← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιάννης Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 10120/07, 26 Μαΐου, 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιάννης Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 10120/07, 26 Μαΐου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10120/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Γιάννης Αντωνίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Μαΐου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη (στην εκφώνηση η κα Α. Σιαπανή) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Χατζηλοΐζου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά σοβαρό τροχαίο δυστύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 10.12.2006 στη Λεμεσό, κατά το οποίο ο Χρίστος Αλεξάνδρου, συνοδηγός στο αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, τραυματίστηκε θανάσιμα. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. 2η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος καθ'όν χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο (24 εκ. ενώ το όριο είναι 22 εκ.) κατά παράβαση των άρθρων 2,5,6,7,10 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 33(Ι)/2000. 3η Κατηγορία: Μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας (πέρασε με κόκκινο φως) κατά παράβαση του Καν. 58

(1)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του
  1. Με βάση το χειρισμό της υπόθεσης από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου και όσα αυτός εισηγήθηκε αγορεύοντας, η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι, όταν ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε απόσταση 20 περίπου μέτρων από τα φώτα τροχαίας της πορείας του, το φως άναψε κίτρινο και ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην επίδικη διασταύρωση με κίτρινο και όχι κόκκινο φως και με ταχύτητα 50 χ.α.ω., υπολογίζοντας ότι μπορούσε να περάσει τη διασταύρωση με ασφάλεια. Παραδεκτά γεγονότα Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την εκ συμφώνου κατάθεση, ως τεκμηρίων, διαφόρων εγγράφων και τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων ως ακολούθως: - Στις 10.12.2006 και περί ώραν 04:30 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο ΗΕΥ 421 στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' με δυτική κατεύθυνση. Είχε ως συνοδηγό τον Χρίστο Αλεξάνδρου («το θύμα») και συνεπιβάτη στο πίσω κάθισμα τον Δημήτρη Γιωργαλλή. - Κατά τον ίδιο χρόνο ο Βασίλης Βασιλείου οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΒΒ 673 στην οδό Αγ. Ιωάννη στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. - Στη διασταύρωση των πιο πάνω οδών τα δύο αναφερόμενα αυτοκίνητα συγκρούστηκαν με αποτέλεσμα το θύμα να τραυματιστεί θανάσιμα. - Το θύμα διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με ασθενοφόρο όπου εκδόθηκε σχετική βεβαίωση θανάτου. - Στις 10.12.06 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ο Δρ. Νικόλας Χαραλάμπους διενήργησε νεκροψία επί της σωρού του θύματος και διαπίστωσε ότι ο θάνατος προήλθε λόγω βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Δηλώθηκε επιπλέον ως παραδεκτό γεγονός ότι τα φώτα τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση τοποθετήθηκαν από την αρμόδια αρχή, ήτοι τα Δημόσια Έργα. Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε 12 μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 2738 Μάριο Ματθαίου (Μ.Κ.1), τον Αστυφύλακα 1685 Χαράλαμπο Ξενοφώντος (Μ.Κ.2), τον Λοχία 807 Ανδρέα Χατζίκκο (Μ.Κ.3), τον κ. Φίλιππο Μούζουρο (Μ.Κ. 4), τον Αστυφύλακα 133 Παναγιώτη Σοφοκλέους (Μ.Κ. 5), τον Αστυφύλακα 2236 Κωνσταντίνο Λοϊζου (Μ.Κ. 6), τον Λοχία 4531 Νικόλα Κουσεττή (Μ.Κ. 7), τον Αστυφύλακα 1610 Αντώνη Μενελάου (Μ.Κ. 8), τον Αστυφύλακα 2329 Νικόλα Πολυκάρπου (Μ.Κ. 9), τον κ. Βασίλη Βασιλείου (Μ.Κ. 10), τον κ. Χρήστο Ιωάννου (Μ.Κ. 11) και τον κ. Δημήτρη Κυπριανού (Μ.Κ. 12). Θα αναφερθώ πιο κάτω κυρίως στα σημεία της μαρτυρίας τα οποία αποβαίνουν ουσιώδη. Ο Μ.Κ.1, ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού, κατέθεσε ότι μετέβη στη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος μαζί με τον Μ.Κ. 6 δέκα λεπτά μετά που επεσυνέβη. Βρήκε τα δύο ενεχόμενα οχήματα στην τελική τους θέση, ενώ στη σκηνή βρισκόταν ήδη πυροσβεστική και ασθενοφόρο. Το θύμα ήταν βαριά τραυματισμένο και εγκλωβισμένο στο αυτοκίνητο, το οποίο ήταν γερμένο στο αριστερό του πλευρό. Ενημερώθηκε ο Μ.Κ. 3 ο οποίος κατέφθασε και ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ. 1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής και των ενεχόμενων οχημάτων, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 και βοήθησε τον Μ.Κ. 3 στη διενέργεια μετρήσεων για την ετοιμασία πρόχειρου σχεδίου. Ο Μ.Κ. 2, ο οποίος επίσης υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού, κατέθεσε ότι στις 25.2.2007 και ώραν 15:50 μετέβη μαζί με τον Μ.Κ. 3 στο μπαλκόνι της οικίας του Μ.Κ. 11, το οποίο βρίσκεται στον 1ο όροφο πολυκατοικίας στη δυτική πλευρά της οδού Γ. Αβέρωφ, βορειότερα των φώτων τροχαίας της επίδικης διασταύρωσης. Από το μπαλκόνι και καθ' υπόδειξιν του Μ.Κ. 11, ο Μ.Κ. 2 έλαβε αριθμό φωτογραφιών προς τη διασταύρωση, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Το μπαλκόνι αυτό απέχει περίπου 120μ. από τη Λεωφ. Μακαρίου και σύμφωνα με τον Μ.Κ. 2 από το μπαλκόνι φαίνεται η οδός Γ. Αβέρωφ μέχρι και τα φώτα της επίδικης διασταύρωσης. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Κ. 2 κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει ποια είναι η ορατότητα από το μπαλκόνι κατά τη διάρκεια της νύκτας και ότι αν κάποιος βρίσκεται στη δεξιά γωνία/άκρη του μπαλκονιού ή λίγο μέσα από το μπαλκόνι, δεν υπάρχει καθόλου ορατότητα προς τη διασταύρωση. Ο Μ.Κ. 3, εξεταστής της υπόθεσης, κατέθεσε ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος, προέβη στις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και έλεγξε τη λειτουργία των φώτων τροχαίας, διαπιστώνοντας ότι λειτουργούσαν κανονικά. Σε μεταγενέστερο στάδιο έλεγξε μηχανικά τα δύο ενεχόμενα οχήματα και διαπίστωσε ότι λειτουργούσαν κανονικά. Όσον αφορά τις κύριες και άμεσες ζημιές, το αριστερό εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου υπέστη πίεση προς τα πίσω, ενώ το πίσω αριστερό φτερό υπέστη πίεση προς τα μέσα. Το δεξιό εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του άλλου εμπλεκόμενου οδηγού (Μ.Κ. 10) υπέστη πίεση προς τα αριστερά, ενώ το πίσω δεξί φτερό, φανάρι και προφυλακτήρας υπέστησαν πίεση προς τα μέσα. Ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε επιπλέον ότι στις 25.2.2007 το απόγευμα μετέβη μαζί με τον Μ.Κ. 2 στον 1ο όροφο της πολυκατοικίας που ανέφερε ο Μ.Κ. 2, όπου ο Μ.Κ. 11 του υπέδειξε σημείο στο μπαλκόνι απ' όπου είδε τη σκηνή του δυστυχήματος. Επιπλέον, ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 το σχέδιο επί κλίμακας της σκηνής το οποίο ετοίμασε βάσει του προχείρου και επεξήγησε τα όσα απεικονίζει. Ο Κατηγορούμενος του υπέδειξε το σημείο όπου βρισκόταν όταν αντιλήφθηκε ότι το φως στην πορεία του ήταν κίτρινο, περίπου 20-25 μέτρα πριν από το Αλτ της πορείας του. Το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου στην τελική του θέση μετά το δυστύχημα ήταν γερμένο στην αριστερή του πλευρά. Το σημείο σύγκρουσης «Χ» τοποθετήθηκε στο σχέδιο βάσει των εκδορών και λαδιών στην άσφαλτο. Σύμφωνα με τον Μ.Κ. 3 ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Η ορατότητα στην πορεία του Κατηγορουμένου ευθεία ήταν καλή, αλλά προς την πορεία του άλλου ενεχόμενου οδηγού (νότια της διασταύρωσης) υπήρχε ορατότητα μόνο όταν πλησιάσει πολύ τα φώτα τροχαίας. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με την ορατότητα ενός οδηγού με πορεία ως ο Μ.Κ. 10 προς την πορεία του Κατηγορουμένου. Διαγώνια, η ορατότητα και των δύο οδηγών προς την πορεία του άλλου είναι, σύμφωνα με τον Μ.Κ. 3, περίπου 20-25μ. Το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων «Χ» απέχει περίπου 15 μέτρα από τη γραμμή του Αλτ τόσο της πορείας του Κατηγορουμένου όσο και της πορείας του Μ.Κ.
  3. Ο Μ.Κ. 4 είναι Ανώτερος Τεχνικός στο Τμήμα Δημοσίων Έργων στον κλάδο κυκλοφοριακών μελετών, όπου η εργασία του είναι ο προγραμματισμός των φώτων τροχαίας σε όλες τις πόλεις. Η μαρτυρία του αφορούσε τη λειτουργία των φώτων τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση και κατέθεσε σχετικό Πίνακα ως Τεκμήριο
  4. Ειδικότερα, ο Μ.Κ.4 κατέθεσε ότι την ημέρα και ώρα του δυστυχήματος τα φώτα τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση λειτουργούσαν σε 2 στάδια, τα οποία και επεξήγησε λεπτομερώς. Διευκρίνισε ότι το πράσινο φως στη Λεωφ. Μακαρίου με δυτική κατεύθυνση (δηλαδή ως η πορεία του Κατηγορουμένου) διαρκεί 24΄΄ ενώ με ανατολική κατεύθυνση διαρκεί 23΄΄. Όταν το φως είναι πράσινο στη Μακαρίου και στις δύο κατευθύνσεις, στις οδούς Αγ. Ιωάννη και Γ. Αβέρωφ είναι κόκκινο. Την ώρα του δυστυχήματος, το πράσινο βέλος στην πορεία του Κατηγορουμένου για δεξιά στροφή δεν λειτουργούσε λόγω μειωμένης κίνησης κατά την ώρα εκείνη. Το πράσινο φως στις οδούς Αγ. Ιωάννη και Γ. Αβέρωφ ανάβει και σβήνει ταυτόχρονα και διαρκεί 10΄΄ οπόταν είναι κόκκινο στη Μακαρίου. Το κίτρινο στην πορεία του Κατηγορουμένου διαρκεί 3΄΄ πριν ανάψει το κόκκινο και υπάρχει «χρόνος ασφαλείας» στην πορεία του Κατηγορουμένου 5΄΄ και στην πορεία του Μ.Κ. 10 6΄΄. Ο Μ.Κ. 4 εξήγησε επιπλέον ότι το σύστημα δεν επιτρέπει το λανθασμένο και επικίνδυνο προγραμματισμό της λειτουργίας των φώτων τροχαίας, για παράδειγμα να ανάβει το κίτρινο ή το πράσινο ταυτόχρονα σε όλες τις κατευθύνσεις. Αν διακοπεί το ρεύμα, τα φώτα θα επανέλθουν σε λειτουργία με ακριβώς τον ίδιο τρόπο ως πριν τη διακοπή μόλις επανέλθει το ρεύμα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για νέο προγραμματισμό. Ο Μ.Κ. 5 είχε επισκεφθεί τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος 5 λεπτά μετά που επεσυνέβη, καθότι η διασταύρωση είναι πολύ πλησίον του Σταθμού όπου υπηρετούσε. Ο Μ.Κ. 10 του ανέφερε ότι εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως και ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε με κόκκινο με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Κάποιοι παρευρισκόμενοι επιβεβαίωσαν τη θέση αυτή, αλλά αρνήθηκαν να δώσουν τα στοιχεία τους ή να προβούν σε καταθέσεις. Ο Μ.Κ. 5 κατέθεσε επιπλέον ότι τα φώτα λειτουργούσαν κανονικά όταν πήγε στη σκηνή και δεν είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση ότι δεν λειτουργούσαν την ώρα του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ. 6 μετέβη στη σκηνή μαζί με τον Μ.Κ. 1 και υπέβαλε τους δύο οδηγούς σε προκαταρκτική εξέταση αλκοτέστ. Η εξέταση του Μ.Κ. 10 παρείχε ένδειξη 14mg, ενώ του Κατηγορουμένου 42mg. Επειδή η ένδειξη του Κατηγορουμένου ήταν πάνω από το όριο των 22 mg, ο Μ.Κ. 6 τον οδήγησε στην Τροχαία Λεμεσού όπου στις 05:44 τον υπέβαλε σε τελική εξέταση αλκοτέστ με τη συσκευή με αρ. CO 632, με ένδειξη 24mg και στα δύο δείγματα εκπνοής που παρέσχε ο Κατηγορούμενος. Το έντυπο που εκδόθηκε από τη συσκευή αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι τραυματίστηκε από το δυστύχημα και ήθελε να μεταβεί στο νοσοκομείο όπου και τον μετέφερε. Σημειώνω ότι κατά την προφορική του μαρτυρία ο Μ.Κ. 6 επεξήγησε τον τρόπο που λειτουργεί τόσο η συσκευή του προκαταρκτικού ελέγχου όσο και του τελικού και τις σχετικές ενέργειές του για να διαπιστώσει ότι λειτουργούσε κανονικά. Ανέφερε επιπλέον ότι έχει την απαιτούμενη άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας για τη χρήση συσκευών αλκοτέστ. Ο Μ.Κ. 7 υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού και είναι υπεύθυνος του Τμήματος Οδικής Ασφάλειας. Ανάμεσα στα καθήκοντά του είναι ο έλεγχος της καλής λειτουργίας των συσκευών αλκοτέστ. Αν διαπιστωθεί βλάβη, ενημερώνεται τεχνικός και τα αποτελέσματα των τεχνικών ελέγχων καταγράφονται σε ειδικό Μητρώο Τεχνικού Ελέγχου Συσκευών Αλκοτέστ. Ο Μ.Κ. 7 κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 τη σελίδα από το Μητρώο που αφορά τον επίδικο χρόνο και την επίδικη συσκευή τελικής εξέτασης CO
  6. Ο Μ.Κ. 8 κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Δ του Αρχηγείου Αστυνομίας και ήταν τεχνικός, υπεύθυνος για τη συντήρηση και τεχνική υποστήριξη των ηλεκτρονικών μέσων που διαθέτει η Αστυνομία, συμπεριλαμβανομένων των συσκευών αλκοτέστ. Εκπαιδεύτηκε σε διάφορα εργοστάσια κατασκευής των συσκευών και κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 σχετικό πιστοποιητικό από τη Βρετανική εταιρεία κατασκευής του τελευταίου μοντέλου μάρκας Lion που χρησιμοποιεί η Αστυνομία. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια 21 και 22 Πιστοποιητικά του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, με βάση τα οποία πιστοποιείται ότι η συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης αλκοόλης με αρ. 2148 και η συσκευή τελικής εξέτασης αλκοόλης CO 632 (που χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα υπόθεση) πληρούν τα σχετικά πρότυπα που αναφέρονται στα σχετικά Υπουργικά Διατάγματα ως έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα. Ο Μ.Κ. 8 ανέφερε επιπλέον ότι, όπως καταδεικνύεται από τις υπογραφές του στο Τεκμήριο 19, στις 2.11.2006 προέβη σε έλεγχο ακριβείας της συσκευής CO 632 και ήταν εντός των αποδεκτών πλαισίων και επεξήγησε τον τρόπο διενέργειας του ελέγχου αυτού. Περιέγραψε επιπλέον τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί ο χειριστής της συσκευής κατά τη λήψη δείγματος εκπνοής και ανέλυσε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18, σύμφωνα με το οποίο βεβαιώνεται ότι η συσκευή CO 632 κατά τον επίδικο χρόνο διενήργησε αυτοέλεγχο ακριβείας και βρισκόταν εντός των αποδεκτών πλαισίων, ενώ τα δύο δείγματα εκπνοής του Κατηγορουμένου έδειξαν 24mg. Ο Μ.Κ. 9 υπηρετεί στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών του Τμήματος Δ του Αρχηγείου Αστυνομίας από το 2000, όπου τα καθήκοντά του είναι ο έλεγχος, η επιδιόρθωση και η συντήρηση των συσκευών ανίχνευσης αλκοόλης προκαταρκτικού και τελικού ελέγχου που διαθέτει η Αστυνομία. Κάθε δύο μήνες διενεργεί έλεγχο όλων των συσκευών ανά το Παγκύπριο. Εκπαιδεύτηκε σε σχέση με τις συσκευές μάρκας Lion στο εργοστάσιο της κατασκευάστριας εταιρείας στην Ουαλία και παρουσίασε σχετικά πιστοποιητικά (Τεκμήρια 23 και 24). Ο Μ.Κ. 9 κατέθεσε ότι, όπως καταδεικνύει το Τεκμήριο 19, στις 12.12.2006 διενήργησε έλεγχο ακριβείας στη συσκευή CO 632 μέσω του λογισμικού και διαπίστωσε ότι η ακρίβεια της συσκευής ήταν εντός των επιτρεπτών ορίων. Ανέφερε επιπλέον ότι μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί βλάβη στο λογισμικό της συσκευής ούτως ώστε να χρειαστεί επιδιόρθωση από την κατασκευάστρια. Ο Μ.Κ. 10, 26 ετών, ήταν ο άλλος εμπλεκόμενος στο δυστύχημα οδηγός. Η εκδοχή του Μ.Κ. 10 για το δυστύχημα ήταν ότι κατά τον επίδικο χρόνο επέστρεφε στο σπίτι μετά από διασκέδαση με φίλους σε νυκτερινό κέντρο. Οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αρ. εγγραφής ΕΒΒ 673 βόρεια στην οδό Αγίου Ιωάννη με ταχύτητα περίπου 50 χ.α.ω. με σκοπό να συνεχίσει ευθεία πορεία προς την οδό Γ. Αβέρωφ. Όταν πλησίασε την επίδικη διασταύρωση, ελάττωσε ταχύτητα (40-45 χ.α.ω.) και σε απόσταση 20-30 μέτρων περίπου είδε ότι το φως στην πορεία του ήταν πράσινο στρογγυλό. Εισήλθε στη διασταύρωση κοιτάζοντας μόνο μπροστά του και σε ένα σημείο λίγο πριν το κέντρο της διασταύρωσης είδε λοξά δεξιά του κάτι σαν φως αρχικά και μετά «ένα πράγμα άσπρο». Σε κλάσματα δευτερολέπτου αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για αυτοκίνητο και έγειρε το κεφάλι προς τα αριστερά - δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Αμέσως αισθάνθηκε κτύπημα στο αυτοκίνητο στη δεξιά μπροστινή μεριά και το αυτοκίνητό του κινήθηκε αριστερά. Ακολούθως ένιωσε δεύτερο κτύπημα, στο πίσω δεξιό μέρος. Το αυτοκίνητό του σύρθηκε ακυβέρνητο λίγα μέτρα δυτικά και ακινητοποιήθηκε. Ήταν επιπλέον η θέση του Μ.Κ. 10 ότι ένας νεαρός που βρισκόταν στη σκηνή έτρεξε και κάλεσε την Αστυνομία και τους ανέφερε ότι είχε δει το δυστύχημα και ειδικότερα τον Κατηγορούμενο να περνά με κόκκινο φως. Κατέθεσε επίσης ότι τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά μετά το δυστύχημα. Ο Μ.Κ. 11, 31 ετών, οδηγός σε πιτσαρία, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία τη μέρα του δυστυχήματος, στην οποία αναφέρει ότι στις 02:10 είχε μεταβεί στο διαμέρισμα μίας φίλης του ονόματι Ελένη στην οδό Ρέμπραντ 2 στον πρώτο όροφο, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 200 μέτρων περίπου από την επίδικη διασταύρωση. Γύρω στις 04:00 άκουσαν ένα θόρυβο έξω και βγήκαν μαζί στο μπαλκόνι να ελέγξουν, καθότι ένα μήνα προηγουμένως το όχημα της Ελένης είχε υποστεί κακόβουλο εμπρησμό. Διαπίστωσαν ότι δεν ήταν κάτι το ύποπτο, αλλά παρέμειναν στο μπαλκόνι για να καπνίσουν. Ο Μ.Κ. 11 αναφέρει επιπλέον στην κατάθεσή του ότι από το μπαλκόνι είχε διαγώνια οπτική επαφή της μισής διασταύρωσης από δυτικά προς ανατολικά και μπορούσε να βλέπει πολύ καλά τα φώτα τροχαίας στη συμβολή της Μακαρίου με τη Γ. Αβέρωφ στη βόρεια πλευρά. Επιπλέον, έβλεπε τα φώτα στη Μακαρίου έξω από το πρατήριο βενζίνης. Καθώς έβλεπε προς τα φώτα τροχαίας, άκουσε θόρυβο που προερχόταν από αυτοκίνητο και αντιλήφθηκε ότι εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς να γνωρίζει από πού ερχόταν. Το φως ήταν κόκκινο για τους οδηγούς στη Μακαρίου και πράσινο για τους οδηγούς που κατευθύνονταν από τη Γ. Αβέρωφ προς τη διασταύρωση. Ακολούθως είδε τα φώτα ενός αυτοκινήτου το οποίο ερχόταν από την οδό Αγ. Ιωάννη με βόρεια κατεύθυνση. Στη συνέχεια είδε ένα άσπρο τζιπ να εισέρχεται στη διασταύρωση με ιλιγγιώδη ταχύτητα και κόκκινο φως με δυτική κατεύθυνση στη Λεωφ. Μακαρίου. Στην άλλη πορεία το φως ήταν πράσινο. Μόλις βγήκε από την οπτική του γωνία το τζιπ, ο Μ.Κ. 11 άκουσε έναν πολύ δυνατό θόρυβο και αντιλήφθηκε ότι έγινε δυστύχημα στη διασταύρωση. Αμέσως μετέβη στο μέρος και βρήκε τα εμπλεκόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις, καθώς και το φίλο του Βασίλη (Μ.Κ.10), ο οποίος προφανώς ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου που εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο φως. Είδε επίσης ένα άλλο άτομο (τον Κατηγορούμενο) έξω από το τζιπ να συνομιλεί με το συνοδηγό στο τζιπ. Κατά την προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο, ο Μ.Κ. 11 πρόσθεσε ότι το διαμέρισμα ήταν της αρραβωνιαστικιάς του και ότι διέμενε και ο ίδιος εκεί. Ανέφερε ότι είδε ότι το φως ήταν κόκκινο στη Λεωφ. Μακαρίου από την αντανάκλαση του φωτός και διευκρίνισε ότι δεν είχε οπτική επαφή με τη Λεωφ. Μακαρίου με δυτική κατεύθυνση (δηλαδή την πορεία του Κατηγορουμένου). Κατέθεσε επιπλέον ότι βγήκε στο μπαλκόνι δύο φορές - πρώτα στις 02:00 όταν άκουσε θόρυβο και διαπίστωσε ότι δεν ήταν κάτι ύποπτο και ακολούθως στις 04:10 όταν άκουσε θόρυβο από αυτοκίνητο, το οποίο εκινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα και έτυχε να ήταν ακόμη ξύπνιος. Η Ελένη δεν ήταν στο μπαλκόνι όταν συνέβη το δυστύχημα, καθότι είχε μπει μέσα όταν βεβαιώθηκε ότι ο θόρυβος που άκουσαν δεν ήταν κάτι ύποπτο. Ανέφερε περαιτέρω ότι είδε το άσπρο αυτοκίνητο, αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει τον τύπο του οχήματος. Ο Μ.Κ. 12, 46 ετών, υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία τη μέρα του δυστυχήματος, στην οποία αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο εκινείτο με το αυτοκίνητό του στη Λεωφ. Μακαρίου με δυτική κατεύθυνση. Σταμάτησε στο κόκκινο φως στη διασταύρωση της Μακαρίου με την οδό Αγίας Σοφίας, λίγο πριν από την επίδικη διασταύρωση. Όταν άναψε το πράσινο στην πορεία του, είδε ότι το φως στην επίδικη διασταύρωση πιο μπροστά ήταν κόκκινο. Εκκίνησε για να κατευθυνθεί προς την επίδικη διασταύρωση και αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, το οποίο προπορευόταν σε αρκετή απόσταση, να εισέρχεται στην επίδικη διασταύρωση με κόκκινο φως. Μόλις εισήλθε ο Κατηγορούμενος, ο Μ.Κ. 12 αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του Μ.Κ. 10 να κατευθύνεται από νότια προς βόρεια και να συγκρούεται βίαια με το άλλο αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ. 12 παρέμεινε στη σκηνή μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας, στην οποία ανέφερε τι είχε συμβεί. Κατά την προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο, ο Μ.Κ. 12 κατέθεσε ότι αρχικά το φως στην πορεία του Κατηγορουμένου ήταν πράσινο και ακολούθως, όταν ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε απόσταση 20-30 μέτρων από τα φώτα τροχαίας, έγινε κίτρινο. Λόγω της ταχύτητας με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, ο τελευταίος δεν μπορούσε να σταματήσει και πέρασε τη γραμμή του Αλτ τη στιγμή που το φως άλλαξε σε κόκκινο. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Δεν κλήθηκαν οποιοιδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Στη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος, 27 ετών, υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων που είχε δώσει στην Αστυνομία αμέσως μετά το δυστύχημα. Στην πρώτη κατάθεση (Τεκμήριο 7) αναφέρει ότι καθώς πλησίαζε τη διασταύρωση σε απόσταση περίπου 20 μέτρων, το φως ήταν κίτρινο. Πήγε να περάσει τη διασταύρωση και ήρθε ένα αυτοκίνητο από τα αριστερά και συγκρούστηκαν. Στη δεύτερη κατάθεση (Τεκμήριο 8) αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο επέστρεφε στο χωριό του μετά από διασκέδαση σε διάφορα νυκτερινά κέντρα, όπου είχε καταναλώσει κάποια ποτά, με συνοδηγό το θύμα και έναν επιβάτη στο πίσω κάθισμα. Καθώς εκινείτο στη Λεωφ. Μακαρίου με δυτική κατεύθυνση και ταχύτητα γύρω στα 50 χ.α.ω., το φως στην πορεία του ήταν πράσινο. Όταν πλησίασε τα φώτα τροχαίας, άναψε κίτρινο, αλλά δεν θυμόταν σε πόση απόσταση. Υπολόγισε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει και συνέχισε με την ίδια ταχύτητα. Καθώς οδηγούσε συνομιλούσε με το θύμα και έβλεπε την πορεία του. Την ώρα που εισήλθε στη διασταύρωση και χωρίς να έχει δει άλλο όχημα, άκουσε ένα θόρυβο και αισθάνθηκε το κτύπημα, χωρίς να αντιληφθεί τι ακριβώς είχε συμβεί. Πριν το δυστύχημα τηρούσε την αριστερή λωρίδα για ευθεία πορεία και δεν υπήρχε τροχαία κίνηση. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι το φως όταν εισήλθε στη διασταύρωση εξακολουθούσε να ήταν κίτρινο και ότι τα φώτα λειτουργούσαν κανονικά. Δεν αμφισβήτησε την ένδειξη 24mg του αλκοτέστ, καθότι είχε πιει 2-3 ποτά, αλλά δεν ένιωθε μεθυσμένος ή ανίκανος να οδηγήσει. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Οι αστυνομικοί Μ.Κ. 1,2,5 και 6 μου δημιούργησαν την εντύπωση προσώπων που εκτελούν με επάρκεια και αντικειμενικότητα τα καθήκοντά τους. Ο καθένας τους ασχολήθηκε με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο με τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, είτε φωτογραφίζοντας τη σκηνή και τα οχήματα, είτε βοηθώντας στη διενέργεια μετρήσεων, είτε φωτογραφίζοντας τη θέα από το μπαλκόνι, από το οποίο ισχυρίστηκε ο Μ.Κ. 11 ότι παρακολουθούσε την επίδικη διασταύρωση κατά τον επίδικο χρόνο κ.ο.κ. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία τους και ειδικότερα σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί ο καθένας χωριστά. Ο εξεταστής της υπόθεσης Μ.Κ.3 επίσης μου δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση, καθότι κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και αποδέχομαι τα ευρήματά του από τη σκηνή του δυστυχήματος, την ορθότητα των μετρήσεων που διενήργησε και το περιεχόμενο του σχεδίου επί κλίμακας, καθώς και τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη διερεύνηση του δυστυχήματος. Άλλωστε η μαρτυρία του και ειδικότερα το σχέδιο δεν αμφισβητήθηκαν ουσιαστικά από την Υπεράσπιση. Όσον αφορά το συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ο Μ.Κ.1 ως Τεκμήριο 7, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει Νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος[1]. Ο Μ.Κ. 4 ήταν ένας αντικειμενικός μάρτυρας και μου προκάλεσε άριστη εντύπωση. Η μαρτυρία του αφορούσε αποκλειστικά τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση και δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την Υπεράσπιση. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Η μαρτυρία των Μ.Κ. 6,7,8 και 9 αφορούσε την κατηγορία 2 (αλκοόλη). Ο Μ.Κ. 6 διενήργησε τόσο τον προκαταρκτικό όσο και τον τελικό έλεγχο αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορουμένου. Πέραν του ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δήλωσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν αμφισβητεί την ένδειξη 24mg, καθότι πράγματι είχε καταναλώσει κάποια ποτά πριν το δυστύχημα, ο μάρτυρας αυτός επεξήγησε δεόντως τον τρόπο λειτουργίας των συσκευών που χρησιμοποίησε και τις δικές του ενέργειες. Οι Μ.Κ. 7,8 και 9 κατέθεσαν σε σχέση με τον τρόπο χειρισμού και λειτουργίας των συσκευών και τον έλεγχο ακριβείας και κατέθεσαν σχετικά πιστοποιητικά. Κατατέθηκε επίσης αντίγραφο της σελίδας του Μητρώου Τεχνικού Ελέγχου Συσκευών Αλκοτέστ, όπου καταγράφηκαν τα δεδομένα των τεχνικών ελέγχων της συσκευής τελικού ελέγχου C0 632 τόσο πριν την επίδικη καταγγελία όσο και μετά. Οι μάρτυρες αυτοί, και ειδικότερα οι Μ.Κ. 8 και 9, μου δημιούργησαν εξαιρετική εντύπωση, καθότι κατέθεσαν με τρόπο εμπεριστατωμένο και ακριβή σε σχέση με τη λειτουργία και έλεγχο της συσκευής τελικού ελέγχου και εκπαιδεύτηκαν προς τούτο και οι δύο από την κατασκευάστρια εταιρεία στο Ηνωμένο Βασίλειο (Τεκμήρια 20,23 και 24). Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι κλονίστηκαν ή αντικρούστηκαν σε οποιοδήποτε σημείο. Τόσο τα προσόντα των μαρτύρων αυτών και ειδικότερα για τη διενέργεια τεχνικών ελέγχων για την εξακρίβωση της ακρίβειας της συσκευής, όσο και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσαν, δεν αμφισβητηθήκαν ουσιαστικά από την Υπεράσπιση. Ούτε και αμφισβητήθηκε η ακρίβεια της ένδειξης της συσκευής τελικού ελέγχου αλκοόλης κατά τον επίδικο χρόνο. Επιπλέον, σημειώνω ότι τα όσα ανέφεραν όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας σε σχέση με τον ορθό τρόπο χειρισμού και λειτουργίας συνάδουν απόλυτα μεταξύ τους. Συνεπώς δεν έχω τον παραμικρό δισταγμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία τους ως έγκυρη. Ο Μ.Κ. 10 μου δημιούργησε τη σαφέστατη εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να καταδείξει ότι ο ίδιος πέρασε με πράσινο φως. Η προσπάθειά του αυτή αποκαλύφθηκε από τον τρόπο με τον οποίο επέμεινε (ιδιαίτερα στη γραπτή του κατάθεση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του) ότι σε κάθε στάδιο της διαδρομής του - από τη στιγμή που πλησίαζε την επίδικη διασταύρωση μέχρι και τη στιγμή που αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου αμέσως πριν τη σύγκρουση - συνεχώς έλεγχε τα φώτα τροχαίας και διαπίστωνε ότι ήταν πράσινο στην πορεία του. Το θεωρώ κάπως υπερβολικό να ισχυρίζεται ότι ακόμη και τη στιγμή που έγειρε το κεφάλι του αριστερά, προφανώς εν αναμονή της σύγκρουσης, κοίταξε ταυτόχρονα προς τα φώτα τροχαίας και είδε ότι ήταν ακόμη πράσινο το φως, ειδικά εν όψει της αναφοράς του ιδίου ότι όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αυτό όμως που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι το γεγονός ότι ο Μ.Κ. 10, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις κατά την αντεξέταση σε σχέση με τους φίλους του που μετέβησαν στη σκηνή, απέφυγε επιμελώς να αναφερθεί στην υποτιθέμενη παρουσία του Μ.Κ. 11 στη σκηνή, προφανώς σε μία ανεπιτυχή προσπάθεια να αφήσει να νοηθεί ότι πρόκειται για ανεξάρτητο αυτόπτη μάρτυρα και όχι φίλο του. Ανέφερε μόνο κάποιο άγνωστό του νεαρό, ο οποίος του ανέφερε ότι είδε τον Κατηγορούμενο να περνά με κόκκινο, καθώς και κάποιο φίλο του στον οποίο ο ίδιος τηλεφώνησε για να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο. Ακολούθως, διαφοροποίησε τη μαρτυρία του, αναφέροντας ότι μετέβη στη σκηνή ο αδελφός του και δύο άλλοι φίλοι του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι θα ήταν επισφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ. 10 σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ. 11 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας και θεωρώ ότι δεν υπήρξε ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' αρχάς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητος, καθότι είναι φίλος του Μ.Κ.
  1. Σε καμία περίπτωση δεν με έπεισε ότι βρισκόταν στο μπαλκόνι διαμερίσματος πλησίον της επίδικης διασταύρωσης κατά τον επίδικο χρόνο και η μαρτυρία του φάνηκε να ήταν προσχεδιασμένη και προσυνεννοημένη με το φίλο του, Μ.Κ. 10, σε μια ατυχή προσπάθεια να ενισχύσουν τη θέση ότι ο Μ.Κ. 10 πέρασε με πράσινο φως. Αυτό διαφάνηκε όχι μόνο από τον τρόπο που απαντούσε, αλλά και από το πλήθος των αντιφάσεων στις οποίες περιέπεσε ο Μ.Κ.
  2. Για παράδειγμα, στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ανέφερε ότι βγήκε στο μπαλκόνι με τη φίλη του Ελένη μόνο μία φορά, γύρω στις 04:00 (επειδή άκουσαν ύποπτο θόρυβο που δεν είχε σχέση με το δυστύχημα) και ότι λίγα λεπτά αργότερα, καθώς κάπνιζε και κοίταζε προς την επίδικη διασταύρωση, άκουσε το θόρυβο ενός αυτοκινήτου και συνέχισε να παρακολουθεί τη διασταύρωση μέχρι να συμβεί το δυστύχημα. Προφορικά, όμως, ισχυρίστηκε κάτι εντελώς διαφορετικό - ότι εξήλθε στο μπαλκόνι λόγω του ύποπτου θορύβου που δεν είχε σχέση με το δυστύχημα μαζί με την Ελένη στις 02:10 και ότι εξήλθε στο μπαλκόνι για δεύτερη φορά, δύο ώρες αργότερα, επειδή άκουσε θόρυβο από αυτοκίνητο το οποίο εκινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα και για το λόγο αυτό κοίταξε προς την επίδικη διασταύρωση. Πέραν της φανερής αντίφασης, το θεωρώ κάπως απίθανο να άκουσε θόρυβο από αυτοκίνητο το οποίο εκινείτο με τέτοια ταχύτητα και να πρόλαβε να εξέλθει στο μπαλκόνι, να αντιληφθεί τα φώτα του αυτοκινήτου του Μ.Κ. 10 από την οδό Αγ. Ιωάννη και ακολούθως το τζιπ του Κατηγορουμένου να περνάει τα φώτα με κόκκινο. Επιπλέον, ενώ αρχικά ανέφερε ότι στο διαμέρισμα διέμενε μια φίλη του Ελένη της οποίας δεν θυμόταν το επίθετο, ακολούθως δήλωσε ότι πρόκειται για την αρραβωνιαστικιά του, της οποίας βεβαίως και γνωρίζει το επίθετο και ότι διέμενε και ο ίδιος στο εν λόγω διαμέρισμα. Περαιτέρω, ενώ αρχικά ανέφερε ότι αντιλήφθηκε ένα άσπρο όχημα τύπου τζιπ να περνά με κόκκινο φως, ακολούθως δήλωσε ότι δεν μπορούσε να διακρίνει τον τύπο του οχήματος από το μπαλκόνι. Σημειώνω επίσης το γεγονός ότι προσπάθησε να δικαιολογήσει τις αναφορές του ότι αντιλήφθηκε το κόκκινο φως στην πορεία του Κατηγορουμένου, παρά το ότι δεν είχε ορατότητα προς την εν λόγω όψη του φωτεινού σηματοδότη, με την παράλογη δήλωση ότι διέκρινε το κόκκινο από την αντανάκλαση του χρώματος. Τονίζω περαιτέρω το γεγονός ότι, όπως διαφαίνεται εμφανώς από τις φωτογραφίες Τεκμήριο 5 οι οποίες λήφθηκαν από το εν λόγω μπαλκόνι, η ορατότητα του Μ.Κ. 11 προς την επίδικη διασταύρωση ήταν πολύ περιορισμένη λόγω της απόστασης και της οπτικής γωνίας. Επιπλέον, ο Μ.Κ. 11 δηλώνει στην κατάθεσή του ότι ο Μ.Κ. 10 του είπε ότι ο Κατηγορούμενος πέρασε με κόκκινο. Εάν πράγματι είχε αντιληφθεί ο ίδιος προσωπικά το δυστύχημα και το χρώμα των φώτων στις πορείες των οδηγών, όπως ισχυρίστηκε, δεν θα χρειαζόταν τον Μ.Κ. 10 να τον πληροφορήσει περί τούτου. Συνεπώς κρίνω ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να αποδεχθώ τη μαρτυρία του Μ.Κ. 11 ως αληθινή. Ο Μ.Κ. 12, για λόγους άγνωστους προς το Δικαστήριο, παρά το ότι κατά την κυρίως εξέταση υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, κατά την αντεξέταση διαφοροποίησε ουσιαστικά τη θέση του με τέτοιο τρόπο ώστε να μη συγκρούεται με τη θέση του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, ενώ στη γραπτή του κατάθεση, η οποία δόθηκε μόλις δύο ώρες μετά το δυστύχημα, αναφέρει ξεκάθαρα και απερίφραστα ότι το φως στην πορεία του Κατηγορουμένου ήταν κόκκινο καθόλη τη διάρκεια που το κοίταζε και ο Κατηγορούμενος εισήλθε στη διασταύρωση με κόκκινο, κατά την αντεξέταση δήλωσε ότι αρχικά το φως ήταν πράσινο, άλλαξε σε κίτρινο όταν ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε απόσταση 20-30 μέτρων από τα φώτα τροχαίας και ακολούθως άλλαξε σε κόκκινο μόνο καθώς ο Κατηγορούμενος περνούσε πάνω από τη γραμμή του Αλτ. Επιπλέον, ενώ επέμεινε ότι ήταν αδύνατο για τον Κατηγορούμενο να σταματήσει στο Αλτ της πορείας του όταν το φως έγινε κίτρινο, απέφευγε πεισματικά να περιγράψει με οποιοδήποτε τρόπο την εν λόγω ταχύτητα, ενδεχομένως για να μην παραδεχθεί ότι επρόκειτο για αυξημένη ταχύτητα. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε από την Κ.Α. να κηρυχθεί ο μάρτυρας αυτός εχθρικός στα πλαίσια του Κεφ.
  3. Εν τούτοις, κρίνω ότι η αστάθεια που επέδειξε ο Μ.Κ. 12 ενώπιόν μου και η ουσιαστική φύση της διαφοροποίησης της μαρτυρίας του θα καθιστούσε επικίνδυνη την αποδοχή οποιουδήποτε μέρους της. Ενδεχομένως τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ. 12 στη γραπτή του κατάθεση αμέσως μετά το δυστύχημα, όταν τα γεγονότα ήταν φρέσκα στο μυαλό του και δεν υπήρχε περιθώριο επηρεασμού ή αλλοίωσης της μνήμης, να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επαναλαμβάνω όμως ότι η ουσιαστική διαφοροποίηση των θέσεών του και η όλη αντιφατική του συμπεριφορά έχουν μολύνει τη μαρτυρία του σε βαθμό που τον καθιστούν αναξιόπιστο και συνεπώς κρίνω ότι θα ήταν επισφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του ή να της αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε στην εκδοχή που προέβαλε και ήταν σαφές από τον τρόπο που κατέθετε ότι μοναδική του έγνοια ήταν να αποφύγει να καταλήξει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι πέρασε με κόκκινο φως. Όπως καταγράφεται στον Πίνακα Α του Παραρτήματος Β του συγγράμματος των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Υποθέσεις Οδικής Αμέλειας», ένα αυτοκίνητο το οποίο κινείται με ταχύτητα 50 χ.α.ω. μπορεί με τη χρήση φρένων να ακινητοποιηθεί πλήρως σε μία απόσταση 22 μέτρων περίπου, συμπεριλαμβανομένης και της απόστασης σκέψης («thinking distance»). Συνεπώς εάν πράγματι το φως έγινε κίτρινο όταν ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε απόσταση 20-25 μέτρων από το Αλτ της πορείας του, και εάν πράγματι εκινείτο με 50 χ.α.ω., ως οι ισχυρισμοί του, θα μπορούσε κάλλιστα να εφαρμόσει τα φρένα και να ακινητοποιήσει το όχημά του λίγο μετά τη γραμμή του Αλτ και κάποια μέτρα πριν από το τετράγωνο της διασταύρωσης, εφόσον γνώριζε ότι αμέσως μετά το κίτρινο έπεται το κόκκινο φως. Σημειώνω επιπλέον ότι η αναφορά του Κατηγορουμένου σε ταχύτητα 50 χ.α.ω. απουσιάζει από την πρώτη κατάθεση που έδωσε αμέσως μετά το δυστύχημα και εμφανίζεται για πρώτη φορά στη δεύτερη κατάθεσή του. Θεωρώ ότι ο ισχυρισμός του για την ταχύτητά του αποτελεί μια προσπάθεια να αποκρύψει την πραγματική, ενδεχομένως αυξημένη, ταχύτητα με την οποία εκινείτο κατά τον επίδικο χρόνο. Ούτε και ήταν πειστική η αναφορά του Κατηγορουμένου κατά την ένορκη μαρτυρία του ότι το φως εξακολουθούσε να είναι κίτρινο καθώς εισερχόταν στη διασταύρωση. Σημειώνω ότι τέτοιος ισχυρισμός απουσιάζει παντελώς από τις γραπτές καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, στις οποίες αναφέρεται στο κίτρινο φως μόνο σε σχέση με τη χρονική στιγμή που το αντιλήφθηκε καθώς πλησίαζε τη διασταύρωση. Επισημαίνω επίσης ότι εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου ότι εισήλθε με κίτρινο, αυτό θα σήμαινε ότι ο Μ.Κ. 10 εισήλθε με κόκκινο στη δική του πορεία. Πέραν του ότι ουδέποτε υποβλήθηκε τέτοια θέση στον Μ.Κ. 10 από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέτασή του, δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να υποστηρίζει τέτοιο ισχυρισμό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου αναφορικά με τα αμφισβητούμενα θέματα. Όσον αφορά τη θέση της Υπεράσπισης η οποία υποβλήθηκε στον Μ.Κ. 10 ότι τα φώτα τροχαίας στην επίδικη διασταύρωση δεν λειτουργούσαν σωστά την ώρα του δυστυχήματος, επισημαίνω ότι η θέση αυτή καταρρίφθηκε από τη μαρτυρία του Μ.Κ. 3, αλλά και του ειδικού Μ.Κ. 4, ο οποίος κατέθεσε ότι το σύστημα δεν επιτρέπει το λανθασμένο και επικίνδυνο προγραμματισμό των φώτων τροχαίας, όπως για παράδειγμα να είναι κίτρινο ταυτόχρονα στην πορεία του Κατηγορουμένου και στην πορεία του Μ.Κ.
  4. Ίσως εκ του περισσού, επισημαίνω ότι ακόμη και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κατά την ένορκη μαρτυρία του κατέθεσε ότι διαπίστωσε στη σκηνή ότι τα φώτα λειτουργούσαν κανονικά. Ευρήματα Έχοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα, το σύνολο της μαρτυρίας, και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιόν μου μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 10.12.2006 και περί ώραν 04:30 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο ΗΕΥ 421 στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση. Είχε ως συνοδηγό τον Χρίστο Αλεξάνδρου και συνεπιβάτη στο πίσω κάθισμα τον Δημήτρη Γιωργαλλή. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Βασίλης Βασιλείου (Μ.Κ. 10) οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΒΒ 673 στην οδό Αγ. Ιωάννη στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. Η διασταύρωση των πιο πάνω οδών ελέγχεται από φώτα τροχαίας, τα οποία τοποθετήθηκαν από αρμόδια αρχή, ήτοι τα Δημόσια Έργα, και τα οποία λειτουργούσαν κανονικά και με τον τρόπο που περιέγραψε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Μ.Κ.
  5. Τα δύο οχήματα εισήλθαν στην εν λόγω διασταύρωση με αποτέλεσμα να συγκρουστεί το αριστερό εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου με το δεξιό εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του Βασιλείου περίπου στο μέσο της διασταύρωσης, στο σημείο «Χ» στο σχέδιο Τεκμήριο
  6. Το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου κατέληξε στο σημείο «Α1» στο σχέδιο, γερμένο στην αριστερή του πλευρά, ενώ το αυτοκίνητο του Βασιλείου κατέληξε στο σημείο «Β3». Αποτέλεσμα του δυστυχήματος ήταν ο συνοδηγός στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου να τραυματιστεί θανάσιμα. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δρα. Νικόλα Χαραλάμπους, ο οποίος διενήργησε νεκροψία επί της σωρού του θύματος στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου είχε διακομιστεί, ο θάνατος προήλθε λόγω βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Κατά τον επίδικο χρόνο ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Οι δύο εμπλεκόμενοι στο δυστύχημα οδηγοί είχαν καλή ορατότητα ευθεία στην πορεία τους, αλλά ο καθένας δεν είχε ορατότητα προς την πορεία του άλλου παρά μόνο όταν ο καθένας έφθανε στα φώτα τροχαίας της πορείας του. Όσον αφορά το κρίσιμο θέμα - τι χρώματα φωτός ήταν αναμμένα στις πορείες των δύο εμπλεκόμενων οδηγών την ώρα που ο καθένας εισήλθε στη διασταύρωση - κρίνω ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μου θετική και αξιόπιστη μαρτυρία ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα. Το μοναδικό πρόσωπο το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ανεξάρτητος αυτόπτης μάρτυρας τόσο της πορείας του Κατηγορουμένου αμέσως πριν το δυστύχημα όσο και της ίδιας της σύγκρουσης, ήτοι ο Μ.Κ. 12, διαφοροποίησε κατά την αντεξέταση την αρχική του μαρτυρία σε τέτοιο βαθμό που κατέστη αναξιόπιστος. Δεν παραγνωρίζω ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο τα γεγονότα να έχουν ως η αρχική κατάθεση του Μ.Κ. 12 λίγο μετά το δυστύχημα - δηλαδή να πέρασε ο Κατηγορούμενος με κόκκινο. Εν τούτοις, για τους λόγους τους οποίους έχω αναφέρει αναλυτικά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν επισφαλές να βασιστώ σε τέτοιας ποιότητας μαρτυρία, ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη το βάρος απόδειξης που φέρει η Κ.Α. σε ποινικές υποθέσεις. Μετά το δυστύχημα, οι δύο οδηγοί υποβλήθηκαν στη σκηνή σε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης από τον Μ.Κ. 6 με τη συσκευή αρ.
  7. Η εξέταση του Μ.Κ. 10 παρείχε ένδειξη 14 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου (mg) αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής και του Κατηγορουμένου 42mg. Επειδή η ένδειξη του Κατηγορουμένου ήταν πάνω από το όριο των 22 mg, ο Μ.Κ. 6 τον οδήγησε στην Τροχαία Λεμεσού, όπου στις 05:44 τον υπέβαλε σε τελική εξέταση αλκοτέστ με τη συσκευή με αρ. CO
  8. Και τα δύο δείγματα εκπνοής του Κατηγορουμένου παρείχαν ένδειξη 24mg. Νομική Πτυχή Η Κατηγορία 2 βασίζεται σε παράβαση του άρθρου 5 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 όπως έχει τροποποιηθεί (εφεξής «ο Νόμος»), το οποίο προνοεί ότι όποιος οδηγεί όχημα σε οδό έχοντας καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλης ώστε η αναλογία στην εκπνοή ή το αίμα του να υπερβαίνει το καθορισθέν όριο είναι ένοχος αδικήματος. Το όριο στην εκπνοή καθορίζεται με το άρθρο 2
(1)σε 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου (mg) αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Σύμφωνα με το άρθρο 5Α του Νόμου, ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων καθορίζει και δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα τα πρότυπα τα οποία πρέπει να πληρούν οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης. Η χρήση κάθε συσκευής επιτρέπεται μόνο αν έχει εκδοθεί «πιστοποίηση» από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Διευθυντή του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών ή εκπρόσωπό του, ότι η συσκευή πληροί τα εν λόγω πρότυπα. Στην υπό κρίση περίπτωση, κατατέθηκε η σχετική πιστοποίηση τόσο για τη συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης 2148 όσο και για τη συσκευή τελικής εξέτασης CO 632, που χρησιμοποιήθηκαν από τον Μ.Κ. 6 (Τεκμήρια 21 και 22), ο οποίος κατέθεσε επιπλέον ότι έχει την απαιτούμενη άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας για τη χρήση συσκευών αλκοτέστ Το άρθρο 6
(3)του Νόμου δίδει το δικαίωμα σε αστυνομικό, σε περίπτωση που έχει συμβεί τροχαίο ατύχημα λόγω της παρουσίας οποιουδήποτε οχήματος σε οδό, να ζητήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι οδηγούσε το όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος όπως παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση. Αυτό μπορεί να γίνει στη σκηνή και, εάν δεν είναι δυνατόν, στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό. Ακολούθως, προς το σκοπό διερεύνησης κατά πόσο το άτομο έχει καταναλώσει αλκοόλη κατά παράβαση του άρθρου 5, ο αστυνομικός δύναται, με βάση το άρθρο 7 του Νόμου, να ζητήσει από τον οδηγό να παράσχει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση, μετά την παρέλευση δέκα τουλάχιστον λεπτών από την προκαταρκτική εξέταση και στον πλησιέστερο χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος εξοπλισμός. Για τους σκοπούς του Νόμου λαμβάνεται υπόψη η χαμηλότερη ένδειξη, αν προκύψουν διαφορετικές ενδείξεις από τα δύο τελικά δείγματα. Σημειώνεται ότι αποτελεί ποινικό αδίκημα η αποφυγή ή άρνηση παροχής δείγματος εκπνοής για τη διενέργεια προκαταρκτικής ή τελικής εξέτασης. Επιπλέον, με βάση το άρθρο 10 του Νόμου, για σκοπούς αποδείξεως της ποσότητας αλκοόλης στην εκπνοή του οδηγού, λαμβάνεται υπόψη η ποσότητα στο δείγμα το οποίο παρασχέθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου και θα θεωρείται ότι η ποσότητα αλκοόλης που περιείχετο στην εκπνοή του οδηγού κατά το χρόνο που οδηγούσε δεν ήταν μικρότερη της ποσότητας που περιείχετο στο παρασχεθέν δείγμα εκπνοής. Σε ποινική δε διαδικασία για αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 5, το έντυπο αποτέλεσμα που παράγεται αυτόματα από τη συσκευή τελικής εξέτασης, συνοδευόμενης από πιστοποίηση είτε πάνω στο έντυπο είτε αλλού, υπογεγραμμένης από τον αστυνομικό, δια της οποίας πιστοποιείται ότι το έντυπο αποτέλεσμα αφορά το δείγμα εκπνοής του συγκεκριμένου οδηγού κατά την ημερομηνία και ώρα που αναγράφεται επ' αυτού, αποτελεί απόδειξη της ποσότητας αλκοόλης . Στην προκειμένη περίπτωση, όλες οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου τηρήθηκαν πιστά. Ο Μ.Κ. 6 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ως οδηγός οχήματος είχε εμπλακεί σε τροχαίο δυστύχημα, να παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτικό έλεγχο. Ο Κατηγορούμενος συμμορφώθηκε με την παράκληση αυτή και η ένδειξη της συσκευής ήταν 42mg. Εφόσον αυτή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο των 22 mg, ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην Τροχαία Λεμεσού, όπου υπήρχε ο αναγκαίος εξοπλισμός και ειδικότερα η συσκευή τελικής εξέτασης CO 632, όπου ο Κατηγορούμενος έδωσε δύο δείγματα εκπνοής, και τα δύο με ένδειξη 24mg. Ο Μ.Κ. 6 παρουσίασε στο Δικαστήριο το έντυπο αποτέλεσμα που παρήγαγε αυτόματα η συσκευή, όπου υπάρχει και η σχετική πιστοποίηση και υπογραφή του Μ.Κ. 6 (Τεκμήριο 18). Με βάση το άρθρο 10 του Νόμου, θεωρείται ότι η ποσότητα αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορουμένου κατά το χρόνο που οδηγούσε το αυτοκίνητο όταν ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα δεν ήταν μικρότερη της ποσότητας αυτής. Ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την ένδειξη αυτή κατά την ένορκή του μαρτυρία και δέχθηκε ότι είχε καταναλώσει αλκοόλη πριν την οδήγηση. Όσον αφορά την καλή λειτουργία των συσκευών προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης αλκοόλης, σημειώνω ότι δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση από την Υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει, όμως, σημειώνω ότι η μαρτυρία των τεχνικών Μ.Κ. 7,8 και 9, λαμβάνοντας υπόψη τα προσόντα τους, την εκπαίδευση που έτυχαν και τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν, ήταν πολύ ικανοποιητική τόσο σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας όσο και σε σχέση με τη διενέργεια τεχνικών ελέγχων για τη διαπίστωση της καλής λειτουργίας. Περαιτέρω, όπως επισημάνθηκε στην Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298, όπου έγινε μια ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας σε σχέση με την έννοια του όρου 'πραγματική μαρτυρία' (real evidence) με αναφορά μεταξύ άλλων στη The Statue of Liberty [1968] 2 All E.R. 195, οι ενδείξεις μηχανήματος ή συσκευής, η οποία λειτουργεί μόνη της χωρίς ανθρώπινη επέμβαση, και οι οποίες καταγράφονται μηχανικά, αποτελούν πραγματική και όχι εξ ακοής μαρτυρία για να αποδειχθεί το γεγονός για το οποίο χρησιμοποιείται. Σχετική είναι και η υπόθεση Πετράκη ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 455, η οποία αφορούσε τη λειτουργία ταχυμέτρου, κατ' αναλογίαν και στο βαθμό που μπορεί να αντιστοιχήσει σε συσκευή εξέτασης αλκοόλης. Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει τη 2η Κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη 2η Κατηγορία. Η Κατηγορία 3 βασίζεται σε παράβαση του Κανονισμού 58
(1)(ια) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 όπως έχουν τροποποιηθεί, ο οποίος προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιαδήποτε οδό έχει υποχρέωση όπως συμμορφώνεται με όλα τα σήματα της τροχαίας τα οποία έχουν τοποθετηθεί στο δρόμο από ή κατ'εντολήν της Αστυνομίας ή δημοτικού συμβούλου ή άλλης αρμόδιας προς τούτο αρχής. Ο Κανονισμός 72 προνοεί ότι όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 19 πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν έχει αξιόπιστη μαρτυρία ούτως ώστε να δύναται να καταλήξει με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινική υπόθεση σε εύρημα για το θέμα του φωτός στην πορεία του Κατηγορουμένου καθώς εισερχόταν στη διασταύρωση. Συνεπώς η κατηγορία για μη συμμόρφωση με σήμα τροχαίας δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 3η Κατηγορία. Έρχομαι τώρα να εξετάσω την 1η Κατηγορία, η οποία είναι βεβαίως και η πιο σοβαρή Κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Απαιτείται η απόδειξη ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220. Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στη βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στη R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και στην οποία αναφέρθηκε κατ'επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλο, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Επιπλέον, όπως λέχθηκε στη Χρυσοστόμου, πιο πάνω, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για «απερίσκεπτη» πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτόν καθ΄ εαυτόν τον τρόπο της οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση αυτή παρέπεμψε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στο Wilkinson΄s Road Traffic Offences, 4η έκδοση, παράγραφοι 1-302 και 1-307, σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Όσον αφορά την «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά, έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απλή απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Στην υπό κρίση περίπτωση, η Κ.Α. δεν προώθησε τη θέση ότι η απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη του Κατηγορουμένου ήταν η κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης, προφανώς εν όψει της χαμηλής υπέρβασης του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορουμένου σύμφωνα με την ένδειξη της τελικής εξέτασης (24mg). Η θέση που προωθήθηκε από την Κ.Α. όπως διαφάνηκε στο στάδιο των αγορεύσεων ήταν ότι η αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη πράξη του Κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με το φωτεινό σηματοδότη και πέρασε με κόκκινο φως, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο του Μ.Κ. 10 το οποίο είχε εισέλθει στη διασταύρωση με πράσινο φως στη δική του πορεία. Εν όψει της αποτυχίας απόδειξης της 3ης Κατηγορίας για μη συμμόρφωση με τα φώτα τροχαίας για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί αναλυτικά πιο πάνω, προκύπτει ότι η 1η Κατηγορία παραμένει πλήρως ατεκμηρίωτη. Παρενθετικά, σημειώνω ότι στην περίπτωση που αποδεχόμουν τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου για αλλαγή σε κίτρινο σε απόσταση 20-25μ. από τα φώτα τροχαίας και είσοδο στη διασταύρωση με κίτρινο φως και ταχύτητα 50χ.α.ω., η απαλλαγή του από την 1η Κατηγορία δεν θα ήταν δεδομένη, ως η θέση της Υπεράσπισης. Και αυτό γιατί θα σήμαινε ότι, ενώ ο Κατηγορούμενος είχε την ευχέρεια λόγω της απόστασης και της ταχύτητας να ακινητοποιήσει το όχημά του έγκαιρα εν όψει του ότι γνώριζε ότι επακολουθούσε το κόκκινο, όχι μόνο απέτυχε να το πράξει ως όφειλε, αλλά μάλιστα αποφάσισε να εισέλθει στη διασταύρωση χωρίς να κοιτάξει αριστερά και δεξιά για να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει (βλ. Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Καζάκου ν. Αβρααμίδου κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1626. Η εκδοχή όμως του Κατηγορουμένου έχει απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και υπενθυμίζω ότι αποδοχή της εκδοχής αυτής θα οδηγούσε στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι ο Μ.Κ. 10 εισήλθε με κόκκινο φως στη δική του πορεία και συνεπώς έφερε τη μεγαλύτερη ευθύνη για το δυστύχημα, γεγονός το οποίο δεν προκύπτει αβίαστα από την ενώπιόν μου μαρτυρία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την 1η Κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Θανατηφόρο) [1] Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.