← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αχιλλέα Ιακώβου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8322/08, 31 Ιουλίου, 2009

Δημοκρατία ν. Αχιλλέα Ιακώβου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8322/08, 31 Ιουλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2009:25 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8322/08 Δημοκρατία v.

  1. Αχιλλέα Ιακώβου
  2. Μάριου Μιχαήλ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31 Ιουλίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: Η κα Σοφοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ.Ευσταθίου με τον κ.Αριστείδη. Για τον Κατηγορούμενο 2: Οι κ.κ. Λεωνίδου και Κονής. Κατηγορούμενοι 1 & 2: Παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο του κατηγορητηρίου όπως τελικά αυτό διαμορφώθηκε είναι συνολικά 15 κατηγορίες. Οι 11 από αυτές αποτελούν αδικήματα κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως αυτός τροποποιήθηκε. Οι υπόλοιπες 4 αποτελούν τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Συγκεκριμένα και οι δύο κατηγορούμενοι κατηγορούνται για την κοινή κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α δηλαδή κοκαϊνης βάρους 201,6 γραμμάρια (5η κατηγορία) και ότι κατείχαν την ανωτέρω ποσότητα κοκαϊνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα (6η κατηγορία). Και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν με ξεχωριστές κατηγορίες το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β δηλαδή κάνναβη βάρους 4 περίπου κιλών (15η και 12η κατηγορία) και ότι κατείχαν την ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικού με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα (8η και 13η κατηγορία). Με τις 9η και 10η κατηγορία καταλογίζεται εναντίον του κατηγορουμένου 1 το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και Β σε άγνωστα πρόσωπα, ενώ με την 14η κατηγορία καταλογίζεται στον ίδιο κατηγορούμενο το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β δηλαδή κάνναβης βάρους 0,641 γραμμάρια. Τέλος ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί δύο κατηγορίες: την κατοχή ποσότητας κάνναβης δηλαδή ότι την 21/9/2007 στη Λεμεσό κατείχε ποσότητα κάνναβης βάρους 0,9716 γραμμάρια (7η κατηγορία) και τη χρήση κάνναβης δηλαδή ότι στη Λεμεσό και Πάφο κάπνισε φυτό κάνναβης (11η κατηγορία). Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής προσφέρθηκε μέσω έξι μαρτύρων, και αριθμού γεγονότων, τα οποία τέθηκαν ενώπιον μας είτε με τη μορφή παραδεκτών γεγονότων είτε με τη μορφή των καταθέσεων των αστ. 3490 Γ. Γερολέμου (Τεκμήριο 35), αστ. 1881 Α. Σιεηττάνη (Τεκμήριο 37) και αστ. 1742 Χρ. Πολυμνίου (Τεκμήριο 36), οι οποίες κατατέθηκαν ενώπιον μας εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Συνοψίζουμε τα εν λόγω γεγονότα αμέσως πιο κάτω. Διευκρινίζουμε ότι με τη μορφή παραδεκτών γεγονότων τέθηκαν ενώπιον μας και άλλα γεγονότα για τα οποία θα αναφερθούμε σε κατοπινότερο στάδιο και όπου κρίνουμε ότι αυτό χρειάζεται. Στις 21/9/2007 μεταξύ των ωρών 08:50 μέχρι 10:00 οι πιο πάνω αστυφύλακες μαζί με τους αστ. 1828 Ευριπίδου (ΜΚ1) και 1550 Χρ. Σωτηρίου διεξήγαγαν έρευνα στην οικία στην οποία διέμενε ο κατηγορούμενος 1 στην Λεμεσό στην οδό Μαραθοβούνου αρ.
  4. Με την έναρξη της έρευνας ο αστ. 3490 Γερολέμου βρήκε πάνω στο κομοδίνο του υπνοδωματίου τεμάχιον άσπρου χαρτομάντιλου το οποίο περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης (Τεκμήριο 1). Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε μετά από επίστηση της προσοχής του στο Νόμο, ότι η ποσότητα αυτή ναρκωτικών ήταν δική του, γι΄ αυτό συνελήφθηκε από τον εν λόγω αστυφύλακα γι΄ αυτόφωρο αδίκημα κατοχής απαγορευμένης ουσίας. Η συνέχιση της έρευνας απεκάλυψε σε διάφορα άλλα σημεία, όπως σε συρτάρι της σιφονιέρας και μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας μικροποσότητες κάνναβης (Τεκμήρια 2 και 3). Από ντουλαπάκι του αποχωρητηρίου παραλήφθηκε μεταλλικός σπαστήρας (Τεκμήριο 4) ο οποίος περιείχε ίχνη κάνναβης. Για όλα τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος 1 δήλωσε ότι ήταν δικά του και ότι η σύντροφος του Αγγέλα Μαμάκου δεν είχε καμία σχέση. Σε συρτάρι της ίδιας σιφονιέρας βρέθηκε ποσό £1.950 το οποίο παραλήφθηκε από τον Γερολέμου, με την υποψία ότι πιθανόν να είναι προϊόν διακίνησης ναρκωτικών. Σε κατοπινότερο στάδιο, μετά από σχετικές έρευνες, το ποσό παρεδόθη στην Αγγέλα Μαμάκου. Ακολούθησε η έρευνα στο πρακτορείο στοιχημάτων του κατηγορούμενου χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε από τον ίδιο αστυφύλακα στα γραφεία της ΥΚΑΝ όπου έδωσε θεληματική κατάθεση (Τεκμήριο 26) στην οποία και πάλι παραδέχθηκε την κατοχή και χρήση της ανευρεθείσας ποσότητας κάνναβης. Δηλώνει δε μεταξύ άλλων ότι τα ανευρεθέντα τεκμήρια είναι για δική του χρήση. Την μεταφορά του κατηγορούμενου 1 και των ναρκωτικών ουσιών που εντοπίστηκαν στο σπίτι του, στα γραφεία της ΥΚΑΝ, ακολούθησε η συσκευασία και σφράγιση των ανευρεθέντων τεκμηρίων τις σφραγίσεις των οποίων υπέγραψε και ο κατηγορούμενος
  5. Τα πιο πάνω τα οποία αποτελούν το περιεχόμενο των καταθέσεων των αναφερθέντων αστυφυλάκων, οι οποίες κατατέθηκαν εκ συμφώνου ενώπιον μας για την αλήθεια του περιεχομένου τους (Τεκμήρια 35, 36 και 37) αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Το τι ακολούθησε, και είναι αυτό που έντονα αμφισβητείται, δόθηκε μέσα από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, η σύνοψη της οποίας ακολουθεί. Μετά από πληροφορία που δόθηκε στην ΥΚΑΝ το απόγευμα της 20ης Σεπτεμβρίου, 2007, η οποία έφερε τον κατηγορούμενο 1 να κατέχει και να διακινεί μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, εξασφαλίσθηκε αυθημερόν δικαστικό ένταλμα έρευνας (Τεκμήριο 24) της οικίας που διέμενε και του πρακτορείου στοιχημάτων που διατηρούσε στη Λεμεσό στην οδό Μαραθοβούνου 1 και Φραγκλίνου Ρούσβελτ αντίστοιχα, όπως και μιας εξοχικής κατοικίας στην Έμπα, στην επαρχία Πάφου την οποία, σύμφωνα με το ένταλμα, οι πληροφορίες τον έφεραν να χρησιμοποιεί. Δυνάμει του εντάλματος έρευνας έγινε η έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου 1 στις 21/9/2007, η οποία απεκάλυψε τα ναρκωτικά τα οποία οδήγησαν στη σύλληψη του για αυτόφωρο αδίκημα, όπως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Με το τέλος της έρευνας και των ενεργειών που έγιναν στα γραφεία της ΥΚΑΝ ο κατηγορούμενος 1 με τη συνοδεία του ΜΚ1 και του αστ. 1550 Σωτηρίου μεταφέρθηκε με αστυνομικό όχημα στο χώρο της κατοικίας στην Έμπα, για σκοπούς συμπλήρωσης και ολοκλήρωσης της έρευνας που εξουσιοδοτούσε το ένταλμα έρευνας Τεκμήριο
  6. Ήδη από τις 9:00 το πρωϊ τα μέλη της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ο αστ. 1156 Θ. Θουκιδίδου και α/αστ. 360 Α. Χαραλάμπους, ΜΚ6 και ΜΚ3 αντίστοιχα είχαν θέσει υπό παρακολούθηση το σπίτι στην Έμπα. Για φρούρηση του χώρου είχε φθάσει εκεί πριν την άφιξη τους ο αστ. 4026 Μ. Στυλιανού, μέλος της ΥΚΑΝ Πάφου. Γύρω στο μεσημέρι έφθασαν στο χώρο της οικίας οι πατέρας και ο αδελφός του κατηγορουμένου. Αφού άνοιξε την κλειδωμένη είσοδο της οικίας ο πατέρας του κατηγορούμενου, εισήλθαν στο εσωτερικό της οικίας οι ΜΚ3 και ΜΚ6 οι οποίοι και άρχισαν την έρευνα, αφού πρώτα ανοίχθηκαν τα παράθυρα της οικίας για σκοπούς καλύτερου εξαερισμού και φωτισμού του εσωτερικού χώρου. Στα πολύ αρχικά στάδια της έρευνας εντοπίστηκαν πάνω στο τραπέζι της κουζίνας ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (Τεκμήριο 5) και δύο τεμάχια από νάϋλον διαφανές σακούλι τα οποία περιείχαν ίχνη άσπρης σκόνης, πιθανόν κοκαϊνης (Τεκμήριο 6). Όταν τα ανευρεθέντα υπεδείχθησαν στους πατέρα και αδελφό του κατηγορούμενου και τους επεστήθη η προσοχή τους στο Νόμο, οι τελευταίοι εξέφρασαν άγνοια και για τα δύο αντικείμενα. Στην συνέχεια της έρευνας εντοπίστηκε πάνω στην βιβλιοθήκη κάτω από μπιμπελό ποσότητα άσπρης σκόνης, πιθανόν κοκαϊνη, μέσα σε νάϋλον σακούλι βάρους περίπου 200 γραμμαρίων (Τεκμήρια 7Α και 7Β). Και αυτό το αντικείμενο υπεδείχθη στους Χριστάκη και Ανδρέα Ιακώβου στους οποίους και πάλι επεστήθη η προσοχή στο Νόμο, αμφότεροι δε απάντησαν ότι πρώτη φορά το έβλεπαν. Όταν εντοπίστηκε η ποσότητα της άσπρης σκόνης, η έρευνα σταμάτησε, εν αναμονή της άφιξης στο μέρος του κατηγορουμένου. Με την άφιξη του κατηγορούμενου, του υποδείχθηκαν όλα τα μέχρι τότε ανευρεθέντα, και του επεστήθη η προσοχή στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με αυτά. Ακολούθως η έρευνα συνεχίστηκε στην παρουσία πλέον και του κατηγορουμένου. Κατά τη διάρκεια της νέας φάσης της έρευνας εντοπίστηκε μέσα σε κάλαθο αχρήστων ο οποίος βρισκόταν ακριβώς έξω από την κύρια είσοδο της οικίας, ένα τεμάχιο νάϋλον διαφανές σακούλι το οποίο περιείχε καφέ ουσία (Τεκμήριο 8), πιθανόν κάνναβη, για το οποίο και τα τρία μέλη της οικογένειας Ιακώβου αρνήθηκαν οποιαδήποτε σχέση. Την έρευνα στο εσωτερικό του σπιτιού ακολούθησε έρευνα του περιφραγμένου χώρου μέσα στο οποίο βρισκόταν η κατοικία. Η ώρα 14:15 οι ΜΚ3 και ΜΚ6 πλησίασαν σημείο δίπλα από την οικία από το οποίο φαινόταν να προεξέχει από το έδαφος τεμάχιο μπλε νάϋλον σακουλιού. Το έδαφος στο συγκεκριμένο σημείο ήταν φρεσκοσκαμμένο. Όταν ο ΜΚ3 επεχείρησε να μετακινήσει πλαστικά κιβώτια που ήταν δίπλα από το συγκεκριμένο σημείο με σκοπό την έρευνα, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ″εντάξει ρε παιδκιά έχει τέσσερα κιλά χόρτο θαμμένο τζιαμέ″. Αμέσως ο ΜΚ3 του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος επανέλαβε ″εντάξει εν τζιαι η κοκαϊνη δική μου, τζιαι δαμέ έθαψα τέσσερα κιλά χόρτο κάνναβη, ο παπάς μου και ο Αντρέας εν έχουν καμία σχέση, εν ούλλα δικά μου″. Αμέσως ο ΜΚ3 έσκαψε ελαφρά με τα χέρια του στα οποία φορούσε γάντια γύρω από το σακούλι και αφού απομάκρυνε το χώμα έφερε στην επιφάνεια ένα μπλε νάϋλον σακούλι (Τεκμήριο 9) μέσα στο οποίο υπήρχαν τέσσερις χωριστές συσκευασίες οι οποίες περιείχαν ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης (Τεκμήρια 10Α, 10Β, 10Γ και 10Δ). Υπεδείχθησαν στους Ιακώβου στους οποίους και επεστήθη η προσοχή στο Νόμο. Οι μεν Χριστάκης και Ανδρέας Ιακώβου δεν έδωσαν καμία απάντηση, ο δε κατηγορούμενος ανέφερε ″εντάξει ρε παιδκιά αφού είπα σας εν δικά μου″. Η έρευνα η οποία συνεχίστηκε στον εξωτερικό χώρο ολοκληρώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Στη συνέχεια και αφού συσκευάστηκαν όλα τα τεκμήρια ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού όπου έδωσε ″θεληματική κατάθεση″. Στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού οδηγήθηκε και ο πατέρας του κατηγορούμενου, με το αυτοκίνητο του, το οποίο όμως λόγω της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης του πατέρα, οδήγησε ο αστ. 1828 Ευριπίδου (ΜΚ1). Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί πως: (α) Οι ανωτέρω προφορικές δηλώσεις του κατηγορουμένου 1 προς τον ΜΚ3 απετέλεσαν αντικείμενο ένστασης εκ μέρους της υπεράσπισης για σειρά λόγων που άπτονται: 1) παράνομης κράτησης του κατηγορούμενου, 2) στέρησης του δικαιώματος να τύχει των υπηρεσιών δικηγόρου και 3) της θεληματικότητας τους. Για τους λόγους που εξηγούνται στην ενδιάμεση μας απόφαση ημερομηνίας 25/5/2009 μετά τη διεξαγωγή της Πρώτης Δίκης Εντός Δίκης κρίθηκαν θεληματικές και επομένως αποδεκτή μαρτυρία. (β) Η φερόμενη ως θεληματική κατάθεση κρίθηκε μετά από την διεξαγωγή Δεύτερης Δίκης Εντός Δίκης μη αποδεκτή μαρτυρία αφού διατηρούσαμε αμφιβολίες κατά πόσο στο στάδιο εκείνο προσφέρθηκε στον κατηγορούμενο 1 ικανός χρόνος και ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο προτού προβεί στην κατάθεση του. Να σημειωθεί ότι στο χώρο στην Έμπα είχε κληθεί και φθάσει ο ΜΚ2 ο οποίος φωτογράφισε τη σκηνή και τα τεκμήρια και ετοίμασε βιβλιάριο (Τεκμήριο 22). Περαιτέρω αναφορά στο θέμα τούτο γίνεται κατωτέρω. Τα ακόλουθα γεγονότα πηγάζουν μέσα από τις καταθέσεις του Δρ. Μάριου Καριόλου, Γενετιστή στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής στη Λευκωσία και της Τασούλας Κοζάκου, Χημικού στο Κρατικό Χημείο, Τεκμήρια 38 και 39 αντίστοιχα, οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα από τον κατηγορούμενο 1, τους Ανδρέα, Χριστάκη, Ειρήνη και Αντιγόνη Ιακώβου, Αγγέλα Μαμάκου και τον Νεόφυτο Σολέα, ιδιοκτήτη υποστατικού το οποίο βρίσκεται στον ίδιο περιφραγμένο χώρο με αυτόν στον οποίο βρίσκεται το υποστατικό του πατέρα του κατηγορούμενου
  7. Όλα τα ανευρεθέντα τεκμήρια συσκευάσθηκαν και προωθήθηκαν σε εργαστήρια για επιστημονικές εξετάσεις. Εξετάσεις που διενεργήθηκαν σε επίπεδο DNA από το Δρ. Μάριο Καριόλου, τεκμήριο 38 δεν αποκάλυψαν οτιδήποτε. Οι εξετάσεις που έγιναν στο Γενικό Χημείο του Κράτους (Τεκμήριο 39) κατέδειξαν πως οι ποσότητες ξηρής φυτικής ύλης που βρέθηκαν στην οικία του κατηγορουμένου 1 στη Λεμεσό στα Τεκμήρια 1, 2, 3, και 4 ήταν κάνναβη βάρους 0,0199 γραμμάρια, 0,2542 γραμμάρια, 0,6975 γραμμάρια και 0,0466 γραμμάρια. Η ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης που βρέθηκε στην Έμπα στο εσωτερικό της εξοχικής κατοικίας, ήταν επίσης κάνναβης βάρους 0,0641 γραμμάρια (Τεκμήριο 5) ενώ τα Τεκμήρια 10Α, 10Β, 10Γ και 10Δ ήσαν βάρους 1.000,4 γραμμάρια, 998,9 γραμμάρια, 1.000,9 γραμμάρια και 995,6 γραμμάρια, αντίστοιχα. Η ποσότητα άσπρης σκόνης, περιεχόμενο των Τεκμηρίων 7Α και 7Β ήταν κοκαϊνη. Το βάρος του Τεκμηρίου 7Β ήταν 201,60 γραμμάρια ενώ του Τεκμηρίου 5 αφορούσε ίχνη κοκαϊνης. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνουμε σε ανάλογα ευρήματα. Ο υπαστυνόμος Γ. Αναστασίου της ΥΠΕΓΕ (ΜΚ4) αφού εξέτασε δακτυλοσκοπικά διάφορα τεκμήρια δηλαδή σακούλια - συσκευασία των ναρκωτικών ουσιών, τα οποία παρέλαβε στις 3/10/2007, εντόπισε επτά αποτυπώματα σε τέσσερις συσκευασίες. Σύγκρινε τα αποτυπώματα αυτά με εκείνα του κατηγορουμένου 1 - τότε υπόπτου και διαπίστωσε ότι δεν ανήκαν σε αυτόν. (Έκθεση Τεκμήριο 32). Σε μεταγενέστερο στάδιο, συγκεκριμένα στις 30/1/2008 μετά τη λήψη κάποιας πληροφορίας ο κατηγορούμενος 2 κλήθηκε στην αστυνομία για ανάκριση και εκεί με τη συγκατάθεση του, του λήφθηκε δείγμα γενετικού υλικού και αποτυπώματα του, τα οποία επίσης προωθήθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Η σύγκριση των αποτυπωμάτων του με τα αποτυπώματα που εντοπίσθηκαν στα τεκμήρια που έγινε στις 5/3/2008 κατέδειξε ότι: Το αποτύπωμα με διακριτικά ΓΑ3-Β στην εξωτερική επιφάνεια του μπλε νάϋλον σακουλιού στο οποίο ήταν τοποθετημένες οι τέσσερις συσκευασίες (Τεκμήριο 9) καθώς και το αποτύπωμα με διακριτικά ΓΑ 4-1-Α στην εξωτερική επιφάνεια του διαφανούς νάϋλον σακουλιού (Τεκμήριο 10Α), ανήκαν στον κατηγορούμενο
  8. (Έκθεση Τεκμήριο 33). Η ανωτέρω πτυχή της υπόθεσης που εδόθηκε μέσα από τη μαρτυρία του εν λόγω υπαστυνόμου (ΜΚ4) δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου 2 και επειδή δεν εντοπιζόταν, τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο stop list. Τελικά συνελήφθηκε στις 10/5/2008, με την επιστροφή του στην Κύπρο. Όταν οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν αμφότεροι να προβούν σε ένορκη μαρτυρία υιοθετώντας γραπτές δηλώσεις ως την κύρια εξέταση τους. Κατηγορούμενος 1 Στην εν λόγω δήλωση του, ο κατηγορούμενος αφού αναφέρει ότι είναι ηλικίας 23 χρονών και χρήστης κάνναβης, περιγράφει την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας στην οικία του στην Λεμεσό και την παραδοχή του τόσο στη σκηνή όσο και αργότερα στον αστυνομικό σταθμό όπου του λήφθηκε γραπτή κατάθεση, για την χρήση των ναρκωτικών τα οποία ανευρέθησαν και αφορούν την κατηγορία
  9. Μετά τη μεταφορά του στην αστυνομία και προτού δώσει την γραπτή κατάθεση του, υπέγραψε έντυπο με το οποίο πληροφορείτο για το δικαίωμα του να τύχει των υπηρεσιών δικηγόρου και δήλωνε ότι επιθυμούσε να τύχει τέτοιων υπηρεσιών, (Τεκμήριο 30). Μετά το πέρας της κατάθεσης, αντί όπως ανέμενε, να απολυθεί, η αστυνομία αφού του τοποθέτησε χειροπέδες, τον μετέφερε στα υποστατικά στην Έμπα για περαιτέρω έρευνες. Ήδη με οδηγίες της αστυνομίας είχε τηλεφωνήσει στον πατέρα του να μεταβεί και αυτός στην Έμπα όπου ανέμεναν άντρες της ΥΚΑΝ για σκοπούς της έρευνας. Καθοδόν προς την Έμπα σταμάτησαν κοντά στο χωριό Πισσούρι για να μιλήσει στο τηλέφωνο ο ένας από τους δύο αστυνομικούς που τον συνόδευαν και συγκεκριμένα ο αστυφύλακας Σωτηρίου ο οποίος είχε δεχθεί τηλεφώνημα στο κινητό του. Με τη λήξη της τηλεφωνικής συνομιλίας ο εν λόγω αστυφύλακας του ανέφερε ότι βρήκαν την κοκαϊνη και ο ίδιος του απάντησε ότι δεν είχε ιδέα για ποιο πράγμα του μιλούσε. Στο χώρο της οικίας στην Έμπα, υπήρχαν πολλοί αστυνομικοί όπως και ανιχνευτικοί σκύλοι. Με την άφιξη του στο μέρος, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο εσωτερικό της οικίας όπου ο α./αστ. 360 Χαραλάμπους (ΜΚ3) του έδειξε το σακούλι με την κοκαϊνη όπως και τα άλλα ναρκωτικά και τον ρώτησε αν είναι δικά του. Ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά. Ακολούθως και ενώ ήταν χειροδεμένος στον Σωτηρίου, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε έξω από το σπίτι στον ανοικτό χώρο. Αφού διάνυσαν απόσταση περίπου 20 - 30 μέτρων άκουσε τον ΜΚ3 ο οποίος στεκόταν δίπλα από μία παράγκα πολύ κοντά στο σπίτι να φωνάζει ″φέρτε τον κοντά τζαι το βρήκαμε″. Ο Σωτηρίου οδήγησε τον κατηγορούμενο στο συγκεκριμένο σημείο που ήταν ο ΜΚ3, όπου ο τελευταίος του υπέδειξε ένα νάϋλον μπλε σακούλι οι άκρες του οποίου προεξείχαν από το έδαφος και τον ρώτησε αν είναι ναρκωτικά που έχει θαμμένα εκεί. Ο κατηγορούμενος 1 αντιδρώντας απάντησε ότι δεν γνωρίζει τίποτε. Τότε ο ΜΚ3, αφού έβαλε γάντια τράβηξε προς τα πάνω το νάϋλον και ξαναρώτησε τον κατηγορούμενο αν αναγνώριζε το εν λόγω αντικείμενο. Ο κατηγορούμενος επανέλαβε την άγνοια του και τότε ο ΜΚ3 άνοιξε το σακούλι, κοίταξε στο εσωτερικό του για ελάχιστα δευτερόλεπτα και στη συνέχεια απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο του είπε ″έχει τέσσερα κιλά εδώ, είναι δικά σου″. Ο κατηγορούμενος επέμενε στην αθωότητα του και στην άγνοια του για τα εν λόγω ναρκωτικά. Όμως τόσο ο ΜΚ3 όσο και ο ΜΚ6 επέμεναν ότι είναι δικά του καθώς επίσης και ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που τα έθαψε στο συγκεκριμένο σημείο. Ενώ ο κατηγορούμενος επέμενε στην άγνοια του και την αθωότητα του, τον πλησίασε ο αστυφύλακας Στυλιανού ο οποίος με φιλικό τρόπο του υπέδειξε ότι αν δεν παραδεχθεί θα συλλάβουν τον πατέρα του τον οποίο και θα φυλακίσουν γιατί το σπίτι ήταν δικό του, αν όμως παραδεχόταν τότε θα άφηναν τον πατέρα του ελεύθερο. Την ίδια ουσιαστικά διαβεβαίωση του έδωσε και ο Σωτηρίου. Ο κατηγορούμενος τότε αναλογιζόμενος τις συνέπειες που θα είχε τυχόν σύλληψη και φυλάκιση του πατέρα του στην ήδη άσχημη κατάσταση της υγείας του, δέχθηκε να παραδεχθεί ότι τα ναρκωτικά ήταν δικά του. Θεώρησε καθήκον του να αναλάβει εκείνος την ευθύνη ώστε να μην ενοχοποιηθεί ο πατέρας του ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα με την καρδιά του και μάλιστα πρόσφατα είχε εγκεφαλικό επεισόδιο. Σαν αποτέλεσμα ο Στυλιανού φώναξε τον ΜΚ3, στην παρουσία του οποίου ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή. Όταν ο κατηγορούμενος 1 ακολούθως οδηγήθηκε προς το αστυνομικό αυτοκίνητο για να επιστρέψουν στην Λεμεσό, αντιλήφθηκε ότι ο πατέρας του αντί να αφεθεί ελεύθερος όπως του είχαν υποσχεθεί θα μεταφερόταν και εκείνος στα γραφεία της ΥΚΑΝ στη Λεμεσό. Άρχισε να διαμαρτύρεται οπόταν ο ΜΚ3 του ανέφερε ότι ο πατέρας του θα αφεθεί ελεύθερος όταν αυτός (ο κατηγορούμενος) δώσει γραπτή κατάθεση στην οποία να παραδέχεται την κατοχή των ναρκωτικών, πράγμα το οποίο και έγινε. Επέμενε στη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος πως τις διαμαρτυρίες του με τις οποίες εξέφραζε την άγνοια του για τα ναρκωτικά και ουσιαστικά διακήρυττε την αθωότητα του, τις άκουσε και ο φωτογράφος (ΜΚ2) ο οποίος σε κάποιο στάδιο αναχώρησε από τη σκηνή για να επιστρέψει λίγο αργότερα και να συνεχίσει τη φωτογράφηση. Τέλος ο κατηγορούμενος 1 ισχυριζόμενος ότι οι ΜΚ3 και ΜΚ6 γνώριζαν το ακριβές σημείο που ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά γιατί, όταν εξήλθαν της οικίας με σκοπό τη συνέχιση της έρευνας στον περιφραγμένο χώρο, κατευθύνθηκαν αμέσως προς το συγκεκριμένο σημείο, διατύπωνε τη βεβαιότητα ότι την όλη υπόθεση την σκηνοθέτησε ο πληροφοριοδότης της αστυνομίας ο οποίος επειδή είχε με την ΥΚΑΝ ″πάρε - δώσε″ ήθελε βασικά να προσφέρει στην εν λόγω υπηρεσία εξυπηρέτηση. Κατηγορούμενος 2 Είναι ηλικίας 25 χρονών και πρώτος εξάδελφος με τον κατηγορούμενο
  10. Δηλώνει ότι δεν έχει επισκεφθεί ποτέ την εξοχική κατοικία στην Έμπα στην οποία έχουν βρεθεί τα ναρκωτικά και δηλώνει ότι δεν έχει καμία σχέση και ανάμιξη με αυτά. Εξηγεί ότι τα ανευρεθέντα αποτυπώματα στα δύο σακούλια τα οποία δεν αρνείται ότι είναι δικά του αποτυπώματα, πιθανόν να εναποτέθηκαν σε αυτά σε χρόνο ανύποπτο και κάτω από καθ΄ όλα αθώες συνθήκες και συγκεκριμένα κατά τις επισκέψεις του σε υπεραγορές, σε μπακάλικα, φούρνους, κ.λ.π. δηλαδή χώρους στους οποίους υπάρχουν τέτοια σακούλια και στα οποία πιθανόν να άγγιξε. Εκφράζοντας άγνοια για τις συνθήκες εναπόθεσης των δακτυλικών του αποτυπωμάτων στα ανευρεθέντα δύο τεκμήρια επιμένει στην αθωότητα του και παραπέμπει στην ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 23 στην οποία επίσης εδήλωνε την αθωότητα του και σημειώνει ότι η προθυμία του να παράσχει αμέσως γενετικό υλικό και αποτυπώματα αποδείκνυε το γεγονός της μη ανάμιξης του με τα ναρκωτικά και την άγνοια του για την ύπαρξη τους. Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου 1 κάλεσε πλην του κατηγορουμένου και ακόμη ένα μάρτυρα, τον αστ. 1825 Ανδρέα Χριστοφίδη του οποίου η μαρτυρία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Ο εν λόγω αστυφύλακας υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Πάφου και εκλήθη με στόχο την κατάθεση κάποιων εγγράφων τα οποία τηρούνται από την υπηρεσία του όταν διερευνούνται σκηνές σοβαρών εγκλημάτων. Συγκεκριμένα κατέθεσε ως Τεκμήριο 43 έντυπο το οποίο φέρει τον τίτλο Δελτίο Εξέτασης Σκηνής Εγκλήματος Αρ. 60/07 και φέρεται να έχει συμπληρωθεί από τον ΜΚ2 αστ.
  11. Σε αυτό το έγγραφο καταγράφεται η πορεία της φωτογράφησης και οι ενέργειες που έγιναν στο χώρο της σκηνής στην Έμπα, όπως και το αδίκημα το οποίο αφορούσε. Ως Τεκμήριο 44 κατέθεσε φωτοαντίγραφο του ημερολογίου ενεργείας του σταθμού στο οποίο υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά η οποία περιγράφεται Φωτογράφηση Υποστατικού στην Έμπα. Οι σχετικές καταχωρήσεις και στα δύο τεκμήρια έγιναν σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, από τον ΜΚ
  12. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 43 και 44 στην ουσία επαναλαμβάνεται από τον ΜΚ2 στην κατάθεση του με Ένδειξη Β. Αγορεύσεις Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1 έθιξε με την αγόρευση του πολλά και ποικίλα θέματα. Συγκεκριμένα: 1) Με αναφορά στη δοθείσα μαρτυρία κυρίως των ΜΚ3 και ΜΚ6 και σύγκριση των καταθέσεων τους εισηγήθηκε ότι αυτές ήταν προϊόν προσυνεννόησης μεταξύ τους με σκοπό και στόχο την καταδίκη του πελάτη του. 2) Επαναφέροντας το θέμα των ενοχοποιητικών εκ μέρους του πελάτη του δηλώσεων οι οποίες απετέλεσαν το αντικείμενο της πρώτης δίκης εντός δίκης, εισηγήθηκε πως εν όψει της δοθείσας μαρτυρίας και της αξιολόγησης της που στο παρόν στάδιο, θα πρέπει να γίνει, στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας το Δικαστήριο οφείλει να επανεξετάσει το θέμα και να τις αγνοήσει. Ιδιαίτερη έμφαση εδόθη στο γεγονός της ύπαρξης δύο καταθέσεων, φερόμενες και οι δύο ως καταθέσεις του ΜΚ2 Τρύφωνα Τρύφωνος. Δηλαδή της κατάθεσης με Ένδειξη Β την οποία ο μάρτυρας δέχθηκε ως τη δική του κατάθεση και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και της κατάθεσης Τεκμήριο 27 την οποία ο ΜΚ2 απέρριψε ως δική του και την οποία η μεν υπεράσπιση είχε παραλάβει ως μέρος του ανακριτικού φακέλου, ο δε ανακριτής της υπόθεσης ΜΚ3 επέμενε ότι αυτή ήταν η κατάθεση η οποία του παραδόθηκε ως η κατάθεση του ΜΚ2, από τον ίδιο τον ΜΚ
  13. Χαρακτηρίζοντας ο συνήγορος την κατάθεση Τεκμήριο 27 πλαστογραφημένη, εισηγήθηκε ότι το γεγονός αυτό αποδεικνύει την χάλκευση η οποία κατά την έκφραση του έγινε με σκοπό και μόνο την καταδίκη του κατηγορουμένου
  14. Ο κ.Λεωνίδου ο οποίος υιοθέτησε την αγόρευση του κ.Ευσταθίου, κάλεσε και αυτός με τη σειρά του το Δικαστήριο να απορρίψει την υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου 2 πελάτη του, αφού η μόνη μαρτυρία που τον συνδέει είναι η ύπαρξη των δακτυλικών του αποτυπωμάτων σε δύο σακούλια η οποία από μόνη της χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία δεν είναι ικανή να τον καταδικάσει. Για επίρρωση της θέσης του έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός της ύπαρξης άλλων πέντε δακτυλικών αποτυπωμάτων τα οποία ανήκουν σε άγνωστα πρόσωπα. Από την αντίπερα όχθη η κα Σοφοκλέους εισηγήθηκε πως για μεν τον κατηγορούμενο 1 η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και πως το Δικαστήριο μπορεί από αυτή να εξάξει τα συμπεράσματα του. Για δε τον κατηγορούμενο 2 υπογράμμισε την ύπαρξη των δακτυλικών αποτυπωμάτων σε δύο σακούλια εκ των οποίων το ένα, το νάϋλον διαφανές αποτελούσε μια από τις συσκευασίες των ναρκωτικών και δεν είναι τόσο κοινής χρήσεως όσο το μπλε νάϋλον σακούλι. Υπεστήριξε ότι η ύπαρξη των δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατηγορούμενου 2 και στα δύο τεκμήρια εκμηδενίζει υπό τις περιστάσεις την πιθανότητα αυτά να έχουν τεθεί κάτω από αθώες συνθήκες και σε χρόνο ανύποπτο ως ο κατηγορούμενος 2 εισηγείται. Θα ήταν, σύμφωνα με την κα Σοφοκλέους, ″μεγάλη σύμπτωση και τα δύο αυτά σακούλια να βρεθούν θαμμένα″ έχοντας στο εσωτερικό τους ναρκωτικά. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται εναντίον του κατηγορουμένου 1 βασικά στις προφορικές ενοχοποιητικές του δηλώσεις και εναντίον του κατηγορουμένου 2 στην ύπαρξη των δακτυλικών του αποτυπωμάτων σε δύο νάϋλον σακούλια, εκ των οποίων το μεν ένα αποτελεί μία από τις τέσσερις συσκευασίες των ναρκωτικών, το δε άλλο, το σακούλι στο οποίο ήταν τοποθετημένη η εν λόγω συσκευασία μαζί με τις υπόλοιπες τρεις. Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το Δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic

(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν v. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. (Βλ. Ανδρέου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, στη σελ. 172). Το όλο θέμα εξετάστηκε επίσης στην υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 όπου αναφέρθηκε το εξής: ″Commentary. It has been said that ″when a confession is well proved it is the best evidence that can be produced″: Baldry [1852] 1 Den 430, per Erie J. Scepticism about the reliability of confessions has increased in modern times but it remains true that a truly voluntary confession may be cogent evidence of guilt. Like other types of evidence, its value may vary greatly according to the circumstances and, if serious doubt it cast on the reliability of a confession, conviction based on that alone would not doubt, be regarded as unsafe and unsatisfactory. It is only in exceptional cases that English law requires corroboration of particular types of evidence and confessions have never been held to require corroboration either by law of practice″. Το μεταφράζουμε: ″Έχει λεχθεί ότι ″όταν μια ομολογία αποδεικνύεται σωστά αυτό αποτελεί την καλύτερη μαρτυρία που μπορεί να προσαχθεί″: Baldry [1852] 1 Den 430, από τον Erle, Δ. Ο σκεπτικισμός αναφορικά με την αξιοπιστία ομολογιών ενοχής έχει ενταθεί στη σημερινή εποχή αλλά εξακολουθεί να είναι αλήθεια ότι μια πραγματικά εκούσια κατάθεση δυνατό να συνιστά πειστική μαρτυρία ενοχής. Όπως άλλες μορφές μαρτυρίας η αξία της μπορεί να κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις περιστάσεις, και αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της, καταδίκη που βασίστηκε μόνο σ΄ αυτήν, θα μπορούσε αναμφίβολα, να θεωρηθεί επισφαλής ή μη ικανοποιητική. Είναι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που το Αγγλικό δίκαιο απαιτεί ενίσχυση ιδιαίτερων μορφών μαρτυρίας αλλά ουδέποτε αποφασίστηκε ότι οι ομολογίες χρειάζονται ενισχυτική μαρτυρία είτε ως θέμα νόμου είτε ως θέμα πρακτικής″. Η ύπαρξη δακτυλικών αποτυπωμάτων όπως βέβαια και γενετικού υλικού επί αντικειμένων που ανευρίσκονται σε σκηνές εγκλημάτων αποτελεί κλασσικό παράδειγμα περιστατικής μαρτυρίας, η αξία της οποίας ουδόλως υστερεί της άμεσης όπως εξηγείται σε πολλές Δικαστικές αποφάσεις (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 και Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258). Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της. Η παρουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων αποκαλύπτει ″την επαφή του εφεσείοντα με τα σύνεργα του εγκλήματος, γεγονός σχετικό προς το ποιος διέπραξε το έγκλημα, παρόλον που δεν είναι, αφ΄ εαυτού, καθοριστικό για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου. Το γεγονός, συνεκτιμούμενο με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί να δικαιολογήσει την καταδίκη του κατηγορουμένου εφόσον τα περιστατικά, σωρευτικά αποτιμούμενα, οδηγούν συμπερασματικά στην ενοχή του. Έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης από την ενοχή του κατηγορουμένου″. Έχοντας τα ανωτέρω κατά νου προχωρούμε να εξετάσουμε την παρούσα υπόθεση συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, τη δοθείσα μαρτυρία, τα κατατεθέντα τεκμήρια, την εκδοχή των κατηγορουμένων και τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Κρίνουμε σκόπιμο να εξετάσουμε ως πρώτο θέμα, αυτό της ύπαρξης δύο καταθέσεων που φέρουν συντάκτη τους τον ΜΚ2 παραθέτοντας το ιστορικό της παρουσίασης τους. Όταν εκλήθη στο εδώλιο ο αστ. 2543 Τρύφωνος (ΜΚ2) του υπεδείχθη από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, έγγραφο, (το οποίο στη συνέχεια κατατέθηκε από την υπεράσπιση ως Τεκμήριο 27) και διεξήχθη ο εξής διάλογος: ″Α. Είμαι ο Αστ. 2543 Τρύφωνας Τρύφωνος και υπηρετώ στο ΤΑΕ Πάφου ως ειδικός φωτογράφος και ειδικός στη διερεύνηση σκηνής εγκλήματος δακτυλοσκοπικώς. Ε. Επιδεικνύω έγγραφο στον μάρτυρα κ. Πρόεδρε. Τι είναι αυτό που σας δείχνω; Α. (Ο μάρτυρας το επιθεωρεί). Η κατάθεση μου ...(διακόπτεται). Ε. Είναι η υπογραφή σας στο τέλος; Α. (Ο μάρτυρας κάτι λέει στην κα Σοφοκλέους). Ε. Είναι η υπογραφή σας στο τέλος κύριε; Α. Όχι εντιμότατε, δεν είναι η κατάθεση μου τούτη που μου δείχνει. Ε. Τούτη που σας δείχνω είναι η κατάθεση σας; (Δείχνει άλλο έγγραφο στον μάρτυρα η κα Σοφοκλέους). Α. Μάλιστα. Ε. Είναι η υπογραφή σας εδώ; Α. Μάλιστα. Ε. Υιοθετάτε το περιεχόμενο της; Α. Μάλιστα. κα Σοφοκλέους: Ζητώ να κατατεθεί ως τεκμήριο και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα. Σημείωση: Οι συνήγοροι υπεράσπισης επιθεωρούν το έγγραφο. Δικαστήριο προς κα Σοφοκλέους: Δείξετε ξανά αυτό το έγγραφο κα Σοφοκλέους στον μάρτυρα για να ξεκαθαριστεί. κα Σοφοκλέους προς μάρτυρα: Ε. Τι είναι τούτο το έγγραφο κύριε; Α. Είναι η κατάθεση που έκαμα σχετικά με την υπόθεση την οποία δικάζουμε τώρα. Ε. Υιοθετάτε το περιεχόμενο της; Α. Βεβαίως. Ε. Είναι η υπογραφή σας εδώ; Α. Μάλιστα″. Η κατάθεση του ΜΚ2 κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του με την Ένδειξη Β, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως κάτωθι: ″Υπηρετώ στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είμαι απεσπασμένος στο ΤΑΕ ως ειδικός φωτογράφος και ειδικός στην εξέταση σκηνών εγκλημάτων δακτυλοσκοπικώς. Την 21/9/07 και ώρα 1330-1340 στην παρουσία και υπόδειξη του Αστ. 360 της ΥΚΑΝ Λεμεσού έλαβα οκτώ [8] φωτογραφίες σε εξοχική κατοικία στην Έμπα σχετικά με ανεύρεση Ναρκωτικών. Την ίδια μέρα και ώρα 1430-1440 μετέβηκα ξανά στον πιο πάνω χώρο όπου στην παρουσία του Αστ. 360 της ΥΚΑΝ Λεμεσού έλαβα έξι [6] φωτογραφίες σχετικές με ανεύρεση Ναρκωτικών. Στην παρουσία μου εμφανίστηκε το φιλμ και από τα αναλλοίωτα αρνητικά που έχω στην κατοχή μου έγιναν φωτογραφικές μεγεθύνσεις τις οποίες αρίθμησα από 1-14 και τις έδεσα σε σχήμα βιβλιαρίων με αναλυτικό πίνακα″. Αντεξεταζόμενος ο Αστ. 360 Α. Χαραλάμπους (ΜΚ3), ο οποίος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, ανέφερε ότι όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στον ανακριτικό φάκελο και συνιστούν μέρος του ανακριτικού έργου χαρακτηρίζονται με την λέξη ″Κυανούν″ και σημειώνονται με ένα αριθμό ο οποίος είναι αντιπροσωπευτικός για κάθε ένα έγγραφο και καταχωρούνται με ανάλογη σειρά. Διεφάνη πως εντός του ανακριτικού φακέλου, υπήρχε με την Ένδειξη Κ55 κατάθεση που αποδίδεται στον ΜΚ2 Τρύφωνος, άλλη από εκείνη που ο ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε σαν δική του με την Ένδειξη Β. Η κατάθεση Κ55 είναι το Τεκμήριο 27 και είναι εκείνη για την οποία, ο μεν ΜΚ3, ανακριτής της υπόθεσης, επέμενε ότι αποτελεί την κατάθεση που του παραδόθηκε από τον φωτογράφο ΜΚ2 μαζί με το βιβλιάριο των φωτογραφιών (Τεκμήριο 22), ο δε ΜΚ2 ότι δεν την αναγνωρίζει καθώς δεν πρόκειται για δική του κατάθεση. Την κατάθεση με Ένδειξη Β, ο ΜΚ3 δεν την είχε υπόψη του, για πρώτη φορά την έβλεπε στο Δικαστήριο. Έχοντας αυτές τις δύο καταθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 1 χαρακτήρισε το Τεκμήριο 27 πλαστογραφημένο και ενδεικτικό της προσπάθειας ενοχοποίησης του πελάτη του. Το κείμενο του Τεκμηρίου 27 παρατίθεται: ″Υπηρετώ στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είμαι απεσπασμένος στο ΤΑΕ ως ειδικός φωτογράφος και ειδικός στην εξέταση σκηνών εγκλήματος δακτυλοσκοπικώς. Την 21/9/2007 και μεταξύ των ωρών 1320 - 1420 στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του Α/Αστ. 360 Α. Χαραλάμπους της ΥΚΑΝ Λεμεσού έλαβα 14 (δεκατέσσερις) φωτογραφίες σε εξοχική κατοικία στην οδό Σωτήρη Χατζηκυριάκου στο χωριό Έμπα στη Πάφο σχετικά με υπόθεση ανεύρεσης ναρκωτικών. Στην παρουσία μου εμφανίστηκε το φιλμ και από τα αναλλοίωτα αρνητικά που έχω στη κατοχή μου έγιναν φωτογραφικές μεγεθύνσεις τις οποίες αρίθμησα από το 1 μέχρι το 14 και τις έδεσα σε σχήμα βιβλιαρίων με αναλυτικό πίνακα″. Εκ πρώτης όψεως μπορεί να λεχθεί ότι οι δύο καταθέσεις δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές. Ούτε και ότι μπορεί να εξαχθεί άμεσα συμπέρασμα, πως η διαφορά στο χρόνο λήψης των φωτογραφιών έχει ιδιαίτερη σημασία και σημασία έχει πως ελήφθησαν με την σειρά ανεύρεσης των ναρκωτικών και φωτογραφήθηκαν οι διάφορες σκηνές επί τόπου. Όμως: Τόσον ο ΜΚ3 όσον και ο ΜΚ6 επιμένουν ότι ο ΜΚ2 ήταν συνεχώς στο χώρο, δεν απουσίασε και πως τα τεκμήρια φωτογραφίζονταν ταυτόχρονα με την ανεύρεση τους και συγκεκριμένα τις ώρες που καταγράφονται στις δικές τους καταθέσεις ήτοι από 14:15 - 14:
  1. Η έρευνα φέρεται σύμφωνα με τους ίδιους να περατώθηκε στις 14:
  2. Κατά τον ανωτέρω όμως χρόνο ανεύρεσης και φωτογράφησης των τεκμηρίων ο ΜΚ2 σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία απουσίαζε από τη σκηνή. (Ένδειξη Β και Τεκμήρια 43 και 44). Ενδεχομένως, αν είχαμε ενώπιον μας δύο προφορικές διαφορετικές εκδοχές, να παρέμενε ως μόνο θέμα η αξιολόγηση της μαρτυρίας και ειλικρίνειας των συγκεκριμένων μαρτύρων. Όμως δεν πρόκειται για τέτοια περίπτωση. Στην περίπτωση μας εκείνο που αναδύεται μέσα από τα γεγονότα όπως τέθηκαν και παρουσιάστηκαν ενώπιον μας είναι πως: Δύο έγγραφα φέρονται ως καταθέσεις του ίδιου μάρτυρα ΜΚ2 Τρύφωνος. Η μεν μία κατάθεση Τεκμήριο 27 βρισκόταν στον ανακριτικό φάκελο και εδόθη στους συνηγόρους υπεράσπισης ως μέρος του ανακριτικού υλικού βάσει του οποίου οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου, η δε άλλη κατάθεση Ένδειξη Β, δεν αναγνωρίζεται από τον ΜΚ3 ως μέρος του ανακριτικού έργου αλλά αναγνωρίζεται από τον ΜΚ2 σαν η δική του. Την κατάθεση αυτή, Ένδειξη Β, απεδέχθη η κατηγορούσα αρχή και παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου σαν μέρος της κύριας εξέτασης του ΜΚ2 προφανώς δεχόμενη ότι η κατάθεση Τεκμήριο 27 δεν είναι η κατάθεση του ΜΚ2 και η υπογραφή που παρουσιάζεται σαν υπογραφή του συντάκτη δεν είναι η δική του. Για τους πιο κάτω λόγους κρίνουμε πως δεν είμαστε αντιμέτωποι με την περίπτωση όπου επιβάλλεται να αξιολογήσουμε τους ΜΚ2 και ΜΚ3 και να προβούμε σε εύρημα για το πιο από τα δύο έγγραφα αντιπροσωπεύει την πραγματική κατάθεση του ΜΚ2 και κατ' επέκταση την εκδοχή του. Εν πάση περιπτώσει οι λόγοι που οδήγησαν στην ύπαρξη των δύο επίμαχων εγγράφων - καταθέσεων, παραμένουν αδιευκρίνιστοι και άγνωστοι. Το γεγονός όμως παραμένει ένα. Έγγραφο - κατάθεση Τεκμήριο 27, αποδίδεται από τον ΜΚ3 ανακριτή της υπόθεσης στον ΜΚ2, ενώ ο ΜΚ2 όχι μόνο απορρίπτει το περιεχόμενο του αλλά και αρνείται ότι η υπογραφή που παρουσιάζεται στο τέλος του κειμένου είναι η δική του, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 27 είναι πλαστογραφημένη. Παρά το ότι στην κατάθεση Ένδειξη Β ο ΜΚ2 παρουσιάζει το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μεταξύ της πρώτης και δεύτερης φάσης της φωτογράφησης να είναι πενήντα λεπτά, ενώ στην αντεξέταση του κατέθεσε πως μόνο 10' απουσίασε και παρά το ότι στο τεκμήριο 44 καταγράφεται ″φωτογράφηση″ και όχι ″φωτογραφήσεις″ στην Έμπα και παρά το ότι τα τεκμήρια 43 και 44 δεν παρουσιάσθηκαν από τον ΜΚ2 ούτε και του υπεδείχθησαν για να σχολιάσει το περιεχόμενο τους, το σημαντικό και συνάμα αδιανόητα μεμπτό είναι η ύπαρξη κατάθεσης, το περιεχόμενο της οποίας χαρακτηρίζεται ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα και η υπογραφή του φερόμενου σαν συντάκτη του ως μη ανήκουσα στον ίδιο. Κρίνουμε πως αυτό και μόνο το γεγονός ρίχνει όχι μόνο σκιές αμφιβολίας ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο χώρο του υποστατικού στην Έμπα με προεξάρχοντα αυτά που περιβάλλουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 1 προέβη στις ενοχοποιητικές δηλώσεις του αλλά και δημιουργούν σωρεία σοβαρών ερωτηματικών αναφορικά με τον τρόπο διερεύνησης και εξέτασης της όλης υπόθεσης, στοιχεία άρρηκτα συνυφασμένα με την υποχρέωση των διωκτικών αρχών για αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης και κατ΄ επέκταση με το θεμελιώδες δικαίωμα των κατηγορουμένων να τύχουν δίκαιης δίκης. Ας μην ξεχνούμε πως η υπεράσπιση αλλά και η κατηγορούσα αρχή φέρουν τον ΜΚ2 να είναι παρών όταν ο κατηγορούμενος 1 προέβαινε στις προφορικές ενοχοποιητικές δηλώσεις του. Το γεγονός ότι οι ενστάσεις για τη δεκτότητα των ενοχοποιητικών δηλώσεων του κατηγορούμενου 1 έχουν απορριφθεί, δεν εμποδίζει κατά τη γνώμη μας το Δικαστήριο από του να επανεξετάσει το θέμα, σ' αυτό το στάδιο και υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και σε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι, να τις αγνοήσει. Στην υπόθεση R. v. Watson
(1980)2 All E.R. 293 υπογραμμίστηκε από το Αγγλικό Εφετείο η ορθότητα της αρχής ότι το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να επανεξετάσει υπό το φως μεταγενέστερης μαρτυρίας που προσάγεται στην κύρια υπόθεση, τη θεληματικότητα κατάθεσης που έχει παρουσιαστεί παρόλο που, όπως αναφέρεται στην ίδια απόφαση, σπάνιες θα πρέπει να είναι αυτές οι περιπτώσεις. Κάποια έμμεση αναφορά που γίνεται επί του θέματος στην Κυπριακή νομολογία - βλ. υποθέσεις Α. Δημητρίου v. R.
(1956)21 C.L.R. 180 και R. v. Φ. Λάμπρου
(1957)22 Α.Α.Δ. 96 - δεν αποκλείει αυτή την προσέγγιση την οποία υιοθετούμε. Θεωρούμε ότι διατηρείται δυνατότητα αντίκρυσης των καταθέσεων κατηγορουμένων ανάλογα με το τι επιβάλλει η ολότητα της μαρτυρίας στο τελικό στάδιο χωρίς οριστικά προαποφασισμένα στεγανά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τους λόγους που έχουμε αμέσως πιο πάνω αναφέρει, κρίνουμε ότι συντρέχουν λόγοι για επανεξέταση των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος 1 προέβη στις προφορικές ενοχοποιητικές δηλώσεις του και κατ' επέκταση τη θεληματικότητα των εν λόγω δηλώσεων. Θα πρέπει να πούμε πως ο ΜΚ2 δεν κατέθεσε σαν μάρτυρας στη δίκη εντός δίκης, στα πλαίσια της οποίας κρίθηκε η θεληματικότητα των προφορικών ενοχοποιητικών δηλώσεων του κατηγορούμενου
  1. Ενόψει του συνόλου της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μας και περιβάλλει το συγκεκριμένο επίδικο θέμα, μας έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο οι εν λόγω δηλώσεις έγιναν κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψαν οι ΜΚ3 και ΜΚ6 και συνεπώς διατηρούμε αμφιβολίες κατά πόσο αυτές συνιστούν το προϊόν της ελεύθερης του βούλησης. Κατά συνέπεια καμιά βαρύτητα δεν θα δώσουμε στις εν λόγω δηλώσεις. Ένα άλλο θέμα που επίσης ρίχνει σοβαρές σκιές στον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης συνιστά και το εξής. Η ομοιότητα του περιεχομένου των καταθέσεων των ΜΚ3 και ΜΚ
  2. Οι ρηθέντες μάρτυρες έχουν προβεί σε γραπτές καταθέσεις Τεκμήρια 25 και 31 αντίστοιχα, οι οποίες παρουσιάζουν σε αρκετές παραγράφους εκπληκτικές ομοιότητες. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αναφορικά με καίρια και ουσιώδη γεγονότα η μία φαίνεται να είναι πιστή αντιγραφή της άλλης. Αμφότεροι οι μάρτυρες αρνήθησαν οποιαδήποτε προσυνεννόηση πριν την καταγραφή των καταθέσεων τους ή την αντιγραφή της μίας από την άλλη. Απέδωσαν δε τις ομοιότητες στο γεγονός ότι αμφότεροι ήταν παρόντες ταυτόχρονα όταν διεξήγετο η έρευνα και περιέγραφαν τα ίδια γεγονότα. Είναι πιστεύουμε θέμα κοινής λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να καταγράψει δύο φορές με τον ίδιο τρόπο το ίδιο γεγονός. Πολύ δε περισσότερο είναι αδύνατο να καταγράφουν δύο άνθρωποι και να περιγράφουν με τον ίδιο τρόπο, την ίδια σειρά χρησιμοποιώντας τις ίδιες ακριβώς λέξεις και σημεία στίξης, μία σειρά γεγονότων ακόμα και αν τα ζούσαν ταυτόχρονα όπως στην παρούσα περίπτωση. Το ανησυχητικό σε αυτή την περίπτωση δεν είναι η πασιφανής ομοιότητα στις καταθέσεις αφού εν πάση περιπτώσει οι δηλώσεις του κατηγορουμένου είναι αποδεκτό ότι έγιναν αλλά αμφισβητήθηκε η θεληματικότητα τους, αλλά η άρνηση των κατηγορουμένων ότι υπήρξε μεταξύ τους κάποια έστω συνεννόηση ή αντιγραφή της κατάθεσης του ενός από τη κατάθεση του άλλου. Αυτό δεν θα ήταν μεμπτό αφού οι ίδιοι άνθρωποι λάμβαναν μέρος στην ίδια έρευνα και κρατούσαν σημειώσεις. Αναμέναμε όμως να το δεχθούν και να το δηλώσουν με παρρησία στο Δικαστήριο και όχι να αρνούνται κάτι που είναι πασιφανές. Το στοιχείο της προσυνεννόησης διαπιστώνουμε ότι αναδύεται έντονα μέσα από το περιεχόμενο των καταθέσεων, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσον το περιεχόμενο μίας εκάστης κατάθεσης αντικατοπτρίζει τα γεγονότα όπως αυτά περιήλθαν στην προσωπική αντίληψη του συντάκτη της. Προχωρούμε τώρα να αξιολογήσουμε την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας. Είναι πιστεύουμε αρκετό να διεξέλθει ένας την ενώπιον μας αποδεκτή μαρτυρία για να καταλήξει στο συμπέρασμα, συμπέρασμα στο οποίο και καταλήγουμε, εξάλλου επί τούτου συμφωνεί και η κατηγορούσα αρχή, ότι, η πιο πάνω κατάληξη μας αναφορικά με την αποδεικτική αξία των προφορικών δηλώσεων του κατηγορούμενου 1 αφαιρεί το πραγματικό υπόβαθρο των κατηγοριών που αυτός αντιμετωπίζει και δεν έχει παραδεχθεί και κατ' επέκταση σφραγίζει τη μοίρα της υπόθεσης σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  3. Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να αθωωθεί σε όσες κατηγορίες δεν παραδέχθηκε ενοχή. Κρίνουμε επίσης ότι εν όψει του ανωτέρω ευρήματος παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Το επόμενο ερώτημα στο οποίο στρέφουμε την προσοχή μας είναι το κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνιστά κοινή διαπίστωση την οποία και συμμεριζόμαστε πως η μόνη μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν στην Έμπα και συγκεκριμένα τα τεκμήρια 10Α μέχρι 10Δ, επί της οποίας αποκλειστικά εδράζεται η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, είναι η ύπαρξη των δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατηγορούμενου 2 τόσο στο μπλε νάυλον σακούλι, εντός του οποίου ήσαν οι τέσσερις συσκευασίες όσο και επί της εξωτερικής επιφάνειας του νάυλον σακουλιού της μιας συσκευασίας. Για ολοκλήρωση της εικόνας αναφέρουμε πως πρόκειται για δυο δακτυλικά αποτυπώματα προς το κάτω μέρος των σακουλιών μακριά από το στόμιο τους. Θεωρούμε επίσης σκόπιμο και επιβεβλημένο να επισημάνουμε ότι καμιά μαρτυρία συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με τα υπόλοιπα ναρκωτικά. Η ανυπαρξία μαρτυρίας που να συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με την κοκαϊνη, αντικείμενο των κατηγοριών 5 και 6 σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να τον συνδέει με οποιονδήποτε τρόπο με τη διάπραξη των αδικημάτων, αντικείμενο των κατηγοριών 5 και 6 αναπόφευκτα οδηγεί στο συμπέρασμα, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε, ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της σε αυτές τις κατηγορίες. Αναφορικά με τα αδικήματα της συνομωσίας, αντικείμενο των κατηγοριών 1 μέχρι 4, τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μας που να δικαιολογεί συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου 2 σε οποιαδήποτε από αυτές. Εξάλλου, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, το οποίο για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω οδηγεί σε αθώωση και απαλλαγή στις κατηγορίες της συνομωσίας, αναπόφευκτα οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα και στην περίπτωση του κατηγορούμενου
  4. Ας μην μας διαφεύγει ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος των κατηγοριών 1 μέχρι 4, οι κατηγορούμενοι φέρονται να έχουν συνομωτήσει μεταξύ τους (βλ. R. v. Manning 12 Q.B.D 241, R. v. Plammer
(1902)
(2)K.B.D. 339 και Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 103). Προχωρούμε τώρα να εξετάσουμε σε σχέση πάντα με τον κατηγορούμενο 2 αν η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον βαθμό και την έκταση που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, τις κατηγορίες 12 και
  1. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η μόνη μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με τις ναρκωτικές ουσίες, αντικείμενο των ανωτέρω ουσιών, είναι η ύπαρξη των δακτυλικών αποτυπωμάτων στα τεκμήρια που έχουμε αναφέρει. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει, τέτοια μαρτυρία συνιστά περιστατική μαρτυρία. Στην αποδεικτική αξία μιας τέτοιας μαρτυρίας έχουμε ήδη αναφερθεί. Το ερώτημα που εγείρεται και το οποίο χρήζει απάντησης, είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη μαρτυρία οδηγεί συμπερασματικά στην ενοχή του κατηγορούμενου
  2. Επιδέχεται ή όχι λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης, από την ενοχή του κατηγορούμενου 2; Κοντολογίς, θα πρέπει να ικανοποιηθούμε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η αιτιώδης σχέση μεταξύ της συγκεκριμένης περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορούμενου 2 είναι άμεση αφενός αλλά και ότι δεν μπορεί αφετέρου να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της συγκεκριμένης μαρτυρίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση παρατηρούμε τα εξής: Η ύπαρξη των δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατηγορουμένου 2 και στα δύο σακούλια όντως ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες εναπόθεσης των εν λόγω αποτυπωμάτων στα συγκεκριμένα σακούλια τυχαία και κάτω από τις αθώες και άμεμπτες συνθήκες που πιθανολογεί ο κατηγορούμενος
  3. Θα ήταν πράγματι ″μεγάλη σύμπτωση″ αν κάτι τέτοιο είχε συμβεί. Όμως πρόκειται για ποινική υπόθεση όπου το βάρος απόδειξης ενοχής του κατηγορουμένου το φέρει η κατηγορούσα αρχή καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης. Σε καμία περίπτωση φέρει ο κατηγορούμενος βάρος απόδειξης της δικής του αθωότητας. Και προς αυτή την κατεύθυνση στρεφόμαστε. Έχει η κατηγορούσα αρχή αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας; Αυτό είναι το ερώτημα που εγείρεται. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει η μόνη μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με την κάνναβη, αντικείμενο των κατηγοριών 12 και 13 και κατ΄ επέκταση τα αδικήματα αντικείμενο των εν λόγω κατηγοριών, είναι τα δακτυλικά του αποτυπώματα στα δύο σακούλια. Πότε όμως εναποτέθηκαν αυτά τα αποτυπώματα; Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μας η οποία αξιολογούμενη είτε από μόνη της είτε σωρευτικά με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία περιλαμβανομένης και της ύπαρξης των αποτυπωμάτων του κατηγορουμένου 2 στα δύο σακούλια, να τείνει να καταδείξει με ασφάλεια ότι τα αποτυπώματα του κατηγορουμένου 2 εναποτέθηκαν στα δύο τεκμήρια κάτω από συνθήκες που δικαιολογούν συμπέρασμα κατοχής των εν λόγω ναρκωτικών και κατ΄ επέκταση κατοχής τους με σκοπό την προμήθεια. Στην πραγματικότητα ούτε ίχνος τέτοιας μαρτυρίας δεν υπάρχει. Αντίθετα: (α) Ενώ οι συσκευασίες ήσαν τέσσερις και ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για κατοχή και των τεσσάρων, στις υπόλοιπες τρεις δεν εντοπίστηκαν αποτυπώματα του. (β) Στο μπλε νάϋλον σακούλι Τεκμήριο 9 εντοπίστηκαν εκτός από του κατηγορουμένου 2 και αποτυπώματα άλλων αγνώστων ατόμων. Την ίδια εικόνα παρουσιάζουν και τα άλλα μπλε νάϋλον σακούλια (Τεκμήριο 11) παρόμοια με το μπλε νάϋλον σακούλι (Τεκμήριο 9), που παραλήφθηκαν από σημείο δίπλα από το σημείο που βρέθηκαν τα ναρκωτικά και στα οποία υπήρχαν αποτυπώματα και πάλι αγνώστων ατόμων. (γ) Η αρχική πληροφορία που περιήλθε στα χέρια της ΥΚΑΝ δεν ενέπλεκε τον κατηγορούμενο
  4. (δ) Σύμφωνα με την επιστημονική μαρτυρία (βλ. ΜΚ4) δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο χρόνος εναπόθεσης των αποτυπωμάτων του κατηγορουμένου 2, στα δύο σακούλια. Η ύπαρξη των αποτυπωμάτων του κατηγορουμένου 2 στα δύο σακούλια, ιδιαίτερα στην μία από τις συσκευασίες της κάνναβης, μπορεί να οδηγεί στη δημιουργία υποψίας, ακόμη και ισχυρής υποψίας, η οποία οφείλουμε να πούμε πως μας έχει βασανίσει ότι, τα δακτυλικά αποτυπώματα τέθηκαν κάτω από συνθήκες ύποπτες. Όμως η υποψία δεν είναι αρκετή. Η περιστατική μαρτυρία για να τεκμηριώσει συμπεράσματα ενοχής θα πρέπει να οδηγεί με ασφάλεια σε ένα τέτοιο συμπέρασμα αποκλειομένης οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας. Και στην υπό κρίση υπόθεση, για τους λόγους που έχουμε αναφέρει πιο πάνω, η συγκεκριμένη περιστατική μαρτυρία, είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία, δεν οδηγεί σε τέτοιο ασφαλές συμπέρασμα. Εν όψει όλων των πιο πάνω βρίσκουμε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απόδειξε την υπόθεση της ούτε εναντίον του κατηγορουμένου
  5. Έχοντας όλα αυτά υπόψη οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάττονται: Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στις κατηγορίες 1 μέχρι
  6. Περαιτέρω: Ο κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 8, 9, 10, 14 και
  7. Ο κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 12 και
  8. Τα έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα ναρκωτικά κατάσχονται. Τέλος θέλουμε να επαινέσουμε τους συνηγόρους για τη βοήθεια που μας έδωσαν στην παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα την κα Όλγα Σοφοκλέους για τον έντιμο και ακριβοδίκαιο τρόπο με τον οποίο παρουσίασε την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό και τα γεγονότα όχι μόνο εκείνα που βοηθούσαν την υπόθεση της αλλά και εκείνα που ήταν προς όφελος των κατηγορουμένων εξαντλώντας και εκπληρώνοντας το καθήκον της να παρουσιάσει με ορθό και δίκαιο τρόπο προς τους κατηγορουμένους την υπόθεση. (Υπ.) ............ Α. Πασχαλίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ (Υπ.) ............ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ (Υπ.) ............ Λ. Μάρκου, Ε.Δ. /ΜΠ Subject: Criminal/Assize Court/Final (Αναφορά: Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και Β και κατοχή με σκοπό την προμήθεια). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.