← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Τροοδία Σταυρινίδου, Αρ. Υπόθεσης: 6944/08, 29.6.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Τροοδία Σταυρινίδου, Αρ. Υπόθεσης: 6944/08, 29.6.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6944/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Τροοδία Σταυρινίδου Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 29.6.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για την Κατηγορουμένη: κα Κ. Αρκάδη Κατηγορουμένη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η επίδικη οδική συμπεριφορά έλαβε χώρα στις 24.9.2007 γύρω στις 12:20 στην οδό Αγίας Ζώνης στη Λεμεσό, πλησίον της συμβολής της με την οδό Ησιόδου. Η Κατηγορουμένη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΜ 329 (εφεξής «το αυτοκίνητο») δυτικά στην οδό Ησιόδου προς την εν λόγω συμβολή με πρόθεση να στρίψει δεξιά ως η πορεία της και να εισέλθει στην οδό Αγίας Ζώνης και να κινηθεί βόρεια. Ο Αντρέας Κτίστης οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΑΒΡ 498 (εφεξής «το μοτοποδήλατο») στην οδό Αγίας Ζώνης με νότια κατεύθυνση. Όταν η Κατηγορουμένη επιχείρησε να εισέλθει στην οδό Αγίας Ζώνης με δεξιά στροφή, το μοτοποδήλατο ανατράπηκε στην άσφαλτο χωρίς να επέλθει σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου τραυματίστηκε και διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες: τον Αστυφύλακα 2009 Αντώνη Αντωνίου (Μ.Κ.1) και τον Αντρέα Κτίστη (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ. 1, αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης, επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα, με το οποίο συμφώνησαν αργότερα οι ενεχόμενοι οδηγοί και το οποίο μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τεκμήριο 3). Η Κατηγορουμένη κατηγορήθηκε γραπτώς για αμελή οδήγηση και απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». Ο Μ.Κ. 1 επεξήγησε το σχεδιαγράφημα της σκηνής στο Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι το σημείο «Χ» είναι το σημείο ανατροπής του μοτοποδηλάτου και απέχει 4,30μ. από την ανατολική άκρη του δρόμου και 2,70μ. από τη μπροστινή δεξιά γωνία του αυτοκινήτου στην τελική του θέση. Το συνολικό πλάτος του κύριου δρόμου είναι 9 μέτρα και δεν υπάρχει μεσαία διαχωριστική γραμμή ζωγραφισμένη στην άσφαλτο. Όσον αφορά την ορατότητα της Κατηγορουμένης προς τα δεξιά καθώς εξερχόταν από την πάροδο, ο Μ.Κ. 1 κατέθεσε ότι η Κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ότι υπήρχε σταθμευμένο ένα μεγάλο όχημα τύπου βαν στη γωνία του δρόμου το οποίο εμπόδιζε την ορατότητά της, το οποίο όμως δεν βρισκόταν στο μέρος όταν ο Μ.Κ. 1 επισκέφθηκε τη σκηνή. Ο Μ.Κ. 1 υπολόγισε ότι η ορατότητά της προς τα δεξιά ως η πορεία της, στην απουσία του βαν στη γωνία του δρόμου, περιοριζόταν στα 80 μέτρα περίπου λόγω σταθμευμένων οχημάτων σε παρκόμετρα στην οδό Αγίας Ζώνης βόρεια του σημείου του δυστυχήματος, αλλά δεν μέτρησε την απόστασή τους από την πάροδο απ'όπου εξήλθε η Κατηγορουμένη και δεν τα τοποθέτησε στο σχέδιο. Δεν υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, αλλά υπήρχε μικροζημιά στο αυτοκίνητο προφανώς από κτύπημα του κράνους του μοτοποδηλάτη στο αυτοκίνητο μετά την ανατροπή του μοτοποδηλάτου [στην άσφαλτο]. Ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή και καθαρή και το όριο ταχύτητας 50 χ.α.ω. Ο Μ.Κ. 1 κατέθεσε περαιτέρω ότι δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχε λευκή γραμμή Αλτ ζωγραφισμένη στην άσφαλτο στην οδό Ησιόδου και ότι το αυτοκίνητο εξήλθε 4,10μ. (το μπροστινό μέρος) από το άνοιγμα της παρόδου. Ο Μ.Κ. 2, οδηγός του μοτοποδηλάτου, υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία 4 μήνες μετά το δυστύχημα, στην οποία αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το μοτοποδήλατό του νότια στην οδό Αγίας Ζώνης με χαμηλή ταχύτητα γύρω στα 30 χ.α.ω. Σε κάποιο σημείο ένα αυτοκίνητο εξήλθε από την πάροδο στα αριστερά του ως η πορεία του και του ανέκοψε την πορεία. Προσπάθησε να σταματήσει το όχημά του χρησιμοποιώντας τα φρένα με αποτέλεσμα το μοτοποδήλατο να ανατραπεί στην άσφαλτο, ενώ ο ίδιος προσέκρουσε στο αυτοκίνητο με το κράνος του και τραυματίστηκε σοβαρά στον αριστερό καρπό και το ισχίο. Προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Μ.Κ. 2 πρόσθεσε ότι αμέσως πριν το δυστύχημα υπήρχε η συνήθης τροχαία κίνηση που υπάρχει πάντοτε στην οδό Αγίας Ζώνης τα μεσημέρια, εφόσον είναι πολυσύχναστη εμπορική οδός. Ανέφερε ότι υπάρχουν χώροι στάθμευσης με παρκόμετρα στην ανατολική πλευρά του δρόμου οι οποίοι ξεκινούν 3-4 μέτρα από τη συμβολή με την οδό Ησιόδου και επεκτείνονται βόρεια. Αμέσως πριν το δυστύχημα, ο Μ.Κ. 1 οδηγούσε περίπου 1 μέτρο πιο αριστερά από τα σταθμευμένα οχήματα. Το αυτοκίνητο, όταν το πρωτοείδε ο Μ.Κ. 2, ήταν σε κίνηση και το μπροστινό του μέρος εξείχε από τα σταθμευμένα οχήματα. Ειδικότερα, σχεδόν ολόκληρο το αυτοκίνητο είχε περάσει το άνοιγμα της παρόδου. Λόγω της πολύ μικρής απόστασης που τον χώριζε από το αυτοκίνητο όταν το πρωτοείδε (έδειξε μία απόσταση 2 μέτρων εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου), δεν πρόλαβε να αντιδράσει αποτελεσματικά, πέραν του να προσπαθήσει να εφαρμόσει τα φρένα και να κινηθεί δεξιότερα για να αποφύγει τη σύγκρουση, και ως αποτέλεσμα ανατράπηκε στην άσφαλτο. Ο Μ.Κ. 2 ανέφερε επιπλέον ότι ο ίδιος είχε μηδαμινή ορατότητα προς την πάροδο, η οποία είναι μονόδρομος, λόγω των σταθμευμένων οχημάτων στην ανατολική πλευρά του κύριου δρόμου. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Κ. 1 πρόσθεσε ότι πιθανότατα να υπήρχε μεγάλο όχημα τύπου βαν σταθμευμένο στην ανατολική πλευρά του δρόμου πλησίον του σημείου του δυστυχήματος, αλλά δεν θυμάται συγκεκριμένο τύπο οχήματος. Ήταν η θέση του Μ.Κ. 1 ότι η Κατηγορουμένη του απέκοψε το δρόμο και ήταν λάθος η προσπάθειά της να στρίψει δεξιά από την πάροδο αντί αριστερά, λόγω της πολύ μειωμένης ορατότητας που είχε προς τα δεξιά. Η Κατηγορουμένη, 60 ετών, οικοκυρά, κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία κατά την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει ότι όταν έφθασε στη συμβολή της οδού Ησιόδου με την οδό Αγίας Ζώνης, σταμάτησε στο Αλτ με πρόθεση να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην Αγίας Ζώνης για να κινηθεί βόρεια. Στα δεξιά της υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα εντός της Αγίας Ζώνης, τα οποία της εμπόδιζαν την ορατότητα. Συνεπώς κινήθηκε μερικά μέτρα εμπρός για να μπορεί να έχει οπτική επαφή προς τα βόρεια της εν λόγω οδού. Καθώς εκινείτο, αντιλήφθηκε ένα μοτοποδήλατο να έρχεται από τα δεξιά της και αμέσως ακινητοποίησε το αυτοκίνητο. Ο μοτοποδηλάτης προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του και ανατράπηκε στην άσφαλτο, κτυπώντας κάποιο μέρος του σώματός του στο μπροστινό δεξιό δείκτη του αυτοκινήτου. Προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, η Κατηγορουμένη διευκρίνισε ότι το εμπόδιο στην ορατότητά της προς τα δεξιά ήταν ένα μεγάλο άσπρο όχημα τύπου βαν σταθμευμένο στη γωνία μερικώς εντός του δρόμου και μερικώς πάνω στο πεζοδρόμιο, και όχι οποιαδήποτε οχήματα σταθμευμένα στα παρκόμετρα, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε να δει καθόλου λόγω του βαν. Κατέθεσε ότι είχε αναφέρει στον Μ.Κ. 1 στη σκηνή για την ύπαρξη του βαν στη γωνία, το οποίο όμως είχε μετακινηθεί από τον ιδιοκτήτη του πριν την άφιξη της Αστυνομίας. Η Κατηγορουμένη ανέφερε επιπλέον ότι καθώς εξερχόταν από την πάροδο, εκινείτο στο δεξιότερο μέρος του δρόμου, σχεδόν ακουμπημένη στο άσπρο βαν, λόγω του ότι ήταν μονόδρομος και είχε σκοπό να στρίψει δεξιά. Εξήλθε σιγά-σιγά και όταν έφθασε σε σημείο όπου το κεφάλι της από τη θέση του οδηγού είχε ορατότητα προς τα δεξιά και το βαν ήταν πλέον πίσω της, αντιλήφθηκε τον μοτοποδηλάτη και σταμάτησε. Δηλαδή τα «μούτρα» του αυτοκινήτου είχαν περάσει το σταθμευμένο βαν. Δήλωσε επίσης ότι από τη στιγμή που εκκίνησε από το Αλτ για να εισέλθει στον κύριο δρόμο, δεν ξανασταμάτησε μέχρι που είδε το μοτοποδήλατο σε απόσταση περίπου 5 μέτρων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Μ.Κ. 1 μου δημιούργησε την εντύπωση ειλικρινούς προσώπου και αστυνομικού ο οποίος εκτελεί με αντικειμενικότητα τα καθήκοντά του και αποδέχομαι τη μαρτυρία του και ειδικότερα τα ευρήματά του από τη σκηνή του δυστυχήματος, την ορθότητα των μετρήσεων που διενήργησε και το περιεχόμενο του συμμετρικού σχεδίου. Το εν λόγω συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ο Μ.Κ. 1 ως Τεκμήριο 3 αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας, καθώς και σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, όμως, σημειώνω πως δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο Μ.Κ. 1 παρέλειψε να διερευνήσει επαρκώς τον ισχυρισμό της Κατηγορουμένης για την ύπαρξη σταθμευμένου βαν στη γωνία του δρόμου. Όπως ο ίδιος κατέθεσε, η Κατηγορουμένη του ανέφερε τον ισχυρισμό αυτό στη σκηνή και ενδεχομένως να υπήρχε η δυνατότητα εντοπισμού μαρτύρων (εφόσον μαζεύτηκε κόσμος στο μέρος αμέσως μετά το δυστύχημα) οι οποίοι να διαφώτιζαν την Αστυνομία (και το Δικαστήριο) για το θέμα αυτό και να μπορούσε να τοποθετηθεί στο σχέδιο η θέση του βαν. Ο Μ.Κ. 2 μου δημιούργησε αρκετά θετική εντύπωση και θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου, στο βαθμό που του επέτρεπε η μνήμη και η αντίληψή του ως προς τις σχετικές αποστάσεις. Ειδικότερα σε σχέση με την απόσταση που τον χώριζε από το αυτοκίνητο όταν το πρωτοείδε, ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι μετά από συζήτηση που είχε για το δυστύχημα με την Κατηγορουμένη, νομίζει ότι η απόσταση είναι περίπου 2 μέτρα, κάτι το οποίο δεν μπορεί να ευσταθεί. Σύμφωνα με το σχέδιο Τεκμήριο 3, η απόσταση μεταξύ του σημείου ανατροπής «Χ» και του αυτοκινήτου στην τελική του θέση είναι περισσότερη (2,70μ.) και υπάρχει πάντοτε και η απόσταση σκέψης («thinking distance»). Θεωρώ όμως ότι η ανακρίβεια αυτή ουδόλως επηρεάζει τη γενικότερη του αξιοπιστία καθότι αποτελεί απλά εσφαλμένη εκτίμηση ή αντίληψη ως προς τις αποστάσεις και αλλοίωση της ακρίβειας της μνήμης και ήταν ξεκάθαρο ότι δεν υπήρξε η παραμικρή προσπάθεια παραπλάνησης ή ψεύδους. Αυτό που έχει σημασία και διαφάνηκε σαφέστατα από τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2 είναι αυτό που κατέθεσε επανειλημμένα, ότι δηλαδή το αυτοκίνητο εξήλθε από την πάροδο και έγινε αντιληπτό για πρώτη φορά από τον Μ.Κ. 2 όταν ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτόν. Η πραγματική μαρτυρία σε συνδυασμό με την προφορική μαρτυρία της Κατηγορουμένης επιβεβαιώνουν την ορθότητα της αναφοράς αυτής για πολύ κοντινή απόσταση λίγων μόνο μέτρων. Η Κατηγορουμένη ήταν λογική και πειστική στη δική της εκδοχή, κατέθεσε με λόγο ήρεμο και σταθερό και αποκόμισα την εντύπωση ότι υπήρξε ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον, η μαρτυρία της συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και τη μαρτυρία των Μ.Κ. 1 και 2. Σημειώνω ότι ο Μ.Κ. 1 επιβεβαίωσε ότι η Κατηγορουμένη ανέφερε στην Αστυνομία από την πρώτη στιγμή, ήτοι στη σκηνή του δυστυχήματος, τον ισχυρισμό για την ύπαρξη του άσπρου βαν στη γωνία του δρόμου και συνεπώς το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ειδικά στη γραπτή της κατάθεση, η οποία δόθηκε σχεδόν 2 μήνες μετά το δυστύχημα, δεν αποτελεί λόγο απόρριψης του ισχυρισμού αυτού. Ο δε Μ.Κ. 2 επιβεβαίωσε ότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στην ανατολική πλευρά του δρόμου τα οποία εμπόδιζαν τόσο τη δική του ορατότητα προς την πάροδο όσο και την ορατότητα της Κατηγορουμένης προς τα δεξιά της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της Κατηγορουμένης και ειδικότερα όσον αφορά τις δικές της κινήσεις κατά τον επίδικο χρόνο. Ευρήματα Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι στις 24.9.2007 γύρω στις 12:20, η Κατηγορουμένη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΜ 329 στην οδό Ησιόδου στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση. Η οδός Ησιόδου είναι μονόδρομος (επιτρέπεται μόνο η δυτική πορεία) και πάροδος της οδού Αγίας Ζώνης, η οποία είναι πολυσύχναστη εμπορική οδός, ειδικά γύρω στο μεσημέρι. Φθάνοντας στη συμβολή με την οδό Αγίας Ζώνης, η Κατηγορουμένη σταμάτησε και διαπίστωσε ότι δεν είχε ορατότητα προς τα δεξιά όπου είχε σκοπό να στρίψει για να κινηθεί βόρεια στην Αγίας Ζώνης, λόγω του ότι υπήρχε ένα άσπρο όχημα τύπου βαν σταθμευμένο στα δεξιά της, στη γωνία του δρόμου, μερικώς εντός του δρόμου και μερικώς πάνω στο πεζοδρόμιο. Η Κατηγορουμένη εκκίνησε σιγά-σιγά με κλίση προς τα δεξιά, κρατώντας το δεξιότερο σημείο του δρόμου. Όταν εισήλθε στον κύριο δρόμο και είχε ορατότητα προς τα δεξιά της, αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΑΒΡ 498, το οποίο οδηγείτο από τον Αντρέα Κτίστη στην οδό Αγίας Ζώνης με νότια κατεύθυνση και ταχύτητα γύρω στα 30 χ.α.ω. Η Κατηγορουμένη ακινητοποίησε το αυτοκίνητό της περίπου στο σημείο «Α1» επί του Τεκμηρίου 3. Δηλαδή το μπροστινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου βρισκόταν 4,10μ. από το άνοιγμα της παρόδου και ολόκληρο το αυτοκίνητο βρισκόταν στην οδό Αγίας Ζώνης, στη λωρίδα κυκλοφορίας που εκινείτο το μοτοποδήλατο. Ο μοτοποδηλάτης, αντιλαμβανόμενος σε κοντινή απόσταση το αυτοκίνητο να κινείται εντός του κύριου δρόμου αποκόπτοντάς του την πορεία, προσπάθησε να εφαρμόσει τα φρένα και να κινηθεί δεξιότερα για να αποφύγει τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα να ανατραπεί το μοτοποδήλατο στην άσφαλτο περίπου στο σημείο «Χ» επί του Τεκμηρίου 3 και ο ίδιος να κτυπήσει με το κράνος στο δεξιό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Ο μοτοποδηλάτης τραυματίστηκε και διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου παρέμεινε για νοσηλεία. Κατά τον επίδικο χρόνο ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή και καθαρή και το όριο ταχύτητας 50 χ.α.ω. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[1] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Οταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν, δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383). Ειδικότερα σε σχέση με οδηγούς που εισέρχονται σε κύριο δρόμο από πάροδο, όπως στην παρούσα περίπτωση, η γενική αρχή είναι ότι οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα για τη χρήση του δρόμου, η οποία πρέπει να γίνεται σεβαστή από τους οδηγούς που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από πάροδο (βλ. Αριστοδήμου ν. Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 980). Ο οδηγός σε πάροδο έχει καθήκον να σταματήσει πριν εισέλθει στον κύριο δρόμο, αλλά και γενικά να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδός του είναι ασφαλής και δεν αποκόπτει την ελεύθερη πορεία οχημάτων, θέτοντας σε κίνδυνο οδηγούς στον κύριο δρόμο. Σχετική με την παρούσα υπόθεση είναι και η Constantinou ν.Katsouris
(1975)1 C.L.R. 188, σελ. 192, (η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/2007 ημερ. 10.12.2008), όπου το καθήκον αυτό της δέουσας παρατηρητικότητας λέχθηκε ότι είναι ιδιαίτερα βαρύ («especially heavy») όταν ένας οδηγός επιχειρεί στροφή δεξιά, αποκόπτοντας έτσι την πορεία άλλου οδηγού. Στην Αδαμής και άλλος v. Ηρακλέους
(1982)1 Α.Α.Δ. 746 τονίστηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι η είσοδος κάποιου οχήματος από πάροδο σε κύριο δρόμο εξαρτάται από την τροχαία κίνηση πάνω στο δρόμο κατά το χρόνο της εισόδου. Αν η κίνηση είναι τέτοια ώστε να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη, ο οδηγός του οχήματος οφείλει να μην εισέλθει στον κύριο δρόμο μέχρις ότου η είσοδός του να μπορεί να γίνει με την αναγκαία ασφάλεια. Κατά πόσο η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση, είναι θέμα πραγματικό που θα αποφασιστεί υπό το φως των περιστάσεων της κάθε περίπτωσης χωριστά. Σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση, η Κατηγορουμένη επιχειρούσε να εισέλθει σε πολυσύχναστη εμπορική οδό της Λεμεσού γύρω στο μεσημέρι όταν η τροχαία κίνηση αναμένεται, κατά γενική ομολογία και με βάση την κοινή λογική και εμπειρία, να είναι αρκετά αυξημένη. Η κα Αρκάδη στην τελική της αγόρευση αναφέρθηκε στην Αγγλική απόφαση Clarke v. Winchurch [1969] 1 All E.R. 275, όπου λέχθηκε ότι ο οδηγός οχήματος που επιθυμεί να οδηγήσει το όχημά του μπροστά από ουρά σταματημένων οχημάτων που έχουν κατεύθυνση αντίθετη με εκείνη που σκοπεύει να ακολουθήσει, εκπληρώνει το καθήκον που έχει έναντι άλλων οδηγών αν προχωρήσει πολύ σιγά, ίντζα με ίντζα, πέραν των σταματημένων οχημάτων. Εν τούτοις, το Αγγλικό Εφετείο, στη μεταγενέστερη απόφαση Worsfold v. Howe [1980] 1 All E.R. 1028, ομόφωνα αποφάσισε ότι η πιο πάνω απόφαση δεν διαμόρφωσε αρχή που να καθορίζει ότι ο οδηγός δικαιούται να εισέλθει στα τυφλά, έστω και πάρα πολύ σιγά («by inching») από πάροδο σε κύριο δρόμο πέραν της ακτίνας ορατότητάς του· ούτε υπάρχει αρχή σύμφωνα με την οποία αν ο οδηγός αυτός προχωρήσει μέσα στον κύριο δρόμο σιγά και προσεκτικά, ικανοποιείται το καθήκον που έχει έναντι εκείνων που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο. Η κάθε περίπτωση εξετάζεται υπό το πλέγμα των συνθηκών και περιστατικών της. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο, στην Παύλου ν. Σάββα κ.α.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 797, στην οποία ο εφεσίβλητος, εισερχόμενος από πάροδο, προχωρούσε αργά για να μπει στον κύριο δρόμο εφόσον η ορατότητα στα δεξιά του εμποδιζόταν από ένα βαν, και σταμάτησε σε δύο περιπτώσεις για να ελέγξει το δρόμο στα δεξιά, στη δεύτερη δε περίπτωση που ήταν σταματημένος κτυπήθηκε από το όχημα του εναγόμενου 2- εφεσείοντα το οποίο εκινείτο στον κύριο δρόμο. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο εφεσίβλητος-οδηγός από την πάροδο- απαλλάχθηκε ευθύνης για το δυστύχημα, λέγοντας τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι ισχύουν κατ'αναλογία και στην παρούσα περίπτωση: «Αν ο εφεσίβλητος λάμβανε υπόψη του το πολυσύχναστο του κυρίου δρόμου και την τροχαία κίνηση πάνω σ' αυτόν κατά το χρόνο της σύγκρουσης, θα έπρεπε να είχε προβλέψει ότι το να προχωρήσει το αυτοκίνητό του στα τυφλά, κάθετα μέσα στον κύριο δρόμο, σε σημείο πέραν του σταματημένου βαν εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο, ιδιαίτερα για εκείνους που ακολουθούσαν την κατεύθυνση του εφεσείοντα. Ο εφεσίβλητος θα μπορούσε να είχε δώσει, είτε με το κλάξον είτε με κάποιο άλλο τρόπο, προειδοποίηση για την πρόθεσή του να εισέλθει στον κύριο δρόμο, μειώνοντας έτσι τους κινδύνους σύγκρουσης με οχήματα που είχαν προτεραιότητα στη χρήση του κυρίου δρόμου αλλά, όπως φαίνεται από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έκαμε οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση.» [2] Στην πιο πάνω υπόθεση, παρά το ότι ο οδηγός εισερχόταν στον κύριο δρόμο από πάροδο σπιθαμή προς σπιθαμή και σταμάτησε δύο φορές για να ελέγξει το δρόμο προς τα δεξιά, βρέθηκε συνυπεύθυνος για το δυστύχημα κατά 50%. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές και υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, είναι σαφές ότι η Κατηγορουμένη δεν εκπλήρωσε δεόντως το καθήκον που τη βάρυνε έναντι εκείνων που χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο. Παρά το ότι δεν είχε επαρκή ορατότητα προς τα δεξιά λόγω του σταθμευμένου βαν στη γωνία του δρόμου, εισήλθε πέραν των 4 μέτρων μέσα στον κύριο δρόμο στα τυφλά, καλύπτοντας σχεδόν ολόκληρη την πλευρά του κύριου δρόμου για νότια κατεύθυνση, εφόσον το συνολικό πλάτος του δρόμου είναι 9 μέτρα. Όταν ολόκληρο το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου πέρασε από το βαν και έγινε ορατό στον μοτοποδηλάτη, ο οποίος εκινείτο με αρκετά χαμηλή ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου, η απόσταση που τους χώριζε ήταν πολύ μικρή, με αποτέλεσμα το μοτοποδήλατο, στην προσπάθεια του οδηγού του να αποφύγει τη σύγκρουση, να ανατραπεί. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η Κατηγορουμένη εισήλθε στον κύριο δρόμο σιγά-σιγά, δηλαδή προφανώς με χαμηλή ταχύτητα, και ότι η θέση του σταθμευμένου βαν καθιστούσε αναγκαίο να προχωρήσει πέραν από το νοητό σημείο συμβολής των δύο δρόμων για να έχει ορατότητα μέσα στον κύριο δρόμο. Εν τούτοις, είχε την ευχέρεια, εφόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση η πάροδος ήταν μονόδρομος, να χρησιμοποιήσει το κέντρο του δρόμου ή ακόμη και την αριστερή πλευρά του δρόμου, για να είναι σε καλύτερη θέση να ελέγξει την τροχαία κίνηση στον κύριο δρόμο εφόσον η ορατότητά της προς τα δεξιά εμποδιζόταν από όχημα στη γωνία. Αντ'αυτού, επέλεξε να κινηθεί στο δεξιότερο μέρος του δρόμου, σχεδόν ακουμπημένη πάνω στο βαν όπως η ίδια χαρακτηριστικά ανέφερε, καθιστώντας το αυτοκίνητό της στην ουσία αόρατο στους οδηγούς που εκινούνταν με προτεραιότητα στον κύριο δρόμο και χωρίς να δώσει οποιαδήποτε προειδοποίηση για την είσοδό της. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Μενοίκου ν. Μαραθεύτη
(1992)1Α Α.Α.Δ. 615 στην οποία ο εφεσείοντας οδηγούσε στην οδό Λαρίσσης με πρόθεση να στρίψει αριστερά για να εισέλθει σε λεωφόρο: «Η αμέλεια του εφεσείοντος συνίστατο στο γεγονός πως ο τρόπος που προχώρησε να στρίψει αριστερά στη λεωφόρο ήταν λανθασμένος. Αν οδηγούσε στο κέντρο της Λαρίσσης θα είχε καλύτερη ορατότητα προς στη λεωφόρο. Εφόσον η γωνία ήταν τυφλή η είσοδος του μέσα στη λεωφόρο θα έπρεπε να γίνει με περισσότερη προσοχή.» Παρομοίως, όπως λέχθηκε στην Pantelides v Murphy
(1985)1 C.L.R. 40, οδηγός η οποία οδηγούσε από πάροδο όφειλε να εξέλθει σπιθαμή προς σπιθαμή («inched her way out») όπως έπραξε και ακολούθως να σταματούσε με μόνο την άκρη του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου της να φαίνεται στον κύριο δρόμο : «she should have inched her way out as she did but she should have stopped with only the tip of her car's bonnet showing as an indication to any traffic using the First of April Street, of her presence». Στην παρούσα περίπτωση, η Κατηγορουμένη ναι μεν εξήλθε σιγά-σιγά, αλλά συνέχισε την πορεία της και ξανασταμάτησε μόνο αφότου είχε ήδη εισέλθει πέραν των 4 μέτρων εντός του κύριου δρόμου και αντιλήφθηκε τον μοτοποδηλάτη, του οποίου απέκοπτε σχεδόν πλήρως την πορεία. Δεν άφησε σχεδόν καθόλου περιθώριο στον μοτοποδηλάτη να συνεχίσει την ευθεία πορεία του εκτός αν αυτός εισερχόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, πράγμα το οποίο θα ήταν άκρως επικίνδυνο για ευνόητους λόγους. Σημειώνω ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από την Ζίκκου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 18, καθότι σε εκείνη την υπόθεση η εφεσείουσα, κατά την είσοδό της από πάροδο στον κύριο δρόμο, πήρε κάθε μέτρο προς προστασία άλλων διακινούμενων στο δρόμο έναντι προβλεπτών κινδύνων και ο αλόγιστος τρόπος οδήγησης του μοτοποδηλάτη στον κύριο δρόμο (διακινείτο με ελικοειδή τρόπο-ζιγκ-ζαγκ- και με πολύ μεγάλη ταχύτητα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό και μόνη αιτία του δυστυχήματος. Στην παρούσα περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η Κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) [1] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 31, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Portokallides v. Police
(1987)2 CLR. 86. [2] Παρόμοια ήταν η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Tranta v. Boyadji
(1984)1 C.L.R. 213 όπου λέχθηκαν τα εξής στη σελ. 216: «Even if we were to accept that the appellant was inching out slowly from the side-road, that would not automatically exonerate him of liability in the circumstances of this case» . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.