Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Λοϊζίδης, Αρ. Υπόθεσης: 16549/07, 17 Αυγούστου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B126 Αρ. Υπόθεσης: 16549/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Ανδρέας Λοϊζίδης, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17 Αυγούστου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Γιαννάκης Θωμά Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος είναι κοινωνικός λειτουργός στο τμήμα ευημερίας Λεμεσού. Για πολλά χρόνια μεταξύ των άλλων καθηκόντων του, ήταν και υπεύθυνος για τον Σύνδεσμο Γονέων Ενηλίκων Ατόμων με Νοητική Στέρηση "Απόστολος Λουκάς". Από τον Ιούνιο του 2006, είχε μετατεθεί σε άλλο τομέα και την θέση του πήρε ο Μ.Κ.2 σε σχέση με τον πιο πάνω σύνδεσμο. Είναι κοινά παραδεκτό ότι στις 12.7.2006, προγραμματίστηκε να λάβει χώρα η Γενική Συνέλευση του πιο πάνω Συνδέσμου σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στο πολιτιστικό κέντρο της Σ.Π.Ε Μόρφου. Στην συνέλευση κλήθηκε καθηκόντως να παραστεί και ο Μ.Κ.2 ως ο υπεύθυνος κοινωνικός λειτουργός για τον πιο πάνω σύνδεσμο. Είναι η θέση της αστυνομίας ότι ο κατηγορούμενος παρέστη επίσης στην συνέλευση χωρίς να έχει δικαίωμα και χωρίς εντολή της Διευθύντριας Κοινωνικών Υπηρεσιών που είναι η προϊσταμένη του. Επιπλέον, σύμφωνα με την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος πήρε αυθαίρετα τον λόγο και άρχισε να κατηγορεί τον τότε πρόεδρο για αυθαιρεσίες στα οικονομικά του συνδέσμου. Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί αναταραχή και να διαλυθεί η συνέλευση. Ενόψει τούτου, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση με την οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για εγκληματική επέμβαση κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 12.7.2008, εισήλθε στο πολιτιστικό κέντρο της Σ.Π.Ε Μόρφου με σκοπό να ενοχλήσει. Αντίθετη ήταν η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία. Προβλήθηκε τόσον με την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας όσον και με μαρτυρία του ιδίου του κατηγορουμένου και άλλων μαρτύρων υπεράσπισης ότι είχε κληθεί να παραστεί στην συνέλευση από μέλη του συνδέσμου και ως εκ τούτου βρισκόταν νόμιμα στο μέρος. Μαρτυρία Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι να παρατεθεί το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση θα γίνει όπου κριθεί αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Αναστασία Ζαρκάδα Κατσούρη, Διευθύντρια κατά τους επίδικους χρόνους του Συνδέσμου Γονέων Ενηλίκων Ατόμων με Νοητική Στέρηση "Απόστολος Λουκάς". Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 1), τον Ιούνιο του 2006 είχε διευθετήσει σε συνεργασία με τον τότε πρόεδρο του συνδέσμου Μάριο Λοΐζου, την Γενική Συνέλευση η οποία θα διεξαγόταν σε ειδικό χώρο στην ΣΠΕ Μόρφου στις 12.7.06 και ώρα 7.00 μμ. Για τον σκοπό αυτό, απέστειλε μεταξύ άλλων επιστολή στον κύριο Νεόφυτο Στίγκα του γραφείου ευημερίας (Μ.Κ.2), ο οποίος ήταν υπεύθυνος των προγραμμάτων του συνδέσμου. Στις 12.7.06 η μάρτυρας καθόταν σε γραφείο εντός της πιο πάνω αίθουσας και κατέγραφε τις παρουσίες των μελών που προσέρχονταν στην συνέλευση. Σε κάποια στιγμή πρόσεξε να εισέρχεται στον χώρο της συνέλευσης ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν ήταν προσκεκλημένος. Μετά πάροδο 40 λεπτών από την έναρξη της συνέλευσης, ο κατηγορούμενος σηκώθηκε από την θέση του και άρχισε να απευθύνεται προς το κοινό λέγοντας «να σας πω εγώ ποιος τρώει τα λεφτά των παιδιών σας». Ο πρόεδρος το κάλεσε να αποχωρήσει αφού δεν ήταν καλεσμένος στην συνέλευση αλλά αυτός απάντησε ότι θα παραμείνει γιατί τον κάλεσαν οι γονείς. Ως αποτέλεσμα, η συνέλευση διαλύθηκε μετά πάροδο 10 - 15 λεπτών. Διευκρίνισε στην συνέχεια η μάρτυρας ότι αρχικά τον λόγο είχε πάρει ο Ανδρέας Παναγιώτου που είναι μέλος του συνδέσμου και άρχισε να διαβάζει αποσπάσματα από επιστολή της διευθύντριας του γραφείου ευημερίας. Τότε επενέβη ο κος Στίγκας του γραφείου ευημερίας και του είπε ότι αναφέρεται σε κρατικό έγγραφο που είναι εμπιστευτικό. Ο πρόεδρος ζήτησε να κατατεθεί το έγγραφο αλλά ο κος Παναγιώτου αρνήθηκε. Τότε ήταν που σηκώθηκε ο κατηγορούμενος και ανάφερε τις πιο πάνω κατηγορίες του εναντίον του προέδρου. Η στάση του ήταν προκλητική και ανέφερε συγκεκριμένα ότι ο πρόεδρος αγόρασε γυαλιά ηλίου με λεφτά του συνδέσμου. Ο κος Στίγκας ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι δεν έπρεπε να ήταν εκεί και όφειλε να αποχωρήσει χωρίς όμως ο τελευταίος να συμμορφωθεί. Ο Νεόφυτος Στίγκας κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Επανέλαβε την πιο πάνω εκδοχή της Μ.Κ.
- Διευκρίνισε περαιτέρω ότι η συνέλευση ήταν εκλογική και ότι μετά τον απολογισμό του απερχομένου προέδρου θα ακολουθούσαν εκλογές. Οι αρχαιρεσίες όμως δεν ολοκληρώθηκαν λόγω της στάσης του κατηγορουμένου που περιφερόταν στον χώρο και αποκαλούσε τον πρόεδρο κλέφτη. Η συνέλευση διαλύθηκε αφού τα μέλη εγκατέλειψαν τον χώρο της ΣΠΕ Μόρφου μετά το επεισόδιο. Επέμενε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε θέση στην συνέλευση. Ο ίδιος του ζήτησε να εγκαταλείψει την αίθουσα αφού μόνο ο μάρτυρας είχε δικαίωμα παρουσίας στην συνέλευση ως ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός του γραφείου ευημερίας. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο πρώην πρόεδρος του συνδέσμου Μάριος Λοΐζου. Τόσο με τις καταθέσεις του στην αστυνομία όσο και με την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, επανέλαβε την πιο πάνω εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Επανέλαβε επίσης ότι δικαίωμα παρουσίας στην συνέλευση εκ μέρους του γραφείου ευημερίας, είχε μόνο ο Νεόφυτος Στίγκας και όχι ο κατηγορούμενος που βρισκόταν παράνομα στον χώρο. Του υποβλήθηκε ότι προέβη σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου για την παρούσα για να τον εκδικηθεί επειδή ο τελευταίος τον κατήγγειλε για ατασθαλίες στα οικονομικά του συνδέσμου. Αρνήθηκε την υποβολή, λέγοντας ότι ποτέ δεν ζήτησε πληρωμή για τα γυαλιά ηλίου που αγόρασε ούτε για άλλες προσωπικές του αγορές. Το ΤΑΕ Λεμεσού εξέτασε υπόθεση εναντίον του μετά από καταγγελία για το πιο πάνω θέμα. Δεν διαπιστώθηκε όμως τίποτε το επιβαρυντικό και δεν καταχωρήθηκε καμία ποινική υπόθεση εναντίον του. Σε ερώτηση σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταγγελία της υπόθεσης, ανέφερε ότι ζήτησαν συνάντηση με την διευθύντρια του γραφείου ευημερίας για να διερευνήσουν κατά πόσο ο κατηγορούμενος με οιονδήποτε τρόπο εξουσιοδοτήθηκε να παραστεί στην συνέλευση. Όταν πιστοποίησαν ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη, μετά την επόμενη συνεδρία του Δ.Σ. έστειλαν επιστολή στον αστυνομικό διευθυντή Λεμεσού καταγγέλλοντας την υπόθεση. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Ζωή Αδαμίδου, προϊσταμένη του κατηγορουμένου στο Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την 1/6/2006, υπηρετούσε στον κλάδο βοηθημάτων για συνδέσμους όπως ο επίδικος. Μετά από δική του επιθυμία, μετακινήθηκε από την πιο πάνω ημερομηνία στον κλάδο νεανικής παραβατικότητας. Ο αρμόδιος λειτουργός για να παραστεί στην επίδικη Γενική Συνέλευση ήταν κατά την μάρτυρα ο Νεόφυτος Στίγκας και όχι ο κατηγορούμενος ο οποίος δεν είχε καμία θέση εκεί. Μετά το επεισόδιο, έγινε στην ίδια καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου από τον πρόεδρο του συνδέσμου Μάριο Λοΐζου. Επίσης, ο Νεόφυτος Στίγκας, της παραπονέθηκε για την στάση του κατηγορουμένου στην Γενική Συνέλευση. Κάλεσε τον κατηγορούμενο και του ζήτησε εξηγήσεις για την παρουσία του στην συνέλευση αφού σύμφωνα με το πρόγραμμα της υπηρεσίας, εκεί έπρεπε να παρευρεθεί μόνο ο Νεόφυτος Στίγκας. Απάντησε ότι του ζήτησαν να παρευρεθεί κάποιοι γονείς για να τους ενημερώσει για θέματα που έχουν σχέση με βοηθήματα του γραφείου ευημερίας. Η τακτική της υπηρεσίας είναι ότι αν οιοσδήποτε σύνδεσμος επιθυμεί ενημέρωση, απευθύνεται στην ίδια, η οποία καθορίζει τον λειτουργό που θα προβεί στην ενημέρωση. Κάτι τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Ανεξαρτήτως τούτου, στην ατζέντα της επίδικης συνέλευσης δεν ήταν καταγραμμένο τέτοιο θέμα αφού επρόκειτο για εκλογική συνέλευση. Η μάρτυρας επανέλαβε στην αντεξέταση ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε καμία θέση στην επίδικη συνέλευση και ότι θα μπορούσε μόνο να παραστεί με δική της εξουσιοδότηση, την οποία όμως δεν είχε. Ο επί καθήκοντι λειτουργός που είχε άδεια να παραστεί ήταν ο κος Νεόφυτος Στίγκας και ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν καθόλου η παρουσία του κατηγορουμένου στον χώρο της συνέλευσης. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την αστυνομία, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ανέφερε ότι εργάζεται στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού από το
- Μέχρι και τον Ιούνιο του 2006 ήταν λειτουργός στο τμήμα βοηθημάτων. Ασχολείτο συγκεκριμένα με παιδιά με ειδικές ανάγκες σε όλα τα ιδρύματα της Λεμεσού μεταξύ των οποίων ήταν και το επίδικο. Από τον Ιούλιο του 2006 μετατέθηκε σε άλλο τμήμα. Στην επίδικη συνέλευση, παραβρέθηκε μετά από πρόσκληση μεγάλου αριθμού γονιών. Έκρινε όπως είπε ότι έπρεπε να παραστεί γιατί η συνέλευση θα ασχολείτο με ζητήματα βοηθημάτων των προηγούμενων ετών για τα οποία ο ίδιος ήταν υπεύθυνος. Συμμετείχε σε όλες τις προηγούμενες συνελεύσεις χωρίς να χρειάζεται ειδική πρόσκληση. Η Γενική Συνέλευση άρχισε στις 4.00 μμ. Πήγε τουλάχιστον 20 λεπτά προηγουμένως και συνομίλησε με τους γονείς. Με τον Πρόεδρο Μάριο Λοΐζου χαιρετίστηκαν από κάποια απόσταση κανείς όμως δεν του ζήτησε να φύγει. Από την έναρξη της συνέλευσης, προήδρευε ο Μάριος Λοΐζου αντικαταστατικά κατά τον μάρτυρα αφού σύμφωνα με το καταστατικό, η συνέλευση εκλέγει προεδρείο. Οι εργασίες της συνέλευσης ξεκίνησαν με την κατάθεση του απολογισμού του προέδρου και της οικονομικής κατάστασης του συνδέσμου. Στην συνέχεια πήρε τον λόγο ένα μέλος του συνδέσμου, ο Ανδρέας Παναγιώτου. Άρχισε να διαβάζει από ένα κείμενο και τότε τον διέκοψε ο Στίγκας λέγοντας του ότι τα στοιχεία αυτά προέρχονται από έγγραφο της υπηρεσίας του και είναι εμπιστευτικά. Επενέβη τότε ο πρόεδρος και με επιθετικό τρόπο ανέφερε στον Ανδρέα Παναγιώτου ότι δεν είχε δικαίωμα να διαβάζει από το κείμενο εκείνο. Του αφαίρεσε τον λόγο και του είπε χαρακτηριστικά «δεν θέλουμε να σε ακούσουμε». Οι υπόλοιποι γονείς αντέδρασαν και κάλεσαν τον πρόεδρο να αφήσει τον Παναγιώτου να ολοκληρώσει. Ακολούθησε έντονη συζήτηση με αποτέλεσμα κάποιοι γονείς να αποχωρήσουν και η συνέλευση να διαλυθεί. Ο κατηγορούμενος, βλέποντας την συνέλευση να διαλύεται, πήρε τον λόγο και ζήτησε όπως τηρηθεί η διαδικασία και αφεθεί ο Παναγιώτου να ολοκληρώσει. Ζήτησε επίσης να εκλεγεί πρόεδρος της συνέλευσης άλλος από τον πρόεδρο του συνδέσμου. Τότε επενέβη ο συνάδελφος του Νεόφυτος Στίγκας που επίσης βρισκόταν στον χώρο και τον απεκάλεσε «παράνομο» ζητώντας του να φύγει από το μέρος. Έδωσε με τον τρόπο αυτό έναυσμα στον πρόεδρο να τον βρίζει και να τον ρωτά τι γυρεύει στην συνέλευση και ποιος τον κάλεσε. Απάντησε ότι εκτελούσε τα καθήκοντα του. Οι γονείς αντέδρασαν και η συνέλευση διαλύθηκε. Κατά τον κατηγορούμενο, αυτό που ενόχλησε ήταν ότι στην ομιλία του Ανδρέα Παναγιώτου γινόταν κριτική στον Πρόεδρο για την εκδίωξη παιδιών από το ίδρυμα. Δεν υπήρχε τίποτε το εμπιστευτικό στην ομιλία αυτή και όλοι γνώριζαν ότι ο πρόεδρος εκδίωξε 6-7 παιδιά από το ίδρυμα. Η παρουσία του στην συνέλευση, αποσκοπούσε κατά τον ίδιο στο να ενημερώσει τους γονείς για τα δημόσια βοηθήματα για τα οποία ό ίδιος ήταν υπεύθυνος τα προηγούμενα χρόνια. Δεν του εστάλη ειδική πρόσκληση από τον πρόεδρο, ο οποίος συμπαθούσε περισσότερο τον Στίγκα από τον ίδιο. Σε προηγούμενη συνέλευση τον απεκάλεσε «ακάλεστο» ενώ σε άλλες δέχθηκε ευχαριστίες για την προσφορά του στον σύνδεσμο. Του υπεβλήθη ότι ο Στίγκας ήταν ο μόνος λειτουργός που αρμοδίως είχε δικαίωμα να παραστεί στην συνέλευση. Αρνήθηκε, λέγοντας ότι για τα παιδιά του συνδέσμου αρμόδιος ήταν ο ίδιος και είχε ρητές οδηγίες να εμφανίζεται στις συνελεύσεις. Δέχθηκε παρόλα αυτά ότι υπάρχει εβδομαδιαίο πρόγραμμα στην υπηρεσία του, στο οποίο αναγράφεται ποιοι λειτουργοί θα παραστούν και σε ποιες εκδηλώσεις. Δεν δήλωσε ότι θα παρευρισκόταν στην συνέλευση γιατί μόλις την προηγούμενη Τρίτη τον ειδοποίησαν ότι πρέπει να πάει. Δέχθηκε επίσης ότι η προϊσταμένη του, τον κάλεσε την επομένη της συνέλευσης και τον ρώτησε γιατί πήγε. Η προϊσταμένη του όμως ήξερε ότι θα παρευρισκόταν αφού ήταν παρούσα στο γραφείο του όταν ο κος Ανδρέας Παναγιώτου τον κάλεσε στην συνέλευση. Κάλεσε επίσης και την ίδια. Όταν τον ρώτησε γιατί πήγε, της απάντησε ότι κλήθηκε από τους γονείς και ήταν το αρμόδιο πρόσωπο για να δώσει εξηγήσεις για τα βοηθήματα. Η θέση του ήταν ότι ως αρμόδιος λειτουργός δεν χρειαζόταν να στείλει ειδοποίηση 15 μέρες προηγουμένως ότι θα μιλούσε στην συνέλευση, υποχρέωση που έχουν τα μέλη σύμφωνα με το καταστατικό. Στην συνέχεια ανέφερε ότι ενώ μιλούσε ο Παναγιώτου, ο ίδιος δεν επέμβηκε. Δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Παναγιώτου μιλούσε από εμπιστευτικό κείμενο του γραφείου ευημερίας. Υπήρξε έντονη συζήτηση μεταξύ προέδρου, Παναγιώτου και Στίγκα με αποτέλεσμα οι γονείς να ξεκινήσουν να αποχωρούν. Του υποβλήθηκε ότι στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 4) δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Απάντησε ότι το αναφέρει τώρα στο Δικαστήριο. Επανέλαβε ότι πήρε τον λόγο για να ηρεμήσει την κατάσταση και ζήτησε να εκλεγεί πρόεδρος της συνέλευσης γιατί ο Λοΐζου προήδρευε αντικαταστατικά. Του υποβλήθηκε ότι μέχρι το στάδιο των αρχαιρεσιών, ο πρόεδρος δικαιούται να ρυθμίζει την διαδικασία μέχρι τις εκλογές οπόταν θα εκλεγόταν πρόεδρος της συνέλευσης. Απάντησε ότι το καταστατικό ήταν ξεκάθαρο. Επέμενε ότι εκτός από την παρέμβαση του για τήρηση των διαδικασιών δεν είπε τίποτε άλλο. Παρόλα αυτά δέχθηκε στην συνέχεια ότι μετά την διάλυση της συνέλευσης και ενώ ο πρόεδρος τον απεκάλεσε «παλιάνθρωπο», αντέδρασε και έδειξε αποδείξεις που πιστοποιούσαν ότι ο πρόεδρος αγόρασε γυαλιά με λεφτά του συνδέσμου. Αυτό έγινε μετά που κάποιος γονιός, του ζήτησε στοιχεία για τις ατασθαλίες στον σύνδεσμο. Αρνήθηκε όμως ότι η συνέλευση διαλύθηκε με δική του παρέμβαση αλλά επέμενε ότι αυτό έγινε γιατί ο Στίγκας και ο πρόεδρος δεν άφησαν τον Παναγιώτου να μιλήσει. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Ανδρέας Παναγιώτου. Στις 12.7.2006 ήταν απλό μέλος του συνδέσμου. Από 1.11.2006 εξελέγη πρόεδρος σε αντικατάσταση του Μάριου Λοΐζου. Η εκλογική συνέλευση της 12.7.2006 δεν ολοκληρώθηκε. Επαναλήφθηκε την 1.11.2006 στην οποία εξελέγη πρόεδρος. Όσον αφορά την παρουσία του κατηγορουμένου στην συνέλευση της 12.7.2006, ανέφερε ότι ο ίδιος τον κάλεσε μαζί με άλλους γονείς. Δεν γνωρίζει κατά πόσον κλήθηκε και από το Διοικητικό Συμβούλιο. Μετά τον απολογισμό του προέδρου και του λογιστή, πήρε ο ίδιος τον λόγο. Είχε στείλει επιστολή 15 μέρες προηγουμένως σύμφωνα με το καταστατικό. Είχε γραπτό κείμενο από το οποίο διάβαζε. Επενέβη ο Στίγκας και του είπε να καταθέσει το κείμενο. Ο πρόεδρος του ζήτησε επίσης να το καταθέσει γιατί το κείμενο περιείχε εμπιστευτικά στοιχεία του γραφείου ευημερίας. Άρχισε έντονη συζήτηση και τα μέλη της συνέλευσης ζητούσαν από τον πρόεδρο να τον αφήσει να ολοκληρώσει. Ο μάρτυρας αρνήθηκε να καταθέσει το κείμενο γιατί δεν αποτελούσε όπως είπε εμπιστευτικό έγγραφο. Ακολούθησε έντονη συζήτηση σε υψηλούς τόνους και τότε επενέβη ο κατηγορούμενος για να ηρεμήσει τα πνεύματα. Υπέδειξε επίσης στον Πρόεδρο ότι έπρεπε να τον αφήσει να ολοκληρώσει. Ο Στίγκας, κάλεσε τότε τον κατηγορούμενο να αποχωρήσει και ο πρόεδρος πήρε θάρρος και άρχισε να βρίζει τον κατηγορούμενο. Μετά την εξέλιξη αυτή, τα μέλη άρχισαν να αποχωρούν και η συνέλευση διαλύθηκε. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι παρότι δεν ήταν μέλος του Δ.Σ, θεώρησε καθήκον του καλέσει τον κατηγορούμενο στην συνέλευση γιατί το προηγούμενο διάστημα ήταν υπεύθυνος για τα βοηθήματα. Ο πρόεδρος δεν αντέδρασε όταν είδε τον κατηγορούμενο στην συνέλευση παρότι είχαν προηγούμενα. Αναφέρθηκε σε άρνηση του κατηγορουμένου να εγκρίνει έξοδα του τότε προέδρου. Ήταν σε θέση να γνωρίζει το γεγονός αυτό αφού βρισκόταν σε επαφή με τον κατηγορούμενο. Ωστόσο ανέφερε ότι τα μέλη του συνδέσμου, είχαν καλές σχέσεις με τον πρώην πρόεδρο. Κατά την επίδικη συνέλευση, ο ίδιος ήταν υποψήφιος για την προεδρία του συνδέσμου. Η συνέλευση όμως δεν προχώρησε σε εκλογές. Την διέλυσαν κατά την άποψη του οι Λοΐζου και Στίγκας αφού συνειδητοποίησαν ότι θα έχαναν κάτι που έγινε τον επόμενο Νοέμβριο του ιδίου χρόνου. Η ομιλία του, περιστρεφόταν γύρω από την συμπεριφορά του Μάριου Λοΐζου. Αρνήθηκε ότι διάβαζε από εμπιστευτικό έγγραφο της Διευθυντρίας Υπηρεσιών Ευημερίας Λεμεσού. Η παρέμβαση του κατηγορουμένου ήταν όπως είπε ήπια αφού προσπάθησε να καθησυχάσει τα πνεύματα για να συνεχιστεί η διαδικασία. Δέχθηκε όμως στην συνέχεια ότι ο κατηγορούμενος έκανε αναφορά σε ατασθαλίες του προέδρου με την αγορά γυαλιών και την χρέωση τους στον σύνδεσμο. Αρνήθηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε την φράση «να σας πω εγώ ποιός κλέβει τα παιδιά σας». Για να αρνηθεί αμέσως μετά ότι ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε αγορά γυαλιών. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση του, έκαμε αναφορά στην δοθείσα μαρτυρία και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή της υπεράσπισης για τα γεγονότα. Τόσον ο κατηγορούμενος όσον και ο μάρτυρας υπεράσπισης, είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία τους θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη σε αντίθεση με αυτή των μαρτύρων κατηγορίας. Αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης, ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, απαιτείται να αποδειχθεί πρόθεση όχλησης, η οποία μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Από την δοθείσα δε μαρτυρία όχι μόνο δεν αποδεικνύεται ως μόνο λογικό συμπέρασμα η πρόθεση όχλησης αλλά αντιθέτως αποδεικνύεται ότι η παρουσία του κατηγορουμένου στον χώρο, ήταν για να βοηθήσει και όχι να ενοχλήσει. Η δημόσια κατήγορος στην δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι από την δοθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι σκοπός της παρουσίας του κατηγορουμένου στην Γενική Συνέλευση, ήταν αποκλειστικά να ενοχλήσει και να δημιουργήσει πρόβλημα στον πρόεδρο. Η πρόθεση του, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν είχε πρόσκληση και παρόλα αυτά όχι μόνο πήγε στην συνέλευση αλλά επενέβηκε στους διαπληκτισμούς που είχε ο πρόεδρος με τον Παναγιώτου. Έκαμε επίσης αναφορά στην δοθείσα μαρτυρία και επεσήμανε κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις σε όσα ανάφερε ο κατηγορούμενος σε σχέση με την κατάθεση του στην αστυνομία και σε όσα ανέφερε ο μάρτυρας υπεράσπισης Παναγιώτου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στα όσα η υπεράσπιση υπέβαλε αναφορικά με την αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας. Έχω επίσης προσεκτικά παρακολουθήσει όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον μου στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης. Τα όσα έχει εισηγηθεί ο κος Θωμά κρινόμενα υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και της γενικής εικόνας την οποία η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας παρουσιάζει δεν δικαιολογούν συμπέρασμα για διάθεση των εν λόγω μαρτύρων ή οποιουδήποτε από αυτούς να αποφύγει την αλήθεια ή να πει ψέματα ούτε και αποκαλύπτουν τη δημιουργία ρήγματος στην υπόθεση της αστυνομίας ικανού να πλήξει καίρια την αξιοπιστία τους (βλ. Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Ομήρου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 48, Ρόπας κ.α. v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Οι ΜΚ1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, ήσαν πειστικοί, σαφείς και αξιόπιστοι ως προς τα κύρια επίδικα γεγονότα της παρούσας. Ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος δεν ήταν προσκεκλημένος στην συνέλευση από το Δ.Σ και ότι επενέβη στην συζήτηση, αναφέροντας την φράση «να σας πω εγώ ποιος κλέβει τα παιδιά σας», κατηγορώντας τον τότε πρόεδρο του συνδέσμου για οικονομικές ατασθαλίες. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ήταν επίσης ιδιαίτερα πειστικοί ότι το πιο πάνω γεγονός είχε ως αποτέλεσμα, την διάλυση της εκλογικής συνέλευσης. Στην πιο πάνω εκδοχή τους οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 & Μ.Κ.3 δεν κλονίστηκαν καθόλου κατά την έντονη αντεξέταση τους. Μικροαντιφάσεις δε ως προς επιμέρους τυπικά στοιχεία της μαρτυρίας τους δεν είναι ικανές να κλονίσουν την ισχυρή πεποίθηση που μου έδωσαν ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο ως προς την πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και η διάλυση της επίδικης εκλογικής συνέλευσης. Πολύ καλή εντύπωση μου έκαμε και η Μ.Κ.4. Ήταν αρκετά πειστική ως προς την θέση της ότι δεν είχε δώσει οδηγίες στον κατηγορούμενο για να παρουσιαστεί στην πιο πάνω συνέλευση χωρίς να κλονιστεί στο σημείο αυτό καθόλου κατά την αντεξέταση της. Ήταν επίσης κατατοπιστική ως προς τον τρόπο λειτουργίας του τμήματος της στο θέμα αυτό με τον καταρτισμό εβδομαδιαίου προγράμματος, στο οποίο αναγράφονταν οι λειτουργοί που θα ελάμβαναν μέρος σε αυτού του είδους τις εκδηλώσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται ως εκ τούτου στο σύνολο της αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορώ να πω το ίδιο και για τον κατηγορούμενο. Η εντύπωση που μου έδωσε από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε κυρίως στο να ενισχύσει την δική του εκδοχή για τα γεγονότα παρά στο να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια του δε αυτή υπέπεσε σε σειρά αντιφάσεων, καθοριστικών στην κρίση της αξιοπιστίας του. Παρότι δέχθηκε ότι δεν είχε επίσημα προσκληθεί στην συνέλευση, ανέφερε ότι αποφάσισε να παραστεί μετά από παράκληση κάποιων γονιών για να προβεί σε ενημέρωση για τα προηγούμενα χρόνια, στα οποία ήταν υπεύθυνος για τα δημόσια βοηθήματα του συνδέσμου. Ήταν όμως κοινά παραδεκτό ότι επρόκειτο για εκλογική συνέλευση και ότι σύμφωνα με το καταστατικό του συνδέσμου πλην των αρχαιρεσιών για να πάρει κάποιος τον λόγο θα έπρεπε 15 μέρες προηγουμένως να ειδοποιήσει γραπτώς το διοικητικό συμβούλιο. Για να δεχθεί κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος δεν ενημέρωσε κανένα σύμφωνα με το καταστατικό ότι θα μιλούσε στην συνέλευση. Ακόμα, η ατζέντα της συνέλευσης (τεκμ.9) δεν αναφέρει ότι θα εγίνετο οιουδήποτε είδους ενημέρωση από τον κατηγορούμενο είτε από οποιονδήποτε άλλο λειτουργό του γραφείου ευημερίας για τα δημόσια βοηθήματα. Έστω δε ότι γίνει αποδεκτό ότι κλήθηκε από κάποιους γονείς, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί δεν ενημέρωσε επί τούτου επίσημα το διοικητικό συμβούλιο του συνδέσμου ή την προϊσταμένη του ότι προτίθεται να παραστεί στην συνέλευση. Ανέφερε στην συνέχεια ότι ο τότε πρόεδρος του συνδέσμου αντί του ιδίου, προσκάλεσε τον Στίγκα (Μ.Κ.2) γιατί τον συμπαθούσε περισσότερο. Παραγνωρίζοντας βέβαια το γεγονός ότι ο Στίγκας ήταν υπεύθυνος για τον σύνδεσμο στο γραφείο ευημερίας και παρίστατο στην συνέλευση όχι γιατί τον συμπαθούσε ο πρόεδρος αλλά στα πλαίσια των καθηκόντων του με εντολή της προϊσταμένης του. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, αναλώθηκε σε ισχυρισμούς του περί κακοδιαχείρισης εκ μέρους του πρώην προέδρου Λοΐζου. Ήταν δε κάτι περισσότερο από εμφανές ότι ο κατηγορούμενος είχε προηγούμενα με τον Λοΐζου, ο οποίος σύμφωνα με τον ίδιο σε παλιότερη συνέλευση τον απεκάλεσε «ακάλεστο». Ήταν επιπλέον εμφανής η προτίμηση του προς τον μετέπειτα νέο πρόεδρο Παναγιώτου (Μ.Υ.1), ο οποίος θα μιλούσε στην συνέλευση στην οποία θα ήταν ανθυποψήφιος του Λοΐζου. Ο ίδιος εξάλλου ο κατηγορούμενος, ανέφερε στην μαρτυρία του ότι ήταν ο Παναγιώτου που τον κάλεσε στην συνέλευση όταν τον επισκέφθηκε στο γραφείο του. Η ομιλία δε του Παναγιώτου, αναφερόταν σύμφωνα με την δοθείσα μαρτυρία, στις ίδιες καταγγελίες τις οποίες ανέφερε ο κατηγορούμενος για ατασθαλίες εκ μέρους του Λοΐζου. Είναι υπό τας περιστάσεις δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο κατηγορούμενος πήγε ακάλεστος στην συνέλευση απλά για να ενημερώσει τα μέλη για τα δημόσια βοηθήματα προηγουμένων ετών. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι δεν γνώριζε ότι ο υποψήφιος πρόεδρος Παναγιώτου θα μιλούσε για ατασθαλίες του Λοΐζου στην συνέλευση και ότι η δική του παρουσία εκεί δεν ήταν για να ενισχύσει αυτές τις καταγγελίες αλλά για να ενημερώσει τα μέλη για κάτι που ούτως ή άλλως δεν αναφερόταν στην ατζέντα της συνέλευσης. Επίσης, ο κατηγορούμενος δήλωσε άγνοια όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση κατά πόσον ο Παναγιώτου στην ομιλία του, διάβαζε από εμπιστευτικό έγγραφο του γραφείου ευημερίας. Σε αντίθεση με προηγούμενη δήλωση του ότι ήξερε για το κείμενο, το οποίο όμως κατά την άποψη του δεν περιείχε τίποτε το εμπιστευτικό. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο ίδιος δεν επενέβη στην έντονη συζήτηση που είχαν οι Λοΐζου και Στίγκας με τον Παναγιώτου και ότι η Συνέλευση διαλύθηκε για αυτό μόνο τον λόγο και όχι μετά από δική του παρέμβαση. Στην συνέχεια όμως ανέφερε ότι επενέβη στην συζήτηση προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα και κάλεσε μάλιστα τον Λοΐζου να αφήσει τον Παναγιώτου να ολοκληρώσει. Ζήτησε επίσης από τον Λοΐζου να εκλεγεί άλλο μέλος ως προσωρινός πρόεδρος της συνέλευσης αφού ο μέχρι τότε εκ μέρους του συντονισμός των εργασιών, ήταν κατά τον κατηγορούμενο αντικαταστατικός. Δεν ανέφερε όμως στο Δικαστήριο ποιος τον διόρισε προστάτη της νομιμότητας της συνέλευσης και γιατί πήρε θέση στην διαμάχη Λοΐζου και Παναγιώτου, η οποία δεν τον αφορούσε. Και ενώ καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος αρνείτο κατηγορηματικά ότι επενέβη στην διένεξη Λοΐζου - Παναγιώτου, κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι μίλησε για εκμετάλλευση παιδιών και έδειξε σε γονείς αποδείξεις που του έδωσε ο Λοΐζου σύμφωνα με τις οποίες έγινε αγορά γυαλιών με τα λεφτά του συνδέσμου. Για να ισχυριστεί όμως στην συνέχεια ότι αυτό έγινε μετά την διάλυση της συνέλευσης, η οποία οφείλεται κατά την άποψη του όχι σε δική του υπαιτιότητα αλλά στην συμπεριφορά των Στίγκα και Λοΐζου που τον έβρισαν και τον κάλεσαν να φύγει από την συνέλευση. Τέλος να αναφέρω ότι αρκετές λεπτομέρειες από την μαρτυρία του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αναφέρονται καν στην γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία χωρίς να μπορεί να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός αυτό. Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε ο κατηγορούμενος από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ως εκ τούτου απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Την ίδια κακή εντύπωση μου έκανε και ο μάρτυρας υπεράσπισης. Η μαρτυρία του αποσκοπούσε αποκλειστικά στο να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια αυτά δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι είχε δικαίωμα να καλεί κόσμο στην συνέλευση παρότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν απλό μέλος του συνδέσμου. Αυτό προκειμένου να δικαιολογήσει το γεγονός ότι ο ίδιος κάλεσε τον κατηγορούμενο στην συνέλευση χωρίς να ειδοποιήσει το διοικητικό συμβούλιο. Επικαλέστηκε επίσης άγνοια για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν πλέον υπεύθυνος για τον σύνδεσμο χωρίς όμως να είναι ιδιαίτερα πειστικός γι' αυτό αφού δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει και την παρουσία του Στίγκα σε αυτή. Επιπλέον δεν έδωσε καμία ικανοποιητική εξήγηση γιατί έπρεπε να επισκεφθεί τον κατηγορούμενο στο γραφείο του προκειμένου να τον καλέσει στην συνέλευση, της οποίας ούτως ή άλλως η ατζέντα δεν προέβλεπε ενημέρωση για τα δημόσια βοηθήματα. Αντιθέτως, ήταν εμφανές ότι η πρόσκληση στον κατηγορούμενο έγινε από τον μάρτυρα προκειμένου να τον βοηθήσει στην προσπάθεια του να εκλεγεί στην προεδρία του συνδέσμου και να ενισχύσει τις καταγγελίες για τις κατ' ισχυρισμό για κατ' ισχυρισμό ατασθαλίες του Λοΐζου. Έφτασε μάλιστα μέχρι του σημείου να αναφέρει ότι την συνέλευση την διέλυσαν οι Λοΐζου και Στίγκας γιατί κατάλαβαν ότι θα έχαναν τις εκλογές χωρίς να εξηγήσει, τι συμφέρον είχε ο Στίγκας από τις εκλογές αυτές. Και ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι η στάση του κατηγορουμένου δεν ήταν υβριστική αλλά καθησυχαστική, στην συνέχεια δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε αγορά γυαλιών ηλίου από τον Λοΐζου με λεφτά του συνδέσμου. Στην συνέχεια όμως της αντεξέτασης του, αρνήθηκε αυτή την τελευταία αναφορά του. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε ο Μ.Υ είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Στις 12.7.2006, προγραμματίστηκε να λάβει χώρα η Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Γονέων Ενηλίκων Ατόμων με Νοητική Στέρηση "Απόστολος Λουκάς" σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στο πολιτιστικό κέντρο της Σ.Π.Ε Μόρφου. Στην συνέλευση κλήθηκε καθηκόντως να παραστεί και ο Νεόφυτος Στίγκας (Μ.Κ.2) ως ο υπεύθυνος κοινωνικός λειτουργός για τον πιο πάνω σύνδεσμο. Η συνέλευση ήταν εκλογική και θέση Προέδρου θα διεκδικούσαν ο μέχρι τότε Πρόεδρος Μάριος Λοΐζου (Μ.Κ.3) και ο Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Υ.1). Αρχικά τον λόγο πήρε ο Ανδρέας Παναγιώτου και άρχισε να διαβάζει αποσπάσματα από επιστολή της διευθύντριας του γραφείου ευημερίας. Τότε επενέβη ο Στίγκας και του είπε ότι αναφέρεται σε κρατικό έγγραφο που είναι εμπιστευτικό. Ο Λοΐζου ζήτησε να κατατεθεί το έγγραφο αλλά ο Παναγιώτου αρνήθηκε να πράξει κάτι τέτοιο. Τότε σηκώθηκε ο κατηγορούμενος από την θέση του και άρχισε να απευθύνεται προς το κοινό λέγοντας «να σας πω εγώ ποιος τρώει τα λεφτά των παιδιών σας». Ο πρόεδρος τον κάλεσε να αποχωρήσει αφού δεν ήταν καλεσμένος στην συνέλευση αλλά αυτός απάντησε ότι θα παραμείνει γιατί τον κάλεσαν οι γονείς. Η στάση του ήταν προκλητική και αναφερόταν συγκεκριμένα σε αγορά γυαλιών ηλίου από τον Πρόεδρο με λεφτά του συνδέσμου επιδεικνύοντας και σχετικές αποδείξεις. Ο Στίγκας ανέφερε τότε στον κατηγορούμενο ότι δεν έπρεπε να ήταν εκεί και όφειλε να αποχωρήσει χωρίς όμως ο τελευταίος να συμμορφωθεί. Ακολούθησε έντονη συζήτηση μεταξύ Λοΐζου και Στίγκα από την μια μεριά και κατηγορουμένου από την άλλη. Ως αποτέλεσμα τα μέλη άρχισαν να αποχωρούν και η συνέλευση διαλύθηκε μετά πάροδο 10 - 15 λεπτών. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος για το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης, βασίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο έχει ως ακολούθως: «όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με το Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Από τη μελέτη του άρθρου 280 του Κεφ. 154, είναι εμφανές ότι το υπό κρίση αδίκημα, μπορεί να συντελεστεί με διάφορους τρόπους. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Andreas Elia Lambides v. The Police
(1967)2 C.L.R. 142, το άρθρο 280 του Κεφ. 154 καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφοράς που συνιστά εγκληματική επέμβαση γι' αυτό θα πρέπει στο κατηγορητήριο να αναφέρεται η συγκεκριμένη συμπεριφορά, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της κάθε κατηγορίας. Περαιτέρω στην πιο πάνω υπόθεση, έγινε αναφορά σε μια απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου σε υπόθεση της Κεϋλάνης που αναφέρεται στην παράγραφο 10488 του Current Law Consolidation 1947-1951. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι όταν ο πραγματικός ή βασικός σκοπός της εισόδου του κατηγορούμενου σε περιουσία είναι για να διαπράξει αδίκημα ή να υβρίσει ή ενοχλήσει τον κάτοχο και ότι η επίκληση δικαιώματος ήταν μια απλή δικαιολογία για να καλύψει τον πραγματικό λόγο τότε το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί (βλ. Sinnasamy Selvanayaqam v. R.
(1951)A.C. 83, P.C. Η παράγραφος (γ) του άρθρου 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, προνοεί ότι κάθε κατηγορία στο κατηγορητήριο πρέπει να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, σύντομη και σε κοινή γλώσσα περιγραφή του ποινικού αδικήματος με το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να αποφασίσει το πραγματικό πλαίσιο που θα επικαλεστεί με σαφήνεια στο κατηγορητήριο προκειμένου να γνωρίζει ο κατηγορούμενος τι θα αντιμετωπίσει κατά τη Δίκη για να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπιση του. Στην παρούσα περίπτωση, η αστυνομία ως κατηγορούσα αρχή, καθόρισε στις λεπτομέρειες αδικήματος ως παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, τον ισχυρισμό ότι εισήλθε στο πολιτιστικό κέντρο της Σ.Π.Ε Μόρφου με σκοπό να ενοχλήσει. "Ενοχλώ" ερμηνεύεται ως "ταράζω την ηρεμία κάποιου, δυσαρεστώ, στενοχωρώ" βλ. Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλου - Φυτράκη
(1995). Έχω την άποψη ότι το κατηγορητήριο θα μπορούσε να αναφέρει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, τον τρόπο με τον οποίο επιδιώχθηκε από τον κατηγορούμενο η προσπάθεια ενόχλησης στον συγκεκριμένο χώρο. Από την άλλη όμως, κρίνω ότι η παράλειψη αυτή δεν επηρέασε επί της ουσίας την υπεράσπιση του κατηγορουμένου αφού ήταν αρκετά σαφές από την δοθείσα εκ μέρους της αστυνομίας ποια ήταν η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ως προς το θέμα αυτό. Στην υπόθεση Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 404, τονίστηκε ότι η πρόθεση όχλησης αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα. Αναφέρθηκε επίσης ότι η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος αποδείξεως της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης. Παρά το γεγονός ότι η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη, ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει ότι η παρουσία του κατηγορούμενου στον χώρο της συνέλευσης δεν έγινε για άλλο σκοπό παρά με πρόθεση να ενοχλήσει και συγκεκριμένα να κατηγορήσει τον προηγούμενο πρόεδρο του συνδέσμου για ατασθαλίες. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, δεν είχε κανένα δικαίωμα να παρευρίσκεται στην συγκεκριμένη συνέλευση. Η εκδοχή του ότι βρισκόταν στον χώρο για να ενημερώσει τους γονείς για θέματα που αφορούσαν τον σύνδεσμο, έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο. Επιπλέον, το γεγονός ότι κρατούσε αποδείξεις τις οποίες επιδείκνυε στους παρευρισκομένους και που αποδείκνυαν κατά την άποψη του τις καταγγελίες εναντίον του πρώην προέδρου Μάριου Λοΐζου (Μ.Κ.3), καταδεικνύει ότι η παρέμβαση του στην συνέλευση ήταν προσχεδιασμένη και όχι αυθόρμητη. Ο ίδιος εξάλλου διευκρίνισε στην μαρτυρία του ότι είναι ο Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Υ.1) που τον κάλεσε ο οποίος σημειωτέον ήταν ανθυποψήφιος του Μάριου Λοΐζου και υποστήριξε στην συνέλευση τις ίδιες καταγγελίες εναντίον του πρώην Προέδρου. Το μόνο ως εκ τούτου εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα γεγονότα, ήταν ότι η χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση παρουσία του κατηγορουμένου στην συνέλευση, έγινε με πρόθεση να ενοχλήσει και να παρέμβει υπέρ του των θέσεων του Ανδρέα Παναγιώτου, κατηγορώντας τον Μάριο Λοΐζου για ατασθαλίες. Παρέμβαση που είχε ως τελικό αποτέλεσμα την δημιουργία αναστάτωσης στα μέλη του συνδέσμου που αποχώρησαν από τον χώρο και την τελική διάλυση της συνέλευσης σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Η πρόθεση όχλησης είναι αυτονόητη και αυταπόδεικτη στην παρούσα υπόθεση. Ακολουθεί πως το τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του δεν έχει ανατραπεί. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αστυνομία έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ως εκ τούτου ένοχος στην κατηγορία της εγκληματικής επέμβασης που αντιμετωπίζει. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο