Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χαράλαμπος Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9157/08, 20 Αυγούστου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B130 Αρ. Υπόθεσης: 9157/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Χαράλαμπος Ιωάννου, από τον Άγιο Τύχωνα
- Παναγιώτης Παύλου, από τον Άγιο Τύχωνα
- Χαράλαμπος Μανώλη, από τον Άγιο Τύχωνα
- Ηρακλής Ηρακλέους, από τον Άγιο Τύχωνα
- Χρίστος Παύλου, από τον Άγιο Τύχωνα
- Λεόντιος Θεοχάρους, από τον Άγιο Τύχωνα
- Γιώργος Στυλιανού, από τον Άγιο Τύχωνα
- Αρέστης Στυλιανού, από τον Άγιο Τύχωνα Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Αυγούστου 2009 Για την αστυνομία: κος Αργυρού Για κατηγορουμένους 1,3,5,7 & 8: κος Πουργουρίδης Για κατηγορουμένους 2,4 & 6: κος Καμένος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας και παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ως έχει τροποποιηθεί ενώ ήταν μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα, αποφάσισαν την πρόσληψη τριών γραφέων χωρίς προηγουμένως να μεριμνήσουν για την έκδοση αναγκαίων κανονισμών που να προνοούν την ακολουθητέα διαδικασία για την πλήρωση θέσεων στο Κοινοτικό Συμβούλιο. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο συνήγορος των κατηγορουμένων 2, 4 & 6, υπέβαλε αίτημα για παραμερισμό του κατηγορητηρίου και απαλλαγή των κατηγορουμένων από το στάδιο αυτό. Ήταν η θέση του ότι το κατηγορητήριο ακόμα και μετά την τροποποίηση του, είναι ελαττωματικό σε τέτοιο βαθμό που να καθίσταται εξ' αρχής άκυρο. Με αναφορά σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι υπάρχει ασάφεια στο κατηγορητήριο τέτοιας μορφής που να δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει την διαδικασία και να αθωώσει τους κατηγορουμένους από αυτό το στάδιο. Ήταν συναφώς η θέση του ότι στο κατηγορητήριο δεν αναφέρονται οι κανονισμοί επί των οποίων στηρίζονται οι κατηγορίες. Επιπλέον, οι ημερομηνίες που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου δεν είναι σαφείς αφού καθορίζουν την διάπραξη των αδικημάτων μεταξύ 2002 και
- Θα έπρεπε κατά τον συνήγορο να αναφέρονται συγκεκριμένες ημερομηνίες μέσα στις οποίες κατ' ισχυρισμό διεπράχθησαν τα υπό κρίση αδικήματα. Λόγω των πιο πάνω ασαφειών, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι οι κατηγορούμενοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν ούτε πότε τους καταλογίζονται τα επίδικα αδικήματα ούτε και σε ποιο νομοθετικό πλαίσιο αυτά στηρίζονται. Ήταν επιπλέον η θέση του συνηγόρου ότι δεν υπάρχει τίποτε στον Νόμο που να στοιχειοθετεί τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Έγινε στην συνέχεια αναφορά στην ουσία των κατηγοριών και ειδικότερα στην έννοια της «παραμέλησης καθήκοντος», η οποία καταλογίζεται σε όλους τους κατηγορουμένους. Το άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα επί του οποίου στηρίζεται η κατηγορία αυτή δεν στοιχειοθετεί κατά τον συνήγορο αδίκημα που να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «παραμέληση καθήκοντος». Επίσης, οι δύο κατηγορίες που προσάπτονται στους κατηγορουμένους, αυτή της «κατάχρησης εξουσίας» και αυτή της «παραμέλησης καθήκοντος», είναι κατά τον συνήγορο πανομοιότυπες με αποτέλεσμα το κατηγορητήριο να πάσχει λόγω πολλαπλότητας. Πολλαπλότητα δημιουργείται και από το γεγονός ότι στις λεπτομέρειες, γίνεται αναφορά στην πρόσληψη τριών γραφέων σε μια μόνο κατηγορία. Με δεδομένη αυτή την θέση της αστυνομίας, θα έπρεπε κατά τον συνήγορο να γίνουν τρεις ξεχωριστές κατηγορίες, μια για κάθε πρόσληψη και όχι όλες οι επίδικες προσλήψεις να ενταχθούν σε μια κατηγορία. Εκτενής αναφορά έγινε και σε κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Τα αδικήματα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, διεπράχθησαν κατά τους ισχυρισμούς της αστυνομίας το 2002 με
- Το κατηγορητήριο όμως καταχωρήθηκε τον Μάιο του 2008 και τροποποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του ιδίου χρόνου. Η αδικαιολόγητη αυτή καθυστέρηση, παραβιάζει κατά τον συνήγορο, το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των κατηγορουμένων για δίκαιη Δίκη. Και μπορεί από μόνη της η καθυστέρηση να μην δικαιολογεί ακύρωση του κατηγορητηρίου αλλά αν ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους παράγοντες που αναφέρθησαν πιο πάνω, δίδει εξουσία κατά τον συνήγορο στο Δικαστήριο να αναστείλει την διαδικασία από το στάδιο αυτό. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι όταν υπάρχει εμφανής παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος του κατηγορουμένου, το αίτημα για ακύρωση του κατηγορητηρίου θα πρέπει να γίνεται σε πρώιμο στάδιο και δεν θα πρέπει να αναμένεται να υποβληθεί στο τέλος της Δίκης. Αυτό για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου του Δικαστηρίου αφού κατά τον συνήγορο, η κατάχρηση διαδικασίας μπορεί να διαγνωσθεί από την αρχή στην παρούσα υπόθεση. Υπό τας περιστάσεις δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της δικαιοσύνης, η έναρξη και ολοκλήρωση της Δίκης από την στιγμή που είναι εμφανής από το στάδιο αυτό η κατάχρηση της διαδικασίας. Αντίθετη ήταν η θέση του δημόσιου κατηγόρου. Στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δεν είναι ζήτημα που μπορεί να τεθεί προδικαστικά ούτε δικαιολογεί την ακύρωση του κατηγορητηρίου και την αθώωση των κατηγορουμένων χωρίς την διεξαγωγή Δίκης. Όσον αφορά την κατ' ισχυρισμό ασάφεια του κατηγορητηρίου, απέρριψε τις θέσεις της υπεράσπισης. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι η νομική βάση αλλά και οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου είναι τόσο σαφείς που η υπεράσπιση μπορεί να αντιληφθεί πλήρως τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Ο κατήγορος εντόπισε μόνο τυπικά λάθη στην νομική βάση του κατηγορητηρίου όπως την αναγραφή του άρθρου 5 αντί του άρθρου 50 του Περί Κοινοτήτων Νόμου. Λάθη που κατά την άποψη του δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου και τα οποία η κατηγορούσα αρχή προτίθεται να διορθώσει με σχετική αίτηση τροποποίησης μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στην παρούσα. Αλλά ούτε και το γεγονός ότι δεν εξειδικεύονται ακριβείς ημερομηνίες στο κατηγορητήριο, δικαιολογεί ισχυρισμό για ασάφεια κατά τον κατήγορο. Η αναφορά σε χρονική περίοδο μεταξύ 2002 και 2003 δεν δημιουργεί καμία ασάφεια για το πότε καταλογίζονται οι επίδικες πράξεις στους κατηγορουμένους. Ούτε και πολλαπλότητα προκύπτει στην παρούσα υπόθεση κατά τον δημόσιο κατήγορο. Τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, είναι ξεχωριστά και πολύ ορθά διαχωρίστηκαν δύο κατηγορίες για κάθε κατηγορούμενο. Η πράξη δε που αφορά τους τρεις διορισμούς γραφέων δεν μπορεί να διαχωριστεί για κάθε ξεχωριστό διορισμό. Αλλά ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι δεν επηρεάζεται η υπεράσπιση στο έργο της ούτως ώστε να δικαιολογείται ακύρωση του κατηγορητηρίου για πολλαπλότητα. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Η εξουσία του Δικαστηρίου για διακοπή καταχρηστικών διαδικασιών παρέχεται από την νομολογία και εκπηγάζει από την ίδια την φύση της Δικαστικής λειτουργίας. Η εξουσία αυτή είναι διακριτικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των Δικαστικών διαδικασιών. Σχετική είναι η υπόθεση Παπόρη ν. Maskinfabriken
(1996)1 Α.Α.Δ 1037 στην ο οποία παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου." Στην υπόθεση Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, αναγνωρίστηκε διακριτική εξουσία στα Δικαστήρια να διατάζουν την αναστολή εκκρεμούσας ποινικής διαδικασίας όταν η συνέχιση της θα αποτελούσε κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών. Τονίστηκε περαιτέρω ότι σύμφωνα με την Κυπριακή Ποινική Δικονομία, η αναστολή εκκρεμούσης ποινικής διαδικασίας θα μπορούσε να διαταχθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όπου αναντίλεκτα προκύπτει ότι η χρήση των δικαστικών διαδικασιών γίνεται για σκοπούς άλλους από αυτούς που ο Νόμος ορίζει. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις της υπεράσπισης των κατηγορουμένων 2, 4 & 6 όπως έχουν εκφραστεί με την αγόρευση του συνηγόρου τους. Κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της υπόθεσης και την απαλλαγή τους από το πρώιμο αυτό στάδιο. Η τυχόν παραβίαση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων μπορεί να διαγνωστεί μόνο μέσα από την διεξαγωγή της Δίκης στο τέλος της διαδικασίας και όχι στο πρώιμο αυτό στάδιο. Η προάσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου δυνάμει του Άρθρου 30 του Συντάγματος συναρτάται με την εξασφάλιση των εχέγγυων για την σωστή διεξαγωγή της Δίκης και όχι τον αποκλεισμό ή διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου (βλ. Αστυνομία ν. Άκη Φάντη
(1994)2. Α.Α.Δ 160). Στην υπόθεση Δ. ν. Alan Ford κ.α
(1995)2 Α.Α.Δ 233, λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα πιο κάτω: «Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με την διεξαγωγή της δίκης. Παραβίαση τους δεν συνεπάγεται, είτε την διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου είτε την κατάργηση της δίκης. Η άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος συναρτάται με την διεξαγωγή δίκαιης δίκης και όχι τον αποκλεισμό της δίκης, ως του μέσου για την διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται.» Ενόψει των πιο πάνω αρχών η εισήγηση του κ. Καμένου για αθώωση των κατηγορουμένων σε αυτό το στάδιο δεν ευσταθεί. Η σημαντική πράγματι καθυστέρηση στην καταχώρηση της Ποινικής υπόθεσης δεν σημαίνει από μόνη της και παραβίαση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Η ισχυριζόμενη παραβίαση μπορεί να διαγνωσθεί μόνο μέσα στα πλαίσια της διεξαγωγής της Δίκης για να καταφανεί κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή ευθύνεται ή όχι για την καθυστέρηση αυτή. Η εξοικονόμηση πολύτιμου Δικαστικού χρόνου που επικαλέστηκε ο συνήγορος δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για κατάργηση της Δίκης στο στάδιο αυτό. Ο Δικαστικός χρόνος δεν σπαταλείται όταν αφιερώνεται στην διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων που διασφαλίζει το Σύνταγμα. Το ίδιο ισχύει και για την κατ' ισχυρισμό αναγραφή λανθασμένης νομικής βάσης στο κατηγορητήριο. Εάν και εφόσον διαπιστωθεί δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι μπορεί να οδηγήσει χωρίς άλλο στην κατάργηση της Δίκης. Θα πρέπει να αποδειχθεί στο τέλος της διαδικασίας, η παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου από την παρατυπία αυτή. Να σημειώσω εδώ ακόμη και την εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κατηγορητήριο στο τέλος της Δίκης έναν βέβαια κρίνει ότι δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου από μια τέτοια τροποποίηση. Δεν συμφωνώ επίσης με την θέση της υπεράσπισης των κατηγορουμένων 2, 4 & 6 για ασάφεια του κατηγορητηρίου. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες στο ίδιο κατηγορητήριο και για δύο διαφορετικά αδικήματα. Πρόκειται σύμφωνα με το κατηγορητήριο για τα αδικήματα της «κατάχρησης εξουσίας» και της «παραμέλησης καθήκοντος». Κατά πόσον στοιχειοθετούνται τα αδικήματα αυτά με βάση τον Νόμο και την μαρτυρία που θα προσαχθεί, είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί στο τέλος της Δίκης και όχι στο αρχικό αυτό στάδιο. Είναι δε ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη τους. Ούτε είναι σωστή η θέση ότι υπάρχει ασάφεια στο κατηγορητήριο γιατί δεν εξειδικεύεται η ακριβής ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Στο κατηγορητήριο αναφέρεται σαφώς η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2002 & 2003. Το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο προσδιορίζεται σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή η διάπραξη των αδικημάτων, είναι ως εκ τούτου αρκετά σαφές και δεν θεωρώ ότι παραβιάζονται οιαδήποτε δικαιώματα των κατηγορουμένων με την μη αναγραφή ακριβούς ημερομηνίας στο κατηγορητήριο. Ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων 2, 4 & 6, επικαλέστηκε επίσης ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου λόγω πολλαπλότητας. Ήταν δε η θέση του ότι η ελαττωματικότητα αυτή είναι σε τέτοιο βαθμό αντικανονική ώστε θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση του κατηγορητηρίου. Το καίριο ερώτημα που πρέπει ως εκ τούτου να απαντηθεί στην παρούσα υπόθεση, είναι το κατά πόσο η πολλαπλότητα εάν και εφόσον διαπιστωθεί οδηγεί χωρίς άλλο στην ακύρωση του κατηγορητηρίου Η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν φαίνεται να συμφωνεί με την άποψη ότι η πολλαπλότητα αποτελεί θεμελιώδη κανόνα αντικανονικότητας. Στην υπόθεση Μάριος Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 398 αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελίδα 402: "Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στην αοριστία της διατύπωσης του κατηγορητηρίου και στον ισχυρισμό για ύπαρξη πολλαπλότητας στο κατηγορητήριο που παραβιάζει, σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή, τα δικαιώματα του και του στερούν την ευκαιρία αποτελεσματικής υπεράσπισης. Τόσο η αοριστία του κατηγορητηρίου όσο και η πολλαπλότητα δεν άπτονται της ουσίας των κατηγοριών αλλά αποτελούν διαδικαστικό θέμα. Η πολλαπλότητα όταν εμφανίζεται σε κατηγορητήριο αποτελεί θέμα τύπου και όχι μαρτυρίας (βλ. Archbold 4η έκδοση, παρ. 43). Αναμφίβολα η πολλαπλότητα σε κατηγορητήριο είναι ανεπιθύμητη αλλά, ακόμα και όταν διαπιστώνεται η ύπαρξη της, δεν χωρεί παρέμβαση και έκδοση διατάγματος certiorari." Παρόλα αυτά, η Νομολογία τόσο η Αγγλική όσο και η δική μας, παρουσιάζεται διχασμένη στο θέμα. Υπάρχουν αποφάσεις όπου η πολλαπλότητα οδήγησε σε ακύρωση της διαδικασίας (Dep. Major of Nicosia v. Pavlikkas 15 C.L.R. 68 και R. v. Jenninys
(1940)33 Cr. App. R. 143) και άλλες όπου η διαδικασία διασώθηκε με τροποποίηση του κατηγορητηρίου (βλ. Frangiskos Kyriakou v. The Welfare Offices
(1961)C.L.R. 143 και R. v. Smith
(1941)34 Cr. App. R. 168). Στην υπόθεση Marcos Panteli v. District Labour Offices Famagusta
(1983)2 C.L.R. 205, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Έντιμος κος Πικής, καθόρισε τη σωστή προσέγγιση στο θέμα με το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: "The correct approach appears to be that while duplicitous charge does not render perse the proceedings a nullity, this may be the unavoidable result if the irregularity is massive and destroys in its wave the foundation of a criminal trial, the certainty in the charges necessary to enable the accused to defend himself effectively." Επίσης στην απόφαση Ηλία Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, αναφέρθησαν τα πιο κάτω στην σελίδα 23: "Η διαπίστωση του ελαττώματος όπως κι αν αυτό χαρακτηριστεί, δεν ακυρώνει τη δίκη. Μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σ' αυτό το αποτέλεσμα ανάλογα με τα περιστατικά. Εφ' όσον το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πως το ελάττωμα δεν επηρέασε τον Εφεσείοντα στην Υπεράσπιση του, ή γενικότερα πώς δεν προκάλεσε αδικία, οφείλει να επικυρώσει την καταδίκη." Προκύπτει από τις πιο πάνω αρχές ότι καθοριστικό στοιχείο για να θεραπευτεί η πολλαπλότητα εάν και εφόσον διαπιστωθεί, αποτελεί το γεγονός κατά πόσο αυτή προκαλεί ζημιά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχω διαπιστώσει οιανδήποτε εμφανή πολλαπλότητα με την συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία ισχυρισμών για πρόσληψη τριών διαφορετικών γραφέων. Δεν έχει καθοριστεί βέβαια αν η πρόσληψη ήταν αποτέλεσμα μιας πράξης ή έγινε με τρεις διαφορετικές αποφάσεις. Αυτό θα διευκρινιστεί κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Ανεξαρτήτως τούτου όμως ακόμα και αν διαπιστωθεί πολλαπλότητα στο κατηγορητήριο της παρούσας, κρίνω ότι αυτή δε είναι τέτοιας έκτασης που να επηρεάζει τα δικαιώματα των κατηγορουμένων. Όπως έχει συνταχθεί το κατηγορητήριο, είναι κατά την άποψη μου αρκετά σαφές για το ποιες αξιόποινες πράξεις καταλογίζονται από την αστυνομία στους κατηγορουμένους με αποτέλεσμα να μην ευσταθεί η θέση ότι επηρεάζονται τα δικαιώματα της υπεράσπισης λόγω πολλαπλότητας. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται η θέση του συνηγόρου των κατηγορουμένων 2, 4 & 6 για ακύρωση του κατηγορητηρίου και απαλλαγή των κατηγορουμένων από το αρχικό αυτό στάδιο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο