Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρίστος Κυρίλλου, Αρ. Υπόθεσης: 1748/07, 12 Αυγούστου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B124 Αρ. Υπόθεσης: 1748/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Χρίστος Κυρίλλου, από την Λεμεσό Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12 Αυγούστου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κα Στυλιανίδου Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε τρεις κατηγορίες που αφορούν αντίστοιχα τα αδικήματα της διάθεσης, διανομής και κατοχής παιδικής πορνογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 11
(1)του Περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικού) Νόμου 22(ΙΙΙ)/2004. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος μεταξύ Απριλίου και 29 Μαΐου 2006 στην Λεμεσό, διέθεσε, διένειμε και κατείχε 90 φωτογραφίες και 100 βίντεο κλιπς παιδικής πορνογραφίας. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την δημόσια κατήγορο έχουν συνοπτικά ως εξής: Στις 19.4.2006 λήφθηκε πληροφορία στο ΤΑΕ Αρχηγείου μέσω της Ιντερπόλ Γερμανίας ότι ο κατηγορούμενος διένειμε στο διαδίκτυο μέσω του προγράμματος IRC υλικό παιδικής πορνογραφίας. Στις 29.5.2006 ερευνήθηκε η οικία του κατηγορουμένου από την αστυνομία δυνάμει Δικαστικού εντάλματος. Κατασχέθηκαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές και διαπιστώθηκε ότι στον σκληρό δίσκο ενός εξ' αυτών που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος, υπήρχαν αποθηκευμένοι φάκελοι με υλικό παιδικής πορνογραφίας. Εντοπίστηκαν συγκεκριμένα οι φωτογραφίες και τα βίντεο κλιπς που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Ο κατηγορούμενος έδωσε κατά την κατήγορο, κάποιους ισχυρισμούς σε σχέση με το υλικό αυτό που βρέθηκε στην κατοχή του. Τέλος η κατήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε αρχικά την έκθεση του γραφείου ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με αυτή ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 21 ετών και σπουδάζει από τον Σεπτέμβριο του 2008 στην Αγγλία στον κλάδο Αρχιτεκτονικής. Μετά από επίσκεψη του στην Κύπρο δεν του επετράπη η έξοδος από την χώρα με αποτέλεσμα να χάσει τις εξετάσεις και για τον λόγο αυτό με την νέα ακαδημαϊκή χρονιά θα επαναλάβει το ίδιο έτος σπουδών. Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, η συνήγορος παρέπεμψε στην κατάθεση του κατηγορουμένου στην αστυνομία. Σύμφωνα με αυτή δέχθηκε αρχικά να παραλάβει από άγνωστο του πρόσωπο στο διαδίκτυο, πορνογραφικό υλικό χωρίς να γνωρίζει ότι σε αυτό συμπεριλαμβάνεται και παιδική πορνογραφία. Το πρόσωπο όμως αυτό, του εγκατέστησε στον υπολογιστή του μέσω του διαδικτύου, ένα πρόγραμμα το οποίο τον κατέστησε στην ουσία διανομέα (server) πορνογραφικού υλικού που περιείχε και παιδική πορνογραφία. Το πρόγραμμα IRC λειτουργούσε τότε με την εκκίνηση του υπολογιστή του και χωρίς την δική του παρέμβαση. Με τον τρόπο αυτό, άλλα πρόσωπα που είχαν τις ίδιες ρυθμίσεις στον υπολογιστή τους, μπορούσαν να πάρουν μέσω του διαδικτύου το πιο πάνω υλικό παιδικής πορνογραφίας που αποθηκευόταν στο σκληρό του δίσκο. Η ευθύνη του κατηγορουμένου αρχίζει κατά την συνήγορο από το σημείο αυτό όπου με επιπόλαιο τρόπο, αποδέχθηκε τις πιο πάνω ρυθμίσεις στον υπολογιστή του. Στην συνέχεια όμως όταν είδε ότι κατέβαινε στον υπολογιστή του μεγάλη ποσότητα αρχείων με παιδική πορνογραφία, προσπάθησε να αφαιρέσει αυτές τις ρυθμίσεις. Κατάφερε τελικά να θέσει υπό έλεγχο το πρόγραμμα αυτό και να περιορίσει έτσι την διακίνηση μέσω του σκληρού του δίσκου, πορνογραφικού υλικού στο διαδίκτυο. Η όλη διακίνηση κράτησε κατά την συνήγορο για ένα μόνο μήνα και η λήψη του υλικού γινόταν χωρίς ο ίδιος να το ζητήσει. Στην συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στο νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν ταυτόχρονα με την ενηλικίωση του αφού το 2006 ήταν ακόμα μαθητής της Γ Λυκείου. Σήμερα σπουδάζει στην Αγγλία και έχει ήδη τιμωρηθεί σε μεγάλο βαθμό αφού λόγω της παρούσας υπόθεσης, αναγκάστηκε να μείνει στην Κύπρο και έχασε ένα έτος από τις σπουδές του. Επί του προκειμένου, η συνήγορος εισηγήθηκε άνιση μεταχείριση εις βάρος του κατηγορουμένου αφού ενώ δικαίως κατά την ίδια του απαγορεύθηκε η έξοδος από την χώρα, ταυτόχρονα το Δικαστήριο έδωσε πολύ εύκολα αναβολή στην κατηγορούσα αρχή με αποτέλεσμα η υπόθεση να καθυστερήσει και ο πελάτης της να χρειαστεί να επαναλάβει το έτος σπουδών του. Έμφαση δόθηκε στο σημείο αυτό από την υπεράσπιση, στο μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Στα τρία και πλέον χρόνια που πέρασαν, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου έχουν αλλάξει ριζικά και η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από μόνη της, συνιστά κατά την συνήγορο ελαφρυντικό παράγοντα. Στην συνέχεια, η συνήγορος ισχυρίστηκε χωρίς να αμφισβητηθεί από την κατηγορούσα αρχή ότι για τα ίδια γεγονότα που αφορούν την ίδια χρονική περίοδο, ο αδελφός του κατηγορουμένου καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης με αναστολή πριν από ένα περίπου χρόνο. Η υπόθεση μάλιστα αυτή ήταν σοβαρότερη από την παρούσα αφού αφορούσε καταδίκη για το πολύ πιο σοβαρό αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων. Η αστυνομία κατά την συνήγορο θα έπρεπε να καταχωρήσει ένα μόνο κατηγορητήριο και για τα δύο αδέλφια αφού τα γεγονότα στα οποία στηρίζονταν οι κατηγορίες αμφοτέρων, ήταν τα ίδια. Για λόγους που δεν μπορεί να γνωρίζει όμως η υπεράσπιση, η αστυνομία καταχώρησε δύο ξεχωριστές υποθέσεις. Παρόλα αυτά, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι τα δύο αδέλφια θα πρέπει να θεωρηθούν υπό τας περιστάσεις συγκατηγορούμενοι. Θα συνιστούσε δε δυσμενή διάκριση για τον πελάτη της να καταδικαστεί σε άμεση φυλάκιση από την στιγμή που ο αδελφός του στην υπόθεση 26973/06 του Ε.Δ. Λεμεσού, καταδικάστηκε με βάση τα ίδια γεγονότα αλλά σε σοβαρότερα αδικήματα σε φυλάκιση με αναστολή. Τέλος, η συνήγορος αναφέρθηκε στην παραδοχή του κατηγορουμένου, η οποία ήταν κατά την ίδια άμεση αφού αυτή έγινε μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου αλλά και στο λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη της. Ακόμη, εισηγήθηκε ότι αν το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής φυλάκισης, αυτή θα μπορούσε να ανασταλεί λόγω των ιδιαιτέρων περιστατικών της υπόθεσης και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Τα αδικήματα που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος είναι πάρα πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα προκύπτει πρώτιστα από τις υπό του νόμου προβλεπόμενες ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 11
(1)του Περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικού) Νόμου 22(ΙΙΙ)/2004, τα υπό κρίση αδικήματα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 χρόνια και/ή πρόστιμο μέχρι 25 χιλιάδες λίρες (το ισόποσο σήμερα σε ευρώ). Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α
(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Επιπλέον, σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει κατά την άποψη μου και από την ίδια την φύση τους. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μακαμιάν
(2007)2 Α.Α.Δ 405, η σύμβαση αντανακλά την ανησυχία της διεθνούς κοινότητας για την πάταξη της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών λόγω της αυξανόμενης διάδοσης της παιδικής πορνογραφίας. Η ανάγκη για την θέσπιση της σύμβασης, προέκυψε λόγω ακριβώς αυτής της αυξανόμενης διάδοσης της παιδικής πορνογραφίας που οφείλεται και στην παρατηρούμενη ευκολία διακίνησης τέτοιου υλικού μέσω του διαδικτύου. Προκύπτει γενικά από το περιεχόμενο του Νόμου ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός, είναι η προστασία των παιδιών από την χρησιμοποίηση τους ως αντικειμένων ηδονής. Η προστασία των παιδιών μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την πιο πάνω σύμβαση γιατί σύμφωνα με την απόφαση Μακαμιάν (ανωτέρω), η ανάσχεση αυτής της παράνομης συμπεριφοράς η οποία επιδιώκεται με την σύμβαση θα εμποδίσει την παιδοφιλία αφού οι εγκληματίες αυτού του είδους βλέποντας τις εικόνες αυτές, τους δημιουργείται η επιθυμία ενόχλησης και άλλων παιδιών. Επιπλέον, η αναζήτηση και η κατοχή μέσω του διαδικτύου τέτοιου πορνογραφικού υλικού, αυξάνει την ζήτηση και ενθαρρύνει τους εμπνευστές της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων παιδιών να συνεχίσουν το απεχθές έργο τους. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε για τους παράνομους σκοπούς του το διαδίκτυο, έναν χώρο που αποτελεί μέσο επικοινωνίας νεαρών κυρίως προσώπων όχι για να επικοινωνήσει αλλά για να κατέχει και διανέμει υλικό παιδικής πορνογραφίας. Πρόκειται για συμπεριφορά απαράδεκτη και απερίγραπτα χυδαία που προκαλεί αποστροφή στο κάθε υγιές μέλος της κοινωνίας και δεν μπορεί παρά να βρίσκει αντιμέτωπο της τον νόμο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην απόφαση R ν Oliver
(2003)2 Cr. App.R (S) 64, τέθηκαν από το Αγγλικό Εφετείο υπό μορφή καθοδήγησης στα κατώτερα Δικαστήρια, οι κατευθυντήριες αρχές που πρέπει να διέπουν την επιβολή ποινής σε αδικήματα αυτού του είδους. Μεταξύ των επιβαρυντικών παραγόντων, καθορίστηκαν η διανομή του πορνογραφικού υλικού, η συμμετοχή στην λήψη του υλικού και ο μεγάλος αριθμός των φωτογραφιών, η φύση του πορνογραφικού υλικού αλλά και ο τρόπος που αποκτήθηκε και αποθηκεύτηκε στον υπολογιστή του κατηγορουμένου. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 469 της απόφασης: «There are specific factors which are capable of aggravating the seriousness of a particular offence. We identify these as follows: If the images have been shown or distributed to a child. If there are a large number of images. It is impossible to specify precision as to numbers. Sentencers must make their own assessment of whether the numbers are small or large. Regard mast be had to the principles presently applying by virtue of R. v Canavan, Kidd and Shaw
(1998)1 Cr App R
- The way in which the collection of images is organized on a computer may indicate a more or less sophisticate approach on the part of the offender to trading, or a higher level of personal interest in the material. An offense will be less serious if images have been viewed but not stored. Images posted on a public area of the internet, or distributed in a way making it more likely they will be found accidentally by computer users not looking for pornographic material, will aggravate the seriousness of the offence The offense will be aggravated if the offender was responsible for the original production of the images, particularly if the child or children involved were members of the offenders own family, or were drawn from particularly vulnerable groups, such as those who have left or have been taken from their home or normal environment, whether for the purposes of the exploitation or otherwise, or if the offender has abused a position of trust, as in the case of a teacher, friend of the family, social worker or youth group leader. The age of the children involved may be an aggravating feature. In many cases it will be difficult to quantify the effect of age by reference to the impact on the child. But in some cases that impact may be apparent. For example, assaults on babies or very young children attract particular repugnance and may by the contact depicted in the image, indicate the likelihood of physical injury to the private parts of the victim. Some contact may manifestly (that is to say apparently from the image) have induced fear or distress in the victim, and some conduct which might not cause fear or distress to an adolescent child, might cause fear or distress to a child of, say 6 or 7.» Από την άλλη, μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικός παράγοντας το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε το πορνογραφικό υλικό για αποκλειστικά δική του χρήση, συμπεριλαμβανομένων και των περιπτώσεων όπου το υλικό λήφθηκε από το διαδίκτυο αλλά δεν διανεμήθηκε περαιτέρω από τον κατηγορούμενο σε άλλους χρήστες. Επίσης, μικρότερης σοβαρότητας είναι οι περιπτώσεις όπου οι φωτογραφίες δεν είναι αυθεντικές με την έννοια ότι δεν εξαναγκάζονται στην πραγματικότητα με αυτό τον τρόπο παιδιά να προβαίνουν σε σεξουαλικές πράξεις. Η μικρή ποσότητα πορνογραφικού υλικού μπορεί να αποτελέσει επίσης ελαφρυντικό παράγοντα, συνδυαζόμενη πάντα με την απουσία προηγουμένων καταδικών αλλά και την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την σελίδα 468 της απόφασης Oliver (ανωτέρω). « In our judgement, a fine will normally be appropriate in a case where the offender was merely in possession of material solely for his own use, including cases where material was down-loaded from the internet but was not further distributed and either the material consisted entirely of pseudo-photographs, the making of which had involved no abuse or exploitation of children, or there was no more than small quantity of material at level
- A conditional discharge may be appropriate in such a case if the defendant pleads guilty and has not previous convictions.» Στην υπόθεση Μακαμιάν (ανωτέρω), το Εφετείο σημείωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του πλήρη στοιχεία ως προς την φύση του πορνογραφικού υλικού. Παρόλα αυτά, λέχθηκε ότι σε όλες τις περιπτώσεις, η υπόθεση Oliver θα μπορούσε πάντοτε να είναι χρήσιμη στην επιβολή ποινής με τις ανάλογες προσαρμογές και με αναφορά στις ανάγκες της κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση, είναι επίσης γεγονός ότι κατά την παρουσίαση των γεγονότων, η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου το επίδικο πορνογραφικό υλικό ούτως ώστε να μπορεί αυτό να αξιολογηθεί για σκοπούς ποινής σύμφωνα με την υπόθεση Oliver (ανωτέρω). Από την άλλη είναι σωστό επίσης να λεχθεί ότι ούτε η υπεράσπιση προσκόμισε οιονδήποτε υλικό ή προέβαλε ισχυρισμούς περί μη αυθεντικότητας των φωτογραφιών ούτως ώστε να επικαλεστεί κάτι τέτοιο για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Ανεξαρτήτως τούτου και σύμφωνα με τις αρχές που καθόρισε η υπόθεση Oliver, κρίνω ότι στην παρούσα υπάρχουν σημαντικά επιβαρυντικά στοιχεία που καθιστούν την υπόθεση από τις σοβαρότερες του είδους. Κυριότερο στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι το υλικό παιδικής πορνογραφίας δεν περιοριζόταν στον σκληρό δίσκο του κατηγορουμένου αλλά αυτό μπορούσε να διανεμηθεί και σε άλλους χρήστες του διαδικτύου που είχαν τις ίδιες ρυθμίσεις με αυτόν. Επίσης, ο αριθμός των 90 φωτογραφιών και των 104 βίντεο κλιπς παιδικής πορνογραφίας που βρέθηκαν στον σκληρό δίσκο του κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέος. Αντιθέτως κατά την δική μου κρίση, πρόκειται για σημαντική ποσότητα παράνομου υλικού που σύμφωνα με την υπόθεση Oliver προσθέτει στην σοβαρότητα του αδικήματος. Παρά την σοβαρότητα των αδικημάτων, η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της, επικαλέστηκε άνιση μεταχείριση του κατηγορουμένου επειδή μετά την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης του πελάτη της, του απαγορεύθηκε η έξοδος από την Δημοκρατία και στην συνέχεια αδελφή Δικαστής που επιλαμβανόταν της υπόθεσης, δεν προχώρησε σε άμεση ακρόαση αλλά αποδέχθηκε αίτημα της αστυνομίας για αναβολή της υπόθεσης. Αδυνατώ πραγματικά να αντιληφθώ το σκεπτικό της συνηγόρου υπεράσπισης σε σχέση με το θέμα αυτό. Πέραν του ότι ζητά από το παρόν Δικαστήριο να κρίνει ενδιάμεση απόφαση άλλου αδελφού Δικαστή για αναβολή, πράγμα βέβαια ανεπίτρεπτο, παραγνωρίζει εντελώς ότι πριν το ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου, η υπόθεση είχε αναβληθεί αρκετές φορές λόγω κωλύματος του προηγουμένου δικηγόρου υπεράσπισης. Αν ο προηγούμενος συνήγορος υπεράσπισης ήταν έτοιμος να προχωρήσει σε ακρόαση δεν θα ετίθετο βέβαια ζήτημα εντάλματος σύλληψης του κατηγορουμένου ούτε και η αναγκαιότητα απαγόρευσης εξόδου του από την Κύπρο αφού πιθανότατα η υπόθεση να ολοκληρώνετο πριν να ξεκινήσει τις σπουδές του στην Αγγλία. Ανεξαρτήτως τούτου αδυνατώ να αντιληφθώ πως μια ενδιάμεση απόφαση για αναβολή, η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και στηρίζεται στα δικά της περιστατικά, συνιστά άνιση μεταχείριση του κατηγορουμένου. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, όλους τους υπόλοιπους παράγοντες που επικαλέστηκε η συνήγορος υπεράσπισης. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη τα πιο κάτω στοιχεία: · Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αιτείται για πρώτη φορά, την επιείκεια του Δικαστηρίου. · Την παραδοχή του έστω και σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο, γεγονός που δείχνει την έμπρακτη μεταμέλεια του. · Τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως εμφαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και όπως εκτέθηκαν στο Δικαστήριο από τον συνήγορο υπεράσπισης. · Το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου. · Το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Είναι γεγονός ότι όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, μεγάλο μέρος ευθύνης για την καθυστέρηση, φέρει και ο ίδιος ο κατηγορούμενος τόσο με τις συνεχείς αναβολές που ζητούσε ο προηγούμενος συνήγορος του όσο και με την παράλειψη του να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως τούτου, η περίοδος πέραν των τριών χρόνων από την διάπραξη των αδικημάτων δεν μπορεί παρά αντικειμενικά να προσμετρήσει υπέρ του κατηγορουμένου, οι προσωπικές συνθήκες του οποίου έχουν έκτοτε αλλάξει σημαντικά. · Το γεγονός ότι λόγω της παρούσας υπόθεσης έχει απολέσει ένα έτος από τις σπουδές του το οποίο θα χρειαστεί να παρακολουθήσει ξανά. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων ως εκτίθεται ανωτέρω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Έχω την αίσθηση ότι οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταδικάζω τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι ποινές να συντρέχουν και να αρχίζουν από 10 Αυγούστου 2009, ημερομηνία που ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από την συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, παρέχει στο Δικαστήριο πλατειά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Κατέληξα στην απόφαση μου αυτή για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος αφορά το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Όπως έχει νομολογηθεί, ποινή άμεσης φυλάκισης είναι γενικά ανεπιθύμητη στις περιπτώσεις όπου έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την διάπραξη του αδικήματος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ 355,361). Ο δεύτερος λόγος αφορά την ίση μεταχείριση μεταξύ των παραβατών. Είναι παραδεκτό ότι για σοβαρότερα αδικήματα που αφορούν όμως στα ίδια γεγονότα και την ίδια χρονική περίοδο, δόθηκε στον αδελφό του κατηγορουμένου αναστολή στην ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η ίση μεταχείριση δεν σημαίνει στην ουσία εξίσωση της ποινής αφού κάθε κατηγορούμενος κρίνεται σύμφωνα με τις δικές του προσωπικές συνθήκες (Βλ. μεταξύ άλλων Μπαλλής ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 273). Από την άλλη, η ταυτότητα και ομοιογένεια των γεγονότων των δύο υποθέσεων όπως είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές, καθιστά αναγκαία την εφαρμογή της αρχής της ισότητας στην παρούσα περίπτωση. Ως εκ τούτου οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο αναστέλλονται για περίοδο τριών ετών από σήμερα δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου 95/72. Τα έξοδα εκ €210,00 να πληρωθούν από τον κατηγορούμενο ενώ τα τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν. (Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο οι συνέπειες στην περίπτωση διάπραξης εκ μέρους του, οιουδήποτε αδικήματος που τιμωρείται με φυλάκιση εντός της περιόδου αναστολής) .............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο