράδεκτη. Οι λόγοι για τους οποίους σύμφωνα με τον κ.Ευσταθίου η ομολογία δεν ήταν αποδεκτή είναι οι πιο κάτω: - Πρώτο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης του κατηγορουμένου, τόσο στην Έμπα όσο και σε κατοπινό στάδιο στην Λεμεσό, ο τελευταίος τελούσε υπό καθεστώς παράνομης σύλληψης, δηλαδή, ″παράνομης″, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, ″στέρησης της ελευθερίας του κατά παράβαση τόσο των Άρθρων 11, 33, 34 και 35 του Συντάγματος, όσο και κατά παράβαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης διά την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η παραλαβή″, συνέχισε ο κ.Ευσταθίου, ″και μεταφορά του κατηγορούμενου 1 από την Λεμεσό στην Πάφο και στη συνέχεια στην Έμπα, έγινε χωρίς να υπάρχει προς τούτο ένταλμα σύλληψης γιατί η σύλληψη του για αυτόφωρο αδίκημα νωρίτερα, αφορούσε το αδίκημα το οποίο διαπιστώθηκε ότι διαπράχθηκε στην οικία όπου διέμενε ο κατηγορούμενος στην Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος″, σύμφωνα πάντα με τον κ.Ευσταθίου, ″έπρεπε να τύχει της μεταχείρισης η οποία προβλέπεται από το Σύνταγμα μετά τη σύλληψη του. Και συγκεκριμένα οτιδήποτε μεταγενέστερα εγένετο θα έπρεπε″, υπεστήριξε ο συνήγορος ″να είναι διά το αδίκημα για το οποίο συνελήφθηκε και όχι για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα″. Σημειώνουμε ότι ο κ.Ευσταθίου για τεκμηρίωση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, στα πλαίσια της αγόρευσης του, παρέπεμψε στην υπόθεση Parpas v. Republic

(1988)2 C.L.R. 5 στην οποία και έκαμε εκτενή αναφορά. - Δεύτερο, ″ο κατηγορούμενος στερήθηκε″, σύμφωνα με τον κ.Ευσταθίου, ″του ουσιώδους και αναπαλλοτρίωτου ατομικού δικαιώματος του να τύχει της υπηρεσίας δικηγόρου πριν από οποιαδήποτε ανάκριση ή υποβολή σε άλλη μεταχείριση προς απόσπαση οποιασδήποτε απαντήσεως, δικαίωμα το οποίο προβλέπεται τόσο από την δική μας Συνταγματική Τάξη αλλά και από το Νόμο 163
(1)/2005″. Σημειώνουμε ότι ο κ.Ευσταθίου για τεκμηρίωση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, στα πλαίσια της αγόρευσης του, παρέπεμψε στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Panovits v. Cyprus, App. 4268/04, ημερ. 11/12/
  1. - Τρίτο, η έρευνα στην παρουσία του κατηγορουμένου που έγινε στον ανοικτό χώρο έξω από την κατοικία στον περιφραγμένο χώρο έγινε χωρίς Δικαστική εξουσιοδότηση γιατί με το ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτείτο μόνο η έρευνα στο εσωτερικό της κατοικίας στην Έμπα και των υποστατικών. Σημειώνουμε ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης εγκαταλήφθηκε κατόπιν δήλωσης του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, στο στάδιο των αγορεύσεων. - Τέταρτο, οι δηλώσεις - ομολογίες και στη συνέχεια η γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου δεν είναι το προϊόν της ελεύθερης βούλησης και θέλησης του αλλά το προϊόν ″δόλου″, σύμφωνα με τον κ.Ευσταθίου, ″και δολίων ενεργειών ασκηθέντων επ΄ αυτού υπό των ανακριτών με αποτέλεσμα να καταθέσει και γραπτώς, τόσο προφορικά όσο και μεταγενέστερα γραπτά ότι αυτός ήταν ο ένοχος των αδικημάτων για τα οποία σήμερα δικάζεται″. ″Ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε ενοχή, υπεστήριξε ο κ.Ευσταθίου, αρχικά στην Έμπα και στην συνέχεια στην Λεμεσό πειθαναγκασθείς να το πράξει κατόπιν ψυχολογικής καταπίεσης που ασκήθηκε επ΄ αυτού επί τόπου στην Έμπα ότι αν δεν παραδεχτεί την ενοχή του θα συλλαμβανόταν ο πατέρας του και θα κρατείτο για να προσαχθεί εν συνεχεία στο Δικαστήριο όπου θα καταδικαζόταν, γιατί τα ναρκωτικά βρέθηκαν σε χώρο που ανήκε στον πατέρα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος″, ανέφερε ο κ.Ευσταθίου ″γνωρίζοντας ότι η υγεία του πατέρα του ήταν άκρως κλονισμένη και λόγω σοβαρού καρδιακού νοσήματος από το οποίο αυτός υπόφερε αλλά και λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου το οποίο είχε εκδηλωθεί πρόσφατα, δέχθηκε να ενοχοποιήσει τον εαυτό του προκειμένου να απολυθεί ο πατέρας του. Ευθύς ως του λέχθηκε″, ισχυρίστηκε ο κ.Ευσταθίου, ″αυτός παραδέχθηκε προφορικά και στη συνέχεια έδωσε και γραπτή κατάθεση. Ο κατηγορούμενος δηλαδή αποδέχθηκε να αναλάβει ενοχή για να σώσει τον πατέρα του από τα επαπειλούμενα δεινά της χειροτέρευσης της υγείας του και της πρόκλησης θανάτου σε αυτόν υποκύψας στην επιταγή της αστυνομίας ή των ανακριτών επί τόπου και εν συνεχεία στην Λεμεσό να αποδεχθεί την ενοχή του″. Στα πλαίσια της ένστασης του ο ευπαίδευτος συνήγορος διευκρίνισε ότι τα άτομα που άσκησαν πίεση στον κατηγορούμενο 1 ήσαν ο αστ. 1550 Χ. Σωτηρίου (Μ2), ο αστ. 4026 Μ. Στυλιανού (Μ3) και ο α/αστ. 360 Α. Χαραλάμπους (Μ5). Εν όψει τούτου, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να αποσαφηνισθούν οι περιστάσεις γύρω από τις οποίες οι επίμαχες δηλώσεις - ομολογίες έγιναν. Την επόμενη δικάσιμο, πριν όμως την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στη δίκη εντός δίκης, ο κ.Ευσταθίου πρόσθεσε στα άτομα που άσκησαν, σύμφωνα με την υπεράσπιση, πίεση στον κατηγορούμενο 1 και τον αστ. 1156 Θ. Θουκιδίδου (Μ4) και παρέθεσε περαιτέρω λόγο ένστασης, την παράβαση των Δικαστικών Κανόνων. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής για το συγκεκριμένο θέμα προσφέρθηκε μέσω πέντε μαρτύρων, η μαρτυρία των οποίων μπορεί να διαχωρισθεί σε δύο ενότητες. Η πρώτη, περιστράφηκε γύρω από την έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου στη Λεμεσό και τη σύλληψη του για αυτόφωρο αδίκημα, ενώ η δεύτερη, με την μεταφορά του στην Έμπα και την εκεί διεξαχθείσα έρευνα. Τα γεγονότα της πρώτης ενότητας πρόσφερε ο Μ1 αστ. 3490 Γ. Γερολέμου, ενώ της δεύτερης, οι υπόλοιποι μάρτυρες, χωρίς βέβαια η μαρτυρία τους να περιορίζεται σε σταθερά στεγανά. Κατωτέρω ακολουθεί η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής με σφαιρική τοποθέτηση της μαρτυρίας των Μ1 - Μ
  2. Μετά από πληροφορία που δόθηκε στην ΥΚΑΝ το απόγευμα της 20ης Σεπτεμβρίου, 2007, η οποία έφερε τον κατηγορούμενο να κατέχει και να διακινεί μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, εξασφαλίσθηκε αυθημερόν δικαστικό ένταλμα έρευνας (Τεκμήριο 1 Δ.Ε.Δ.), της οικίας που διέμενε και του πρακτορείου στοιχημάτων που διατηρούσε στη Λεμεσό, όπως και μιας εξοχικής κατοικίας στην Έμπα, στην επαρχία Πάφου την οποία, σύμφωνα με το ένταλμα, οι πληροφορίες τον έφεραν να χρησιμοποιεί. Η εκτέλεση του εντάλματος άρχισε με έρευνα που έγινε στην οικία στην οποία διέμενε ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό. Η έρευνα απεκάλυψε μικροποσότητες ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης περίπου ενός γραμμαρίου, για την κατοχή των οποίων ο κατηγορούμενος συνελήφθη από τον Μ1 για αυτόφωρο αδίκημα. Σημειώνουμε πως όταν οι εν λόγω ποσότητες εντοπίστηκαν και υπεδείχθησαν στον κατηγορούμενο στη σκηνή, ο τελευταίος παραδέχθηκε την κατοχή τους όπως και τη χρήση κάνναβης. Ακολούθησε η έρευνα στο πρακτορείο στοιχημάτων του κατηγορούμενου χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε από τον ίδιο μάρτυρα στα γραφεία της ΥΚΑΝ όπου έδωσε θεληματική κατάθεση (Τεκμήριο 2 Δ.Ε.Δ.) στην οποία και πάλι παραδέχθηκε την κατοχή και χρήση της ανευρεθείσας ποσότητας κάνναβης. Προτού ο κατηγορούμενος συλληφθεί, ενημερώθηκε για τα αδικήματα που διέπραττε και πληροφορήθηκε για το δικαίωμα του να τύχει της υπηρεσίας δικηγόρου. Για το ίδιο δικαίωμα ενημερώθηκε και προτού δώσει τη θεληματική του κατάθεση. Ακολούθως ο κατηγορούμενος με την συνοδεία του Μ2 και του αστ. 1828 Ευριπίδου, μεταφέρθηκε με αστυνομικό όχημα στο χώρο της κατοικίας στην Έμπα, για σκοπούς συμπλήρωσης και ολοκλήρωσης της έρευνας που εξουσιοδοτούσε το ένταλμα έρευνας Τεκμήριο
  3. Ήδη από τις 9:00 το πρωϊ τα μέλη της ΥΚΑΝ Λεμεσού, Θ. Θουκιδίδου και Α. Χαραλάμπους, Μ4 και Μ5 αντίστοιχα είχαν θέσει υπό παρακολούθηση το σπίτι στην Έμπα. Για φρούρηση του χώρου είχε φθάσει εκεί πριν την άφιξη τους ο αστ. 4026 Μ. Στυλιανού (Μ3), μέλος της ΥΚΑΝ Πάφου. Γύρω στο μεσημέρι έφθασαν στο χώρο της οικίας οι πατέρας και αδελφός του κατηγορουμένου. Αφού άνοιξε την κλειδωμένη είσοδο της οικίας ο πατέρας του κατηγορούμενου, εισήλθαν στο εσωτερικό της οικίας οι Μ4 και Μ5 οι οποίοι και άρχισαν την έρευνα, αφού πρώτα ανοίχθηκαν τα παράθυρα της οικίας για σκοπούς καλύτερου εξαερισμού και φωτισμού του εσωτερικού χώρου. Στα πολύ αρχικά στάδια της έρευνας εντοπίστηκαν πάνω στο τραπέζι της κουζίνας ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και δύο τεμάχια από νάϋλον διαφανές σακούλι τα οποία περιείχαν ίχνη άσπρης σκόνης, πιθανόν κοκαϊνης. Όταν τα ανευρεθέντα υπεδείχθησαν στους πατέρα και αδελφό του κατηγορούμενου και τους επεστήθη η προσοχή τους στο Νόμο, οι τελευταίοι εξέφρασαν άγνοια και για τα δύο αντικείμενα. Στην συνέχεια της έρευνας εντοπίστηκε πάνω στην βιβλιοθήκη κάτω από μπιμπελό ποσότητα άσπρης σκόνης, πιθανόν κοκαϊνη, μέσα σε νάϋλον σακούλι βάρους περίπου 200 γραμμαρίων. Και αυτό το αντικείμενο υπεδείχθη στους Χριστάκη και Ανδρέα Ιακώβου στους οποίους και πάλι επεστήθη η προσοχή στο Νόμο, αμφότεροι δε απάντησαν ότι πρώτη φορά το έβλεπαν. Όταν εντοπίστηκε η ποσότητα της άσπρης σκόνης, η έρευνα σταμάτησε, εν αναμονή της άφιξης στο μέρος του κατηγορουμένου. Με την άφιξη του κατηγορούμενου, του υποδείχθηκαν όλα τα μέχρι τότε ανευρεθέντα, και του επεστήθη η προσοχή στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με αυτά. Ακολούθως η έρευνα συνεχίστηκε στην παρουσία πλέον και του κατηγορουμένου. Κατά τη διάρκεια της νέας φάσης της έρευνας εντοπίστηκε μέσα σε κάλαθο αχρήστων ο οποίος βρισκόταν ακριβώς έξω από την κύρια είσοδο της οικίας, ένα τεμάχιο νάϋλον διαφανές σακούλι το οποίο περιείχε καφέ ουσία, πιθανόν κάνναβη, για το οποίο και τα τρία μέλη της οικογένειας Ιακώβου αρνήθηκαν οποιαδήποτε σχέση. Ακολούθησε έρευνα του περιφραγμένου χώρου μέσα στο οποίο βρισκόταν η κατοικία. Η ώρα 14:15 οι Μ4 και Μ5 πλησίασαν σημείο δίπλα από την οικία από το οποίο φαινόταν να προεξέχει από το έδαφος τεμάχιο μπλε νάϋλον σακουλιού. Το έδαφος στο συγκεκριμένο σημείο ήταν φρεσκοσκαμμένο. Όταν ο Μ5 επεχείρησε να μετακινήσει πλαστικά κιβώτια που ήταν δίπλα από το συγκεκριμένο σημείο με σκοπό την έρευνα, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ″εντάξει ρε παιδκιά έχει τέσσερα κιλά χόρτο θαμμένο τζιαμέ″. Αμέσως ο Μ5 του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος επανέλαβε ″εντάξει εν τζιαι η κοκαϊνη δική μου, τζιαι δαμέ έθαψα τέσσερα κιλά χόρτο κάνναβη, ο παπάς μου και ο Αντρέας εν έχουν καμία σχέση, εν ούλλα δικά μου″. Αμέσως ο Μ5 έσκαψε με τα χέρια του στα οποία φορούσε γάντια γύρω από το σακούλι και αφού απομάκρυνε το χώμα έφερε στην επιφάνεια ένα μπλε νάϋλον σακούλι μέσα στο οποίο υπήρχαν τέσσερις χωριστές συσκευασίες οι οποίες περιείχαν ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης. Υπεδείχθησαν στους Ιακώβου στους οποίους και επεστήθη η προσοχή στο Νόμο. Οι μεν Χριστάκης και Ανδρέας Ιακώβου δεν έδωσαν καμία απάντηση, ο δε κατηγορούμενος ανέφερε ″εντάξει ρε παιδκιά αφού είπα σας εν δικά μου″. Η έρευνα η οποία συνεχίστηκε στον εξωτερικό χώρο ολοκληρώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Στη συνέχεια και αφού συσκευάστηκαν όλα τα τεκμήρια ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού όπου έδωσε θεληματική κατάθεση. Στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού οδηγήθηκε και ο πατέρας του κατηγορούμενου, με το αυτοκίνητο του, το οποίο όμως λόγω της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης του πατέρα, οδήγησε ο αστ. 1828 Ευριπίδου. Ήταν η θέση των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής ότι κανένας τους πίεσε, υποσχέθηκε ή απείλησε τον κατηγορούμενο ώστε να προβεί στις ανωτέρω δηλώσεις - ομολογίες, ούτε χρησιμοποίησαν σαν μοχλό πίεσης στον κατηγορούμενο την κατάσταση της υγείας του πατέρα του. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας δέχθηκαν ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και έκλαιγε, όλοι τους όμως απέδωσαν την άσχημη κατάσταση στην οποία ήταν ο πατέρας του κατηγορούμενου στο γεγονός ότι ο τελευταίος είχε μεταφερθεί στο μέρος από την αστυνομία και ήταν με χειροπέδες, σκηνές καθόλου ευχάριστες για θέα από οποιοδήποτε πατέρα. Με την άδεια του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία κατά την οποία υιοθέτησε γραπτή δήλωση του ως την κύρια εξέταση του (Ένδειξη Α). Επειδή στην εν λόγω δήλωση περιέχονται και αναφορές άσχετες με τα επίδικα θέματα της παρούσας διαδικασίας, η εδώ αναφορά μας στο περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης, θα περιοριστεί ανάλογα και δεν θα επεκταθεί στις εν λόγω αναφορές. Στην εν λόγω δήλωση του, ο κατηγορούμενος αφού αναφέρει ότι είναι ηλικίας 23 χρονών και χρήστης κάνναβης, περιγράφει την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας στην οικία του στην Λεμεσό και την παραδοχή του τόσο στη σκηνή όσο και αργότερα στον αστυνομικό σταθμό όπου του λήφθηκε γραπτή κατάθεση, για την χρήση των ναρκωτικών τα οποία ανευρέθησαν και αφορούν την κατηγορία
  4. Μετά τη μεταφορά του στην αστυνομία και προτού δώσει την γραπτή κατάθεση του, υπέγραψε έντυπο με το οποίο δήλωνε ότι επιθυμούσε να τύχει των υπηρεσιών δικηγόρου. Μετά το πέρας της κατάθεσης, αντί όπως ανέμενε, να απολυθεί, η αστυνομία αφού του τοποθέτησε χειροπέδες, τον μετέφερε στα υποστατικά στην Έμπα για περαιτέρω έρευνες. Ήδη με οδηγίες της αστυνομίας είχε τηλεφωνήσει στον πατέρα του να μεταβεί και αυτός στην Έμπα όπου ανέμεναν άντρες της ΥΚΑΝ για σκοπούς της έρευνας. Καθοδόν προς την Έμπα σταμάτησαν κοντά στο χωριό Πισσούρι για να μιλήσει στο τηλέφωνο ο ένας από τους δύο αστυνομικούς που τον συνόδευαν και συγκεκριμένα ο Μ2 ο οποίος είχε δεχθεί τηλεφώνημα στο κινητό του. Με τη λήξη της τηλεφωνικής συνομιλίας ο Μ2 του ανέφερε ότι βρήκαν την κοκαϊνη και ο ίδιος του απάντησε ότι δεν είχε ιδέα για ποιο πράγμα του μιλούσε. Στο χώρο της οικίας στην Έμπα, υπήρχαν πολλοί αστυνομικοί όπως και ανιχνευτικοί σκύλοι. Με την άφιξη του στο μέρος, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο εσωτερικό της οικίας όπου ο Μ5 του έδειξε το σακούλι με την κοκαϊνη όπως και τα άλλα ναρκωτικά και τον ρώτησε αν είναι δικά του. Ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά. Ακολούθως και ενώ ήταν χειροδεμένος στον Μ2, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε έξω από το σπίτι στον ανοικτό χώρο. Αφού διάνυσαν απόσταση περίπου 20 - 30 μέτρων άκουσε τον Μ5 ο οποίος στεκόταν δίπλα από μία παράγκα πολύ κοντά στο σπίτι να φωνάζει ″φέρτε τον κοντά τζαι το βρήκαμε″. Ο Μ2 οδήγησε τον κατηγορούμενο στο συγκεκριμένο σημείο που ήταν ο Μ5, όπου ο τελευταίος του υπέδειξε ένα νάϋλον μπλε σακούλι που προεξείχε από το έδαφος και τον ρώτησε αν είναι ναρκωτικά που έχει θαμμένα εκεί. Ο κατηγορούμενος 1 αντιδρώντας απάντησε ότι δεν γνωρίζει τίποτε. Τότε ο Μ5, αφού έβαλε γάντια τράβηξε προς τα πάνω το νάϋλον και ξαναρώτησε τον κατηγορούμενο αν αναγνώριζε το εν λόγω αντικείμενο. Ο κατηγορούμενος επανέλαβε την άγνοια του και τότε ο Μ5 άνοιξε το σακούλι, κοίταξε στο εσωτερικό του για ελάχιστα δευτερόλεπτα και στη συνέχεια απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο του είπε ″έχει τέσσερα κιλά εδώ, είναι δικά σου″. Ο κατηγορούμενος επέμενε στην αθωότητα του και στην άγνοια του για τα εν λόγω ναρκωτικά. Όμως τόσο ο Μ5 όσο και ο Μ4 επέμεναν ότι είναι δικά του καθώς επίσης και ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που τα έθαψε στο συγκεκριμένο σημείο. Σαν αποτέλεσμα της επιμονής του κατηγορούμενου στην αθωότητα του ξέσπασε μεταξύ τους λογομαχία στην παρουσία του ΜΚ2 στην κυρίως δίκη αστ. 2543 Τ. Τρύφωνος ο οποίος είχε στο μεταξύ κληθεί και μεταβεί στο εξοχικό για σκοπούς φωτογράφησης της σκηνής. Ενώ συνεχιζόταν η λογομαχία, πλησίασε τον κατηγορούμενο ο Μ3 ο οποίος με φιλικό τρόπο του υπέδειξε ότι αν δεν παραδεχθεί θα συλλάβουν τον πατέρα του τον οποίο και θα φυλακίσουν γιατί το σπίτι ήταν δικό του, αν όμως παραδεχόταν τότε θα άφηναν τον πατέρα του ελεύθερο. Την ίδια ουσιαστικά διαβεβαίωση του έδινε και ο Μ
  5. Ο κατηγορούμενος τότε αναλογιζόμενος τις συνέπειες που θα είχε τυχόν σύλληψη και φυλάκιση του πατέρα του στην κατάσταση της υγείας του, δέχθηκε να παραδεχθεί ότι τα ναρκωτικά ήταν δικά του. Θεώρησε καθήκον του να αναλάβει εκείνος την ευθύνη ώστε να μην ενοχοποιηθεί ο πατέρας του ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα με την καρδιά του και μάλιστα πρόσφατα είχε εγκεφαλικό επεισόδιο. Σαν αποτέλεσμα ο Μ3 φώναξε τον Μ5, στην παρουσία του οποίου ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή. Όταν ο κατηγορούμενος ακολούθως οδηγήθηκε προς το αστυνομικό αυτοκίνητο για να επιστρέψουν στην Λεμεσό, αντιλήφθηκε ότι ο πατέρας του αντί να αφεθεί ελεύθερος όπως του είχαν υποσχεθεί θα μεταφερόταν και εκείνος στα γραφεία της ΥΚΑΝ στη Λεμεσό. Άρχισε να διαμαρτύρεται οπόταν ο Μ5 του ανέφερε ότι ο πατέρας του θα αφεθεί ελεύθερος μόλις ο κατηγορούμενος δώσει γραπτή κατάθεση στην οποία να παραδέχεται την κατοχή των ναρκωτικών, πράγμα το οποίο και έγινε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, στη γραπτή δήλωση του κάμνει αναφορά στις συνθήκες λήψης της γραπτής κατάθεσης του μετά που μεταφέρθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Επειδή οι συνθήκες λήψης της εν λόγω κατάθεσης τελούν υπό αμφισβήτηση και πρόθεση της υπεράσπισης, ως μας έχει πληροφορήσει είναι να ενστεί σε περίπτωση που επιχειρηθεί η κατάθεση της σαν τεκμηρίου, θα αποφύγουμε την οποιαδήποτε αναφορά στη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Τέλος ο κατηγορούμενος εκφράζει παράπονο τόσο γιατί μεταφέρθηκε στην Πάφο χωρίς να είχε προηγηθεί η έκδοση εντάλματος σύλληψης του, όσο και γιατί ανακρίθηκε επί τόπου χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Θα πρέπει να σημειώσουμε όμως πως ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του ενώ δέχεται ότι προέβη στη δήλωση ″εντάξει εν τζιαι η κοκαϊνη δική μου, τζιαι δαμέ έθαψα τέσσερα κιλά χόρτο κάνναβη, ο παπάς μου και ο Αντρέας εν έχουν καμία σχέση, εν ούλλα δικά μου″ αρνείται ότι της εν λόγω δήλωσης του είχε προηγηθεί από μέρους του δήλωση προς τον Μ5 ″εντάξει ρε παιδκιά έχει τέσσερα κιλά χόρτο θαμμένα τζιαμέ″. Στην αγόρευση του ο κ.Ευσταθίου κάνοντας εκτενή αναφορά στη μαρτυρία, προώθησε και ανέπτυξε τους υπό στοιχεία 1, 2 και 4 πιο πάνω λόγους ένστασης μόνο, υποστηρίζοντας ότι όλοι μαζί και ένας έκαστος χωριστά συνηγορούν υπέρ της μη δεκτότητας των επίδικων δηλώσεων. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης έχουμε ήδη αναφέρει ότι αυτός δεν προωθήθηκε ενώ αναφορικά με την ισχυριζόμενη παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δεν έκαμε οποιαδήποτε ειδική αναφορά ούτε και εξειδίκευσε τη συγκεκριμένη βάση της ένστασης του παραπέμποντας σε συγκεκριμένο Δικαστικό Θεσμό. Τις αντίθετες απόψεις υπεστήριξε η κα Σοφοκλέους η οποία απέρριψε τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης σαν ανεδαφικούς και νομικά ατεκμηρίωτους ενώ παράλληλα εισηγήθηκε ότι οι επίδικες δηλώσεις είναι προϊόντα της ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου και σαν τέτοιες θα πρέπει να γίνουν δεκτές σαν μαρτυρία. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι η δεκτότητα μιας κατάθεσης είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας που ασκείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Η κατάθεση κατηγορουμένου τότε μόνο γίνεται δεκτή σαν μαρτυρία όταν αποδειχθεί ότι ήταν θεληματική με την έννοια ότι δεν πάρθηκε από φόβο για ζημιά ή από ελπίδα για όφελος που προκλήθηκε ή υποκινήθηκε από πρόσωπο εξουσίας. Το βάρος απόδειξης σε τέτοιες περιπτώσεις το φέρει η κατηγορούσα αρχή η οποία καλείται να αποδείξει τη θεληματικότητα της κατάθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Imbrahim v. R.
(1914)A.C. 599. 609, Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1969)2 Α.Α.Δ. 169 και Φουρνίδης v. Δημοκρατίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 73). Περαιτέρω στην υπόθεση Petri v. Republic
(1968)2 C.L.R. 7 λέχθηκε πως όταν εξετάζεται θέμα δεκτότητας μιας κατάθεσης το Δικαστήριο πρέπει, πρόσθετα με τη θεληματικότητα, να λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο η κατάθεση ″πάρθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου″. Τέλος θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε την αρχή ότι η δοθείσα μαρτυρία προσεγγίζεται και έτσι την προσεγγίσαμε, με επίγνωση της αναγκαιότητας αποφυγής εξαγωγής ευρημάτων τα οποία θα έτειναν να πλήξουν τη γενικότερη αξιοπιστία οποιουδήποτε μάρτυρα στην υπόθεση και ιδιαίτερα την αξιοπιστία του κατηγορουμένου (βλ. Petri (πιο πάνω)). Προσεγγίσαμε επίσης τη μαρτυρία με επίγνωση της επίσης νομολογημένης αρχής, όπως σε υποθέσεις όπου εμπλέκονται τέτοιας φύσεως θέματα ή μαρτυρία που δίδεται από αστυνομικά όργανα είναι αναγκαίο να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή (βλ. Volettos v. Republic
(1961)169). Εν όψει της φύσης του πρώτου λόγου ένστασης και των συνεπειών που συνεπάγεται η παραβίαση Συνταγματικών Δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και δη του θεμελιώδους δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας του, κρίνουμε σκόπιμο να εξετάσουμε τη συγκεκριμένη πτυχή της ένστασης σε αυτό το στάδιο. Είναι πιστεύουμε αρκετό να υπενθυμίσουμε τη νομική αρχή ότι εκεί όπου διαπιστώνεται παραβίαση Συνταγματικών Δικαιωμάτων δεν υπάρχει περιθώριο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Απλά η προτιθέμενη μαρτυρία αποκλείεται. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Αντισυνταγματική κράτηση του κατηγορουμένου 1 και μεταφορά του στην Έμπα Η επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης περιστρέφεται βασικά γύρω από τον εξής άξονα. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στη Λεμεσό για αυτόφωρο αδίκημα και συγκεκριμένα αυτό της κατοχής των ουσιών που εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν στα πλαίσια της έρευνας που διεξήχθηκε στο σπίτι του δυνάμει του δικαστικού εντάλματος Τεκμήριο
  1. Τη σύλληψη του κατηγορούμενου για αυτόφωρο αδίκημα ακολούθησε η έρευνα στο πρακτορείο του χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε το παράνομο και στη συνέχεια η μεταφορά του στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού και η λήψη από τον κατηγορούμενο θεληματικής κατάθεσης στα πλαίσια της οποίας παραδέχεται τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Εφόσον η διερεύνηση του αδικήματος που οδήγησε στην αυτόφωρη σύλληψη του κατηγορούμενου περατώθηκε σύμφωνα με τον κ.Ευσταθίου, με τη λήψη από τον κατηγορούμενο θεληματικής κατάθεσης στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού όπου αυτός μεταφέρθηκε προτού μεταφερθεί στην Έμπα, τότε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η συνέχιση της κράτησης του ως υπόπτου, δήθεν για το αδίκημα για το οποίο είχε συλληφθεί δεν ήταν, τίποτε άλλο παρά πρόφαση. Οι διωκτικές αρχές συνέχισαν την κράτηση του κατηγορούμενου γιατί αποκλειστικός σκοπός τους στην πραγματικότητα ήταν, σύμφωνα με τον κ.Ευσταθίου, η διεξαγωγή έρευνας στην οικία στην Έμπα και η διερεύνηση αδικημάτων ξένων (alien) προς το αυτόφωρο αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί και συγκεκριμένα για σκοπούς διερεύνησης των σχετικών με τα ανευρεθέντα τεκμήρια στην οικία στην Έμπα, αδικημάτων και η ενοχοποίηση, σύμφωνα με μια από τις θέσεις που η υπεράσπιση υπέβαλε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, του κατηγορουμένου. Εξού και η μεταφορά του κατηγορούμενου στην Έμπα, υπεστήριξε ο κ.Ευσταθίου. Το γεγονός αυτό, κατέληξε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, παραβιάζει κατάφορα τα συγκεκριμένα Συνταγματικά Δικαιώματα του κατηγορουμένου και η μεταφορά του στην Έμπα εκεί αποσκοπούσε, σύμφωνα με μια από τις θέσεις που η υπεράσπιση υπέβαλε στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή στην ενοχοποίηση του κατηγορούμενου. Για τεκμηρίωση των επί του προκειμένου θέσεων του ο κ.Ευσταθίου έκαμε εκτεταμένη αναφορά στην υπόθεση Parpas (πιο πάνω) και στις αρχές που η εν λόγω απόφαση καθιέρωσε. Προτού ασχοληθούμε με την ουσία της πιο πάνω πτυχής της ένστασης θεωρούμε σκόπιμο να καταγράψουμε το περιεχόμενο του εντάλματος έρευνας (Τεκμήριο 1) το οποίο αποτέλεσε ένα από τα σημεία αναφοράς των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Το συγκεκριμένο ένταλμα έρευνας εκδόθηκε στη βάση μαρτυρίας που δόθηκε με τη μορφή ένορκης δήλωσης που τέθηκε ενώπιον του αρμόδιου Δικαστή. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα πιο κάτω: ″υπάρχει εύλογη υποψία βασισμένη σε μαρτυρία ότι στην οικία που βρίσκεται στην οδό Μαραθοβούνου Αρ. 13 στην Λεμεσό όπου διαμένει ο Αχιλλέας Ιακώβου, στην εξοχική κατοικία που διατηρεί ο πατέρας του στην οδό Σωτήρη Χ″Κυριάκου αρ. 1 Έμπα, Πάφος την οποία επισκέπτεται τακτικά ο Ιακώβου καθώς και στο πρακτορείο στοιχημάτων του Ιακώβου στην οδό Φρ. Ρούσβελτ στην Λ/σό, καθώς και τα υποστατικά και οχήματα του, παράνομα χρησιμοποιούνται για την φύλαξη και διακίνηση ελεγχόμενου φάρμακου τάξεως Α΄ & Β΄. Πρόσωπο ανέφερε προσωπικά στην Αστυνομία ότι στην πιο πάνω οικία, εξοχικό, πρακτορείο, υποστατικά και οχήματα, ο ΙΑΚΩΒΟΥ, φυλάττει κατά διαστήματα ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α΄ & Β΄, το οποίο προμηθεύει σε ύποπτα πρόσωπα που τον επισκέπτονται εκεί. Το πιο πάνω πρόσωπο κινείται σε ακατάλληλες ώρες και επιστρέφει στην οικία του αργά το βράδυ. ..............″. Είναι φανερό πως το πιο πάνω ένταλμα δεν εξουσιοδοτούσε την έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου στην Λεμεσό μόνο ή στο πρακτορείο στοιχημάτων του στην Λεμεσό μόνο ή στην οικία που η οικογένεια του διατηρούσε στην Έμπα μόνο. Εξουσιοδοτούσε την έρευνα και στα τρία υποστατικά γιατί οι πληροφορίες στη βάση των οποίων εκδόθηκε έφεραν τον κατηγορούμενο να χρησιμοποιεί και τα τρία υποστατικά για παράνομη φύλαξη και διακίνηση παράνομων ναρκωτικών ουσιών. Κοντολογίς η εξουσιοδότηση για έρευνα στην οικία και στα υποστατικά στην Έμπα συνιστά αναπόσπαστο μέρος της εξουσιοδότησης για έρευνα στα άλλα δύο υποστατικά που ο κατηγορούμενος διατηρούσε στην Λεμεσό. Το αδίκημα για το οποίο εκδόθηκε το συγκεκριμένο ένταλμα έρευνας ήταν αυτό της παράνομης κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών τάξεως Α και Β. Αυτό ήταν το αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος θεωρείτο ύποπτος και για την διερεύνηση του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα Τεκμήριο
  2. Κατά συνέπεια τα αδικήματα που ήρθαν στο φως με τον εντοπισμό των ναρκωτικών ουσιών στην οικία στην Έμπα δεν είναι ξένα (alien) προς το αυτόφωρο αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί, με την έννοια που υποστηρίζει η υπεράσπιση. Το ότι οι πληροφορίες έφεραν τον κατηγορούμενο να διαπράττει το συγκεκριμένο αδίκημα από περισσότερα του ενός υποστατικά, δεν αλλοιώνει με οποιοδήποτε τρόπο το εν λόγω συμπέρασμα μας. Εξάλλου υπό το φως όλων των περιστάσεων κρίνουμε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση η διερεύνηση του αυτόφωρου αδικήματος δεν περατώθηκε με τη λήψη της θεληματικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Είναι πιστεύουμε αρκετό να επισημάνουμε το γεγονός ότι οι ουσίες που εντοπίστηκαν στην οικία του κατηγορούμενου και οι οποίες οδήγησαν στην αυτόφωρη σύλληψη του δεν είχαν μέχρι τότε τύχει επιστημονικής εξέτασης, το πόρισμα της οποίας κρίνεται απαραίτητο για τεκμηρίωση κατηγοριών σε τέτοιες περιπτώσεις. Επίσης αναμενόταν η συνέχιση των ερευνών για διακρίβωση της πηγής από την οποία προήλθαν οι ανευρεθείσες ναρκωτικές ουσίες και σε περίπτωση που αυτές αποτελούσαν μέρος μεγαλύτερης ποσότητας ο εντοπισμός της εν λόγω ποσότητας. Και αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους κρίνουμε ότι η υπόθεση Parpas (πιο πάνω) διαφοροποιείται κατά τρόπο ουσιαστικό και καθοριστικό από την παρούσα υπόθεση. Σχετικά με την πιο πάνω πτυχή της ένστασης παρατηρούμε και τα εξής: Από τη σύλληψη του κατηγορούμενου για αυτόφωρο αδίκημα μέχρι τη μεταφορά του στην Έμπα και στη συνέχεια την επαναφορά του στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού ο χρόνος που διέρρευσε δεν υπερέβαινε τον χρόνο που οι διωκτικές αρχές μπορούν να κρατούν πρόσωπο που έχει συλληφθεί προτού παραστεί ανάγκη να παρουσιάσουν το εν λόγω πρόσωπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζουμε ότι ο εν λόγω χρόνος είναι σύμφωνα με το Άρθρο 11 του Συντάγματος, 24 ώρες. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρατηρήθηκε, εξάλλου και δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, παραβίαση της συγκεκριμένης Συνταγματικής Πρόνοιας. Εν όψει των πιο πάνω η συγκεκριμένη πτυχή της ένστασης απορρίπτεται. Δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο Το ανωτέρω δικαίωμα, πλην του ότι προστατεύεται γενικά από το Σύνταγμα
(1), προστατεύεται και ειδικά από το Νόμο 163
(1)/05 που προβλέπει για τα δικαιώματα προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση. Το σχετικό άρθρο 3
(1)με τίτλο Δικαίωμα Επικοινωνίας με δικηγόρο, διαλαμβάνει πως: ________________________
(1)″Άρθρο 11
(4). Πας συλλαμβανόμενος πληροφορείται κατά την στιγμήν της συλλήψεως αυτού εις καταληπτήν υπ΄ αυτού γλώσσαν τους λόγους της συλλήψεως αυτού και δικαιούται να τύχη των υπηρεσιών συνηγόρου της εκλογής αυτού″. ″3.-
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών, πρόσωπο που συλλαμβάνεται από μέλος της Αστυνομίας δικαιούται αμέσως μετά τη σύλληψή του να επικοινωνήσει αυτοπροσώπως τηλεφωνικά: (α) με δικηγόρο της δικής του επιλογής χωρίς να είναι παρόν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο″. Ο ίδιος Νόμος καθορίζει με το άρθρο 3
(3)το δικαίωμα του συλληφθέντα να πληροφορηθεί για το δικαίωμα επικοινωνίας του με δικηγόρο το οποίο του παρέχει το άρθρο 3
(1), αλλά ταυτόχρονα θεσμοθετεί και την αντίστοιχη υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων να πληροφορήσουν και ενημερώσουν τον συλληφθέντα για το εν λόγω δικαίωμα του (άρθρο 7
(1)). Αποτελεί επίσης περαιτέρω υποχρέωση των μελών της αστυνομίας που διενεργούν σύλληψη, να παρέχουν στον συλληφθέντα κάθε διευκόλυνση και μέσο που είναι πρακτικά αναγκαίο, για να μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο αλλά και με συγγενικά του άτομα (άρθρο 8
(1). Σχετικές με το περί ου ο λόγος δικαίωμα του ατόμου που τελεί υπό σύλληψη είναι και οι πρόνοιες τις Διοικητικής Οδηγίας 7 των Δικαστικών Κανόνων του 1964
(1). _____________________________
(1)″7. Facilities of defence. (
  1. a)A person in custody should be allowed to speak on the telephone to his solicitor or to his friends provided that no hindrance is reasonably likely to be caused to the processes of investigation, or the administration of justice by his doing so. He should be supplied on request with writing materials and his letters should be sent by post or otherwise with the least possible delay. Additionally, telegrams should be sent at once, at his own expense. (
  2. b)Persons in custody should not only be informed orally of the rights and facilities available to them, but in addition notices describing them should be displayed at convenient and conspicuous places at police stations and the attention of persons in custody should be drawn to these notices″. Επανερχόμενοι στην υπό κρίση περίπτωση παρατηρούμε τα εξής: Από την ενώπιον μας μαρτυρία συνάγεται πως ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για το συγκεκριμένο δικαίωμα του αμέσως με τη σύλληψη του για το αυτόφωρο αδίκημα, γεγονός που δεν το αρνείται και ούτε εκφράζει οποιοδήποτε παράπονο ή προσάπτει μομφή για τούτο. Στην ένορκη του μαρτυρία αναφέρει πως πριν την παροχή της θεληματικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 2 - αφορά την ποσότητα κάνναβης που βρέθηκε στο σπίτι του στη Λεμεσό, η κατοχή της οποίας οδήγησε στην αυτόφωρη σύλληψη του) του παρουσίασαν και υπέγραψε έντυπο με το οποίο δήλωσε ότι επιθυμούσε τη συμβουλή δικηγόρου (Τεκμήριο 3). Παρατηρείται πως, χωρίς να αποφαινόμαστε για το χρόνο υπογραφής του τεκμηρίου αυτού, ο κατηγορούμενος, παραχώρησε την κατάθεση Τεκμήριο 2, χωρίς την παρουσία δικηγόρου. Στο έντυπο (Τεκμήριο 3), υπάρχει συμπληρωμένη με χειρόγραφο τρόπο, δήλωση του κατηγορουμένου πως ″ενημέρωσα σχετικά τον πατέρα μου για να ειδοποιήσει δικηγόρο″. Γεγονός αποτελεί πως έτυχε διευκόλυνσης επικοινωνίας με τον πατέρα του για να παραστεί, όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε, στην έρευνα της οικίας στην Έμπα και θα μπορούσε, αν ήθελε, να διευθετήσει την εκεί παρουσία δικηγόρου. Εξάλλου, πέραν από το γεγονός ότι, δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε νομοθετικές πρόνοιες που να επιβάλλουν και/ή να καθιστούν αναγκαία την παρουσία δικηγόρου κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, ο κατηγορούμενος δεν παραπονείται ότι οι αστυνομικοί μάρτυρες στους οποίους έκαμε τις επίμαχες δηλώσεις τον ανάγκασαν να προβεί στις εν λόγω δηλώσεις στην απουσία δικηγόρου, αγνοώντας την τυχόν επιμονή και επιθυμία του για παρουσία δικηγόρου. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω παρατηρούμε και τα εξής: Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν αφορά ανάκριση του κατηγορουμένου μέσα στην έννοια του όρου όπως αυτός χρησιμοποιείται στα πιο πάνω νομοθετήματα, όπως συνέβη στην υπόθεση Panovits (πιο πάνω) στην οποία πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν ανήλικος, ο τελευταίος είχε μεταφερθεί στον αστυνομικό σταθμό και ανακρινόταν, γεγονός που απουσιάζει στην περίπτωση μας. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι στην υπό κρίση περίπτωση, ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος προέβη στις επίμαχες δηλώσεις και των κινήτρων που τον ώθησαν να προβεί σε αυτές, οι εν λόγω δηλώσεις έγιναν στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας και συγκεκριμένα με τον εντοπισμό εκάστης των ναρκωτικών ουσιών χωριστά και την υπόδειξη τους στον κατηγορούμενο και όχι στα πλαίσια ανάκρισης του κατηγορούμενου. Η υπεράσπιση σχολίασε, έστω και ακροθιγώς την πιο πάνω πτυχή της ένστασης και στα πλαίσια της αρχής που θέλει τον ύποπτο που έχει συλληφθεί να τυγχάνει δίκαιης μεταχείρισης, αρχή που εντάσσεται στα πλαίσια της γενικότερης αρχής της δίκαιης δίκης. Παρά το γεγονός ότι θέματα και ζητήματα που άπτονται της δίκαιης δίκης, εξετάζονται, σύμφωνα με τη νομολογία, στο τέλος της υπόθεσης και στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας, προχωρήσαμε και εξετάσαμε τη συγκεκριμένη εισήγηση στο παρόν στάδιο, στη βάση βέβαια του υλικού που έχει τεθεί ενώπιον μας στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία. Για τους λόγους που έχουμε πιο πάνω αναφέρει κρίνουμε ότι και η συγκεκριμένη επί μέρους εισήγηση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να ευσταθήσει. Για τους πιο πάνω λόγους και ο δεύτερος λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Παραβίαση Δικαστικών Κανόνων Σε σχέση με το ανωτέρω θέμα πέραν της γενικής αναφοράς του κ.Ευσταθίου στην εναρκτήρια του δήλωση - ένσταση, κανένας λόγος προβλήθηκε ή μαρτυρία δόθηκε για παραβίαση οποιωνδήποτε Δικαστικών Κανόνων. Ο ανωτέρω λόγος ένστασης παρέμεινε γενικός, αόριστος και αναιτιολόγητος και σαν τέτοιος απορρίπτεται. Οι ενοχοποιητικές δηλώσεις δεν ήταν θεληματικές αλλά το αποτέλεσμα πειθαναγκασμού, καταπίεσης και άσκησης ψυχολογικής βίας Εξέταση της πιο πάνω πτυχής της ένστασης προϋποθέτει αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας. Όμως, θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε και παράλληλα να τονίσουμε ότι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας είχαμε συνέχεια κατά νου την αρχή σύμφωνα με την οποία στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία είναι δυνατό να επηρεάσουν δυσμενώς το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα αυτό του κατηγορούμενου. Στις περιπτώσεις όπως η παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να ασχοληθούμε με την εισήγηση της υπεράσπισης η οποία έγινε με αναφορά στη μαρτυρία του ΜΚ2 αστ. 2543 Τ. Τρύφωνος, που δόθηκε στα πλαίσια της κυρίως δίκης, ότι το Δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιήσει μαρτυρία από την κυρίως δίκη στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης. Κατά την κρίση μας αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς να κληθεί ξανά ο αστ. Τρύφωνος να καταθέσει στη διαδικασία της δίκης εντός δίκης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αστυνομία v. Ησαϊα
(1997)2 C.L.R. 177, στη σελ. 181: ″είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί να γίνει χρήση της μαρτυρία της κύριας δίκης στη διαδικασία voir dire. Η τελευταία διαδικασία έχει την αυτοτέλεια της, υπό την έννοια ότι αποτελεί το μέσο για να εξακριβωθεί κατά πόσον συγκεκριμένη μαρτυρία είναι νομικά αποδεκτή. Οτιδήποτε σχετικό πρέπει να αποδεικνύεται κατά τους ισχύοντες κανόνες του δικαίου της απόδειξης. Το Δικαστήριο κρίνει το θέμα της δεκτότητας, σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Δεν είναι επιτρεπτό να προσφύγει σε υλικό που αφορά την κύρια δίκη. Ένας λόγος γι΄ αυτό είναι ότι η κύρια μαρτυρία δεν έχει ακόμη ούτε είναι θεμιτό να τύχει αξιολόγησης στο στάδιο αυτό. Ένας άλλος είναι ότι οι μάρτυρες δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί ή συμπληρωθεί.″ Ως εκ των πιο πάνω η εν λόγω εισήγηση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Το παράπονο του κατηγορουμένου που άπτεται της θεληματικότητας των δηλώσεων του είναι πως ασκήθηκε σ΄ αυτόν ψυχολογική βία και πίεση από τα αστυνομικά όργανα, με κύριο μοχλό πίεσης την κακή κατάσταση της υγείας του πατέρα του. Αναρωτιέται κανείς, αν στόχος των Μ2 - Μ5 ήταν, είτε η ενοχοποίηση του κατηγορούμενου, ως κάποιες από τις θέσεις που υποβλήθηκαν από την υπεράσπιση στους μάρτυρες αποδίδουν στους τελευταίους, ή το αποτέλεσμα της παραπληροφόρησης τους από τον πληροφοριοδότη τους ως κάποιες άλλες θέσεις της υπεράσπισης που επίσης υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατά την αντεξέταση τους αποδίδουν στους τελευταίους ή ακόμα και η σε κάποιο, έστω και ελάχιστο βαθμό, χάλκευση της μαρτυρίας που κάποιες άλλες θέσεις της υπεράσπισης που επίσης υποβλήθηκαν στους μάρτυρες εισηγούνται, τότε γιατί οι εν λόγω μάρτυρες ανέμεναν μέχρι το τελικό στάδιο της έρευνας για να εκδηλώσουν τις καταλογιζόμενες σε αυτούς προθέσεις και δεν το έπραξαν νωρίτερα, εφόσον μάλιστα είχαν την ευκαιρία να το πράξουν νωρίτερα με την ανεύρεση μιας καθόλου ευκαταφρόνητης ποσότητας κοκαϊνης και αμέσως μετά της καφέ ουσίας στον κάλαθο των αχρήστων μπροστά στην είσοδο της οικίας. Ας μη ξεχνούμε ότι με την άφιξη του κατηγορούμενου στην Έμπα, υποδείχθηκε στον τελευταίο η ποσότητα της ανευρεθείσας κοκαϊνης και στη συνέχεια η καφέ ουσία που εντοπίσθηκε στην παρουσία του και ο κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη. Η υπεράσπιση υπεστήριξε πως οι πιο πάνω θέσεις της βρίσκουν έρεισμα και στο ότι σε καίρια σημεία οι γραπτές προς την αστυνομία καταθέσεις των Μ4 και Μ5 είναι πανομοιότυπες. Ο πανομοιότυπος τρόπος αφήγησης γεγονότων όντως συνιστά ουσιαστικό στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει, στην απουσία λογικής εξήγησης, στο συμπέρασμα για προσυνεννόηση των μαρτύρων με στόχο την ενοχοποίηση του κατηγορούμενου. Στην περίπτωση μας ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μια από τις βασικές θέσεις της υπεράσπισης ήταν και η θέση ότι οι μάρτυρες έπεσαν και οι ίδιοι θύμα παραπληροφόρησης από τον πληροφοριοδότη τους και όχι ότι οι μάρτυρες ενήργησαν με στόχο την παγίδευση του κατηγορούμενου, η υπεράσπιση δεν αρνείται ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις επίμαχες ενοχοποιητικές δηλώσεις εξού και η ένσταση που οδήγησε στην παρούσα διαδικασία. Είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέρα από κάθε λογική αμφιβολία της θεληματικότητα δηλώσεων παραδοχής και την ορθότητα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες αυτές έγιναν, προτού το περιεχόμενο τους επιτραπεί σαν μαρτυρία. Έχουμε εξετάσει τη μαρτυρία έχοντας υπόψη ότι κατά την αξιολόγηση της πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου. Αν οποιοδήποτε από τα πολλά επιλήψιμα στοιχεία που ισχυρίστηκε η υπεράσπιση δημιουργούσε στο Δικαστήριο την υποψία ότι μπορεί να συνέβηκε, τότε οι δηλώσεις δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές. Όμως δεν διατηρούμε αμφιβολία ότι οι επίμαχες δηλώσεις ήταν το προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησης του κατηγορούμενου που εκδηλώθηκε όταν αντελήφθηκε την πρόθεση των αστυνομικών να επεκτείνουν την έρευνα τους στο συγκεκριμένο χώρο. Η αποκάλυψη του σημείου που ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά οδήγησαν τον κατηγορούμενο με δικές του συνειδησιακές διεργασίες στην αποκρυστάλλωση απόφασης να προβεί στις επίμαχες προφορικές δηλώσεις. Αποδεχόμαστε ότι οι επίμαχες δηλώσεις - παραδοχές δόθηκαν κάτω από τις περιστάσεις που περιέγραψαν οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Κατά συνέπεια η ένσταση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. (Υπ.) ............ Α. Πασχαλίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Λ. Μάρκου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΜΠ Subject: Criminal/Assize Court/Interim (Αναφορά: Θεληματικότητα - δεκτότητα κατάθεσης). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.