← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Nathan Girgis, Αρ. Υπόθεσης: 9756/08, 29 Μαΐου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Nathan Girgis, Αρ. Υπόθεσης: 9756/08, 29 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B114 Αρ. Υπόθεσης: 9756/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Nathan Girgis, από την Αίγυπτο Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Χρίστος Αδάμου Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατάγεται από την Αίγυπτο. Αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για βιασμό της συμπατριώτισσας του Naglaa Zakaria Aly Hadari με την οποία διέμεναν στο ίδιο διαμέρισμα στην Λεμεσό σε ξεχωριστά δωμάτια. Στον ίδιο διαμέρισμα σε δικό της δωμάτιο, διέμενε και η αδελφή της παραπονουμένης (Μ.Κ.2). Είναι η εκδοχή της αστυνομίας όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ότι ο κατηγορούμενος σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, στις 18 και 25 Μαΐου 2008, ήλθε σε παράνομη συνουσία με την παραπονουμένη χωρίς της θέληση της. Για την αστυνομία κατέθεσαν τρεις συνολικά μάρτυρες μεταξύ των οποίων και η αδελφή της παραπονουμένης (Μ.Κ.2), η οποία ισχυρίστηκε ότι η παραπονουμένη της ανέφερε τους κατ' ισχυρισμό βιασμούς που υπέστη από τον κατηγορούμενο συγκάτοικο τους. Παράπονο έκανε και στον συμπατριώτη τους Μ.Κ.1 μετά την καταγγελία της και αφού συνελήφθη ο κατηγορούμενος από την αστυνομία. Η παραπονούμενη δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Έγιναν προσπάθειες επίδοσης σε αυτήν μαρτυρικής κλήσης, οι οποίες απέβησαν άκαρπες. Οι πληροφορίες της κατηγορούσας αρχής είναι ότι βρίσκεται στην Γερμανία χωρίς πρόθεση να επιστρέψει στην Κύπρο και με σοβαρή αμφιβολία κατά πόσον θέλει να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση. Για σκοπούς ολοκλήρωσης της παράθεσης της δοθείσας μαρτυρίας, αναφέρω επίσης την μαρτυρία της Γ/Αστ. 4046 Δημοσθένους, η οποία ανέφερε ότι στις 24.4.2008, δέχθηκε τηλεφώνημα από την παραπονουμένη στον σταθμό, η οποία της ανέφερε ότι έχει κάποια προβλήματα με τον συγκάτοικο της και θέλει να τον διώξει. Η μάρτυρας, της απάντησε ότι η αστυνομία δεν μπορεί να επέμβει εκτός αν ο συγκάτοικος διαπράξει ποινικό αδίκημα. Δύο μέρες αργότερα στις 26.5.2008, η παραπονουμένη κατήγγειλε τον κατηγορούμενο στην αστυνομία για τα υπό κρίση αδικήματα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την αστυνομία, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Ήταν σαφής η θέση του κου Αδάμου ότι παράλειψη της παραπονουμένης να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει ως ουσιαστικό αποτέλεσμα την αποτυχία απόδειξης των κατηγοριών. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 74.1(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου μετά το πέρας της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, η υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν:

(1)Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
(2)Η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable) ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω κριτήρια αναφέρονται στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στις σελίδες 111-113 και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Azinas and Another -v- The Police
(1981)2 C.L.R. 9, σελ. 51-57. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- " Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9,16 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή. " Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την απόφαση Στέφανος Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε μεταξύ άλλων σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν αξιόπιστη. Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μία εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων του άρθρου 74.1(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Συμπεράσματα Η απουσία μαρτυρίας εκ μέρους της παραπονουμένης, έχει ως ουσιαστικό αποτέλεσμα, η μόνη μαρτυρία που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο στα αδικήματα να είναι αυτή των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
  1. Υπενθυμίζω ότι οι δύο πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν ότι η παραπονουμένη, τους κατήγγειλε ότι υπήρξε θύμα βιασμού από τον κατηγορούμενο. Πρόκειται βέβαια για εξ' ακοής μαρτυρία, η αποδεικτική αξία της οποίας θα κριθεί δυνάμει του άρθρου 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου. Έχω την άποψη ότι στην απουσία μαρτυρίας από την παραπονουμένη, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στην πιο πάνω εξ' ακοής μαρτυρία για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Να σημειώσω εδώ, τις πρόνοιες του άρθρου 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες σε ποινική διαδικασία, το Δικαστήριο δύναται να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η καλύτερη δυνατή μαρτυρία που θα μπορούσε η κατηγορία να προσκομίσει, ήταν η μαρτυρία της ιδίας της παραπονουμένης. Η απουσία της, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των ισχυρισμών που περιέχονται στα παράπονα που εξέφρασε στους Μ.Κ.1 & Μ.Κ.3, τα οποία σε τελευταία ανάλυση παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι η αξιοπιστία μιας μαρτυρίας, δοκιμάζεται κατά την αντεξέταση και εκτιμάται τελικά και από την εικόνα που σχηματίζει το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια κάποιου μάρτυρα όταν έχει την ευκαιρία να τον παρακολουθήσει να δίδει μαρτυρία ενώπιον του. Τα δύο αυτά πολύ βασικά στοιχεία, επί των οποίων στηρίζεται η Δικαστική κρίση για το αξιόπιστο ή όχι μιας μαρτυρίας, ελλείπουν στην εξεταζόμενη περίπτωση. Επομένως, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να κριθεί το αξιόπιστο ή όχι των όσων περιέχονται στα παράπονα που εκφράστηκαν από την παραπονουμένη στους Μ.Κ.1 & Μ.Κ.
  2. Περαιτέρω, λόγω της φύσεως των αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και με βάση κανόνα πρακτικής, υπάρχει ανάγκη λόγω των κινδύνων που έχουν επισημανθεί από τη νομολογία, αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας. Ενισχυτική όμως μαρτυρία, αναζητείται σε μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη κάτι που ελλείπει στην παρούσα περίπτωση όπως ελλείπει και η βάση για τη δυνατότητα καταδίκης χωρίς ενίσχυση γιατί η επιβαλλόμενη αυτοπροειδοποίηση που γίνεται για καταδίκη χωρίς ενισχυτική μαρτυρία, προϋποθέτει και πάλιν αξιόπιστη μαρτυρία (Βλ. μεταξύ άλλων Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 224,237). Οι καταγγελίες της παραπονουμένης στους Μ.Κ.1 & Μ.Κ.2 θα μπορούσαν υπό τας περιστάσεις να αποτελούσαν ενισχυτική μαρτυρία για απόδειξη του αδικήματος από την στιγμή που θα κατέθετε στο Δικαστήριο και εφόσον βέβαια η μαρτυρία της κρινόταν ως αξιόπιστη. Από την στιγμή όμως που η παραπονουμένη δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο, καταλήγω ότι καμιά βαρύτητα δεν μπορεί να αποδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία των Μ.Κ.1 & Μ.Κ2 με αποτέλεσμα η αποδεικτική της αξία να είναι μηδενική. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η απουσία μαρτυρίας της παραπονουμένης ενώπιον του Δικαστηρίου, αφήνει ατεκμηρίωτες τις υπό κρίση κατηγορίες. Η εισήγηση της υπεράσπισης ευσταθεί. Η αστυνομία απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε καμία κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ως αποτέλεσμα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.