Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Adboard Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17602/08, 29 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B115 Αρ. Υπόθεσης: 17602/
- Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Adboard Ltd, από Λευκωσία
- Μιχάλης Κυριακίδης, από Λευκωσία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Οικονόμου Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΔΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, η οποία ασχολείται με την τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων. Και οι δύο αντιμετωπίζουν κατηγορία για χωρίς άδεια τοποθέτηση διαφημιστικού κατασκευάσματος σε σημείο της λωρίδας κατάληψης του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Πάφου παρά την έξοδο Αγ, Συλά. Η κατηγορία εδράζεται επί του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 καθώς και στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την αστυνομία, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Η εισήγηση εδράζεται σε ισχυρισμό ότι από την δοθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει η εμπλοκή του κατηγορουμένου 2 στο αδίκημα. Αντίθετη ήταν η θέση της δημόσιας κατηγόρου. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 εμπλέκεται στο αδίκημα και αυτό προκύπτει σαφώς από αλληλογραφία που προηγήθηκε της καταχώρησης της παρούσας μεταξύ της κατηγορουμένης 1 και του Υπουργείου Συγκοινωνιών. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Σύμφωνα με το άρθρο 74.1(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου μετά το πέρας της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, η υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν:
(1)Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
(2)Η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable) ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω κριτήρια αναφέρονται στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στις σελίδες 111-113 και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Azinas and Another -v- The Police
(1981)2 C.L.R. 9, σελ. 51-57. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- " Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9,16 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή. " Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την απόφαση Στέφανος Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε μεταξύ άλλων σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν αξιόπιστη. Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μία εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων του άρθρου 74.1(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Η ευθύνη του κατηγορουμένου 2, εδράζεται κατά την δημόσια κατήγορο στο γεγονός ότι είναι ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας και ως εκ τούτου συνεργός στην εκ μέρους της, διάπραξη του αδικήματος δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Παρά ταύτα, στην παρούσα υπόθεση όπως διατυπώθηκαν οι λεπτομέρειες αδικήματος και οι δύο κατηγορούμενοι κατηγορούνται ως αυτουργοί. Το γεγονός όμως αυτό δεν επηρεάζει καθόλου την πορεία της υπόθεσης. Σύμφωνα με την υπόθεση Ευγένιος Ajini κ.α ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 319, ο συνεργός μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός. Είναι βέβαια επιθυμητό όπου ο κατήγορος γνωρίζει εκ των προτέρων ότι ο ρόλος του κατηγορουμένου είναι ρόλος συνεργού να το εκθέτει στο κατηγορητήριο για πληρέστερη ενημέρωση της υπεράσπισης. Παράλειψη του όμως να το πράξει δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου αφού δυνάμει των πιο πάνω αρχών αλλά και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, ο συνεργός μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός. Το άρθρο 20(γ) του Ποινικού Κώδικα που μας ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας έχει ως ακολούθως: «20 Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στην διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . (β) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .» Αναφορικά με την ευθύνη διευθυντή εταιρείας για συνέργεια στην διάπραξη αδικήματος δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα σχετική είναι η απόφαση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ
- Στην πιο πάνω υπόθεση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρωτόδικα ως συνεργός δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα για αδικήματα έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από εταιρεία στην οποία ήταν διευθυντής. Η συνέργεια του συνίστατο στο γεγονός της υπογραφής της επιταγής. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, έκαμε αναφορά στην αναγκαιότητα απόδειξης ένοχης διάνοιας (mens rea) στις περιπτώσεις όπου η κατηγορία στηρίζεται σε συνέργεια δυνάμει του άρθρου
- Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα πιο κάτω: « Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates, Ltd κ.α., Ποινική Έφεση 6570, ημερ. 21.10.99 την οποία αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής). Στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού.» Στην συνέχεια, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Johnson v. Youden
(1950)1 K.B. 455 στην οποία ο Λόρδος Goddard C.J. αναφέρει τα πιο κάτω στην στη σελ. 546: «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence"). Αναφορά γίνεται και στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble
(1959)1 K.B. 11 όπου στην σελίδα 20 ο Devlin J. αναφέρει πως: «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances)». Σύμφωνα με την Παυλόπουλος (ανωτέρω), η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται από την Αγγλική νομολογία, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. (Βλ. μεταξύ άλλων Callow v. Tillstone
(1900)83 LT 411 και Smith v. Mellors
(1987)84 Cr App R 279). Αναφορά στην αναγκαιότητα γνώσης εκ μέρους του συνεργού των ιδιαιτέρων περιστατικών που συνιστούν το αδίκημα, γίνεται και στο σύγγραμμα Archbold Criminal Evidence & Practice 2003 στην παράγραφο 17-
- Μετά από παραπομπή στο πιο πάνω απόσπασμα του Lord Goddard C.J από την υπόθεση Johnson v. Youden αναφέρονται τα πιο κάτω: «This statement was approved by the House of Lords in Churchill v. Walton [1967] 2 A.C. 224, and in Maxwell v. DPP for Northern Ireland, 68 Cr.App.R. 128, HL. It was also referred to in Mok Wei Tak v. R. [1990] 2 A.C. 333, PC, where a conviction was upheld for aiding and abetting an offence consisting of a course of conduct over a period of time. As a general proposition, any criminal offence may be the subject of aiding and abetting if the alleged aider and abettor knew the facts which constitute the principal offence and actively assisted or encouraged the principal offender: ibid., at p. 344E.» Στην παρούσα υπόθεση, η ένοχη σκέψη του κατηγορουμένου 2 σύμφωνα με την δημόσια κατήγορο, αποδεικνύεται από την αλληλογραφία που προηγήθηκε της καταχώρησης του κατηγορητηρίου, στην οποία συμμετείχε ο κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Με όλο το σέβας όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία. Η προειδοποιητική επιστολή που στάλθηκε από το Υπουργείο Συγκοινωνιών & Έργων προς την κατηγορουμένη 1 εταιρεία (τεκμ.5), απευθύνεται μόνο στην ίδια την εταιρεία και όχι στον κατηγορούμενο 2 ως διευθυντή της. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 παρέλαβε ή απάντησε με οιονδήποτε τρόπο στην πιο πάνω επιστολή εκ μέρους της κατηγορουμένης
- Αντιθέτως, στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 2), αρνείται κατηγορηματικά ότι πήρε τέτοια επιστολή ως επίσης και ότι γνωρίζει οτιδήποτε για την επίδικη πινακίδα. Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ότι δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία που να καταδεικνύει την ένοχη σκέψη (mens rea) του κατηγορουμένου 2 για την εκ μέρους του βοήθεια, ή παρότρυνση προς την κατηγορουμένη 1 εταιρεία για διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος. Αλλά ούτε και η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2, ενεπλάκη με οιονδήποτε τρόπο στην τοποθέτηση ή ακόμα στην άρνηση απομάκρυνσης της επίδικης πινακίδας όπως προβλέπεται στις διατάξεις του σχετικού Νόμου. Ως εκ τούτου αναφορικά με τον 2ο κατηγορούμενο, ευσταθεί η εισήγηση της υπεράσπισης περί μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος 2 για τους πιο πάνω λόγους, αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. .............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο