ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 22827/08, 6 Ιουλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2009:20 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Α. Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22827/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 6 Ιουλίου, 2009. Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Η κα Δ. Θεοδώρου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Ε. Αναστασίου. Κατηγορούμενος: Παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή και στις ενενήντα κατηγορίες που αντιμετωπίζει και οι οποίες συνιστούν αδικήματα: (α) κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 43
(1)/2000, (κατηγορία 1). (β) πλαστογραφίας (συνολικού αριθμού 30), κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ)(ι) και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, (κατηγορίες 2, 5, 8, 11, 14, 17, 20, 23, 26, 29, 32, 35, 38, 41, 44, 47, 50, 53, 56, 59, 62, 65, 68, 71, 74, 77, 80, 83, 86, 88). (γ) κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα των εγγράφων που αναφέρονται στις πιο πάνω κατηγορίες, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 336 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, (κατηγορίες 3, 6, 9, 12, 15, 18, 21, 24, 27, 30, 33, 36, 39, 42, 45, 48, 51, 54, 57, 60, 63, 66, 69, 72, 75, 78, 81, 84, 87, 89). (δ) απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (συνολικού αριθμού 28), κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε, (κατηγορίες 4, 7, 10, 13, 16, 19, 22, 25, 28, 31, 34, 37, 40, 43, 46, 49, 52, 55, 58, 61, 64, 67, 70, 73, 76, 79, 82, 85). (ε) αδικημάτων συγκάλυψης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2)και 5
(1)του περί Συγκάλυψης Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996, Νόμος 61
(1)/96 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 25
(1)/97, 41
(1)/98, 120
(1)/99, 152
(1)/00, 118
(1)/03 και 185
(1)04, (κατηγορία 90). Το συνολικό ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος απέσπασε καταρτώντας πλαστές εντολές πληρωμών και πιστωτικών καρτών και κυκλοφορώντας τες, ανέρχεται στο ύψος των €604.572,
- Τα γεγονότα όπως έχουν ετοιμαστεί με περισσή επιμέλεια από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής κα Θεοδώρου και δόθηκαν και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο έγιναν αποδεκτά από τον κατηγορούμενο. Τα συνοψίζουμε: Ο κατηγορούμενος ηλικίας 35 ετών, είναι λογιστής από το 1996 στην εταιρεία Global Business Network International ιδιοκτησίας του Ahmet Lamlum (1ου παραπονούμενου). Ο τελευταίος είναι επιχειρηματίας ο οποίος δραστηριοποιείται στην Κύπρο και στο εξωτερικό με έδρα την Κύπρο, διατηρεί αριθμό τραπεζικών λογαριασμών στην Ελληνική τράπεζα και σε άλλες τράπεζες του εξωτερικού. Είναι δε το άτομο από το οποίο ο κατηγορούμενος απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις περιουσία συνολικού χρηματικού ποσού €604.572,
- Ως 2ος παραπονούμενος παρουσιάζεται η Ελληνική τράπεζα μέσω του Διευθυντή του Τμήματος Επιχειρήσεων της, η οποία διεκπεραιώνει τις τραπεζικές εντολές και εργασίες του συνόλου των εταιρειών του 1ου παραπονούμενου συμπεριλαμβανόμενων και των προσωπικών λογαριασμών της οικογένειας του. Είναι το τμήμα της τράπεζας στην οποία παρουσιάστηκαν οι πλαστογραφημένες εντολές. Ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του λογιστή εκτελούσε τον όγκο εργασιών της ως άνω εταιρείας και είχε υπό τον έλεγχο του όλους τους λογαριασμούς των εταιρειών του 1ου παραπονούμενου στην Ελληνική τράπεζα συμπεριλαμβανομένων και των προσωπικών του. Συγκεκριμένα, ετοίμαζε εντολές και τις υπέγραφε ως λογιστής της εταιρείας και ως εξουσιοδοτημένο από τον παραπονούμενο 1, πρόσωπο, και κατόπιν έγκρισης του, τις παρουσίαζε προσωπικά στην Ελληνική τράπεζα και παραλάμβανε τα χρηματικά ποσά και εν συνεχεία υπέγραφε τις αποδείξεις παραλαβής των χρημάτων στην τράπεζα. Τις εντολές αυτές είχαν δικαίωμα να υπογράφουν μόνο εξουσιοδοτημένα άτομα, δηλαδή ο 1ος παραπονούμενος και δυο άλλα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο κατηγορούμενος. Στις 22.10.2008, ο παραπονούμενος 1 μετά από έλεγχο της κατάστασης των υπολοίπων των τραπεζικών λογαριασμών που ανήκουν τόσο στον ίδιο όσο και στην εταιρεία του, διαπίστωσε ότι υπήρχε η μεταφορά του ποσού των €300.391,00 στον λογαριασμό με αριθμό 240-07-129936-01 που διατηρεί στην Ελληνική τράπεζα στο όνομα της συζύγου του Mounira Gadour που είναι η μοναδική δικαιούχος και με δικαίωμα υπογραφής τον ίδιο τον παραπονούμενο Ahmet Lamlum. Για μεταφορά τέτοιου ποσού όμως ο Ahmet Lamlum βάσει οδηγιών που έδωσε στον κατηγορούμενο ο τελευταίος θα έπρεπε να είχε ετοιμάσει σχετική εντολή προς την τράπεζα ώστε να γίνει η μεταφορά του σε τράπεζα της Ελβετίας και να μετατραπεί σε επένδυση, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Μετά τη διαπίστωση αυτή ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο ο οποίος του ανάφερε ότι πρόκειται για λάθος το οποίο θα διευθετήσει άμεσα την επομένη μέρα. Ο κατηγορούμενος ετοίμασε την ίδια μέρα 22.10.2008 την εντολή για μεταφορά των χρημάτων την οποία υπόγραψε ο παραπονούμενος
- Στις 23.10.2008 ο παραπονούμενος 1 διαπίστωσε ότι η τράπεζα δεν του απέστειλε την απόδειξη της σχετικής μεταφοράς όπως γίνεται πάντα από την τράπεζα (swift) ως επίσης και ότι ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάστηκε στην εργασία και δεν ανταποκρινόταν στα τηλέφωνα του και όπως του ανάφερε η σύζυγος του κατηγορούμενου τον είδε τελευταία φορά την 22.10.
- Ο παραπονούμενος 1 στις 24.10.2008 διαπίστωσε, μέσω του τραπεζικού υπαλλήλου Κωνσταντίνου Κυριάκου, ότι ουδέποτε δόθηκε η εντολή για τη μεταφορά των χρημάτων όπως είχε δώσει οδηγίες στον κατηγορούμενο, οπότε απέστειλε την Ελένη Δημητρίου κλητήρα στην εταιρεία του και παρέδωσε την εντολή στην Κούλλα Μαυρομουστάκη υπάλληλο στην Ελληνική τράπεζα. Στη συνέχεια η Κούλλα Μαυρομουστάκη διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατο να εκτελεστεί η οδηγία αφού δεν υπήρχαν τα απαραίτητα κεφάλαια. Στον εν λόγω λογαριασμό υπήρχε υπόλοιπο μόνο το ποσό των £17.872,14 στερλινών. Από περαιτέρω έλεγχο που έκανε ο διευθυντής οικονομικού τμήματος του ομίλου εταιρειών GBNI, κος Ανδρέας Μιχαήλ διαπίστωσε ότι από τον λογαριασμό της γυναίκας του παραπονούμενου 1, στις 16.7.2008 έγινε χρηματική ανάληψη του ποσού των €50.000,00 και στις 27.8.2008 έγινε ανάληψη €40.000,00 σε μετρητά προσωπικά από τον κατηγορούμενο, οι οποίες έγιναν χωρίς την γνώση και συγκατάθεση παραπονούμενου
- Διαπιστώθηκε μέσω της Ελληνικής τράπεζας ότι οι αναλήψεις έγιναν αφού χρησιμοποιήθηκαν δυο γραπτές εντολές προς την τράπεζα ημερομηνίας 15.7.2008 και 26.7.2008 αντίστοιχα με σημείωση τα χρήματα να παραδοθούν προσωπικά στον κατηγορούμενο και οι οποίες φέρουν πλαστογραφημένη την υπογραφή του παραπονούμενου
- Σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού της συζύγου του παραπονουμένου 1 με αρ. 240-07-129936-01 που εξασφαλίστηκε από την Ελληνική τράπεζα για τη χρονική περίοδο από 1.1 - 22.9.2008 οι χρηματικές αναλήψεις για το συνολικό ποσό των €90.000,00 έγιναν από τον κατηγορούμενο. Αυτό επιβεβαιώθηκε και με τις αποδείξεις παραλαβής των χρημάτων που εκδόθηκαν από την τράπεζα και φέρουν ως παραλήπτη τον κατηγορούμενο. Στις 31.10.2008 ο διευθυντής του Κέντρου Διεθνών Επιχειρήσεων της Ελληνικής τράπεζας στη Λεμεσό επιθεώρησε την εντολή ημερ. 15.7.2008 για το ποσό των €50.000,00 η οποία είχε παραδοθεί σε αυτόν από τον κατηγορούμενο στις 16.7.2008 και στην οποία αναφέρετο το ποσό να παραδοθεί προσωπικά στον κατηγορούμενο, πράγμα το οποίο και έπραξε. Σε σχετική ερώτηση του προς τον κατηγορούμενο ποιος ο σκοπός παραλαβής των εν λόγω χρημάτων, ο τελευταίος του ανέφερε ότι επρόκειτο για φιλοδώρημα που θα δινόταν στους υπαλλήλους του ομίλου των εταιρειών του παραπονούμενου
- Γι' αυτό τον λόγο η εντολή εγκρίθηκε από τον διευθυντή και εκτελέστηκε μετά από έλεγχο της υπογραφής του εντολέα μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή η οποία έγινε από την ταμία της Ελληνικής τράπεζας η οποία και παρέδωσε το χρηματικό ποσό των €50.000,000 στον κατηγορούμενο έναντι της απόδειξης με αριθμό TR01916867, την οποία υπέγραψε στην παρουσία της. Την 1.11.2008 ο Σάββας Περικλέους υπεύθυνος τραπεζικών εργασιών του Κέντρου Διεθνών Επιχειρήσεων της Ελληνικής τράπεζας στη Λεμεσό, επιθεώρησε την εντολή ημερ. 26.8.2008 για το ποσό των €40.000,00 για την οποία αναγνώρισε ότι εξουσιοδότησε την πληρωμή της στον κατηγορούμενο αφού αναγράφετο στην εντολή ο λόγος απόσυρσης των μετρητών δηλ. "PAYMENT TO FAMILY MEMBERS" για δικαιολόγηση του μεγάλου ποσού. Ο Σάββας Περικλέους μονόγραψε την εντολή δίνοντας την έγκριση του για εκτέλεση της στο ταμείο. Η εντολή εγκρίθηκε και μετά από έλεγχο της υπογραφής του εντολέα μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή, εκτελέστηκε από την ταμία της Ελληνικής τράπεζας, η οποία παρέδωσε το χρηματικό ποσό των €40.000,00 στον κατηγορούμενο την 27.8.2008 έναντι απόδειξης με αρ. TR02103849 την οποία υπέγραψε στην παρουσία της. Την 25.10.2008 στάληκε στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του παραπονούμενου 1 επισυναπτόμενη δισέλιδη επιστολή στην οποία αποστολέας ήταν ο κατηγορούμενος μέσα από την οποία παραδέχεται ότι έπαιρνε χρήματα από τους λογαριασμούς του χρησιμοποιώντας την υπογραφή του παραπονούμενου
- Ο κατηγορούμενος στην επιστολή αυτή δικαιολογεί την πράξη του αναφέροντας ότι τα χρήματα τα έδινε σε ανθρώπους που τον απειλούσαν και τον εκβίαζαν. Στις 2.11.2008 ο κατηγορούμενος σε ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι:
- τους πλείστους τραπεζικούς λογαριασμούς τόσο τους δικούς του όσο και της συζύγου του τους διατηρεί στην Ελληνική τράπεζα.
- τα οικονομικά των εταιρειών του παραπονούμενου 1 τα χειριζόταν αποκλειστικά ο ίδιος και οι εντολές προς την τράπεζα για τις εταιρείες και τους προσωπικούς λογαριασμούς του παραπονούμενου 1 δίδονταν απευθείας κοντά του.
- παραδέχθηκε ότι αυτός πλαστογράφησε τις εντολές των προσωπικών λογαριασμών των εταιρειών του παραπονούμενου, ότι ο ίδιος ετοίμαζε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τον πίνακα με τα υπόλοιπα των λογαριασμών τα οποία έβλεπε ο παραπονούμενος 1, χωρίς όμως να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι τις εντολές για ανάληψη των χρηματικών ποσών €50.000,00 και €40.000,00 ημερ. 15.7.2008 και 26.7.2007 τις ετοίμασε προσωπικά ο ίδιος. Στις 4.11.2008 ο παραπονούμενος μετέβη εκ νέου στο ΤΑΕ Λεμεσού και κατάγγειλε ότι από νέο έλεγχο που έκαμε διαπίστωσε ότι άλλες 24 εντολές προς την Ελληνική τράπεζα παρουσιάστηκαν χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση του ενώ παρουσιάζονται να είναι υπογεγραμμένες και εξουσιοδοτημένες από αυτόν. Σύμφωνα με τις εντολές αυτές παραδόθηκαν μετρητά στον κατηγορούμενο από λογαριασμούς του ιδίου και των εταιρειών του, το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχετο σε €473.058,
- Οι πλείστες από αυτές τις εντολές έγιναν χωρίς την εξουσιοδότηση του και έγιναν όταν αυτός βρισκόταν εκτός Κύπρου. Οι 26 πλαστογραφημένες εντολές που παραλήφθηκαν από την τράπεζα και παραδόθηκαν σε μετρητά στον κατηγορούμενο μεταξύ της περιόδου 2005 - 2008 είναι εντάλματα πληρωμής για ανάληψη διαφόρων χρηματικών ποσών από τον λογαριασμό του παραπονούμενου τα οποία παραλάμβανε ο κατηγορούμενος ύψους από €7.000 μέχρι €18.000 και τα οποία είναι αντικείμενα των κατηγοριών από 2 μέχρι
- Οι πιο πάνω εντολές φέρουν να έχουν υπογραφή του παραπονούμενου 1, τις οποίες όμως υπογραφές πλαστογράφησε ο κατηγορούμενος. Σε όλες τις εντολές αναφέρεται ρητώς ότι το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για παραλαβή των χρημάτων ήταν ο κατηγορούμενος όπου αναγράφετο το ονοματεπώνυμο του και το δελτίο ταυτότητας του. Όλες οι αποδείξεις παραλαβής των χρημάτων φέρουν υπογραφή του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη σχέση με τους ιδιοκτήτες της εταιρείας, οι οποίοι του είχαν εμπιστευτεί όλους τους λογαριασμούς των εταιρειών συμπεριλαμβανομένων και των προσωπικών τους. Τον όγκο των εργασιών της εταιρείας GBNI, όσο αφορά το λογιστήριο, διεκπεραίωνε ο κατηγορούμενος ο οποίος είχε τον αποκλειστικό έλεγχο των λογαριασμών του παραπονούμενου 1 τόσο των προσωπικών όσο και των εταιρειών του. Την 15.11.2008, ο παραπονούμενος 1, προσήλθε εκ νέου στο ΤΑΕ Λεμεσού και κατάγγειλε, ότι μετά από νέο έλεγχο που έκανε ο ίδιος διαπίστωσε ακόμη 4 εντολές προς την Ελληνική τράπεζα οι οποίες παρουσιάστηκαν στην τράπεζα χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του ενώ αυτές φαίνονται υπογραμμένες και εξουσιοδημένες απ' αυτόν.
- Εντολή ημερ. 9.2.2006 με την οποία έγινε ανάληψη του χρηματικού ποσού των ΛΚ18.000,00 από τον λογαριασμό της εταιρείας GOLDEN STAR TRADING ESTABLISHMENT με αρ. 240-07-133444-03 της οποίας διευθυντής είναι ο παραπονούμενος 1, με αριθμό αποδειξης RT59906645, ημερ. 10.2.2006 (κατηγορίες 80, 81, 82).
- Εντολή ημερ. 16.2.2008 με την οποία έγινε ανάληψη του χρηματικού ποσού των ΛΚ5.000,00 από τον λογαριασμό της εταιρείας GBNI αρ. 240-07-120037-02, της οποίας διευθυντής είναι ο παραπονούμενος 1, με αριθμό απόδειξης RT79925767, ημερ. 16.2.2006 (κατηγορίες 83, 84, 85).
- Εντολή ημερ. 18.3.2008, με την οποία έγινε μεταφορά του χρηματικού ποσού των $10.000 (δολλάρια Αμερικής) από τον προσωπικό λογαριασμό με αρ. 240-07-170372-01, της κόρης του παραπονούμενου 1, Manal Lamlum, η οποία διαμένει μόνιμα στις ΗΠΑ και στον οποίο λογαριασμό είχε δικαίωμα υπογραφής και ο παραπονούμενος 1, στο λογαριασμό της εταιρείας GBNI αρ. 240-07-120037-02, της οποίας διευθυντής είναι ο παραπονούμενος 1, με αριθμό απόδειξης TR01331908, ημερ. 19.3.2008 (κατηγορίες 86, 87). Εντολή ημερ. 27.3.2008, με την οποία έγινε μεταφορά του χρηματικού ποσού των $10.000 από το λογαριασμό της εταιρείας GBNI, αρ. 240-07-120037-02, της οποίας διευθυντής είναι ο παραπονούμενος 1, πίσω στον προσωπικό λογαριασμό της Manal Lamlum, αρ. 240-07-170372-01, με αριθμό απόδειξης TR01367545, ημερ. 27.3.2008 (κατηγορίες 88, 89). Σε νέα του ανακριτική κατάθεση, ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι τις ανωτέρω εντολές τις ετοίμασε ο ίδιος και με αυτόν τον τρόπο παρέλαβε τα χρήματα προσωπικά από την τράπεζα. Ότι ετοίμασε κατάσταση λογαριασμού ημερ. 17.10.2008 στην οποία τα υπόλοιπα των λογαριασμών που εμφαίνονται εκεί δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Ότι εγκατέλειψε την εργασία του στις 23.10.2008, διότι αν αποστελλόταν η εντολή ημερ. 22.10.2008 θα έπρεπε να ενημερωθεί ο παραπονούμενος για την ολοκλήρωση της εντολής και έτσι θα αποκαλυπτόταν η απάτη του και τέλος ότι τα μετρητά που έπαιρνε από τις πλαστογραφημένες εντολές, τα κατέθετε σε προσωπικούς του λογαριασμούς στην Ελληνική τράπεζα και ότι μεγάλο χρηματικό ποσό το κατέθεσε σε λογαριασμό που υπήρχαν συνδεδεμένες πιστωτικές κάρτες τόσο δικές του όσο και της γυναίκας του. Μετά από έλεγχο των λογαριασμών του κατηγορούμενου και της συζύγου του, διαπιστώθηκε μεγάλη κίνηση χρημάτων στις πιστωτικές τους κάρτες. Διαπιστώθηκε συγκεκριμένα στη πιστωτική κάρτα της συζύγου του ότι κατατέθηκαν και έγινε ανάληψη κατά την ίδια χρονική περίοδο με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, ποσά ύψους €350.000,
- Επιστημονικές εξετάσεις που έγιναν στις γραφές και υπογραφές στις επίδικες εντολές αποδεικνύουν ότι αυτές δεν ανήκαν στον παραπονούμενο αλλά στον κατηγορούμενο ο οποίος τις πλαστογράφησε. Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Για τον κατηγορούμενο έχει ετοιμαστεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από το ευπαίδευτο συνήγορο του. Σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 36 χρόνων, νυμφευμένος και πατέρας ενός αγοριού ηλικίας 8½ χρονών. Το αγόρι αντιμετωπίζει εκ γενετής προβλήματα υγείας και αναγκάζεται να παρακολουθεί μαθήματα κινησιοθεραπείας. Η οικογένεια του κατηγορούμενου διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία στην Λεμεσό στην περιοχή Εκάλη η οποία είναι άνετη, ευρύχωρη και καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας. Η σύζυγος του κατηγορούμενου διατηρεί κατάστημα πώλησης υποδημάτων το οποίο της προσφέρει εισοδήματα ύψους περίπου €1.000 μηνιαίως. Το βαλάντιο του ζεύγους συμπληρώνεται το παρόν διάστημα που ο κατηγορούμενος είναι άνεργος από ποσό €240 εβδομαδιαίως επίδομα ανεργίας του κατηγορούμενου και €1.435 ετησίως από το ταμείο αδειών του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ανέφερε διάφορους άλλους παράγοντες, οι οποίοι συνιστούν σύμφωνα με την εισήγηση του, τόσο μετριαστικούς για την ποινή παράγοντες όσο και δικαιολογία για την παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να προσφύγει στις πράξεις με τις οποίες καταχράστηκε το σημαντικό ποσό για το οποίο κατηγορείται, λόγω της ύπαρξης μεγάλου ποσού δανείου και χρεών τα οποία δημιουργήθηκαν εξαιτίας της ανέγερσης της κατοικίας του και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε το ίδιο χρονικό διάστημα, το παιδί του. Επειδή οι τράπεζες είχαν αρνηθεί να παράσχουν περαιτέρω δάνεια για κάλυψη των χρεών του, η σύζυγος του κατηγορουμένου εν αγνοία του τελευταίου προσέφυγε για δανεισμό σε τοκογλύφο. Η ενέργεια της αυτή η οποία αποδείχθηκε κατά τον συνήγορο μοιραίο λάθος, έφερε αλυσιδωτές αντιδράσεις και αυξήσεις των χρεών με αποτέλεσμα να μπλέξουν ουσιαστικά στα γρανάζια των τοκογλύφων από τους οποίους εδέχονταν συνεχείς πιέσεις για εξόφληση των ολοένα αυξανόμενων ποσών. Η πίεση και η ανάγκη αυτή ώθησε τον κατηγορούμενο στην εύκολη λύση της απορρόφησης χρημάτων από την πιο πρόσφορη και προσβάσιμη για αυτόν πηγή, που ήταν οι λογαριασμοί του εργοδότη του. Ο συνήγορος τόνισε με ιδιαίτερη έμφαση ότι το γεγονός αυτό αποτελεί ισχυρό μετριαστικό παράγοντα αφού όπως υπέδειξε ο κατηγορούμενος δεν επωφελήθηκε ούτε καρπώθηκε οποιοδήποτε ποσό αλλά όλα κατέληξαν στους τοκογλύφους. Ανέφερε περαιτέρω κάποια περιστατικά τα οποία βέβαια δημιουργήθηκαν μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης από τα οποία φαίνεται ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του δέχθηκαν απειλές και κακοποιήσεις. Οφείλουμε σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι η προσφυγή του κατηγορούμενου και της συζύγου του σε τοκογλύφους για εξασφάλιση χρημάτων για τα χρέη που δημιούργησαν δεν αποτελεί δικαιολογία για την προσφυγή στην παράνομη δραστηριότητα του κατηγορούμενου. Όφειλαν και όπως φαίνεται είχαν την ευκαιρία αλλά δεν την εκμεταλλεύτηκαν μάλλον, να καταγγείλουν τις απειλές και παράνομες ενέργειες των τοκογλύφων στην αστυνομία, η οποία πιστεύουμε ότι θα ενεργούσε δεόντως. Παρά ταύτα θα λάβουμε και θα έχουμε υπόψη μας το γεγονός αυτό όταν εξετάζουμε τους μετριαστικούς παράγοντες. Ιδιαίτερη μνεία έκανε ο συνήγορος στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, στη συνεργασία του με την αστυνομία και στην άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπογράμμισε ότι με τις ενέργειες του αυτές έχει απωλέσει την καριέρα του και την εν γένει σταδιοδρομία του και η οικογένεια του έχει υποστεί καταστροφικό πλήγμα. Με ιδιαίτερη αναφορά στην υπόθεση Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση Κολοκασίδης v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252 υπέδειξε ότι τα ως άνω συνιστούν ισχυρούς μετριαστικούς για την ποινή παράγοντες και θα πρέπει ο κατηγορούμενος να τύχει επιείκειας από το Δικαστήριο. Ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να επιδείξει ευελιξία στα ιδιαίτερα γεγονότα και περιστάσεις που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και να λάβει υπόψη ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με ερασιτεχνικό τρόπο γνωρίζοντας ότι εύκολα και από στιγμή σε στιγμή υπήρχε δυνατότητα εντοπισμού του. Η οικονομική πίεση όμως που είχε τον ανάγκασε συνειδητά και εν γνώσει του ότι διαπράττει αδικήματα να προσφύγει στο συγκεκριμένο τρόπο ανάληψης χρημάτων. Νομική Πτυχή Τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά και η σοβαρότητα τους αντικατοπτρίζεται μέσα από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή. Αξίζει να αναφερθεί ότι για τα αδικήματα της πλαστογραφίας η προβλεπόμενη ποινή (όπως ισχύει τώρα μετά την τροποποίηση του Νόμου 124
(1)/2004) είναι αυτή των 14 ετών, ενώ αυτή της κλοπής υπό υπαλλήλου είναι 10 έτη αντί 7 που ίσχυε προηγουμένως (Νόμος 43
(1)/2000). Ποινή 14 ετών προνοείται και για το αδίκημα της συγκάλυψης εσόδων από γενεσιουργά αδικήματα. Στις κατηγορίες της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις η ανώτατη ποινή είναι αυτή των 5 ετών. Όπως υποδεικνύεται από τη νομολογία μας (βλ. Δημοκρατία v. Κυριάκου
(1990)2 Α.Α.Δ. 264) η σοβαρότητα που προσδίδεται στο έγκλημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, είναι ένας από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του εγκλήματος. Το στοιχείο δε αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Η ταξινόμηση εγκληματικής συμπεριφοράς για σκοπούς τιμωρίας αποτελεί ευθύνη του νομοθέτη και ο καθορισμός της τιμωρίας αποτελεί αρμοδιότητα της Δικαστικής εξουσίας. Όπως σε κάθε περίπτωση, έτσι και εδώ, θα προσπαθήσουμε να ασκήσουμε το καθήκον της επιμέτρησης της ποινής λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες έτσι ώστε τελικά η ποινή να αρμόζει τόσο στα αδικήματα όσο και στον κατηγορούμενο. Θα λάβουμε έτσι υπόψη κατ΄ αρχήν τις βασικές αρχές που πηγάζουν από τη νομολογία ως προς τους παράγοντες που προσμετρούν, αλλά και ως προς τον τρόπο αντίκρυσης τέτοιων αδικημάτων μέσω ποινών που επιβλήθηκαν ή επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Όπως ορθά τονίστηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, παρά το ότι οι προηγούμενες αποφάσεις σε θέματα ποινών, δεν προσφέρουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, παρέχουν εντούτοις μεγάλη χρησιμότητα στον εντοπισμό περιστάσεων οι οποίες λαμβάνονται υπόψη σαν μετριαστικές ή επιβαρυντικές. Μπορούν δε να δίδουν κατευθυντήριες γραμμές ως προς τη φύση και το εύρος των ποινών που να διαμορφώνουν κάποια επίπεδα, εκεί όπου διαφαίνεται μια τάση στηριγμένη πάνω σε στέρεες βάσεις. Αναφορικά ιδιαίτερα με αδικήματα που συνάπτονται με τη σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου, το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε σε διάφορους παράγοντες οι οποίοι μπορούν να προσμετρήσουν ως προς το ύψος της ποινής, στις υποθέσεις R. v. Barrick
(1985)7 Cr. App. R. (S.) 142 και R. v. Clark
(1998)2 Cr. App. R. (S.) 95. Σαν τέτοιοι παράγοντες είναι και οι ακόλουθοι: Το είδος και ο βαθμός εμπιστοσύνης που εναποτίθεται στον αδικοπραγούντα, περιλαμβανομένου και του αξιώματος που αυτός κατέχει. Η χρονική περίοδος κατά την διάρκεια της οποίας η δολιότητα ή κλοπή διαπράττετο. Η όποια χρήση των αποκομισθέντων χρημάτων. Οι επιπτώσεις στο θύμα. Ο αντίκτυπος των αδικημάτων επί του κοινού και της εμπιστοσύνης της. Οι επιπτώσεις επί άλλων εργοδοτουμένων. Οι επιπτώσεις πάνω στον ίδιο τον αδικοπραγούντα. Το δικό του ιστορικό. Μετριαστικοί παράγοντες ιδιάζοντες προς τον ίδιο, όπως κατάσταση υγείας, άσκηση πίεσης λόγω υπερβολικών ευθυνών, η τυχόν μεγάλη καθυστέρηση πέραν των δύο ετών περίπου, μεταξύ του χρονικού σημείου που τέθηκε αντιμέτωπος με την ανεντιμότητα του από την αστυνομία και της έναρξης της δίκης του και οποιαδήποτε βοήθεια αυτός παρέσχε προς την αστυνομία. Έχουμε ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή το συνήγορο του κατηγορουμένου και έχουμε εξετάσει τα όσα μας έχει αναφέρει και ιδίως τους μετριαστικούς για την ποινή παράγοντες. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο συνήγορος με αναφορά στην υπόθεση Κολοκασίδης ότι ο κατηγορούμενος είναι λογιστής και θα πρέπει όπως αποφασίστηκε στην ανωτέρω απόφαση να εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή η θέση του και με βάση τα όσα εκεί αναφέρθηκαν να κριθεί με επιείκεια. Με όλη την εκτίμηση προς τον συνήγορο κρίνεται ότι η υπόθεση Κολοκασίδης όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 238/07, ημερ. 15.7.2008, δεν έχει θέσει άκαμπτους κανόνες και δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι αποφασίστηκε πριν δεκαέξι χρόνια, όταν ενδεχομένως τα εγκλήματα οικονομικής φύσεως να ήταν ολιγότερα. Έκτοτε, η πολυπλοκότητα των συναλλαγών και οι συνθήκες της σύγχρονης κοινωνίας επέβαλαν, όχι μόνο την ανάγκη αύξησης της προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής, έχοντας με τον Περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο αρ. 43(Ι)/00, επιφέρει αύξηση από επτά σε δέκα χρόνια στα αδικήματα κλοπής, αλλά είχε εισαχθεί και ο Νόμος από το 1996, ώστε να υπάρχει στο οπλοστάσιο των διωκτικών αρχών και τρόπος ανίχνευσης των διαφόρων μεθόδων συγκάλυψης των εσόδων από εγκληματικές ενέργειες. Περαιτέρω, τονίζεται ότι, ως εκ της φύσεως τους, τα αδικήματα του είδους προϋποθέτουν την ανάμειξη ενός κατηγορούμενου σε περίτεχνες και περίπλοκες συναλλαγές, οι οποίες κατά κανόνα γίνονται αντιληπτές μόνο μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου. Η ανίχνευση αυτών των εγκληματικών πράξεων είναι όλως ιδιαιτέρως δύσκολη, διότι προϋποθέτει, μετά την ανακάλυψη του προβλήματος, την ανεύρεση πληθώρας δεδομένων (από έγγραφα μέχρι ηλεκτρονικά στοιχεία), την ομαδοποίηση και κατάταξη αυτών, τη συσχέτιση των στοιχείων με τον τρόπο της εγκληματικής ενέργειας και τη μέθοδο εργασίας του κατηγορούμενου και τέλος τον εντοπισμό των επιμέρους ποσών και του τρόπου διοχέτευσης αυτών προς άλλες κατευθύνσεις. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που η παραπομπή τέτοιων υποθέσεων στο Δικαστήριο είναι χρονοβόρα και είναι αναγκαία η ορθή εκ μέρους των ανακριτικών αρχών στοιχειοθέτηση των κατηγοριών επί τη βάσει λεπτομερών αναλύσεων. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειώσουμε ότι στην υπόθεση Κολοκασίδη ο κατηγορούμενος είχε αποζημιώσει πλήρως τον παραπονούμενο, ενώ στην υπόθεση Πέτρου ο κατηγορούμενος δεν αντιμετώπιζε τις ίδιες με τον κατηγορούμενο κατηγορίες. Οφείλουμε να υποδείξουμε επίσης ότι δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του συνήγορου ότι ο κατηγορούμενος έδρασε με ερασιτεχνικό τρόπο. Αρκεί να παραπέμψουμε στα γεγονότα από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος προκειμένου να αποσπάσει τα χρήματα που οικειοποιήθηκε δεν δίστασε να πλαστογραφήσει υπογραφές και έγγραφα και να καταρτίσει ψευδείς λογαριασμούς. Η δράση του δε αυτή συνεχίστηκε για μία τριετία. Από την άλλη όμως το καθήκον μας επιβάλλει να εξετάσουμε και να λάβουμε υπόψη τους μετριαστικούς που υπάρχουν για τον παρόντα κατηγορούμενο παράγοντες. Λαμβάνουμε υπόψη την δεινή οικονομική του κατάσταση η οποία τον περιέπλεξε στα γρανάζια της τοκογλυφίας και το γεγονός ότι από την ανάληψη του μεγάλου ποσού δεν καρπώθηκε προς ίδιο όφελος κανένα ποσό. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη την άμεση παραδοχή του τόσο ενώπιον των ανακριτικών αρχών όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Το λευκό του ποινικό μητρώο και τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες όπως αυτές αναδύονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη τα ιδιαζόντως ευνοϊκά για τον κατηγορούμενο στοιχεία που αναφέρονται στον πρότερο έντιμο βίο του. Από την άλλη δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν τίμησε την εμπιστοσύνη την οποία ο εργοδότης του επέδειξε προς αυτόν διορίζοντας τον στη θέση του λογιστή και παρέχοντας του εξουσιοδότηση να υπογράφει όλα τα σχετικά και σημαντικά έγγραφα. Θέση την οποία δυστυχώς τελικά καταχράστηκε αξιοποιώντας τους μηχανισμούς που του παρέχονταν κατά τρόπο παράνομο και προς ίδιο όφελος εις βάρος του εργοδότη του και παραβιάζοντας τη σχέση εμπιστοσύνης που έπρεπε να υπάρχει μεταξύ τους. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανωτέρω αναφέρθησαν και ιδιαίτερα το ύψος του ποσού το οποίο ο κατηγορούμενος καταχράστηκε, ότι δεν αποζημίωσε τον παραπονούμενο, ότι η εγκληματική του δραστηριότητα διήρκησε τρία χρόνια και ενδεχόμενα να συνεχιζόταν αν δεν εντοπιζόταν, αλλά από την άλλη έχοντας κατά νου την παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο, τα γεγονότα και καταστάσεις που τον οδήγησαν στην εγκληματική αυτή δραστηριότητα και όλες τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες όπως αυτές αναδύονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όλα όσα αναφέρθησαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του και εξαντλώντας κάθε περιθώριο επιείκειας επιβάλλουμε τις πιο κάτω ποινές: Κατηγορία 1: Τέσσερα χρόνια φυλάκισης. Κατηγορίες 2, 5, 8, 11, 14, 17, 20, 23, 26, 29, 32, 35, 38, 41, 44, 47, 50, 53, 56, 59, 62, 65, 68, 71, 74, 77, 80, 83, 86, 88: Πεντέμιση χρόνια φυλάκισης. Κατηγορίες: 3, 6, 9, 12, 15, 18, 21, 24, 27, 30, 33, 36, 39, 42, 45, 48, 51, 54, 57, 60, 63, 66, 69, 72, 75, 78, 81, 84, 87, 89: Πεντέμιση χρόνια φυλάκισης. Κατηγορίες 4, 7, 10, 13, 16, 19, 22, 25, 28, 31, 34, 37, 40, 43, 46, 49, 52, 55, 58, 61, 64, 67, 70, 73, 76, 79, 82, 85: Τρία χρόνια φυλάκισης. Κατηγορία 90: Πεντέμιση χρόνια φυλάκισης. Οι ποινές να συντρέχουν. Οποιαδήποτε τυχόν έξοδα να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ............ Α. Πασχαλίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΧ, ΜΠ (Υπ.) ............ Λ. Μάρκου, Ε.Δ. Subject: Criminal/Assize Court/Final (Αναφορά: Κλοπή υπό υπαλλήλου, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και συγκάλυψη). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο