← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΑΧΙΛΛΕΑ ΙΑΚΩΒΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8322/08, 24 Ιουνίου 2009

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΑΧΙΛΛΕΑ ΙΑΚΩΒΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8322/08, 24 Ιουνίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2009:19 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8322/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v.

  1. ΑΧΙΛΛΕΑ ΙΑΚΩΒΟΥ
  2. ΜΑΡΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 24 Ιουνίου 2009 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Η κα Ο. Σοφοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Ευσταθίου με τον κ. Αριστείδου. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Λεωνίδου με τον κ. Κονή. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα δίκη εντός δίκης, η δεύτερη κατά σειρά, διεξήχθηκε για να διαπιστωθεί η θεληματικότητα της γραπτής κατάθεσης που παραχώρησε ο κατηγορούμενος 1 και κατ' επέκταση η αποδοχή της ως τεκμηρίου. Η ένσταση για τη δεκτότητα της κατάθεσης ηγέρθη ενώ στο εδώλιο βρισκόταν και κατέθετε ο ΜΚ3 Αστ. 360 Α. Χαραλάμπους και συγκεκριμένα όταν ζητήθηκε από τον μάρτυρα να παρουσιάσει την κατάθεση που έλαβε ο ίδιος από τον κατηγορούμενο 1, ως τεκμήριο. Οι λόγοι της ένστασης και μη αποδοχής της είναι σύμφωνα με τον κ. Ευσταθίου οι πιο κάτω:
  3. Η κατάθεση ελήφθη καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος τελούσε υπό παράνομη κράτηση κατά παράβαση των άρθρων 11, 33, 34 και 35 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
  4. Προτού ο κατηγορούμενος ανακριθεί προφορικά και προτού του ληφθεί η επίμαχη κατάθεση, δεν του δόθηκε η ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο.
  5. Η κατάθεση δεν ήταν το προϊόν της ελεύθερης βούλησης του, αφού είχε πάρει προηγουμένως ρητή διαβεβαίωση από τον ανακριτή της υπόθεσης Αστ. 360 Χαραλάμπους (ΜΚ3) ότι αν παραδεχόταν θα αφήνετο ελεύθερος ο πατέρας του, ο οποίος ήταν και αυτός ύποπτος. Πρόσθετα, μεγάλο μέρος του περιεχομένου της, δεν αντιπροσωπεύει τα πραγματικά γεγονότα αφού ο εν λόγω αστυφύλακας, κατέγραψε ότι ήθελε ώστε η κατάθεση να παρουσιάζει μια αληθοφάνεια και ο κατηγορούμενος 1 αναγκάστηκε να υπογράψει λόγω της υπόσχεσης για μη δίωξη του πατέρα του. Εν όψει των θεμάτων που ηγέρθησαν, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να αποσαφηνιστούν τα πραγματικά γεγονότα και οι συνθήκες λήψεις της επίμαχης κατάθεσης. Η κατηγορούσα αρχή η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης της θεληματικότητας της επίμαχης κατάθεσης, κάλεσε για απόσειση του σχετικού βάρους τρεις μάρτυρες, η μαρτυρία των οποίων καταγράφεται πιο κάτω. Ενεργώντας στα πλαίσια της εξουσιοδότησης δικαστικού εντάλματος έρευνας (τεκμήριο 1), ο ΜΚ1 (στη δίκη εντός δίκης αρ. 2) Αστ. Γερολέμου, τον Σεπτέμβριο του 2007 και συγκεκριμένα στις 21.9.2007 διενήργησε έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου 1 στην οδό Μαραθοβούνου αρ. 13 στη Λεμεσό όπου διέμενε με τη συμβία του Αγγέλα Μαμάκου. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντόπισε σε διάφορα σημεία εντός της οικίας μικροποσότητες ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Με τον εντοπισμό της πρώτης, αφού επέστησε την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο και ο τελευταίος δέχθηκε ότι η κάνναβης είναι δική του, τον συνέλαβε η ώρα 9:05 για το αυτόφωρο αδίκημα της κατοχής ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Τον πληροφόρησε επίσης για το δικαίωμα του να τύχει της συμβουλής δικηγόρου. Όταν τέλειωσε η έρευνα στην οικία, μετέβησαν στο πρακτορείο στοιχημάτων του κατηγορούμενου 1 για το οποίο επίσης εξουσιοδοτούσε το τεκμήριο 1 και το ερεύνησαν χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε παράνομο. Ακολούθως ο ΜΚ1 μετέφερε τον κατηγορούμενο στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού και ο τελευταίος παραχώρησε θεληματική κατάθεση (τεκμήριο 2 στη δίκη εντός δίκης αρ. 2), στην οποία παραδέχεται την κατοχή και χρήση των ποσοτήτων ξηρής φυτικής ύλης που βρέθηκε στο σπίτι του. Αφού ο ΜΚ1 συσκεύασε τα τεκμήρια, παρέδωσε τον κατηγορούμενο σε δυο συναδέλφους του για να τον μεταφέρουν στην Έμπα, για να είναι παρών στην έρευνα, η οποία διεξαγόταν στο εξοχικό σπίτι του πατέρα του, αφού το ένταλμα έρευνας, εξουσιοδοτούσε και την έρευνα εκείνου του υποστατικού. Ο ΜΚ2 Αστ. 1828 Γ. Ευριπίδου ήταν ένας από τους αστυφύλακες που μετέφεραν τον κατηγορούμενο στην Έμπα. Ήταν επίσης παρών χωρίς όμως να λάβει μέρος στην έρευνα και των τριών υποστατικών που εξουσιοδοτούσε το ένταλμα έρευνας, τεκμήριο
  6. Στην κατοικία στην Έμπα, παρακολουθούσε την έρευνα από κάποια απόσταση, γι' αυτό δεν ήταν σε θέση να ακούσει τι διεμείβετο μεταξύ του κατηγορούμενου και των υπολοίπων. Μετά το πέρας της έρευνας στην εξοχική κατοικία στην Έμπα, ο πατέρας του κατηγορούμενου 1 του ζήτησε να τον μεταφέρει στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού διότι ο ίδιος δεν ήταν σε κατάσταση να οδηγήσει, πράγμα το οποίο και έπραξε, οδηγώντας το αυτοκίνητο του πατέρα του κατηγορούμενου με συνοδηγό τον τελευταίο. Ήταν η θέση του μάρτυρα πως δεν πήρε οδηγίες από ανώτερο του να μεταφέρει τον πατέρα του κατηγορούμενου αλλά η ενέργεια του αυτή ήταν αποτέλεσμα παράκλησης του πρώτου. Ο ΜΚ3 Χαραλάμπους, εξεταστής της υπόθεσης, ήταν το άτομο που διενήργησε την έρευνα στην Έμπα και ακολούθως έλαβε την επίμαχη κατάθεση του κατηγορούμενου στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Αφού αναφέρθηκε με συντομία στα γεγονότα που διαραματίσθηκαν στην Έμπα, δήλωσε ότι σε κάποιες επιστήσεις που έκανε στον κατηγορούμενο και ιδίως στην πρώτη μετά που ανευρέθη η κοκαΐνη, τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του να τύχει της υπηρεσίας δικηγόρου. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε. Η ίδια πληροφόρηση έγινε και μετά την ανεύρεση της ποσότητας των τεσσάρων κιλών κάνναβης, οπόταν και πάλι έλαβε αρνητική απάντηση από τον κατηγορούμενο. Όταν τέλειωσε η έρευνα, μεταφέρθηκε ο κατηγορούμενος στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού όπου αφού τον ανέκρινε για λίγο προφορικά, ακολούθως του έλαβε την κατάθεση (τεκμήριο 5). Προτού την λάβει, πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του, μεταξύ των οποίων και αυτό της λήψης συμβουλής από δικηγόρο αλλά ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν χρειάζεται δικηγόρο σ' αυτό το στάδιο. Ο μάρτυρας γνώριζε ήδη ότι ο κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί και πριν για το δικαίωμα αυτό και ότι έχει υπογράψει το έντυπο κρατουμένων (τεκμήριο 3) με το οποίο πληροφορείτο για το εν λόγω δικαίωμα. Γνώριζε επίσης ότι ο κατηγορούμενος μίλησε με τον πατέρα του και υπέθεσε ότι τόσο ο πατέρας του όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του θα μπορούσαν αν ήθελαν να ειδοποιήσουν δικηγόρο να έρθει και να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο. Γι' αυτό προχώρησε στη λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου στην οποία κατέγραψε ότι ο κατηγορούμενος του υπαγόρευε. Χωρίς να τον πιέσει ή να του υποσχεθεί οτιδήποτε και χωρίς προσπάθεια αλλοίωσης του περιεχομένου της. Ο μάρτυρας αυτός δέχτηκε επίμονη και μακρά αντεξέταση τόσο για τις ενέργειες του κατά τη λήψη της κατάθεσης αλλά κυρίως για τις παραλείψεις του να πληροφορήσει τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του και στη συνέχεια να φροντίσει ώστε αυτά να εξασφαλισθούν. Τέθηκε ο μάρτυρας σε αντιπαράθεση με τα λεγόμενα του στην πρώτη δίκη εντός δίκης για το θέμα του δικηγόρου και την ύπαρξη του τεκμηρίου 3 και κυρίως τον χρόνο υπογραφής του. Ανέφερε όπως και οι άλλοι δυο μάρτυρες κατηγορίας ότι δεν το συμπλήρωσε ο ίδιος και δεν γνώριζε τον χρόνο σύνταξης και υπογραφής του. Δέχθηκε ο μάρτυρας πως δεν κατέγραψε πουθενά το γεγονός της σχετικής πληροφόρησης του κατηγορούμενου την ώρα που αυτή έγινε και την απάντηση που ο κατηγορούμενος έδωσε. Τέθηκε στον μάρτυρα το τεκμήριο 4, το οποίο τιτλοφορείται «Ατομικό Δελτίο Κρατουμένου». Σ' αυτό είναι τυπωμένα, μεταξύ άλλων, η φράση «ΗΜΕΡ. & ΩΡΑ ΠΟΥ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΕ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΟΙΟΝ:» και με χειρόγραφη γραφή τα εξής: «21.9.2007, 21:50, Α. 2052». Απάντησε ότι δεν ήταν βέβαιος ποιος ήταν ο Αστ. 2052, αλλά σίγουρα ήταν αστυφύλακας των κρατητηρίων και υπέθεσε πως εκείνο που ο συνάδελφος του θα πρέπει να έδωσε στον κατηγορούμενο, δεν ήταν το τεκμήριο 3 αλλά αντίγραφο του σχετικού εντύπου. Με άδεια του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως υιοθετώντας ως την κυρίως εξέταση του γραπτή του δήλωση την οποία διάβασε στο Δικαστήριο. Ανέφερε σε αυτή επαναλαμβάνοντας αυτά τα οποία είχε αναφέρει και στην προηγούμενη δίκη εντός δίκης, τα της ανεύρεσης των ναρκωτικών και συγκεκριμένα την ποσότητα των τεσσάρων κιλών τα οποία είχε βρει ο ΜΚ3 θαμμένα κοντά στην εξοχική του οικία. Επανέλαβε και σε αυτή τη διαδικασία ο κατηγορούμενος ότι παρά την επιμονή του ότι τα ναρκωτικά δεν ήταν δικά του και ότι δεν είχε ιδέα. Τόσο ο ΜΚ3 όσο και ο αστυνομικός Θουκιδίδης, του έλεγαν ότι είναι δικά του και ότι εκείνος τα έθαψε εκεί. Σε κάποιο στάδιο ενώ διαμαρτύρετο και αρνείτο την οποιαδήποτε σχέση του με τα ναρκωτικά τον πλησίασε ο αστυνομικός Στυλιανού και με φιλικό τρόπο του υπέδειξε ότι θα πρέπει να παραδεχθεί, διαφορετικά θα συλλάβουν τον πατέρα του ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης της οικίας. Εάν όμως παραδεχόταν, ο πατέρας του θα αφήνετο ελεύθερος. Την ίδια διαβεβαίωση του έδωσε και ο Σωτηρίου, ο αστυφύλακας με τον οποίο ήταν δεμένος με χειροπέδες, γι' αυτό και παραδέχθηκε ότι τα ναρκωτικά ήταν δικά του. Μετά τη λήξη της έρευνας στην Έμπα, όταν ξεκίνησαν για τη Λεμεσό είδε ότι ο αστυφύλακας Ευριπίδου μπήκε στο αυτοκίνητο του πατέρα του και συγκεκριμένα στη θέση του οδηγού ενώ ο πατέρας του κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Σε ερώτηση του για διαμαρτυρία του γιατί μεταφέρουν τον πατέρα του, ο ΜΚ3 του ανέφερε ότι ο πατέρας του θα αφεθεί ελεύθερος μόλις εκείνος (ο κατηγορούμενος) δώσει γραπτή κατάθεση στην οποία να παραδέχεται. Υπό το κράτος αυτής της πίεσης, μόλις έφθασαν στη Λεμεσό στα γραφεία της ΥΚΑΝ, ο Αστ. Χαραλάμπους ΜΚ3 του έλαβε κατάθεση στην οποία και παραδέχθηκε την κατοχή των ανευρεθέντων στην Έμπα ναρκωτικών. Σε αυτή την κατάθεση ο ΜΚ3 κατέγραψε σωρεία άλλων στοιχείων τα οποία ενοχοποιούν τον κατηγορούμενο, χωρίς ο τελευταίος να έχει αναφέρει οτιδήποτε, όπως οι αναφορές σε τουρκοκύπριους, άγνωστα πρόσωπα και χρέη. Στην πραγματικότητα, η μόνη αναφορά που είχε κάμει ο κατηγορούμενος σε τουρκοκύπριο, ήταν στην πρώτη του κατάθεση η οποία αφορούσε την ανεύρεση των μικροποσοτήτων κάνναβης στην οικία του όταν ανέφερε ότι είχε προμηθευτεί από ένα Τούρκο 1½ γραμμάριο χόρτο. Δήλωσε ο κατηγορούμενος ότι ουδέποτε πήγε στα κατεχόμενα για να προμηθευτεί ναρκωτικά και ότι ούτε είχε ποτέ του χρέη. Αναφερόμενος στο τεκμήριο 3, ανέφερε ότι αυτό του το είχαν παρουσιάσει στον αστυνομικό σταθμό της Λεμεσού μετά από τη σύλληψη του για το αυτόφωρο αδίκημα πριν όμως τη μεταφορά του στην Έμπα. Όταν έδιδε την επίδικη κατάθεση, δεν τον είχαν πληροφορήσει για τα δικαιώματα του να έχει και στο στάδιο εκείνο δικηγόρο και ούτε του έδωσαν την ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο αφού αμέσως μετά την αυτόφωρη σύλληψη του μεταφέρθηκε στην Έμπα, έγινε η έρευνα και ακολούθως μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ στη Λεμεσό όπου χωρίς καθυστέρηση του έλαβαν τη θεληματική του κατάθεση. Εν τέλει ο κατηγορούμενος εξέφρασε την άποψη ότι ο πληροφοριοδότης της αστυνομίας ήταν πρόσωπο που τον ενοχοποίησε για να εξυπηρετήσει δικά του συμφέροντα και να τύχει εκείνος ευνοϊκής μεταχείρισης από την αστυνομία. Εξέφρασε επίσης παράπονο διότι ενώ είναι αθώος διώκεται και κινδυνεύει να καταδικαστεί από τις ψευδολογίες των αστυνομικών οι οποίοι με προσυνεννόηση παρουσιάζουν στο Δικαστήριο ανύπαρκτα γεγονότα με σκηνοθεσία που μοιάζει με σκηνοθεσία θεάτρου. Θεωρούμε σκόπιμο να διευκρινίσουμε και ταυτόχρονα να επισημάνουμε ότι το ζήτημα της παράνομης κράτησης και μεταφοράς του κατηγορούμενου 1 στην Έμπα, όπως και το ζήτημα της στέρησης του δικαιώματος του να τύχει της συμβουλής δικηγόρου, ηγέρθηκαν από την υπεράσπιση και στα πλαίσια της ένστασης που οδήγησε στη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, αντικείμενο της οποίας ήταν η δεκτότητα των προφορικών/ομολογιών στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της έρευνας στο υποστατικό στην Έμπα. Επανερχόμενοι στην ένσταση επισημαίνουμε και σημειώνουμε τα εξής. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στη Λεμεσό για αυτόφωρο αδίκημα και συγκεκριμένα αυτό της κατοχής των ουσιών που εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν στα πλαίσια της έρευνας που διεξήχθηκε στο σπίτι του δυνάμει του δικαστικού εντάλματος τεκμήριο
  7. Η σύλληψη αυτή, σύμφωνα με τον κ. Ευσταθίου, έπρεπε να διαρκέσει για όσο χρονικό διάστημα ήταν απολύτως αναγκαίο για συμπλήρωση των σχετικών με το συγκεκριμένο αδίκημα, χρόνο. Η συνταγματική πρόνοια, αυτό επιτάσσει και ο χρόνος των 24 ωρών που παρέχεται, σύμφωνα με τον συνήγορο, αποτελεί το μέγιστο που η αστυνομία μπορεί να κρατά άτομο που έχει συλλάβει προτού το παρουσιάσει στο Δικαστήριο εφόσον αυτό απαιτείται. Δοθέντος, σχολίασε ο συνήγορος ότι λήφθηκε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σχετικά με το αυτόφωρο αδίκημα και δοθέντος ότι ο Αστ. Γερολέμου γνώριζε ότι η ξηρή φυτική ύλη ήταν κάνναβης, δεν απαιτείτο επιβεβαίωση του Χημείου, και συνεπώς ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος με το πέρας της θεληματικής κατάθεσης. Η παράταση της κράτησης ήταν παράνομη. Υπογράμμισε, πως η μεταφορά του στην Έμπα έγινε για αλλότριους σκοπούς, εννοώντας την ενοχοποίηση του. (Βλ. Parpas ν. Republic

(1988)2 C.L.R. 5). Έχοντας υπόψη ο συνήγορος την ενδιάμεση απόφαση στην πρώτη δίκη εντός δίκη, επεσήμανε πως η παρούσα αποτελεί αυτόνομη διαδικασία, ανεξάρτητη από την προηγούμενη και συνεπώς τα ζητήματα που εγείρονται θα πρέπει να κριθούν υπό το φως των δεδομένων της νέας δίκης. Συμφωνούμε με τη συγκεκριμένη θέση της υπεράσπισης και ανάλογη θα είναι η προσέγγιση μας. Το ζήτημα που εγείρεται με την υπό στοιχείο
(1)πτυχή της ένστασης, μας είχε απασχολήσει και στην προηγούμενη ενδιάμεση διαδικασία. Διεξήλθαμε το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε στα πλαίσια της παρούσας. Έχουμε την άποψη πως τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο ζήτημα παρέμειναν τα ίδια, γι' αυτό και όσα πραγματευθήκαμε εκεί επαναλαμβάνουμε και υιοθετούμε και με την παρούσα μας. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Προτού ασχοληθούμε με την ουσία της πιο πάνω πτυχής της ένστασης θεωρούμε σκόπιμο να καταγράψουμε το περιεχόμενο του εντάλματος έρευνας (Τεκμήριο 1) το οποίο αποτέλεσε ένα από τα σημεία αναφοράς των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Το συγκεκριμένο ένταλμα έρευνας εκδόθηκε στη βάση μαρτυρίας που δόθηκε με τη μορφή ένορκης δήλωσης που τέθηκε ενώπιον του αρμόδιου Δικαστή. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα πιο κάτω: ″υπάρχει εύλογη υποψία βασισμένη σε μαρτυρία ότι στην οικία που βρίσκεται στην οδό Μαραθοβούνου Αρ. 13 στην Λεμεσό όπου διαμένει ο Αχιλλέας Ιακώβου, στην εξοχική κατοικία που διατηρεί ο πατέρας του στην οδό Σωτήρη Χ″Κυριάκου αρ. 1 Έμπα, Πάφος την οποία επισκέπτεται τακτικά ο Ιακώβου καθώς και στο πρακτορείο στοιχημάτων του Ιακώβου στην οδό Φρ. Ρούσβελτ στην Λ/σό, καθώς και τα υποστατικά και οχήματα του, παράνομα χρησιμοποιούνται για την φύλαξη και διακίνηση ελεγχόμενου φάρμακου τάξεως Α΄ & Β΄. Πρόσωπο ανέφερε προσωπικά στην Αστυνομία ότι στην πιο πάνω οικία, εξοχικό, πρακτορείο, υποστατικά και οχήματα, ο ΙΑΚΩΒΟΥ, φυλάττει κατά διαστήματα ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α΄ & Β΄, το οποίο προμηθεύει σε ύποπτα πρόσωπα που τον επισκέπτονται εκεί. Το πιο πάνω πρόσωπο κινείται σε ακατάλληλες ώρες και επιστρέφει στην οικία του αργά το βράδυ. ..............″. Είναι φανερό πως το πιο πάνω ένταλμα δεν εξουσιοδοτούσε την έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου στην Λεμεσό μόνο ή στο πρακτορείο στοιχημάτων του στην Λεμεσό μόνο ή στην οικία που η οικογένεια του διατηρούσε στην Έμπα μόνο. Εξουσιοδοτούσε την έρευνα και στα τρία υποστατικά γιατί οι πληροφορίες στη βάση των οποίων εκδόθηκε έφεραν τον κατηγορούμενο να χρησιμοποιεί και τα τρία υποστατικά για παράνομη φύλαξη και διακίνηση παράνομων ναρκωτικών ουσιών. Κοντολογίς η εξουσιοδότηση για έρευνα στην οικία και στα υποστατικά στην Έμπα συνιστά αναπόσπαστο μέρος της εξουσιοδότησης για έρευνα στα άλλα δύο υποστατικά που ο κατηγορούμενος διατηρούσε στην Λεμεσό. Το αδίκημα για το οποίο εκδόθηκε το συγκεκριμένο ένταλμα έρευνας ήταν αυτό της παράνομης κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών τάξεως Α και Β. Αυτό ήταν το αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος θεωρείτο ύποπτος και για την διερεύνηση του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα Τεκμήριο 1. Κατά συνέπεια τα αδικήματα που ήρθαν στο φως με τον εντοπισμό των ναρκωτικών ουσιών στην οικία στην Έμπα δεν είναι ξένα (alien) προς το αυτόφωρο αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί, με την έννοια που υποστηρίζει η υπεράσπιση. Το ότι οι πληροφορίες έφεραν τον κατηγορούμενο να διαπράττει το συγκεκριμένο αδίκημα από περισσότερα του ενός υποστατικά, δεν αλλοιώνει με οποιοδήποτε τρόπο το εν λόγω συμπέρασμα μας. Εξάλλου υπό το φως όλων των περιστάσεων κρίνουμε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση η διερεύνηση του αυτόφωρου αδικήματος δεν περατώθηκε με τη λήψη της θεληματικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Είναι πιστεύουμε αρκετό να επισημάνουμε το γεγονός ότι οι ουσίες που εντοπίστηκαν στην οικία του κατηγορούμενου και οι οποίες οδήγησαν στην αυτόφωρη σύλληψη του δεν είχαν μέχρι τότε τύχει επιστημονικής εξέτασης, το πόρισμα της οποίας κρίνεται απαραίτητο για τεκμηρίωση κατηγοριών σε τέτοιες περιπτώσεις. Επίσης αναμενόταν η συνέχιση των ερευνών για διακρίβωση της πηγής από την οποία προήλθαν οι ανευρεθείσες ναρκωτικές ουσίες και σε περίπτωση που αυτές αποτελούσαν μέρος μεγαλύτερης ποσότητας ο εντοπισμός της εν λόγω ποσότητας. Και αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους κρίνουμε ότι η υπόθεση Parpas (πιο πάνω) διαφοροποιείται κατά τρόπο ουσιαστικό και καθοριστικό από την παρούσα υπόθεση». Έχει τονίσει ο κ. Ευσταθίου με αναφορά στη μαρτυρία Γερολέμου, ότι η ανάλυση της ανευρεθείσας, στο σπίτι του κατηγορούμενου στη Λεμεσό ύλης, ήταν εν πολλοίς αχρείαστη αφού Γερολέμου και κατηγορούμενος, επιβεβαίωναν ότι ήταν κάνναβης. Με όλη την εκτίμηση προς τον συνήγορο, θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε την καλά νομολογημένη αρχή, πως όπου υπάρχει και προσφέρεται τέτοια δυνατότητα, τα τεκμήρια θα πρέπει να τύχουν επιστημονικών εξετάσεων είτε για επιβεβαίωση είτε για αποκλεισμό. Ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη περίπτωση που πρόκειται για ναρκωτικά. Θα θέλαμε επίσης να υποδείξουμε πως η λήψη θεληματικής κατάθεσης δεν οδηγεί στο πέρας των ανακρίσεων. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου το κύρος και η θεληματικότητα μιας κατάθεσης στο τέλος πλήττεται και αμφισβητείται. Γι' αυτό είναι καθήκον των ανακριτικών αρχών, άσχετα με την ομολογία ενός υπόπτου, να φθάσουν μέχρι τέλους των απαραίτητων εξετάσεων προτού οδηγήσουν μια υπόθεση στο Δικαστήριο. Τέλος, θεωρούμε σκόπιμο να καταγράψουμε τα εξής. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μας που να δικαιολογεί διαφοροποίηση της διαπίστωσης στην οποία καταλήξαμε επί του συγκεκριμένου ζητήματος στα πλαίσια της πρώτης δίκης εντός δίκης σύμφωνα με την οποία το αδίκημα για το οποίο εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας τεκμήριο 1 ήταν αυτό της παράνομης κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών τάξεως Α και Β, αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος θεωρείτο ύποπτος, εξού και η έκδοση του τεκμηρίου 1 και πως τα αδικήματα που ήρθαν στο φως με τον εντοπισμό των ναρκωτικών ουσιών στην Έμπα δεν ήσαν ξένα (alien) προς τα αδικήματα που οδήγησαν στην αυτόφωρη σύλληψη του. Αντίθετα, η κατάσταση πραγμάτων παραμένει η ίδια. Ενόψει των πιο πάνω η συγκεκριμένη πτυχή της ένστασης απορρίπτεται. Στρεφόμαστε τώρα στην υπό στοιχείο
(2)πιο πάνω πτυχή της ένστασης. Μεγάλο μέρος της αγόρευσης του κ. Ευσταθίου αναλώθηκε στο σημαντικό και υψίστης σημασίας, όπως το χαρακτήρισε, δικαίωμα της επικοινωνίας του κάθε υπόπτου με δικηγόρο. Μεγάλο μέρος επίσης της αντεξέτασης του ΜΚ3 αφορούσε το θέμα τούτο. Μας κάλεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου να αγνοήσουμε και απορρίψουμε τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, αφού ήταν πλήρης αντιφάσεων με όσα στην προηγούμενη δικάσιμο για την πρώτη δίκης εντός δίκης ανέφερε, κυρίως για την ύπαρξη του εντύπου για τα δικαιώματα κρατουμένων προσώπων, τεκμήριο
  1. Επικαλούμενος το τεκμήριο 4 που τιτλοφορείται «ατομικό δελτίο κρατουμένου» τόνισε πως το εν λόγω τεκμήριο μιλά από μόνο του και βοά ότι το τεκμήριο 3 δόθηκε στον κατηγορούμενο η ώρα 21:50 δηλαδή πολύ αργότερα του χρόνου λήξης της επίμαχης κατάθεσης του, η οποία εδόθη μεταξύ των ωρών 17:35 μέχρι 18:
  2. Επικαλέσθηκε επίσης την ίδια την κατάθεση, τεκμήριο 5, στο προοίμιο της οποίας υπάρχει μόνο η επίστηση του κατηγορούμενου στον Νόμο και όχι οποιαδήποτε πληροφόρηση του για δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά του ΜΚ
  3. Τέλος ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Panovits v. Cyprus App. 4268/04, ημερ. 11.12.2008, και εισηγήθηκε την μη αποδοχή της επίδικης κατάθεσης ως τεκμηρίου. Η κα Σοφοκλέους από την αντίπερα όχθη, επικαλέσθηκε και αυτή το τεκμήριο 3 για να ισχυρισθεί πως αυτό είναι απτή απόδειξη της πληροφόρησης του κατηγορούμενου για το επίδικο δικαίωμά του. Το δικαίωμα υπόπτου να τύχει νομικής συμβουλής από δικηγόρο της επιλογής του κατοχυρώνεται από το άρθρο 11.4 του Συντάγματος και έχει ως εξής: «Πας συλλαμβανόμενος πληροφορείται κατά την στιγμήν της συλλήψεως αυτού εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν τους λόγους της συλλήψεως αυτού και δικαιούται να τύχη των υπηρεσιών συνηγόρου της εκλογής αυτού». Ο τρόπος άσκησης και προστασίας του εν λόγω δικαιώματος, έχει πλέον νομοθετικά ρυθμιστεί. Ο Νόμος 163
(1)/05 προβλέπει για τα δικαιώματα προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση. Το σχετικό άρθρο 3
(1)με τίτλο Δικαίωμα Επικοινωνίας με δικηγόρο, διαλαμβάνει πως: ″3.-
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών, πρόσωπο που συλλαμβάνεται από μέλος της Αστυνομίας δικαιούται αμέσως μετά τη σύλληψή του να επικοινωνήσει αυτοπροσώπως τηλεφωνικά: (α) με δικηγόρο της δικής του επιλογής χωρίς να είναι παρόν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο″. Ο ίδιος Νόμος καθορίζει με το άρθρο 3
(3)το δικαίωμα του συλληφθέντα να πληροφορηθεί για το δικαίωμα επικοινωνίας του με δικηγόρο το οποίο του παρέχει το άρθρο 3
(1), αλλά ταυτόχρονα θεσμοθετεί και την αντίστοιχη υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων να πληροφορήσουν και ενημερώσουν τον συλληφθέντα για το εν λόγω δικαίωμα του [άρθρο 7
(1)]. Αποτελεί επίσης περαιτέρω υποχρέωση των μελών της αστυνομίας που διενεργούν σύλληψη, να παρέχουν στον συλληφθέντα κάθε διευκόλυνση και μέσο που είναι πρακτικά αναγκαίο, για να μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο αλλά και με συγγενικά του άτομα άρθρο 8
(1). Σχετικές με το περί ου ο λόγος δικαίωμα του ατόμου που τελεί υπό σύλληψη είναι και οι πρόνοιες τις Διοικητικής Οδηγίας 7 των Δικαστικών Κανόνων του 1964[1]. Σημαντικό στοιχείο στο επίδικο ζήτημα, αποτελεί το τεκμήριο 3 που τιτλοφορείται «Δικαιώματα Προσώπων που τελούν υπό σύλληψη, Ν. 163
(1)/05 Επικοινωνία με δικηγόρο και συγγενείς». Ενώ η υπεράσπιση εισηγείται πως το εν λόγω έντυπο εδόθη στον κατηγορούμενο η ώρα 21:50, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της επίμαχης κατάθεσης και συνακόλουθα τότε έλαβε χώρα η σχετική πληροφόρηση του, εντούτοις ο κατηγορούμενος στην ένορκη μαρτυρία του δηλώνει πως το έντυπο του δόθηκε και επομένως έτυχε της σχετικής πληροφόρησης, μετά τη σύλληψη του για το αυτόφωρο αδίκημα και πριν τη μεταφορά του στην Έμπα, δηλαδή πολύ πριν την έναρξη της ανάκρισης του και τη λήψη της επίμαχης κατάθεσης. Ο ΜΚ3 διαβεβαιώνει πως όταν λάμβανε την επίμαχη κατάθεση από τον κατηγορούμενο, γνώριζε ότι είχε ήδη δοθεί στον κατηγορούμενο το εν λόγω έντυπο, αλλά όχι από τον ίδιο. Δεδομένου πως κατηγορούμενος και ΜΚ3 συγκλίνουν στη χρονική στιγμή που χωρίς να είναι ακριβής, ήταν εν πάση περιπτώσει πριν τη λήψη της κατάθεσης, αυτή θα θεωρήσουμε πως ήταν. Σχετικές με το ζήτημα που εξετάζουμε είναι και οι πρόνοιες του άρθρου 9 του νόμου τις οποίες παραθέτουμε αυτούσιες. «Αποτελεί υποχρέωση κάθε ανακριτή ή υπευθύνου ανακρίσεων σε σχέση με τις οποίες διενεργήθηκε σύλληψη να μεριμνά, ώστε να μην αρχίζει η ανάκιρση του συλληφθέντος πριν από την πληροφόρηση ή και ενημέρωση που αναφέρονται στο άρθρο 7 και προτού ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα επικοινωνίας το οποίο έχει ζητήσει να ασκήσει». Αυτό που προκύπτει είναι ότι το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο, δεν είναι απόλυτο όπως εξάλλου πλείστα θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα βάσει του Συντάγματος μας. (Βλ. Σύγγραμμα Α. Λοϊζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας 2001). Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με δικαιώματα που προκύπτουν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τα οποία επίσης δεν είναι ιεραρχικά διαβαθμισμένα. Το γεγονός όμως του μη απόλυτου ενός συνταγματικού δικαιώματος, δεν εξυπακούει και αφειδώλευτο παραμερισμό ή περιορισμό του χωρίς την ύπαρξη εύλογα νομιμοποιητικών λόγων ή σκοπών, οι οποίοι περιορισμοί δεν πρέπει να αναιρούν αυτή καθ' εαυτή την ουσία του τι σκοπεί να διασφαλίσει. Έχουμε την άποψη πως μη συμμόρφωση των διωκτικών αρχών με τις πρόνοιες του νόμου 163
(1)/05, δεν επιφέρει τις ίδιες συνέπειες που επιφέρει η μη συμμόρφωση με τους δικαστικούς κανόνες. Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, παραβίαση δικαστικών κανόνων δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και αποκλεισμό μιας κατάθεσης, κατά τα άλλα θεληματικής. Στην περίπτωση όμως παραβίασης των προνοιών του Ν.163
(1)/05, έχουμε την άποψη ότι η παραβίαση τους οδηγεί υποχρεωτικά στον αποκλεισμό μιας τέτοιας κατάθεσης. Αν δεν ήταν αυτή η πρόθεση του νομοθέτη, τότε προς τι η θέσπιση ειδικού νόμου που να διέπει και να ρυθμίζει την άσκηση της ούτως ή άλλως υφιστάμενης υποχρέωσης των διωκτικών αρχών να πληροφορήσουν τον κατηγορούμενο για το δικαίωμα δικηγόρου και της ανάγκης περιφρούρησης του συγκεκριμένου δικαιώματος του κατηγορούμενου το οποίο ούτως ή άλλως υπήρχε; Χρήσιμης αναφοράς είναι η υπόθεση Panovits η οποία άπτεται του θέματος της επικοινωνίας δικηγόρου και λήψης νομικής συμβουλής πριν την ανάκριση υπόπτου η απουσία της οποίας στην ανωτέρω υπόθεση οδήγησε σε ακύρωση της ομολογίας. Επανερχόμενοι στην υπό κρίση περίπτωση, παρατηρούμε τα εξής. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από το τεκμήριο 3 είναι δυο τινά: Ότι ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για το δικαίωμα του να τύχει νομικής συμβουλής και ότι εξέφρασε επιθυμία να το ασκήσει. Η χειρόγραφη σημείωση στο έντυπο 3 «ενημέρωσα σχετικά τον πατέρα μου για να ειδοποιήσει δικηγόρο» δεικνύει αφενός μεν ότι εδόθη η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να επικοινωνήσει και επικοινώνησε με συγγενείς του και παράλληλα η πληροφόρηση για το δικαίωμα του να επικοινωνήσει με δικηγόρο, αφετέρου δε ότι ανέμενε δικηγόρο ή τουλάχιστον ανέμενε να ειδοποιηθεί δικηγόρος. Ο κατηγορούμενος είχε πλέον μεταφερθεί από την Έμπα στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Επίκειτο ανάκριση του για πολύ σοβαρή υπόθεση. Ο ανακριτής ΜΚ3 γνώριζε πλέον, τόσο τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ήρθαν στο προσκήνιο με την ανεύρεση των ναρκωτικών στην Έμπα, όσο και τις δηλώσεις - ομολογίες του κατηγορούμενου που είχαν γίνει στην Έμπα κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας. Κρίνουμε πως σ' αυτό το στάδιο, της ανάκρισης πλέον, ο ΜΚ3 εφόσον ενεργούσε ως ο ίδιος ισχυρίζεται στη βάση ότι τα κατοχυρωμένα δικαιώματα του κατηγορούμενου σύμφωνα με τον Ν.163
(1)/2005 είχαν τύχει με την παράδοση του τεκμηρίου 3 πλήρη σεβασμού, όφειλε τουλάχιστον να παράσχει εύλογο χρόνο στον κατηγορούμενο να επικοινωνήσει με δικηγόρο δοθέντος μάλιστα ότι ο τελευταίος είχε εκφράσει λίγο νωρίτερα μέσω του εντύπου τεκμήριο 3 την επιθυμία του να τύχει νομικής συμβουλής ή τουλάχιστον να διαβουλευθεί με τον πατέρα του, ο οποίος βρισκόταν στον σταθμό και στον οποίο είχε δώσει προηγουμένως τις σχετικές οδηγίες. Έχουμε την άποψη πως υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, το εν λόγω δικαίωμα του κατηγορούμενου 1 έχει παραβιαστεί με όλες τις συνέπειες που η εν λόγω παραβίαση μπορεί να επιφέρει για τη δεκτότητα της κατάθεσης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μας η οποία σφραγίζει τη μοίρα της δεκτότητας της κατάθεσης, προχωρούμε να εξετάσουμε και την υπό στοιχείο
(3)πτυχή της ένστασης της υπεράσπισης για να είναι καταγραμμένη η θέση του Δικαστηρίου σε περίπτωση κατ' έφεση ανατροπής της ανωτέρω κατάληξης μας. Επί της εν λόγω πτυχής της ένστασης η οποία αφορά τη θεληματικότητα της επίμαχης κατάθεσης, η κα Σοφοκλέους αγορεύοντας επεσήμανε πως αν σκοπός του ΜΚ3 ήταν να γράψει από μόνος του μια ψεύτικη κατά τ' άλλα αληθοφανή κατάθεση, θα το έκανε. Αντιθέτως, ο κ. Ευσταθίου υπέδειξε ότι σαφέστατα, υπήρξαν εμβόλιμες θέσεις από τον ανακριτή ΜΚ3. Πέραν τούτου, ο τελευταίος δεν εξέτασε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τα καταγραφέντα στην κατάθεση. Ούτε για ύπαρξη χρεών, ούτε για επιβεβαίωση της μετάβασης του κατηγορούμενου στα κατεχόμενα. Το βασικό παράπονο του κατηγορούμενου ήταν ότι η επίμαχη κατάθεση ήταν προϊόν όχι της ελεύθερης βούλησης του αλλά ψυχολογικής βίας και καταπίεσης που δέχθηκε από τον ΜΚ3, με αναφορά στην υγεία και θέση του πατέρα του, όπως ανωτέρω έχουμε καταγράψει, η οποία και συνέχιζε να επιδρά επί της βούλησης του και μετά τη μεταφορά του από την Έμπα στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Το πότε μια μεταχείριση είναι καταπιεστική, είναι πραγματικό γεγονός το οποίο και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Ο όρος καταπίεση θα πρέπει να περιέχει κάποιο στοιχείο που να τείνει να υπονομεύσει την ελεύθερη βούληση του υπόπτου η οποία θα πρέπει να συνυπάρχει προκειμένου να θεωρηθεί μια ομολογία ως θεληματική. (Βλ. R. v. Prager
(1972)1 ALL E.R. 1114). Εξέταση της πιο πάνω πτυχής της ένστασης προϋποθέτει αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας. Όμως, θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε και παράλληλα να τονίσουμε ότι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας είχαμε συνέχεια κατά νου την αρχή σύμφωνα με την οποία στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία είναι δυνατό να επηρεάσουν δυσμενώς το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα αυτό του κατηγορούμενου. Στις περιπτώσεις όπως η παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι η δεκτότητα μιας κατάθεσης είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας που ασκείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Η κατάθεση κατηγορουμένου τότε μόνο γίνεται δεκτή σαν μαρτυρία όταν αποδειχθεί ότι ήταν θεληματική με την έννοια ότι δεν πάρθηκε από φόβο για ζημιά ή από ελπίδα για όφελος που προκλήθηκε ή υποκινήθηκε από πρόσωπο εξουσίας. Το βάρος απόδειξης σε τέτοιες περιπτώσεις το φέρει η κατηγορούσα αρχή η οποία καλείται να αποδείξει τη θεληματικότητα της κατάθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Imbrahim v. R.
(1914)A.C. 599. 609, Ιωαννίδης v. Δημοκρατίας
(1969)2 Α.Α.Δ. 169 και Φουρνίδης v. Δημοκρατίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 73). Περαιτέρω στην υπόθεση Petri v. Republic
(1968)2 C.L.R. 7 λέχθηκε πως όταν εξετάζεται θέμα δεκτότητας μιας κατάθεσης το Δικαστήριο πρέπει, πρόσθετα με τη θεληματικότητα, να λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο η κατάθεση ″πάρθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου″. Τέλος θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε την αρχή ότι η δοθείσα μαρτυρία προσεγγίζεται και έτσι την προσεγγίσαμε, με επίγνωση της αναγκαιότητας αποφυγής εξαγωγής ευρημάτων τα οποία θα έτειναν να πλήξουν τη γενικότερη αξιοπιστία οποιουδήποτε μάρτυρα στην υπόθεση και ιδιαίτερα την αξιοπιστία του κατηγορουμένου (βλ. Petri (πιο πάνω)). Προσεγγίσαμε επίσης τη μαρτυρία με επίγνωση της επίσης νομολογημένης αρχής, όπως σε υποθέσεις όπου εμπλέκονται τέτοιας φύσεως θέματα ή μαρτυρία που δίδεται από αστυνομικά όργανα είναι αναγκαίο να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή (βλ. Volettos v. Republic
(1961)169). Στην προηγούμενη ενδιάμεση μας απόφαση, πραγματευθήκαμε το θέμα τούτο, δηλαδή την άσκηση πίεσης και ψυχολογικής βίας στον κατηγορούμενο τόσο από τον ανακριτή ΜΚ3 όσο και άλλους, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να προβεί στις προφορικές ομολογίες. Δεν έχει αλλάξει τίποτα στην παρούσα διαδικασία, ώστε να αποστούμε από ότι έχουμε σαν κατάληξη αποφασίσει, πως καθ' ον χρόνο ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην κατοικία τους στην Έμπα, δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση ή βία, που να επιδράσει στην ελεύθερη του βούληση. Η αναφορά στην πρώτη μας απόφαση γίνεται, αφού αυτή την πίεση επικαλείται ο κατηγορούμενος ως καταλυτική της δημιουργίας και λήψης απόφασης του να προβεί στις δηλώσει που έκανε και στην ΥΚΑΝ. Εξάλλου και η αντεξέταση του ΜΚ3 επί αυτού του θέματος είχε σαν έρεισμα και βασικό δεδομένο την προηγηθείσα πίεση. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οτιδήποτε που να δηλώνει πως ότι ακολούθησε της αναχώρησης του κατηγορούμενου από την Έμπα, επηρέασε την κατάσταση του ή επέδρασε καταλυτικά σε αυτή, ώστε να αποκλείνουμε από την πρώτη μας ενδιάμεση απόφαση. Κρίνουμε επίσης πως ούτε στα γραφεία της ΥΚΑΝ ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση ή βία στον κατηγορούμενο, ώστε να επηρεάσει την ελεύθερη του βούληση. Κρίνουμε επομένως πως το σύνολο του περιεχομένου της επίμαχης κατάθεσης συνιστά το προϊόν αποκλειστικά της ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου. Η κατάθεση ήταν καθ' όλα θεληματική, απαλλαγμένη από υποσχέσεις, πιέσεις ή ψυχολογική βία ή επεμβάσεις ή παρεμβάσεις από τον ΜΚ3, ή από οτιδήποτε που θα μπορούσε να την καταστήσει μη αποδεκτή σαν μαρτυρία για τους λόγους που η υπεράσπιση ήγειρε και ανέπτυξε στα πλαίσια της υπό στοιχείο
(3)πιο πάνω ένστασης της. Βεβαίως η εν λόγω κατάληξη μας, για τους λόγους που έχουμε αναφέρει πιο πάνω και συγκεκριμένα στα πλαίσια συζήτησης της υπό στοιχείο
(2)ένστασης, δεν είναι δυνατό να επηρεάσει την πιο πάνω κατάληξη μας. Για τους λόγους που έχουμε αναφέρει στα πλαίσια συζήτησης της υπό στοιχείο
(2)της ένστασης, η ένσταση για τη δεκτότητα της γραπτής κατάθεσης του κατηγορούμενου, πετυχαίνει. (Υπ.) ............ Α. Πασχαλίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Λ. Μάρκου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΧ Subject: Criminal/Assize Court/Interim (Αναφορά: Θεληματικότητα - δεκτότητα κατάθεσης). [1] ″7. Facilities of defence. (
  1. a)A person in custody should be allowed to speak on the telephone to his solicitor or to his friends provided that no hindrance is reasonably likely to be caused to the processes of investigation, or the administration of justice by his doing so. He should be supplied on request with writing materials and his letters should be sent by post or otherwise with the least possible delay. Additionally, telegrams should be sent at once, at his own expense. (
  2. b)Persons in custody should not only be informed orally of the rights and facilities available to them, but in addition notices describing them should be displayed at convenient and conspicuous places at police stations and the attention of persons in custody should be drawn to these notices″. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.