Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Daniel George Fryett, Αρ. Υπόθεσης: 10760/08, 27 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B109 Αρ. Υπόθεσης: 10760/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Daniel George Fryett, από την Αγγλία Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Μιχαήλ Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατάγεται από την Αγγλία και διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία κατά παράβαση των άρθρων 243 και 324
(1)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 24.1.2008 στη Λεμεσό, επιτέθηκε παράνομα εναντίον του επίσης Βρετανού υπηκόου Niel Christopher Smith, προξενώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Επίσης προκάλεσε ζημιά στην πόρτα αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πιο πάνω παραπονουμένου. Σύμφωνα με την μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος ενώ προσπαθούσε να διασταυρώσει την οδό Ρήγα Φεραίου στην Λεμεσό, κλώτσησε το αυτοκίνητο του παραπονουμένου που περνούσε από τον δρόμο γιατί του κόρναρε. Όταν δε ο παραπονούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για να ζητήσει εξηγήσεις, ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε προξενώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Η εκδοχή της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία, είναι ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και επιτέθηκε στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος προκειμένου να αμυνθεί έδωσε κάποιες γροθιές στον παραπονούμενο, την επίθεση όμως την ξεκίνησε ο παραπονούμενος και όχι ο ίδιος. Είχε μάλιστα καταχωρηθεί ποινική υπόθεση εναντίον του παραπονούμενου, η οποία εκδικάστηκε από άλλο Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και στην οποία ο παραπονούμενος καταδικάστηκε για το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη. Μαρτυρία Για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσαν τέσσερεις συνολικά μάρτυρες κατηγορίας ενώ για την υπεράσπιση πλην του κατηγορουμένου μετά που κλήθηκε σε απολογία, κατέθεσαν ακόμα δυο μάρτυρες υπεράσπισης. Θα παραθέσω στη συνέχεια σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού ο σκοπός μου δεν είναι να επαναλάβω το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Λεπτομερέστερη αναφορά θα γίνει όπου χρειάζεται κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 799 Σουρμελής του Τμήματος Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.1), στις 24.1.2008 γύρω στις 14.30, προσήλθαν στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων σχεδόν ταυτόχρονα ο παραπονούμενος Niel Christopher Smith και ο κατηγορούμενος Daniel George και οι δυο από την Αγγλία. Κατήγγειλαν o μεν παραπονούμενος, ο οποίος είχε αιμάτωμα στη δεξιά πλευρά του προσώπου του και στο χείλος ότι την ίδια μέρα γύρω στις 1.30 μμ, κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο. Επίσης, ανέφερε ότι το ίδιο πρόσωπο προκάλεσε ζημιά, κλωτσώντας στην αριστερή μπροστινή πόρτα του αυτοκινήτου του με αρ. εγγραφής ΕΤΗ
- Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε κοκκίνισμα στη δεξιά πλευρά του προσώπου του, ανέφερε ότι την ίδια μέρα και ώρα, κτυπήθηκε από τον παραπονούμενο ενώ προσπαθούσε να διασταυρώσει το δρόμο. Ο μάρτυρας έλεγξε το αυτοκίνητο, το οποίο είχε βούλωμα στην αριστερή μπροστινή πόρτα. Δόθηκε και στους δυο ιατρικό έντυπο για να εξεταστούν στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο αστυφύλακας 2452 Μελαναρκίτης, του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (τεκμ. 2), πήρε ανακριτικές καταθέσεις τόσο από τον κατηγορούμενο όσο και από τον παραπονούμενο στην Αγγλική γλώσσα. Κατηγόρησε και τους δυο για τα αδικήματα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο, τον κατηγόρησε επίσης και για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Και οι δυο δεν παραδέχτηκαν ενοχή. Ανέφερε επίσης ότι καταχωρήθηκαν ποινικές υποθέσεις εναντίον και των δυο, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο παραπονούμενος Niel Christopher Smith. Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 5) στις 24.1.2008 μετά που πήρε την κόρη του από το σχολείο, οδηγούσε το αυτοκίνητο του κατά μήκος της οδού Ρήγα Φεραίου. Εκατό μέτρα πριν τον κυκλικό κόμβο, πρόσεξε τον κατηγορούμενο στη μέση του δρόμου να πίνει από ένα τενεκεδάκι. Του κόρναρε και αυτός έκανε ένα βήμα προς τα πίσω αλλά καθώς ο παραπονούμενος περνούσε από δίπλα του, ο κατηγορούμενος κλώτσησε την μπροστινή πόρτα του συνεπιβάτη όπου καθόταν η κόρη του παραπονούμενου ηλικίας 10 χρονών η οποία όπως είπε σοκαρίστηκε. Γι' αυτό ο παραπονούμενος σταμάτησε και βγήκε έξω από το αυτοκίνητο, πηγαίνοντας προς το πίσω μέρος του ενώ ο κατηγορούμενος του φώναζε έξαλλος. Τότε ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε ξαφνικά, δίνοντας του τρεις γροθιές στο πρόσωπο και ρίχνοντας τον στο έδαφος. Ο παραπονούμενος έβαλε τα χέρια του μπροστά στο πρόσωπο του για να προστατευθεί και σηκώθηκε από το έδαφος. Στην σκηνή μαζεύτηκε κόσμος για να δει τι συνέβαινε. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος κάλεσε την αστυνομία και μετέβη προσωπικά στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό όπου προέβη σε καταγγελία. Τέλος, αναφέρει στην κατάθεση του ότι σε καμιά περίπτωση δεν κτύπησε τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά τη ζημιά στην πόρτα του, ανέφερε ότι στοιχίζει €250,
- Ο. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα γύρω στα 30 χιλιόμετρα την ώρα. Κόρναρε στον κατηγορούμενο για να τον προσέξει επειδή όπως είπε βρισκόταν αδιάφορα στο δρόμο πίνοντας από ένα τενεκεδάκι. Αναφέρθηκε δε σε κτυπήματα εκ μέρους του κατηγορουμένου, στην αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου του. Όταν ο μάρτυρας κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να δει τι συμβαίνει, ο κατηγορούμενος ήταν, όπως είπε, έξαλλος και πολύ επιθετικός, τον έβριζε, τον πλησίασε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και του έδωσε αρκετές γροθιές ως αποτέλεσμα των οποίων ήταν να πέσει τα πίσω και να κτυπήσει στο κεφάλι. Λιποθύμησε για 1-2 δευτερόλεπτα όπως είπε και μετά σηκώθηκε πάνω και κάλεσε την αστυνομία. Αναφέρθηκε σε αρκετά κτυπήματα που δέχθηκε στο πρόσωπο του και στην περίθαλψη που έτυχε στο Νοσοκομείο. Κατέθεσε προς τούτο φωτογραφίες (τεκμ. 7-10), στις οποίες εμφαίνεται τόσο η ζημιά που έχει υποστεί το αυτοκίνητο του όσο και ο ίδιος με κτυπημένο το πρόσωπο του. Το όλο περιστατικό σύμφωνα με τον παραπονούμενο, διήρκεσε γύρω στα 20-30 λεπτά μέχρι να έρθει η αστυνομία. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι είδε αρχικά τον κατηγορούμενο σε απόσταση ίσως 50 μέτρων και του κόρναρε. Ο κατηγορούμενος πήγε πίσω στο πεζοδρόμιο και το αυτοκίνητο του παραπονούμενου σταμάτησε όπως ήταν στο πλάι του. Τότε ήταν που κλώτσησε την πόρτα. Σταμάτησε κανονικά χωρίς να φρενάρει γιατί είχε όπως είπε κίνηση προς τον κυκλικό κόμβο προς τον οποίο κατευθυνόταν. Αρνήθηκε ότι έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα ισχυριζόμενος ότι ήταν μεσημέρι και είχε πολλή κίνηση στο δρόμο. Αρνήθηκε επίσης ότι λίγο έλειψε να κτυπήσει τον κατηγορούμενο με το αυτοκίνητο του. Επανέλαβε ότι έπρεπε να σταματήσει γιατί υπήρχε κίνηση προς τον κυκλικό κόμβο και ήταν τότε που ο κατηγορούμενος κλώτσησε τρεις φορές το αυτοκίνητο του. Του υποβλήθηκε ότι στην κατάθεση του στην αστυνομία, αναφέρθηκε σε ένα κτύπημα ενώ ήταν σε κίνηση. Απάντησε ότι ο ίδιος είδε μια φορά τον κατηγορούμενο να κτυπά την πόρτα του συνοδηγού. Τις άλλες δυο φορές δεν τις είδε γιατί ήταν όπως είπε χαμηλά και αναφέρθηκε χαρακτηριστικά σε κτυπήματα στυλ καράτε πάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου του πιο χαμηλά από το παράθυρο. Επανέλαβε επίσης ότι το κτύπημα ήταν τη στιγμή που είχε σταματήσει το αυτοκίνητο σε αντίθεση με το ότι λέει στην κατάθεση του ότι αυτό έγινε όταν το αυτοκίνητο ήταν εν κινήσει. Υποστήριξε μάλιστα ότι είχε τρία βαθουλώματα το αυτοκίνητο του. Όταν ο ίδιος βγήκε έξω για να ρωτήσει γιατί κλώτσησε το αυτοκίνητο του, ο κατηγορούμενος άρχισε να τον γρονθοκοπεί. Όταν βγήκε έξω από το αυτοκίνητο δεν πρόλαβε να του πει οτιδήποτε γιατί ο κατηγορούμενος έξαλλος άρχισε να τον κτυπά με γροθιές στο πρόσωπο. Του υποβλήθηκε ότι φώναζε στον κατηγορούμενο ότι κτύπησε στο αυτοκίνητο του χωρίς να αποκλείσει όμως την πιθανότητα. Αρνήθηκε όμως ότι έβρισε σε οποιοδήποτε στάδιο τον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε επίσης ότι κτύπησε τον κατηγορούμενο σε οποιοδήποτε στάδιο. Δέχτηκε παρόλα αυτά ότι καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη. Σε ερώτηση σε σχέση με τα τραύματα του, ανέφερε ότι μετά που τον γρονθοκόπησε ο κατηγορούμενος, έπεσε προς τα πίσω και κτύπησε με το κεφάλι του στο έδαφος. Ανέφερε ότι νομίζει πως έχασε τις αισθήσεις του. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι τα κτυπήματα που δέχτηκε, ήταν για αυτοάμυνα από την επίθεση που ο ίδιος προκάλεσε στον κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο γιατρός Ανδρέας Κυριάκου, ο οποίος εξέτασε στις 24.1.2008, τον παραπονούμενο στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Κατέθεσε ιατρική έκθεση (τεκμ. 11) ως προς τα αποτελέσματα της εξέτασης αυτής. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, ο παραπονούμενος έφερε μια εκδορά στο άνω χείλος και εκδορές στο δεξιό ζυγωματικό τόξο καθώς και εκδορά στη μύτη και μικρό τραύμα στην έσω επιφάνεια της αριστερής παρειάς που πολύ πιθανόν προήλθε από δάγκωμα από τα δόντια του. Δεν ανέφερε εμετό ή απώλεια αισθήσεων. Έγιναν ακτινογραφίες κρανίου και ρινικών οστών δεξιού ζυγωματικού τόξου χωρίς να διαγνωστεί οποιοδήποτε κάταγμα. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα τραύματα αυτά ήταν αποτέλεσμα επίθεσης και ήταν πρόσφατα. Το εσωτερικό τραύμα στο στόμα, πιθανόν να προήλθε από την πίεση που δέχτηκε λόγω των κτυπημάτων. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι δεν θυμάται πόση ώρα ακριβώς διήρκεσε η εξέταση Α' Βοήθειες. Επανέλαβε ότι ο παραπονούμενος δεν ανέφερε εμετό ή απώλεια αισθήσεων. Ισχυρίστηκε όμως ότι δέχθηκε κτυπήματα στο κεφάλι γι' αυτό και έγιναν ακτινογραφίες κρανίου και ρινικών οστών. Του ανέφερε επίσης ότι δέχτηκε γροθιές στο πρόσωπο και ότι έπεσε κάτω και κτύπησε στο πίσω μέρος της κεφαλής. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την αστυνομία, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση. Υιοθέτησε αρχικά την γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 3). Στην πιο πάνω κατάθεση του, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο, περπατούσε μαζί με την γυναίκα του κατά μήκος της οδού Ρήγα Φεραίου στη Λεμεσό. Σε κάποια στιγμή, προσπάθησε να διασταυρώσει το δρόμο. Αφού έλεγξε, είδε μόνο ένα αυτοκίνητο πολύ μακριά να έρχεται και έτσι μπήκε στο δρόμο. Στη μέση του δρόμου, ξανακοίταξε και είδε το εν λόγω αυτοκίνητο να βρίσκεται πολύ κοντά του. Ήταν σίγουρος ότι αν έμενε σ' εκείνη τη θέση, το αυτοκίνητο θα τον κτυπούσε. Έκαμε λίγο προς τα πίσω και το αυτοκίνητο πάτησε τα φρένα και γλίστρησε περνώντας από δίπλα του σταματώντας στα 3 μέτρα περίπου από τον ίδιο. Στην προσπάθεια του να πηδήξει πίσω στο πεζοδρόμιο, κτύπησε με το πίσω μέρος του παπουτσιού του, την μπροστινή αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου. Ο παραπονούμενος που ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου, βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και ήρθε προς το μέρος του. Του φώναζε γιατί κλώτσησε το αυτοκίνητο του. Καθώς ερχόταν προς το μέρος του, ο παραπονούμενος συνέχισε να του φωνάζει και να τον σπρώχνει με το δάκτυλο του χεριού του. Ήταν σοκαρισμένος όταν ξαφνικά ο παραπονούμενος, του έδωσε την πρώτη γροθιά στη δεξιά πλευρά του προσώπου του και κοντά στο δεξί αυτί του. Από τη γροθιά τα γυαλιά του κατηγορουμένου έπεσαν στο δρόμο. Επίσης, του έριξε κάτω και το ποτό που κρατούσε. Ήταν όπως είπε ένα τενεκεδάκι με Seven up. Στην συνέχεια ο παραπονούμενος συνέχισε να τον σπρώχνει και προσπάθησε να τον ξανακτυπήσει. Ο κατηγορούμενος όμως μπλόκαρε τα χέρια του και του έδωσε γροθιές στο στόμα και στη μύτη. Ο παραπονούμενος έπεσε προς τα πίσω και τότε ο κατηγορούμενος σταμάτησε να τον κτυπά. Σηκώθηκε και συνέχισε να του φωνάζει. Αρκετοί άγνωστοι μαζεύτηκαν στο μέρος. Ακολούθως ήρθε η αστυνομία και τους είπε να μεταβούν όλοι στον Αστυνομικό Σταθμό. Τόσο ο ίδιος ο κατηγορούμενος όσο και η γυναίκα του, προσπάθησαν να έχουν μια κανονική συζήτηση με τον παραπονούμενο αλλά αυτός αρνείτο να τους μιλήσει. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος ανέφερε επιπλέον ότι ο παραπονούμενος έτρεχε πολύ περισσότερο από 30 χιλιόμετρα την ώρα. Θεώρησε ότι επειδή βρισκόταν στη μέση του δρόμου ότι το αυτοκίνητο θα τον κτυπούσε. Επέλεξε να πηδήξει πίσω προς το πεζοδρόμιο. Καθώς πηδούσε, το πίσω μέρος του ποδιού του, ήρθε σε επαφή με την πόρτα του αυτοκινήτου. Αυτό γιατί την ώρα που πήδηξε προς το πεζοδρόμιο, στριφογύρισε για να αποφύγει το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Όλα τα πιο πάνω, έγιναν σε δευτερόλεπτα. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι ο παραπονούμενος κόρναρε σε οποιονδήποτε στάδιο όταν αυτός βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Αρνήθηκε επίσης ότι κλώτσησε σκόπιμα την πόρτα του αυτοκινήτου. Το κτύπημα έγινε όπως είπε όταν το αυτοκίνητο ήταν σε κίνηση και ενώ προσπαθούσε να πηδήξει πίσω στο πεζοδρόμιο. Έγινε με το πίσω μέρος του ποδιού του ενώ στριφογύριζε για να αποφύγει το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η σύζυγος του κατηγορούμενου Sian Fryett. Στην κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 12), η μάρτυρας επαναλαμβάνει την πιο πάνω εκδοχή του συζύγου τους σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Της υποβλήθηκε στην αντεξέταση ότι ήταν παρούσα στο Δικαστήριο καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας όταν κατέθεταν οι μάρτυρες κατηγορίας κάτι το οποίο δεν αρνήθηκε. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια φώναξε στο σύζυγο της να προσέξει το αυτοκίνητο του παραπονούμενου που ερχόταν προς το μέρος του. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο παραπονούμενος κόρναρε στον άνδρα της. Αρνήθηκε επίσης ότι σύζυγος της κλώτσησε τρεις φορές το αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Σωτηρούλα Θρασυβούλου, Πρωτοκολλητής στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Έχει στην κατοχή της το φάκελο της ποινικής υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 10761/08 στον οποίο έχει κατατεθεί ιατρική έκθεση σε σχέση με τα τραύματα του κατηγορούμενου που προέκυψαν από το υπό κρίση επεισόδιο. Κατέθεσε αντίγραφο της έκθεσης αυτής ως τεκμήριο
- Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, ο κατηγορούμενος έφερε ερυθρότητα δεξιού αυτιού με συνοδευτικό πόνο. Αγορεύσεις Ο συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του παραπονουμένου, περιέχει σε τέτοιο βαθμό αντιφάσεις, που θα πρέπει να κριθεί στην ολότητα της ως αναξιόπιστη. Υπέδειξε τις κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις της μαρτυρίας του παραπονουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου σε αντίθεση με το τι ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του ότι ο παραπονούμενος προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ισχυριζόμενος ότι δέχθηκε επίθεση ενώ στην πραγματικότητα ήταν αυτός που επιτέθηκε και κτύπησε τον κατηγορούμενο. Αντιθέτως, η μαρτυρία του κατηγορουμένου υπήρξε σταθερή κατά τον συνήγορο υπεράσπισης χωρίς να κλονιστεί στα ουσιαστικά της σημεία. Σε περίπτωση δε που η μαρτυρία που προσκόμισε η υπεράσπιση γίνει αποδεκτή τότε ο κατηγορούμενος θα πρέπει κατά τον συνήγορο να αθωωθεί. Η δημόσια κατήγορος στην δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι ο παραπονούμενος είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε σε ιδιαίτερες πτυχές της μαρτυρίας για να δικαιολογήσει τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμ.11), σύμφωνα με το οποίο, ο παραπονούμενος είχε εκδορές σε όλο το πρόσωπο του. Αλλά ακόμη και αν γινόταν αποδεκτή η εκδοχή του κατηγορουμένου για τα γεγονότα και πάλιν δεν δικαιολογείται η συμπεριφορά του να κτυπήσει τον παραπονούμενο προκειμένου να αμυνθεί. Ο κατηγορούμενος όφειλε έστω και αν δέχθηκε επίθεση όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε να οπισθοχωρήσει. Εδώ φαίνεται ότι όχι μόνο δεν οπισθοχώρησε αλλά αντιθέτως κτύπησε με γροθιές τον παραπονούμενο με αποτέλεσμα να τον ρίξει στο έδαφος σύμφωνα και με την δική του μαρτυρία. Όσον αφορά το ιατρικό πιστοποιητικό που κατατέθηκε σε σχέση με τα τραύματα του κατηγορουμένου (τεκμ. 13), η κατήγορος ισχυρίστηκε ότι σε αυτό δεν αναφέρεται η προέλευση τους σε αντίθεση με το ιατρικό πιστοποιητικό του παραπονουμένου, στο οποίο γίνεται αναφορά σε ισχυρισμό του ότι υπέστη ξυλοδαρμό. Το Δικαστήριο κατά την κατήγορο δεν μπορεί από μόνο του να αντλήσει μαρτυρία για την προέλευση των τραυμάτων αυτών. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Οι δύο αστυφύλακες που έλαβαν μέρος στην διερεύνηση της υπόθεσης (Μ.Κ.1 & Μ.Κ.2), μου έκαναν πολύ θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια στις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν για εξιχνίαση της υπόθεσης χωρίς η μαρτυρία τους να αμφισβητηθεί στα ουσιαστικά της σημεία. Ήταν επιπλέον ειλικρινείς, αναφέροντας στο Δικαστήριο και τις δύο εκδοχές των εμπλεκομένων στο επεισόδιο. Η γενική εντύπωση που μου έδωσαν ήταν ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου, η μαρτυρία τους κρίνεται στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.3) δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να ενισχύσει την δική του εκδοχή για τα γεγονότα παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια του δε αυτή, υπέπεσε σε αντιφάσεις που κρίνονται ως καθοριστικές στην κρίση της αξιοπιστίας του. Αναφέρω ενδεικτικά ότι στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.5), ισχυρίζεται ότι το αυτοκίνητο του δέχθηκε μια κλοτσιά από τον κατηγορούμενο ενώ ήταν εν κινήσει. Αντιθέτως, στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι μετά που σταμάτησε το αυτοκίνητο του λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης, ο κατηγορούμενος κλώτσησε την αριστερή πόρτα όχι μια αλλά τρεις φορές. Όταν του υποδείχθηκε αυτή η αντίφαση, απάντησε ότι ο ίδιος είδε μια φορά τον κατηγορούμενο να κτυπά την πόρτα του συνοδηγού. Τις άλλες δυο φορές δεν τις είδε γιατί ήταν όπως είπε χαμηλά. Επίσης, αρχικά αρνήθηκε κατηγορηματικά παρά τις συνεχείς υποβολές ότι κατέβηκε φωνάζοντας στον κατηγορούμενο για την ζημιά στο αυτοκίνητο. Στην συνέχεια όμως της αντεξέτασης του, δέχθηκε ότι μπορεί και να διαμαρτυρήθηκε κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητο στον κατηγορούμενο. Αντιφάσεις στην μαρτυρία του παραπονουμένου, εντοπίζονται και σε σχέση με τα τραύματα του. Ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έχασε τις αισθήσεις του από τα κτυπήματα του κατηγορουμένου. Κάτι που δεν ανέφερε στην κατάθεση του (τεκμ. 5) αλλά ούτε και στον γιατρό που τον εξέτασε (Μ.Κ.4), ο οποίος στο πιστοποιητικό που εξέδωσε (τεκμ. 11) αναφέρει ρητά ότι ο παραπονούμενος δεν του παραπονέθηκε για απώλεια αισθήσεων. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε ο παραπονούμενος (Μ.Κ.3) ήταν ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ο Δρ. Κυριάκου (Μ.Κ.4), μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν αρκετά κατατοπιστικός και σαφής ως προς τα τραύματα του παραπονουμένου χωρίς να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του. Η μαρτυρία του κρίνεται στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν αρκετά πειστικός ως προς την εξέλιξη των γεγονότων στο υπό κρίση επεισόδιο χωρίς να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του. Επιπλέον ήταν ειλικρινής αναφέροντας ότι μετά την επίθεση που δέχθηκε, κτύπησε και ο ίδιος τον παραπονούμενο με γροθιές στο στόμα και στην μύτη. Η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο κατηγορούμενος, ήταν ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Η Μ.Υ.1 σύζυγος του κατηγορουμένου, βρισκόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου καθ' όλη την ακροαματική διαδικασία, παρακολουθώντας την μαρτυρία τόσον των μαρτύρων κατηγορίας όσον και του κατηγορουμένου συζύγου της. Το γεγονός αυτό δεν το αρνήθηκε ούτε η ίδια κατά την αντεξέταση της. Όπως όμως έχει νομολογηθεί δεν αποτελεί κώλυμα για κάποιο πρόσωπο να δώσει μαρτυρία, το γεγονός ότι παρευρίσκετο σε προηγούμενες συνεδριάσεις της ίδιας υπόθεσης μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου (Βλ. Αγαθοκλέους ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ 176). Η αξιολόγηση όμως τέτοιου μάρτυρα θα γίνει αφού ληφθεί και του γεγονός αυτό ότι δηλαδή παρακολούθησε όλη την δοθείσα μαρτυρία προτού ο ίδιος καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκτώντας έτσι πλεονέκτημα έναντι των άλλων μαρτύρων. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την μάρτυρα αυτή, έχοντας υπόψη και το πιο πάνω δεδομένο. Η εντύπωση που μου έδωσε, ήταν ότι η μαρτυρία της αποσκοπούσε αποκλειστικά στον να απορρίψει την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας και να ενισχύσει την θέση του συζύγου της παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Βασικές πτυχές της μαρτυρίας της όπως π.χ ότι ο παραπονούμενος έπεσε από τα κτυπήματα και έκατσε στο έδαφος δεν αναφέρονται στην γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 12). Η εντύπωση που απεκόμισα είναι ότι η πιο πάνω παράλειψη όπως και άλλες πτυχές της μαρτυρίας της που δεν εντοπίζονται στην γραπτή της κατάθεση, έγιναν για να ευθυγραμμιστεί η θέση της με αυτή του κατηγορουμένου συζύγου της και για να απορρίψει την μαρτυρία του παραπονουμένου, μαρτυρίες που αμφότερες παρακολούθησε στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία της για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται στο σύνολο της. Καλή εντύπωση μου έκανε η πρωτοκολλητής Θρασυβούλου (Μ.Υ.2). Αναφέρθηκε σε ποινικό φάκελο που έχει στην κατοχή της και κατέθεσε από αυτό, ιατρικό πιστοποιητικό για τα τραύματα που είχε υποστεί ο κατηγορούμενος. Η μαρτυρία της εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία κατά την αντεξέταση από την δημόσια κατήγορο. Γίνεται ως εκ τούτου αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.3) στις 24.1.2008 και ώρα 13.30, οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΕΡΗ 092 κατά μήκος της οδού Ρήγα Φεραίου στην Λεμεσό. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να διασταυρώσει τον πιο πάνω δρόμο, κρατώντας στα χέρια του ένα τενεκεδάκι με αναψυκτικό seven up. Είδε το αυτοκίνητο του παραπονουμένου να βρίσκεται αρκετά μακριά και έτσι εισήλθε στο δρόμο. Στη μέση του δρόμου, ξανακοίταξε και είδε το εν λόγω αυτοκίνητο λόγω μεγάλης ταχύτητας να βρίσκεται πλέον πολύ κοντά του. Θεώρησε ότι αν έμενε σ' εκείνη τη θέση, το αυτοκίνητο θα τον κτυπούσε. Έτσι έκαμε λίγο προς τα πίσω και στην συνέχεια στριφογυρίζοντας, προσπάθησε να πηδήξει πίσω στο πεζοδρόμιο. Στην προσπάθεια του αυτή, κτύπησε με το πίσω μέρος του παπουτσιού του, την μπροστινή αριστερή πόρτα του αυτοκινήτου. Ο παραπονούμενος είχε ήδη πατήσει τα φρένα του αυτοκινήτου του, το οποίο γλίστρησε περνώντας δίπλα από τον κατηγορούμενο και σταματώντας σε απόσταση τριών μέτρων από αυτόν. Ο παραπονούμενος, βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και πηγαίνοντας προς τον κατηγορούμενο, άρχισε να του φωνάζει γιατί κλώτσησε το αυτοκίνητο του. Καθώς ερχόταν προς το μέρος του, ο παραπονούμενος συνέχισε να φωνάζει στον κατηγορούμενο και να τον σπρώχνει με το δάκτυλο του χεριού του. Στην συνέχεια ο παραπονούμενος έδωσε μια γροθιά στην δεξιά πλευρά του προσώπου του κατηγορουμένου. Από τη γροθιά, τα γυαλιά του κατηγορουμένου και το τενεκεδάκι που κρατούσε, έπεσαν στο δρόμο. Στην συνέχεια ο παραπονούμενος συνέχισε να σπρώχνει τον κατηγορούμενο και προσπάθησε να τον ξανακτυπήσει. Ο κατηγορούμενος τότε μπλόκαρε τα χέρια του παραπονουμένου και του έδωσε δύο γροθιές στο στόμα και στη μύτη. Ο παραπονούμενος έπεσε προς τα πίσω χωρίς όμως να κτυπήσει στο κεφάλι και τότε ο κατηγορούμενος σταμάτησε να τον κτυπά. Ακολούθως έφτασε στο μέρος η αστυνομία και ζήτησε από τους εμπλεκομένους να μεταβούν στον αστυνομικό σταθμό. Γύρω στις 14.30, ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος προσήλθαν στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού σχεδόν ταυτόχρονα. Κατήγγειλαν o ένας τον άλλον για επίθεση. Ο αστυφύλακας 799 Σουρμελής έδωσε και στους δύο ιατρικό έντυπο για να εξεταστούν στο τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Ο παραπονούμενος εξετάστηκε από τον Δρ. Ανδρέα Κυριάκου (Μ.Κ.4). Διαπίστωσε ότι έφερε μια εκδορά στο άνω χείλος και εκδορές στο δεξιό ζυγωματικό τόξο καθώς και εκδορά στη μύτη και μικρό τραύμα στην έσω επιφάνεια της αριστερής παρειάς που πολύ πιθανόν προήλθε από δάγκωμα από τα δόντια του (τεκμ.11). Η εξέταση του κατηγορουμένου, κατέδειξε ότι αυτός έφερε ερυθρότητα στο δεξιό αυτί (τεκμ. 13). Νομική πτυχή Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη. Για στοιχειοθέτηση αυτού του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθούν δύο στοιχεία ως ακολούθως: · ότι υπήρξε επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και, · ότι προκλήθηκε στο πρόσωπο αυτό πραγματική σωματική βλάβη από την εν λόγω επίθεση Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Πραγματική σωματική βλάβη, περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι κτύπησε τον παραπονούμενο με δύο γροθιές στο πρόσωπο ούτε και ότι από τα κτυπήματα αυτά, προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη στον παραπονούμενο. Προέβαλε όμως ο κατηγορούμενος την υπεράσπιση της αυτοάμυνας αφού σύμφωνα και με την εκδοχή του που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ήταν ο παραπονούμενος που τον κτύπησε πρώτος με γροθιά στο κεφάλι και προσπάθησε να τον ξανακτυπήσει προτού ο κατηγορούμενος του καταφέρει δύο κτυπήματα με γροθιές στο πρόσωπο. Το κυρίαρχο λοιπόν ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί, είναι κατά πόσον η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστά αυτοάμυνα εν τη εννοία του Νόμου. Η υπεράσπιση της αυτοάμυνας εφόσον γίνει αποδεκτή, επενεργεί ουσιαστικά για να δικαιολογήσει μια κατά τα άλλα παράνομη πράξη του κατηγορουμένου. Στην Αγγλική υπόθεση Beckford v. R.
(1987)3 All E.R. 425, στην σελίδα 431 αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με το θέμα: «The common law recognises that there are many circumstances in which one person may inflict violence on another without committing a crime, as for instance in sporting contests, surgical operations or, in the most extreme example, judicial execution . The common law has always recognised as one of these circumstances the right of a person to protect himself from attack and to act in the defence of others and if necessary to inflict violence on another in so doing. If no more force is used than is reasonable to repel the attack such force is not unlawful and no crime is committed.» Ως προς τη φύση της υπεράσπισης αυτής, έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Kallishis v. The Republic
(1981)2 CLR 143 ότι η αυτοάμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την έννοια ότι το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στον κατηγορούμενο. Από τη στιγμή που εγείρεται ζήτημα αυτοάμυνας, εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να αντικρούσει ή να αποκλείσει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, την πιθανότητα ο κατηγορούμενος να ενεργούσε σε αυτοάμυνα. Την εξήγηση για την πιο πάνω αντιμετώπιση, δίνει η υπόθεση Beckford v. R (ανωτέρω) στη σελίδα 443: «It is because it is an essential element of all crimes of violence that the violence or the threat of violence should be unlawful that self-defence, if raised as an issue in a criminal trial, must be disproved by the prosecution. If the prosecution fails to do so the accused is entitled to be acquitted because the prosecution will have failed to prove an essential element of the crime, namely that the violence used by the accused was unlawful.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και σε μεταγενέστερη Κυπριακή Νομολογία. Στην υπόθεση Μαραγκός v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 251 λέχθηκαν τα εξής: «Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί προς όφελος του κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία.» Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γιάλλουρου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 320 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το ζήτημα του βάρους απόδειξης της αυτοάμυνας: «Το θέμα αυτοάμυνας σε μια υπόθεση όπως την παρούσα είναι από τις σημαντικές υπερασπίσεις. Μάλιστα από τη στιγμή που εγείρεται τέτοια υπεράσπιση το βάρος είναι στην Κατηγορούσα Αρχή να την αποκλείσει και μάλιστα στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. μεταξύ άλλων Milliotis v. Police
(1971)2 C.L.R. 292 και Maifoshis v. Police
(1978)2 C.L.R. 9).» Η άμυνα όμως θα πρέπει να έχει ένα και μόνο αντικειμενικό σκοπό. Την απόκρουση της επιθετικής ενέργειας εναντίον του αμυνομένου. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται και ο τρόπος χρησιμοποίησης τους θα πρέπει να είναι ανάλογα του κινδύνου που αντιμετωπίζεται. Λαμβάνεται υπόψη αν η αρχική επίθεση βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη και αν ο κίνδυνος από την επίθεση εξακολουθεί να υφίσταται. Σχετικοί παράγοντες είναι ακόμα ο βαθμός βίας που χρησιμοποιήθηκε από τον αμυνόμενο σε σχέση με τον κίνδυνο που προσπάθησε να αποφύγει. Σύμφωνα με τη νομολογία, το πρόσωπο που δέχεται επίθεση δεν αποστερεί από τον εαυτό του τη δυνατότητα να επικαλεσθεί ότι ενεργούσε σε αυτοάμυνα επειδή δεν περιορίστηκε στο να αποκρούσει το κτύπημα αλλά κτύπησε και ο ίδιος τον επιτιθέμενο. Η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Η δε αναγκαία άμυνα, καθορίζεται πάντοτε από τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης. Όπως έχει επεξηγηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482 στις σελίδες 496-497, η έννοια της «εύλογα» αναγκαίας βίας μόνο αντικειμενική μπορεί να είναι αφού ο ίδιος ο όρος «εύλογα», εισηγείται διαμόρφωση αντικειμενικής κρίσης εκ μέρους του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων. Στην ίδια υπόθεση επεξηγείται ότι επειδή το θέμα αυτό αφορά κρίση επί των γεγονότων και μάλιστα σε συνάρτηση προς το λογικό της αντίδρασης προσώπου ισχυριζόμενου ότι βρέθηκε στην ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, το υποκειμενικό στοιχείο της δικής του τοποθέτησης στην εξεταζόμενη κατάσταση πραγμάτων, οπωσδήποτε υπεισέρχεται στο θέμα μαζί με όλα τα άλλα δεδομένα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στην σελίδα 496 της πιο πάνω απόφασης: «Όχι όμως ασφαλώς υπό τη μορφή του αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος έκρινε ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν εύλογα αναγκαία, αλλά ώστε η δική του λογική αντίληψη των πραγμάτων να ληφθεί υπ' όψη, μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία, για να αποφασισθεί αν ήταν εύλογα αναγκαία - ".that which was reasonable in the light of the circumstances as they reasonably appeared to the accused.", όπως το διατύπωσε ο Edmund Davies, L.J. (ως ήτο τότε), στην McInnes
(1969)55 Cr. App. R. 551, σελ. 562, στην οποία ακολουθήθηκε από το Court of Appeal η Julien
(1969)53 Cr. App. R. 407 και υιοθετήθηκε η κλασσική διατύπωση της αρχής της αυτοάμυνας από τον Lord Morris στην Palmer v. R.
(1971)A. C. 814 (P.C.), στις σελίδες 831-832.» Όπως τίθεται, στην Beckford v. R (ανωτέρω) στη σελίδα 432: «. the test to be applied for self-defence is that a person may use such force as is reasonable in the circumstances as he honestly believes them to be in the defence of himself or another.» Στην υπόθεση Λάτο ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 351, τονίστηκε ότι η ψυχολογική κατάσταση του προσώπου που επικαλείται την άμυνα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και να εξετάζεται το υποκειμενικό στοιχείο, δηλαδή κατά πόσο κάτω από τις περιστάσεις, το πρόσωπο που επικαλείται την άμυνα, ειλικρινά είχε την πεποίθηση ότι η πράξη του ήταν αναγκαία για την άμυνα του. Σίγουρα, η χρήση υπέρμετρης βίας δεν δικαιολογείται. Αναγνωρίζεται όμως η δυσκολία του αμυνόμενου που βρίσκεται σε αγωνιώδη κατάσταση λόγω της επίθεσης που δέχεται να εκτιμήσει επ' ακριβώς την κατάσταση και να ζυγίσει με ακρίβεια, τον βαθμό βίας στον οποίο θα καταφύγει (βλ. επίσης Palmer v. R.
(1971)A.C 814 στην σελίδα 832). Συνοψίζοντας, τονίζω ότι εφόσον στην παρούσα υπόθεση έχει εγερθεί από την υπεράσπιση ζήτημα αυτοάμυνας εκ μέρους του κατηγορούμενου, είναι ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτό που έπραξε ο κατηγορούμενος δεν συνιστούσε αναγκαία ή νόμιμη αυτοάμυνα. Σε περίπτωση δε που η κατηγορούσα αρχή αποτύχει να αποσείσει το πιο πάνω βάρος τότε ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί. Σε σχέση με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας για κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 50
(1)του Αγγλικού Malicious Damage Act 1861 που αναλύεται στο σύγγραμμα του Russel on Crime, (2ος τόμος), 12η έκδοση, σελ. 1326-
- Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι, (α) η εσκεμμένη και, (β) η παράνομη καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία. Με το όρο «εσκεμμένη», εννοείται η εκούσια και εκ προθέσεως (deliberately and intentionally) πρόκληση ζημιάς. (Βλ. R. v. Senior [1899] 1 Q.B. 283 και Stroud's Judicial Dictionary, (5ος τόμος), 4η έκδοση σελ.3022 και 3023). Η λέξη εκούσια, προϋποθέτει ότι ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι διαπράττει, δηλαδή πρέπει να έχει την πρόθεση να διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται (βλ. R. v. Piche [1967] 10 Crim. LQ 107 και Hull v. Jordan [1947] 1 All ER
- Με την πιο πάνω έννοια, το εκούσιο της πράξης εξυπακούεται αν αυτή γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessly) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια (βλ. R. v. Welch 1 Q.B. 23 και Stroud's (ανωτέρω) σελ. 2877). Συμπεράσματα Είναι εμφανές από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι δεν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία. Δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της εσκεμμένης και εκ προθέσεως πρόκλησης ζημιάς στο αυτοκίνητο του παραπονουμένου από τον κατηγορούμενο. Συνεπακόλουθα, η 2η κατηγορία θα πρέπει να απορριφθεί αφού παρέμεινε ατεκμηρίωτη ενώπιον του Δικαστηρίου. Απομένει η 1η κατηγορία για το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη. Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το κυρίαρχο στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με αυτό το αδίκημα, είναι κατά πόσον δυνάμει των ευρημάτων του Δικαστηρίου, η ενέργεια του κατηγορούμενου να κτυπήσει τον παραπονούμενο με δύο γροθιές στο πρόσωπο, έγινε στα πλαίσια αυτοάμυνας. Στην παρούσα υπόθεση και κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, οι ενέργειες του κατηγορουμένου κρίνονται ως δυσανάλογες με την επίθεση που δέχθηκε. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος μπλόκαρε τα χέρια του παραπονουμένου μετά που δέχθηκε την πρώτη γροθιά και ενώ ο τελευταίος προσπαθούσε να τον ξανακτυπήσει. Δεν έμεινε όμως μέχρι εκεί. Στην συνέχεια, κατάφερε δύο συνεχόμενες γροθιές στο στόμα και την μύτη του παραπονουμένου με αποτέλεσμα να τον ρίξει κάτω στο έδαφος και να τον τραυματίσει. Είναι εμφανές ότι με το μπλοκάρισμα των χεριών του παραπονουμένου, η επίθεση του εναντίον του κατηγορουμένου είχε σταματήσει. Οι δύο επιπλέον γροθιές ήταν ενέργεια εκ του περισσού και αποσκοπούσαν στο να τιμωρήσουν μάλλον τον παραπονούμενο παρά στο να αποτρέψουν επίθεση εναντίον του κατηγορουμένου που επαναλαμβάνω στο στάδιο εκείνο είχε σταματήσει με το μπλοκάρισμα των χεριών του παραπονουμένου. Αποτελούν δε κατά την κρίση του Δικαστηρίου υπέρμετρη αντίδραση που σαφώς και δεν αποτελεί αυτοάμυνα εν τη εννοία του νόμου. Κρίνω ως εκ τούτου ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την επίθεση που δέχθηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο ως επίσης και την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο ως αποτέλεσμα αυτής της επίθεσης. Κρίνω επίσης ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε κάτω από συνθήκες αυτοάμυνας. Ο κατηγορούμενος ως εκ τούτου κρίνεται ένοχος στο αδίκημα της 1ης κατηγορίας που αφορά την επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη. Αναφορικά με το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο