← Κύπρος

Κατηγορούσα Αρχή ν. Γιαννάκης Λεωνίδου, Αρ. Υπόθεσης: 10738/08, 26 Ιουνίου, 2009

Κατηγορούσα Αρχή ν. Γιαννάκης Λεωνίδου, Αρ. Υπόθεσης: 10738/08, 26 Ιουνίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10738/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Γιαννάκης Λεωνίδου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Ιουνίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος παρών Ενδιάμεση Απόφαση O Kατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για την πρόκληση του θανάτου του Polanlzyk Bartos, τέως από την Πολωνία, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία για την εν λόγω κατηγορία και δηλώθηκαν τα ακόλουθα ως παραδεκτά γεγονότα:

  1. Στις 26.12.2004 και περί ώραν 15:35 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KJW 231 (εφεξής «το αυτοκίνητο») στην οδό Αγίας Παρασκευής στη Γερμασόγεια με βόρεια κατεύθυνση.
  2. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Polanlzyk Bartos από την Πολωνία (εφεξής «το θύμα») οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής HTZ 400 (εφεξής «η μοτοσικλέτα») εξ αντιθέτου κατευθύνσεως.
  3. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, παρά τη συμβολή με την οδό Μήλου, επήλθε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων.
  4. Μετέβη ασθενοφόρο στο μέρος και διακόμισε το θύμα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
  5. Σύμφωνα με το εύρημα του ιατροδικαστή που διενήργησε νεκροψία επί της σωρού του θύματος, αιτία θανάτου ήταν ο πολυτραυματισμός συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε πέντε μάρτυρες και κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων. Ο αστυφύλακας 1611 Μ. Χρυσάνθου (Μ.Κ.1) μετέβη στη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος 35 λεπτά μετά που επεσυνέβη και έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις για την ετοιμασία πρόχειρου σχεδίου της σκηνής, με βάση το οποίο ετοίμασε και συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 4), το οποίο και επεξήγησε στο Δικαστήριο. Τοποθέτησε με «Χ» στο σχέδιο το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος τη μέρα του δυστυχήματος, και με «Χ1» το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξαν δύο μάρτυρες από την Πολωνία δέκα μέρες αργότερα. Το «Χ» βρίσκεται πάνω στη μεσαία διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, ενώ το «Χ1» απέχει 40 εκατοστά από την εν λόγω γραμμή, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος. Ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι η ορατότητα του Κατηγορουμένου από το σημείο του δυστυχήματος προς τα βόρεια περιοριζόταν στα 60 μέτρα περίπου λόγω κυρτώματος στο δρόμο, ο οποίος στο συγκεκριμένο σημείο είναι ανηφορικός για όσους κατευθύνονται βόρεια. Τη μέτρηση αυτή ανέφερε ότι την έκανε όρθιος με τη βοήθεια του Μ.Κ. 2 και ότι η ορατότητα ενός οδηγού εντός ενός αυτοκινήτου θα είναι κάπως διαφοροποιημένη λόγω του ότι βρίσκεται σε πιο χαμηλή θέση από τη θέση στην οποία ο ίδιος βρισκόταν όρθιος όταν διενεργούσε τη μέτρηση. Δήλωσε επίσης ότι θεωρεί ότι το «Χ1» είναι το ορθό σημείο σύγκρουσης λόγω της τελικής θέσης της μοτοσικλέτας και του περιεχομένου των καταθέσεων μαρτύρων. Όπως φαίνεται στις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5, το μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας συγκρούστηκε με την αριστερή μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου. Ζημιά υπήρχε και στην αριστερή πλευρά του ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ. 1 δέχθηκε επίσης ότι μετά το επίδικο δυστύχημα εκτελέστηκαν συγκεκριμένα έργα ώστε να υπάρχει ανύψωση του κυρτώματος για να βελτιωθεί η ορατότητα των οδηγών με βόρεια κατεύθυνση ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Ο αρχιλοχίας 4547 Αντρέας Ηλία (Μ.Κ. 2), ανακριτής της υπόθεσης, μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος λίγη ώρα μετά που επεσυνέβη και έλαβε αριθμό φωτογραφιών (Τεκμήριο 5). Όσον αφορά την ορατότητα του Κατηγορουμένου, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι τη μέτρησε μαζί με τον Μ.Κ. 1 καθισμένος σε περιπολικό ώστε να είναι στο ύψος ενός οδηγού ο οποίος κάθεται εντός του αυτοκινήτου του, όπως ήταν ο Κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, και τη βρήκε να είναι περίπου 60 μέτρα, λόγω της ιδιομορφίας του δρόμου και της ύπαρξης καμπύλης. Δεν τον προσέγγισαν οποιαδήποτε άτομα στη σκηνή τα οποία να δήλωσαν αυτόπτες μάρτυρες στη σκηνή, παρά μόνο αργότερα δύο αλλοδαποί δήλωσαν ότι γνώριζαν το θύμα και το ακολουθούσαν με αυτοκίνητο πριν το δυστύχημα, και κανονίστηκε συνάντηση για να δώσουν καταθέσεις, το οποίο έπραξαν 10 μέρες μετά το δυστύχημα. Το θύμα οδηγούσε με ληγμένη ασφάλεια και σύμφωνα με εξετάσεις του Κρατικού Χημείου με 79,2 mg αλκοόλης στο αίμα, ενώ το αλκοτέστ που διενήργησε ο ίδιος ο Μ.Κ.2 στον Κατηγορούμενο στη σκηνή παρείχε μηδενική ένδειξη. Η Τζιωρτζίνα Αντώνιο (Μ.Κ. 3), 20 ετών, αρραβωνιαστικιά του Κατηγορουμένου, κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι ήταν σταματημένοι στο δρόμο με πρόθεση να στρίψουν δεξιά και σε κλάσματα του δευτερολέπτου, επήλθε η σύγκρουση. Δεν θυμάται περισσότερες λεπτομέρειες καθότι δεν μπορούσε να δει ο,τιδήποτε από το πίσω κάθισμα. Η Σωτηρούλλα Θρασυβούλου (Μ.Κ. 4), Πρωτοκολλητής στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κατέθεσε ότι καταχωρήθηκαν στο παρελθόν δύο κατηγορητήρια εναντίον του Κατηγορουμένου για την ίδια υπόθεση, με αρ. 20296/05 και 8854/06 αντίστοιχα. Και τις δύο φορές το κατηγορητήριο αποσύρθηκε και απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης στον Κατηγορούμενο. Ο Υπαστυνόμος Χάρης Ευριπίδου (Μ.Κ. 5) κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας για θέματα αναπαράστασης και διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων και κατέθεσε τα διάφορα πτυχία του στον τομέα αυτό. Ο Μ.Κ.5 κλήθηκε να καταθέσει τα συμπεράσματά του για τις συνθήκες του δυστυχήματος και κατά πόσο η εκδοχή του Κατηγορουμένου μπορεί να ευσταθεί υπό τις περιστάσεις. Κατέληξε στα συμπεράσματά του με βάση τα δεδομένα που του παρασχέθηκαν από την Κ.Α. μικρό χρονικό διάστημα πριν τη μέρα που προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Ειδικότερα, ο Μ.Κ. 5 βασίστηκε στο συμμετρικό σχέδιο της σκηνής- Τεκμήριο 4, τις φωτογραφίες της σκηνής και των ζημιών- Τεκμήριο 5 και την κατάθεση του Κατηγορουμένου- Τεκμήριο
  6. Σύμφωνα με τον Μ.Κ. 5, ένα ακινητοποιημένο αυτοκίνητο, εφόσον επέλθει σύγκρουση, είτε θα μετακινηθεί προς τα πίσω είτε θα παραμείνει στο σημείο σύγκρουσης. Συνεπώς, εφόσον η τελική θέση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου ήταν κάποια μέτρα πιο ανατολικά (εντός της παρόδου), συμπεραίνεται ότι πρέπει να μην ήταν ακινητοποιημένο την ώρα της σύγκρουσης. Επιπλέον, εάν την ώρα εκείνη ο οδηγός έχει πατημένο το συμπλέκτη (clutch) και έχει σε λειτουργία την 1η ταχύτητα (ως ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου στην κατάθεσή του), η αναμενόμενη ή συνήθης αντίδραση ενός μέσου οδηγού είναι, λόγω του ξαφνιάσματος από τη σύγκρουση, να σηκώσει το πόδι από το πεντάλ και συνεπώς το αυτοκίνητο να μη μετακινηθεί. Από τις ζημιές όπως απεικονίζονται στις φωτογραφίες, ο Μ.Κ. 5 κατέθεσε ότι επιβεβαιώνεται η διαγώνια θέση του αυτοκινήτου κατά τη στιγμή της σύγκρουσης (το οποίο συνάδει και με τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου) και συμπεραίνεται ότι το μπροστινό δεξιό άκρο του αυτοκινήτου πρέπει να βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ο Μ.Κ. 5 ανέφερε επιπλέον ότι, δεδομένης και της κατωφέρειας του δρόμου προς την πάροδο στο συγκεκριμένο σημείο, αν ο Κατηγορούμενος είχε πατημένο το συμπλέκτη (clutch) και κατάφερνε να συνεχίσει να έχει πατημένο το πόδι στο πεντάλ, θα μπορούσε το αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση να μετακινηθεί προς την τελική θέση «Α1» όπως απεικονίζεται στο σχέδιο. Κατέθεσε ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο πράγματι να αντέδρασε με τον τρόπο αυτό ο Κατηγορούμενος και τα γεγονότα να συνέβησαν ως η εκδοχή του Κατηγορουμένου. Εν κατακλείδι, η θέση του Μ.Κ. 5 ήταν ότι είναι πιο πιθανό το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου να βρισκόταν σε κίνηση τη στιγμή της σύγκρουσης παρά να ήταν σταματημένο, αλλά συγχρόνως δεν μπορούσε να αποκλείσει την εκδοχή του Κατηγορουμένου ότι ήταν σταματημένος. Δήλωσε επιπλέον ότι και τα δύο σημεία σύγκρουσης που τοποθετήθηκαν στο σχέδιο («Χ» και «Χ1») είναι δυνατόν να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ως προς την ταχύτητα του θύματος, ο Μ.Κ. 5 δεν ήταν σε θέση να εκφέρει άποψη με βάση τα στοιχεία στη διάθεσή του. Στην ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 7) που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο -23 ετών, Κύπριος μόνιμος κάτοικος Αγγλίας- αυτός ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το προαναφερόμενο αυτοκίνητο με κατεύθυνση προς Γερμασόγεια με συνοδηγό τη μητέρα της Μ.Κ. 3, και την αδελφή του και τη Μ.Κ. 3 στα πίσω καθίσματα. Όταν έφθασε στην επίδικη συμβολή έδειξε την πρόθεσή του για δεξιά στροφή θέτοντας σε λειτουργία το δεξιό δείκτη, σταμάτησε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του και έλεγξε το δρόμο. Δεν υπήρχαν οχήματα μπροστά και πίσω του. Το αυτοκίνητό του βρισκόταν ελαφρώς διαγώνια, αλλά εντός της δικής του λωρίδας. Καθώς ήταν σταματημένος, πριν εκκινήσει, είδε ένα μαύρο πράγμα να έρχεται από απέναντι με υπερβολικά μεγάλη ταχύτητα και να κτυπά στο μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του. Ακολούθως, το θύμα κτύπησε με το κράνος πάνω στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, εκτινάχθηκε στον αέρα και κατέληξε στην άσφαλτο πίσω από το αυτοκίνητο. Η μοτοσικλέτα από τη μεγάλη ταχύτητα σηκώθηκε πάνω, κτύπησε αριστερά στο αυτοκίνητο και κατέληξε στην άσφαλτο με μέτωπο προς Γερμασόγεια, δηλαδή αντίθετα προς την πορεία του θύματος. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται στην κατάθεσή του ότι από το κτύπημα άφησε το συμπλέκτη (clutch) και το αυτοκίνητο προχώρησε επειδή είχε στριμμένο το τιμόνι και ενεργοποιημένη την πρώτη ταχύτητα. Λόγω του κατήφορου, το αυτοκίνητο κύλησε και ακινητοποιήθηκε στην τελική θέση «Α1». Υπέδειξε δε το σημείο «Χ» στην Αστυνομία ως το σημείο σύγκρουσης, πάνω στη μεσαία διαχωριστική γραμμή περίπου. Αναφέρει επιπλέον ότι η ορατότητά του από το συγκεκριμένο σημείο όπου θα έστριβε δεν ήταν αρκετή γιατί υπάρχει ύψωμα στο δρόμο. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος για τον Κατηγορούμενο εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή. Δεδομένου ότι ο Κατηγορούμενος έχει αρνηθεί την κατηγορία, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος οδηγεί σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως.[1] Όπως αναφέρθηκε και στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133 ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Περαιτέρω, στη σελίδα 144, αναφέρεται ότι η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του σε υπεράσπιση. Λέχθηκαν περαιτέρω και τα εξής : « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». [2] Το κριτήριο είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης και η απόφασή του πρέπει να περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση από αυτό το στάδιο πρέπει να βασίζεται στη θέση ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση έχει ενώπιόν του στην ουσία μόνο την πραγματική μαρτυρία, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο εμπειρογνώμονας Μ.Κ. 5 με βάση την πραγματική μαρτυρία, και την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η πραγματική μαρτυρία συνιστά σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας τους. Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, οι μάρτυρες οι οποίοι υπέδειξαν το σημείο «Χ1» στο σχέδιο Τεκμήριο 4 κάποιες μέρες μετά το δυστύχημα και οι οποίοι ενδεχομένως να προέβαλλαν συγκεκριμένη εκδοχή σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος και τα πραγματικά γεγονότα, δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν. Η δε μαρτυρία της Μ.Κ.3, όπως περιληπτικά αναφέρεται στη σελίδα 3 πιο πάνω, δεν ήταν διαφωτιστική. Συνεπώς δεν έχει τεθεί καμία μαρτυρία ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, πέραν της κατάθεσης του Κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (πιο πάνω) η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είχε περιοριστεί μόνο σε μαρτυρία των ευρημάτων στη σκηνή του ατυχήματος. Η πραγματική μαρτυρία σε εκείνη την περίπτωση, όμως, παρείχε ισχυρή ένδειξη ότι η σύγκρουση έγινε στην αντίθετη πορεία από εκείνη του εφεσίβλητου. Κρίθηκε ότι η διαπίστωση αυτή αποκάλυπτε έλλειψη εκ μέρους του εφεσίβλητου προφυλακτικών μέτρων για την ασφάλεια του θύματος, ενώ η βιαιότητα της σύγκρουσης παρείχε ένδειξη για το μέγεθος της παράλειψης. Ειδικότερα, η συνεκτίμηση των στοιχείων της πραγματικής μαρτυρίας στη σκηνή οδήγησε τον ανακριτή σε συμπέρασμα ως προς το πραγματικό σημείο σύγκρουσης, το οποίο σημείωσε στο σχέδιο που ετοίμασε με το γράμμα «Χ». Δηλαδή το σημείο σύγκρουσης αποτελούσε δικό του συμπέρασμα, με βάση τα ευρήματα στη σκηνή. Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο Μ.Κ. 5 δεν κατέληξε με βάση την πραγματική μαρτυρία και τα ευρήματα της Αστυνομίας στη σκηνή (όπως τις τελικές θέσεις, συντρίμμια οχημάτων, λάδια στην άσφαλτο, ζημιές οχημάτων κ.ο.κ.) σε κάποιο σημείο σύγκρουσης. Αντίθετα, αξιολόγησε τα σημεία σύγκρουσης «Χ» και «Χ1», τα οποία είχαν ήδη τοποθετηθεί στο σχέδιο από την Αστυνομία κατόπιν υπόδειξης του Κατηγορουμένου και κάποιων φίλων του θύματος, αντίστοιχα, και δήλωσε ότι οποιοδήποτε από τα δύο μπορεί να είναι ορθό. Το «Χ1», το οποίο βρίσκεται 40 εκατοστά από τη μεσαία διαχωριστική γραμμή, είναι εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος, ενώ το «Χ» βρίσκεται πάνω στη μεσαία διαχωριστική γραμμή. Η γνώμη ενός πραγματογνώμονα πρέπει να βασίζεται σε γεγονότα που αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία. Στην υπό κρίση περίπτωση, τα άτομα τα οποία υπέδειξαν το «Χ1» στην Αστυνομία κάποιες μέρες μετά το δυστύχημα, δεν κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην απουσία θετικής μαρτυρίας σε σχέση με το πραγματικό σημείο σύγκρουσης, δεν υπάρχει ισχυρή ένδειξη ότι η σύγκρουση έγινε στην αντίθετη της πορείας του Κατηγορουμένου λωρίδα και ότι το αυτοκίνητο απέκοψε την ελεύθερη πορεία της μοτοσικλέτας. Επιπλέον, ο Μ.Κ. 5 δεν απέκλεισε την εγκυρότητα της εκδοχής του Κατηγορουμένου και του σημείου «Χ», το οποίο, επαναλαμβάνω, βρίσκεται πάνω στη μεσαία διαχωριστική γραμμή. Απλώς θεώρησε, με βάση την πείρα του ως προς τις αναμενόμενες αντιδράσεις ενός μέσου οδηγού, ότι η εκδοχή της Κ.Α. είναι πιο πιθανή από την εκδοχή του Κατηγορουμένου. Πέραν του ότι σε ποινικές υποθέσεις το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασίζεται σε πιθανολογήσεις, θεωρώ ότι η αντίδραση ενός οδηγού όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επικίνδυνη και έκτακτη κατάσταση δεν μπορεί να προβλεφθεί με ακρίβεια. Περαιτέρω, στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (πιο πάνω), τα ευρήματα των εξεταστών υποστήριζαν ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε όχι μόνο στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου, αλλά και με σημαντική ταχύτητα, γεγονός που επαύξησε το μέγεθος της παράλειψης για την ασφάλεια του θύματος και τελικά συνέβαλε στη βιαιότητα της σύγκρουσης. Η δε κατάθεση του κατηγορουμένου σε εκείνη την υπόθεση δεν παρέσχε καμιά εξήγηση για την παρουσία των στοιχείων της πραγματικής μαρτυρίας στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου. Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, τέτοια γεγονότα δεν υπάρχουν. Ο Κατηγορούμενος έδωσε μια εξήγηση, η οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα της Κ.Α., Μ.Κ. 5, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η εκδοχή αυτή του Κατηγορουμένου, ότι δηλαδή βρισκόταν σταματημένος στη δική του πλευρά του δρόμου με κλίση προς τα δεξιά και πρόθεση να στρίψει όταν η μοτοσικλέτα, η οποία εκινείτο με τεράστια ταχύτητα, προσέκρουσε βίαια στη μπροστινή αριστερή γωνία του αυτοκινήτου του (κάτι που υποστηρίζεται από τις φωτογραφίες Τεκμήριο 5), δεν αποκαλύπτει χωρίς άλλο οποιαδήποτε εκ μέρους του οδική αμέλεια ή αλόγιστη, επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά. Ακόμη και αν θεωρήσουμε, στη βάση της κοινής λογικής, ότι για να επέλθει σύγκρουση με την αριστερή μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου στο σημείο «Χ» πάνω στη μεσαία διαχωριστική γραμμή, μέρος του δεξιού μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου πρέπει να βρισκόταν ελαφρώς εντός της λωρίδας του θύματος, αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό για να στηριχθεί η υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι αρκετό, στην απουσία οποιασδήποτε άλλης θετικής μαρτυρίας ως προς τα πραγματικά γεγονότα, για να θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την πορεία, τον τρόπο οδήγησης και την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, πέραν της αναφοράς στην κατάθεση του Κατηγορουμένου για υπερβολικά μεγάλη ταχύτητα [3]. Σημειώνω και την αναφορά του εξεταστή της υπόθεσης ότι ανευρέθηκε αλκοόλη στο αίμα του θύματος σε αντίθεση με τη μηδενική ένδειξη που παρείχε το αλκοτέστ του Κατηγορουμένου. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και το θέμα της ορατότητας. Όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας, η ιδιαιτερότητα του δρόμου στο συγκεκριμένο σημείο περιορίζει κάπως την ορατότητα (οι Μ.Κ. 1 και 2 την προσδιόρισαν στα 60 μέτρα περίπου, χωρίς να παραγνωρίζω το ενδεχόμενο να είναι μικρότερη εάν ευσταθούν τα όσα κατέθεσε ο Μ.Κ.1 σε σχέση με τον τρόπο μέτρησης της), εξού και λήφθηκαν μέτρα για βελτίωση της ορατότητας μετά το επίδικο δυστύχημα. Στην απουσία θετικής μαρτυρίας σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης της μοτοσικλέτας και την ταχύτητα με την οποία εκινείτο κατά τον επίδικο χρόνο, ελλείπει το υπόβαθρο με βάση το οποίο το Δικαστήριο θα ήταν σε θέση να κρίνει τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και να αποφασίσει κατά πόσο αυτή υπήρξε αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη εντός της εννοίας του άρθρου 210. Είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να βρισκόταν σε κίνηση και η σύγκρουση να επήλθε περίπου στο σημείο «Χ1», ως η θέση της Κ.Α. . Εν τούτοις, είναι επίσης υπαρκτό το ενδεχόμενο (έστω και σε μικρότερο βαθμό) ο Κατηγορούμενος να ήταν σταματημένος στη λωρίδα του με ελαφριά κλίση δεξιά και πρόθεση να στρίψει δεξιά και να προκλήθηκε το δυστύχημα λόγω υπερβολικής ταχύτητας του θύματος, ο οποίος οδήγησε τη μοτοσικλέτα του προς τη μεσαία διαχωριστική γραμμή κατά πάνω στο αυτοκίνητο, μη αφήνοντας περιθώριο στον Κατηγορούμενο να λάβει αποτελεσματικά μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Δεν μπορεί όμως το Δικαστήριο να βασίζεται σε υποθέσεις ως προς τα γεγονότα. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και νομικές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία, η οποία να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα. Οι Μ.Κ. 1 και 2 δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες της σύγκρουσης και κατέθεσαν ότι το σημείο «Χ1» τοποθετήθηκε βάσει υπόδειξης προσώπων τα οποία δεν κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Μ.Κ. 3 δεν ήταν σε θέση να καταθέσει ο,τιδήποτε ιδιαίτερα διαφωτιστικό ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Η μαρτυρία της Μ.Κ. 4 ήταν τυπικής φύσεως σχετικά με προηγούμενα κατηγορητήρια εναντίον του Κατηγορουμένου και δεν αφορούσε τις συνθήκες του δυστυχήματος. Και τέλος, η μαρτυρία του Μ.Κ. 5 αφορούσε τη γνώμη του ως προς τις συνθήκες με βάση τα στοιχεία που του δόθηκαν από την Κ.Α. (σχέδιο, φωτογραφίες και κατάθεση Κατηγορουμένου) και κατέθεσε ότι η εκδοχή του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποκλειστεί και αποτελεί ένα υπαρκτό ενδεχόμενο. Επιπλέον, η απουσία θετικής μαρτυρίας όσον αφορά το ακριβές σημείο σύγκρουσης και ειδικότερα κατά πόσο είναι σε σημείο όπου εύλογα βρισκόταν ο Κατηγορούμενος ή σε σημείο όπου σαφώς ανέκοπτε την ελεύθερη πορεία του θύματος, οδηγεί σε περαιτέρω αδυναμία και κενά στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ειδικότερα σε σχέση με τα εν λόγω συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, η στοιχειοθέτηση της κατηγορίας προϋποθέτει την ύπαρξη μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος χωρίς πρόθεση προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς η οποία να μην αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια. Οι προαναφερόμενοι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου επαρκής μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος υπέπεσε σε τέτοια πράξη ή συμπεριφορά ή διέπραξε κάποιο σφάλμα κατά την οδήγηση και συνεπώς απουσιάζουν τα συστατικά αυτά στοιχεία του αδικήματος. Στην απουσία θετικής μαρτυρίας ως προς τα πραγματικά γεγονότα, η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν μπορεί κατά την κρίση μου να δημιουργήσει τεκμήριο ενοχής του Κατηγορουμένου. Τα κενά που έχουν εντοπιστεί αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι, και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Κατά την κρίση μου ο Κατηγορούμενος δεν πρέπει να κληθεί σε απολογία απλώς και μόνο για να διορθώσει τις ατέλειες ή να συμπληρώσει τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Ενόψει των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από αυτό το στάδιο. (Υπ) ........... Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Interim (Αναφορά: Θανατηφόρο) [1] Βλ. επίσης In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250 ως προς την ερμηνεία της φράσης "εκ πρώτης όψεως υπόθεση". [2] Βλ. επίσης την Πρακτική του 1962 (The Practice Note issued in 1962 by the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) και την απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9 [3] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18 σε σχέση με την απουσία θετικής μαρτυρίας για την πορεία του θύματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.