← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Oxana Beauty Salon Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16702/09, 21 Αυγούστου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Oxana Beauty Salon Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16702/09, 21 Αυγούστου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B131 Αρ. Υπόθεσης: 16702/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Oxana Beauty Salon Ltd, από την Λεμεσό
  2. Podobrikhina Oxana, από την Λεμεσό
  3. Tabora Allan, από την Μολδαβία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21 Αυγούστου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορουμένους 1 & 2: κος Βασιλείου Για κατηγορουμένη: κος Χριστοδουλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορουμένη 2 κατάγεται από την Ρωσία και είναι κοινά αποδεκτό ότι είναι η μοναδική διευθύντρια της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, η οποία διατηρεί υποστατικό με με την ίδια επωνυμία στην Λεμεσό. Αντιμετωπίζουν και οι δύο κατηγορία για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των διατάξεων του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, οι δύο πρώτες κατηγορούμενες στις 23.7.2009 στην Λεμεσό, εργοδότησαν την αλλοδαπή κατηγορουμένη 3 χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Η κατηγορουμένη 3 που κατάγεται από την Μολδαβία, αντιμετωπίζει τις υπόλοιπες 3 κατηγορίες. Έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες 2 & 3 που αφορούν τα αδικήματα της εσόδου στην Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο αερολιμένα και της παράνομης διαμονής στην Δημοκρατία ενώ δήλωσε μη παραδοχή στην 4η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης της από τις κατηγορούμενες 1 &
  4. Η θέση της αστυνομίας όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία, είναι ότι το επίδικο υποστατικό ήταν κομμωτήριο και η κατηγορουμένη 3 εργοδοτείτο εκεί χωρίς να εξασφαλίσει άδεια από τις αρμόδιες αρχές. Αντιθέτως, η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκόμισε στο Δικαστήριο, είναι ότι το υποστατικό δεν παρείχε υπηρεσίες κομμωτηρίου αλλά λειτουργούσε ως σαλόνι ομορφιάς και ότι η κατηγορουμένη 3 βρισκόταν στο μέρος για επίσκεψη αφού είναι φίλη και πελάτιδα της κατηγορουμένης
  5. Μαρτυρία Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η καταγραφή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση μπορεί να γίνει εάν και εφόσον κριθεί αναγκαίο, στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Γ/Αστ. 4597 Κλειώ Δαμιανού της Υ.Α.Μ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 1), στις 23.7.2009 λήφθηκε πληροφορία στα γραφεία της ΥΑΜ ότι σε κομμωτήριο που βρίσκεται στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη αρ. 2, εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαπά πρόσωπα. Μετέβη στην περιοχή γύρω στις 13.30 μαζί με τον Λοχ. 4702 όπου έθεσαν το υποστατικό υπό παρακολούθηση. Σε διάστημα 15 περίπου λεπτών, αντιλήφθηκαν από τους υαλοπίνακες της κυρίας εσόδου δύο κοπέλες να κινούνται στο εσωτερικό του κομμωτηρίου. Στην συνέχεια, εισήλθαν στο υποστατικό όπου αντιλήφθηκαν δύο κοπέλες. Η πρώτη καθόταν στο σαλόνι και η δεύτερη τους υποδέχθηκε όρθια. Επειδή ήταν Πέμπτη και τα κομμωτήρια κανονικά έπρεπε να είναι κλειστά, η μάρτυρας ρώτησε αν ήταν το κομμωτήριο ανοικτό. Η κοπέλα που καθόταν στο σαλόνι, απάντησε ότι ήταν ανοικτό ενώ η άλλη κοπέλα της υπέδειξε κάθισμα κομμωτηρίου για να καθίσει και πήρε μανδύα κομμωτηρίου για να της τον φορέσει. Τότε η μάρτυρας απεκάλυψε την αστυνομική της ταυτότητα και στις δύο κοπέλες και ζήτησε τα στοιχεία τους για έλεγχο. Η κοπέλα που τους υποδέχθηκε, ήταν η κατηγορουμένη
  6. Ανέφερε ότι κατάγεται από την Μολδαβία και ότι αφίχθηκε στην Κύπρο από τα κατεχόμενα πριν ένα περίπου μήνα. Η κοπέλα που καθόταν στο σαλόνι, ήταν η κατηγορουμένη
  7. Της ανέφερε ότι είναι η ιδιοκτήτρια του κομμωτηρίου. Η κατηγορουμένη 3 συνελήφθη αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στον Νόμο στην Αγγλική γλώσσα για τα αδικήματα της παράνομης εισόδου, παραμονής και απασχόλησης στην Δημοκρατία. Περαιτέρω έρευνα, κατέδειξε ότι η κατηγορουμένη 2 κατάγεται από την Ρωσία και βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο. Της επιστήθηκε η προσοχή για την διάπραξη των αυτόφωρων αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού και διατήρησης κομμωτηρίου κατά παράβαση των όρων λειτουργίας. Απάντησε ότι άνοιξε για να της φέρουν ένα μηχάνημα από την Λευκωσία. Μεταφέρθηκαν και οι δύο στο τμήμα μικροπαραβάσεων Λεμεσού όπου παρεδόθησαν στην Γ/Αστ. 3708 για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την παρακολούθηση του χώρου, είδαν κάποιο άτομο να εισέρχεται στο υποστατικό και να βγαίνει πριν την δική τους είσοδο. Ανέφερε επίσης ότι με την είσοδο τους στο κομμωτήριο, είδαν πλην των δύο κατηγορουμένων ακόμα μια κοπέλα η οποία καθόταν στον καναπέ μαζί με την κατηγορουμένη
  8. Επίσης, σε μεταγενέστερο στάδιο έφτασε και ο γιός της κατηγορουμένης
  9. Ανέφερε περαιτέρω ότι η κατηγορουμένη 3 καθόταν πιο μπροστά από τις υπόλοιπες σε χώρο που έμοιαζε να είναι υποδοχής. Επανέλαβε ότι η κατηγορουμένη 3 της υπέδειξε κάθισμα για να καθίσει και κρατούσε ένα μανδύα κομμωτηρίου για να την εξυπηρετήσει. Προηγουμένως, η ιδιοκτήτρια του κομμωτηρίου κατηγορουμένη 2, της είχε αναφέρει στα Ελληνικά ότι το κομμωτήριο είναι ανοικτό. Ο λόγος που δεν της φόρεσε τον μανδύα ήταν γιατί η μάρτυρας πρόλαβε να επιδείξει την ταυτότητα της. Η μάρτυρας αρνήθηκε υποβολές ότι η κατηγορουμένη 2 της ανέφερε ότι το κατάστημα δεν εργαζόταν εκείνη την ώρα και ότι δεν πρόκειται περί κομμωτηρίου. Δεν είδε την κατηγορουμένη 3 να εργάζεται ως κομμώτρια σε άλλο πελάτη αλλά επέμενε ότι κρατούσε τον μανδύα και προθυμοποιήθηκε να της τον φορέσει αφού της υπέδειξε καρέκλα κομμωτηρίου. Εξάλλου δεν υπήρχε άλλος πελάτης εκείνη την στιγμή στο κομμωτήριο. Θεώρησε τις κινήσεις αυτές αρκετές ως προς την διαπίστωση της ότι η κατηγορουμένη 3 εργαζόταν στον χώρο και ως εκ τούτου δεν την άφησε να της φορέσει τον μανδύα και να εργαστεί στα μαλλιά της. Όταν της επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο η κατηγορουμένη 3 δεν απάντησε οτιδήποτε. Όταν της ζητήθηκαν τα στοιχεία της, έδωσε μόνο το όνομα και επίθετο της στην μάρτυρα. Η κατηγορουμένη 2 όμως, της εξήγησε στα Ρωσικά ποιοι ήταν και τι ζητούσαν. Αρνήθηκε επίσης υποβολές ότι η κατηγορουμένη 2 της ανέφερε ότι η κατηγορουμένη 3 ήταν πελάτισσα της. Στην συνέχεια κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους, οι καταθέσεις της Γ/Αστ. 3708 που ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης (τεκμ. 2) και του μεταφραστή Χάρπα που βοήθησε την πιο πάνω αστυφύλακα στην λήψη καταθέσεων από τις κατηγορούμενες 2 & 3 (τεκμ. 3). Για σκοπούς λήψης και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους, κατατέθηκαν και οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 2 & 3 (τεκμ. 4 & 5). Τέλος, δηλώθηκε από τις δύο πλευρές και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός ότι η κατηγορουμένη 2 είναι η μοναδική διευθύντρια της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την αστυνομία, οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, οι κατηγορούμενες 2 & 3 επέλεξαν να δώσουν ένορκη μαρτυρία. Η κατηγορουμένη 2 ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτρια της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Το υποστατικό της παρέχει όπως είπε υπηρεσίες σαλονιού ομορφιάς (beauty salon) αλλά όχι κομμωτηρίου. Εργάζεται αποκλειστικά η ίδια χωρίς υπαλλήλους και ασχολείται κυρίως με καθαρισμούς προσώπου, αποτριχώσεις, μανικιούρ, πεντικιούρ κ.α. Στις 23.7.2007 δεν εργαζόταν. Άνοιξε το υποστατικό γιατί περίμενε ένα υπάλληλο αντιπροσωπείας από την Λευκωσία για να της εξηγήσει τον τρόπο λειτουργίας ενός μηχανήματος. Ταυτόχρονα κάλεσε και δύο φίλες της μεταξύ των οποίων και την κατηγορουμένη 3 για να πιούν καφέ. Την κατηγορουμένη 3, την γνώρισε πριν ένα περίπου μήνα ενώ την άλλη κοπέλα την ξέρει εδώ και ένα περίπου χρόνο. Η κατηγορουμένη 3 καθόταν σε καναπέ κοντά στην πόρτα εισόδου λίγο πιο μακριά τους. Αυτό γιατί η κατηγορουμένη 3 δεν κάπνιζε και ήθελε να αποφύγει τον καπνό από τα τσιγάρα των δύο άλλων κοπέλων που κάπνιζαν. Σε κάποιο στάδιο, εισήλθαν στο υποστατικό με πολιτικά ένας κύριος με μια κυρία και ρώτησαν αν είναι ανοικτοί. Η μάρτυρας απάντησε αρνητικά και τότε τους ενημέρωσαν ότι είναι από το τμήμα αλλοδαπών και ζήτησαν να τους παρουσιάσουν τα χαρτιά τους. Επειδή οι άλλες δύο κοπέλες δεν μιλούν ούτε Αγγλικά ούτε Ελληνικά, η μάρτυρας έκανε προσπάθεια να μεταφράσει. Αντεξεταζόμενη, επέμενε ότι δεν παρέχει καθόλου υπηρεσίες κομμωτηρίου. Η αστυνομικός δεν τους ανέφερε ότι ήθελε να κτενιστεί. Ρώτησε απλά αν είναι ανοικτή και η μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Η κατηγορουμένη 3 που καθόταν κοντά στην πόρτα, σηκώθηκε και τους προσκάλεσε να κάτσουν στον καναπέ. Το έκανε αυτό γιατί πολύ πιθανόν να θεώρησε ότι ήθελαν να κλείσουν ραντεβού για άλλη μέρα. Αρνήθηκε όμως ότι η κατηγορουμένη 3 εργαζόταν στο μέρος ή ότι έπιασε στα χέρια της οποιαδήποτε ποδιά. Οι ποδιές που υπάρχουν στο υποστατικό δεν είναι κομμωτηρίου κατά την μάρτυρα αλλά τις χρησιμοποιεί η ίδια όταν κάνει μανικιούρ σε πελάτιδες. Αρνήθηκε επίσης ότι εργοδοτεί υπαλλήλους στο υποστατικό της. Δεν έχει πολύ πελατεία και τα έσοδα της φτάνουν όπως είπε μόλις για να καλύπτουν τα έξοδα της μικροεπιχείρησης της. Η κατηγορουμένη 3 στην δική της μαρτυρία, ανέφερε ότι έφτασε στην Κύπρο πριν ένα μήνα και διαμένει μαζί με τον φίλο της ονόματι Alex. Στην Μολδαβία ήταν ράπτρια αλλά στην Κύπρο δεν εργάζεται και την συντηρεί ο φίλος της. Γνώρισε την κατηγορουμένη 2 μέσω της αδελφής της που είναι πελάτιδα της. Πήγε και η ίδια στο υποστατικό τρεις φορές ως πελάτιδα και έγιναν φίλες. Στις επισκέψεις της δεν πρόσεξε κανένα μανδύα στο υποστατικό. Στις 23.7.2009 της τηλεφώνησε η κατηγορουμένη 2 να περάσει από το κατάστημα για να της δείξει ένα καινούργιο μηχάνημα. Στο μέρος ήταν και μια άλλη κοπέλα και ο γιός της κατηγορουμένης
  10. Κάθισε δίπλα από την πόρτα γιατί δεν καπνίζει ενώ οι δύο άλλες κοπέλες κάπνιζαν. Σε κάποιο στάδιο, εισήλθαν στο κατάστημα δύο άτομα και συνομιλούσαν με την κατηγορουμένη
  11. Αμέσως σηκώθηκε και τους έκανε νόημα να καθίσουν στον καναπέ θεωρώντας ότι ήρθαν για το μηχάνημα. Μιλούσαν μόνο με την κατηγορουμένη 2, η οποία της είπε ότι είναι του τμήματος αλλοδαπών και ζητούσαν τα στοιχεία τους. Στην συνέχεια τις μετέφεραν στον αστυνομικό σταθμό. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι πρότεινε στην Μ.Κ. 1 να καθίσει υποδεικνύοντας της καρέκλα. Αρνήθηκε επίσης ότι πήρε τον μανδύα στα χέρια της με πρόθεση να τον φορέσει στην Μ.Κ.
  12. Επέμενε ότι της πρότεινε να καθίσει στο καθιστικό, θεωρώντας ότι ήταν της αντιπροσωπίας για το καινούργιο μηχάνημα. Ως Μ.Υ. 1 κατέθεσε η Labor Kutas. Κατάγεται από την Ουκρανία και διαμένει τα τελευταία 2,5 χρόνια στην Κύπρο με το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα. Γνωρίζει την κατηγορουμένη 2 εδώ και ένα περίπου χρόνο αφού είναι πελάτιδα και φίλη της. Στις 23.7.2009 πήγε στο κατάστημα γύρω στο μεσημέρι όταν η κατηγορουμένη 2, την κάλεσε για καφέ. Εκεί ήταν και ο γιός της κατηγορουμένης 2 και στην συνέχεια ήλθε και η κατηγορουμένη 3 την οποία δεν γνώριζε. Την είχε όμως δει στο κατάστημα μια με δύο φορές όταν πήγε για θεραπεία. Διευκρίνησε ότι δεν την είδε να εργάζεται στο μέρος και ανέφερε ότι ίσως να βρισκόταν εκεί ως πελάτιδα. Στην συνέχεια αναφέρθηκε στην είσοδο των δύο αστυνομικών στο μέρος και στην κατ' ισχυρισμό πρόσκληση εκ μέρους της κατηγορουμένης 3 προς αυτούς για να καθίσουν. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι κατά τις επισκέψεις της στο υποστατικό ως πελάτιδα, έβλεπε την κατηγορουμένη 3 να κινείται στον χώρο. Για να διευκρινίσει στην συνέχεια ότι πρόσεξε να είναι και αυτή πελάτιδα και συγκεκριμένα να κάνει μανικιούρ. Η μάρτυρας αρνήθηκε υποβολές της δημόσιας κατηγόρου ότι η κατηγορουμένη 3 εργαζόταν στο υποστατικό και ότι υπέδειξε στην Μ.Κ.1 καρέκλα κομμωτηρίου ή ότι προθυμοποιήθηκε να της φορέσει μανδύα κομμωτηρίου. Ισχυρίστηκε ότι απλά τους υπέδειξε να καθίσουν στον καναπέ που βρίσκονταν και οι υπόλοιποι. Αγορεύσεις. Ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 & 2 στην τελική του αγόρευση, αναφέρθηκε στην δοθείσα μαρτυρία και εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο αποδεχθεί την εκδοχή της υπεράσπισης ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρθηκε επίσης στην παράλειψη της αστυνομίας να πάρε καταθέσεις από τον αστυνομικό που συνόδευε την Μ.Κ. 1 αλλά και την Μ.Υ.1 που επίσης βρισκόταν στον χώρο. Επιπλέον, ήταν η θέση του κου Βασιλείου ότι δεν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα ακόμη και στην περίπτωση που η εκδοχή της αστυνομίας γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η Μ.Κ.1 παραδέχθηκε ότι δεν είδε την κατηγορουμένη 3 να εργάζεται στο κομμωτήριο αλλά απλώς πήρε τον μανδύα στα χέρια της. Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν συνιστά εργοδότηση. Αυτό θα γινόταν κατά τον συνήγορο μόνο στην περίπτωση που η Μ.Κ.1 καθόταν στην καρέκλα και η κατηγορουμένη 3 της φορούσε τον μανδύα κάτι που δεν προκύπτει από την μαρτυρία. Ο συνήγορος υπεράσπισης διερωτήθηκε μάλιστα γιατί η Μ.Κ.1 δεν άφησε την κατηγορουμένη 3 να της φορέσει τον μανδύα και μετά να την συλλάβει. Ερωτήματα προκύπτουν κατά τον συνήγορο και από το γεγονός ότι οι δύο πρώτες κατηγορούμενες δεν κατηγορήθηκαν για το αδίκημα της λειτουργίας κομμωτηρίου κατά παράβαση της απαγόρευσης λειτουργίας των υποστατικών αυτών τις Πέμπτες. Δημιουργούνται με τον τρόπο αυτό εύλογες αμφιβολίες κατά τον συνήγορο ως προς την διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, αμφιβολίες που πρέπει να προσμετρήσουν υπέρ των κατηγορουμένων. Ο συνήγορος της κατηγορουμένης 3 ισχυρίστηκε ότι δεν προσκομίστηκε οιαδήποτε μαρτυρία ότι το επίδικο υποστατικό λειτουργεί ως κομμωτήριο. Ούτε έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορουμένη 3 εργαζόταν σε αυτό. Η απλή υπόδειξη σε κάποιον να καθίσει, αποτελεί κατά τον συνήγορο περισσότερο πράξη ευγένειας παρά ανάληψη εργασίας. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην παράλειψη της αστυνομίας να κατάσχει τον κατ' ισχυρισμό μανδύα με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία που αφορούν την υπόθεση και να δημιουργούνται έτσι εύλογες αμφιβολίες ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων. Η δημόσια κατήγορος στην δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι η Μ.Κ.1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η εκδοχή της θα πρέπει ως εκ τούτου να γίνει αποδεκτή. Αναφερόμενη σε σχετική νομολογία, ισχυρίστηκε ότι οι πράξεις της κατηγορουμένης 3 αποτελούν ανάληψη εργασίας εν τη εννοία του νόμου. Όσον αφορά την μαρτυρία που προσκόμισε η υπεράσπιση, η συνήγορος αναφέρθηκε σε κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις οι οποίες καταδεικνύουν ότι η εκδοχή που προβλήθηκε, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις που δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Βασικός μάρτυρας κατηγορίας ήταν η Μ.Κ.
  13. Λόγω της σπουδαιότητας της μαρτυρίας της, παρακολούθησα πολύ προσεκτικά την μάρτυρα αυτή ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, εστιάζοντας κυρίως στις αντιδράσεις της κατά την αντεξέταση και γενικότερα στον τρόπο με τον οποίο απαντούσε τις ερωτήσεις που της ετίθεντο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Μ.Κ.1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε με περισσή λεπτομέρεια στα γεγονότα που συνέβησαν από την στιγμή που το μέρος τέθηκε υπό παρακολούθηση μέχρι και την τελική σύλληψη των κατηγορουμένων. Η Μ.Κ.1 ήταν επιπλέον ιδιαίτερα πειστική χωρίς να κλονιστεί καθόλου στην αντεξέταση ως προς την θέση της ότι η κατηγορουμένη 2 τους είπε ότι είναι ανοικτοί και ότι η κατηγορουμένη 3, τους υποδέχθηκε στο υποστατικό και κρατώντας ένα μανδύα κομμωτηρίου, της υπέδειξε να καθίσει σε καρέκλα που χρησιμοποιείται για σκοπούς υπηρεσιών κομμωτηρίου. Το γεγονός ότι δεν κατατέθηκε ο μανδύας ως τεκμήριο καθώς και η απουσία καταθέσεων από τον άλλο αστυνομικό και την Μ.Υ.1 δεν είναι ικανά στοιχεία για να κλονίσουν την καλή εντύπωση που η Μ.Κ.1 έκανε στο Δικαστήριο. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση ότι η ύπαρξη του μανδύα είναι επινόηση της Μ.Κ.1 για σκοπούς καταδίκης των κατηγορουμένων επειδή το αντικείμενο αυτό δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε η Μ.Κ.1 είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Δεν μπορώ να πω το ίδιο και για τις κατηγορούμενες 2 &
  14. Η εντύπωση που μου έκαναν είναι ότι η μαρτυρία τους αποσκοπούσε περισσότερο στο να ενισχύσουν την δική τους εκδοχή για τα γεγονότα παρά το να πουν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια τους δε αυτή, υπέπεσαν σε αντιφάσεις που κρίνονται ως καθοριστικές στην κρίση της αξιοπιστίας τους. Η κατηγορουμένη 2 ανέφερε στην μαρτυρία της ότι το υποστατικό δεν λειτουργεί ως κομμωτήριο παρά το γεγονός ότι στην κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ.4), αναφέρεται η επιχείρηση της ως κομμωτήριο. Όταν της επισημάνθηκε αυτή η αντίφαση, η κατηγορουμένη 2 επικαλέστηκε λάθος του μεταφραστή. Δεν ήταν όμως ιδιαίτερα πειστική ως προς τούτο αφού δέχθηκε στην συνέχεια εισήγηση της κατηγόρου ότι η κατάθεση της διαβάστηκε και την υπέγραψε ως ορθή. Ούτε η δικαιολογία ότι ήταν κουρασμένη δεν κρίνεται ως ικανοποιητική. Αντιθέτως, η εντύπωση που έδωσε ήταν ότι οι πιο πάνω θέσεις αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της κατηγορουμένης 2 προκειμένου να απορριφθεί η εκδοχή της Μ.Κ. 1 για τον μανδύα και την καρέκλα κομμωτηρίου. Εξ' άλλου πρέπει να σημειωθεί ότι επί του προκειμένου, η κατηγορουμένη 2 ανέφερε κατηγορηματικά στην κυρίως εξέταση της ότι είπε στους δύο αστυνομικούς όταν ρωτήθηκε ότι το κατάστημα ήταν κλειστό. Επέμενε μάλιστα στην θέση της αυτή και κατά την αντεξέταση παρά της περί του αντιθέτου υποβολές της δημόσιας κατηγόρου. Τα ίδια ανέφερε και στην κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 4). Εάν όμως όντως το υποστατικό δεν λειτουργούσε και ως κομμωτήριο, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να μην εργάζεται την συγκεκριμένη μέρα που ήταν Πέμπτη. Η απαγόρευση της εργασίας τις Πέμπτες περιορίζεται σύμφωνα με τους οικείους κανονισμούς μόνο στα κομμωτήρια και δεν επεκτείνεται και στα σαλόνια ομορφιάς ή στα ούτω καλούμενα ινστιτούτα αισθητικής. Αν λοιπόν το επίδικο υποστατικό ήταν αποκλειστικά ινστιτούτο αισθητικής όπως ανεπιτυχώς προσπάθησε να πείσει η υπεράσπιση δεν θα υπήρχε κανένας λόγος για την κατηγορουμένη 2 να επιμένει μέχρι τέλους ότι την συγκεκριμένη μέρα ήταν κλειστή. Αντιθέτως, η θέση της αυτή, καταδεικνύει κατά την άποψη μου ότι το επίδικο υποστατικό λειτουργεί και ως κομμωτήριο όπως αναφέρει και στην κατάθεση της και ότι η αλλαγή στην θέση της επί του προκειμένου αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις για να ενισχύσει την εκδοχή της περί μη εργοδότησης της κατηγορουμένης
  15. Αλλά ούτε και η θέση ότι η κατηγορουμένη 3 καθόταν μπροστά στην πόρτα επειδή δεν κάπνιζε, βρίσκει έρεισμα στην λογική. Ο χώρος του υποστατικού όπως περιγράφηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν τέτοιος που οπωσδήποτε το κάπνισμα θα ενοχλούσε κάποιον που ενοχλείται έστω και αν καθόταν κοντά στην πόρτα που ούτως άλλως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ήταν ανοικτή. Να σημειωθεί ότι η μαρτυρία της υπεράσπισης υποστήριξε ότι η κατηγορουμένη 3 προσκλήθηκε στο μέρος για να πιεί καφέ με τις φίλη της κατηγορουμένη 2 κάτι που δεν μπορούσε να γίνει αν κάθονταν σε διαφορετικά μέρη του καταστήματος. Το ίδιο ισχύει και για την θέση της κατηγορουμένης 2 ότι η κατηγορουμένη 3 προσκάλεσε τους αστυνομικούς να καθίσουν επειδή πιθανόν να θεώρησε ότι ήταν τα πρόσωπα της αντιπροσωπίας από την Λευκωσία. Δεν εξηγήθηκε με λογικά επιχειρήματα γιατί να θεωρήσει κάτι τέτοιο και γιατί θα έπρεπε η ίδια να προθυμοποιηθεί να τους προσκαλέσει να καθίσουν και να μην το πράξει αυτό η ιδιοκτήτρια. Η ίδια εξάλλου η κατηγορουμένη στην κατάθεση της (τεκμ.4), αναφέρει ότι προτού έλθουν οι αστυνομικοί στο κατάστημα, άνθρωπος της εταιρείας ονόματι Βαγγέλης την είχε ήδη επισκεφθεί και της εξήγησε την λειτουργία του μηχανήματος. Αυτό μάλιστα σε αντίθεση με το τι ανέφερε στην αντεξέταση της όπου προσπαθώντας να πείσει ότι ήταν κλειστή, ισχυρίστηκε ότι κανένας δεν εισήλθε στο κατάστημα πριν από τους αστυνομικούς. Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε η κατηγορουμένη 2 είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία της απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Τα ίδια ισχύουν και για την κατηγορουμένη
  16. Ισχυρίστηκε ότι της τηλεφώνησε η κατηγορουμένη 2 για να μεταβεί στο κατάστημα προκειμένου να δει τον τρόπο λειτουργίας του νέου μηχανήματος. Δεν εξήγησε όμως με λογικά επιχειρήματα γιατί θα έπρεπε να μάθει τον τρόπο λειτουργίας του μηχανήματος αφού δεν εργαζόταν στο υποστατικό αυτό και ήταν απλή πελάτιδα που επισκέφθηκε μόνο τρεις φορές την επιχείρηση για σκοπούς θεραπείας. Ούτε βέβαια ήταν ιδιαίτερα πειστική ότι κατάφερε μέσα σε διάστημα ενός μηνός που ήταν στην Κύπρο να γίνει φίλη με την κατηγορουμένη 2 σε τέτοιο σημείο ώστε να την καλεί για καφέ προκειμένου να της δείξει τα καινούργια της μηχανήματα. Την ίδια κακή εντύπωση μου έκανε και η Μ.Υ.
  17. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορουμένη 3 δεν εργαζόταν στο επίδικο υποστατικό. Παρόλα αυτά την είδε σε αυτό όσες φορές το επισκέφθηκε τον τελευταίο μήνα. Και ενώ αρχικά είπε ότι απλά την είδε να περιφέρεται στο κατάστημα, στην συνέχεια ανέφερε ότι υπέθεσε ότι πιθανόν να ήταν πελάτιδα. Για να καταθέσει στην αντεξέταση ότι ήταν σίγουρη ότι ήταν πελάτιδα αφού την είδε να κάνει μανικιούρ. Η εντύπωση που μου έδωσε η Μ.Υ, είναι ότι η μαρτυρία της αποσκοπούσε αποκλειστικά στο να ενισχύσει την εκδοχή των κατηγορουμένων παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της ως εκ τούτου, απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Η κατηγορουμένη 1, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη με μοναδική διευθύντρια την κατηγορουμένη
  18. Διατηρεί υποστατικό στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη 2 στην περιοχή Νεάπολης με την ονομασία Oxana Beauty Salon. Στις 23.7.2009 γύρω στις 13.30, η Γ/Αστ. 4597 της Υ.Α.Μ Λεμεσού (Μ.Κ.1), μετέβη στο πιο πάνω μέρος μαζί με τον Λοχ. 4702 μετά από πληροφορία ότι στο εν λόγω υποστατικό, εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαπά πρόσωπα. Έθεσαν το υποστατικό υπό παρακολούθηση και σε διάστημα 15 περίπου λεπτών, αντιλήφθηκαν από τους υαλοπίνακες της κυρίας εσόδου, δύο κοπέλες να κινούνται στο εσωτερικό του κομμωτηρίου. Στην συνέχεια, εισήλθαν στο υποστατικό και είδαν την κατηγορούμενη 2 να κάθεται στο σαλόνι ενώ η κατηγορουμένη 3 τους υποδέχθηκε όρθια. Η Μ.Κ.1 ρώτησε αν ήταν ανοικτοί. Η κατηγορουμένη 2 απάντησε θετικά και η κατηγορουμένη 3, της υπέδειξε κάθισμα κομμωτηρίου για να καθίσει και πήρε μανδύα κομμωτηρίου για να της τον φορέσει. Τότε η Μ.Κ.1 απεκάλυψε την αστυνομική της ταυτότητα και ζήτησε τα στοιχεία των κατηγορουμένων για έλεγχο. Η κατηγορουμένη 3 ανέφερε ότι κατάγεται από την Μολδαβία και αφίχθηκε στην Κύπρο από τα κατεχόμενα. Η κατηγορουμένη 2, της ανέφερε ότι είναι η ιδιοκτήτρια του κομμωτηρίου. Η κατηγορουμένη 3 συνελήφθη για τα αδικήματα της παράνομης εισόδου, παραμονής και απασχόλησης στην Δημοκρατία. Περαιτέρω έρευνα, κατέδειξε ότι η κατηγορουμένη 2 κατάγεται από την Ρωσία και βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο. Της επιστήθηκε η προσοχή για την διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού και διατήρησης κομμωτηρίου κατά παράβαση των όρων λειτουργίας. Απάντησε ότι άνοιξε για να της φέρουν ένα μηχάνημα από την Λευκωσία. Οι κατηγορούμενες μεταφέρθηκαν στο τμήμα μικροπαραβάσεων Λεμεσού όπου για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Η Γ/Αστ. 3708, πήρε καταθέσεις και από τις δύο κατηγορούμενες, οι οποίες αρνήθηκαν ότι η κατηγορουμένη 3 εργαζόταν στο υποστατικό της κατηγορουμένης
  19. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα. Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 & 2 για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Κεφ. 105 που έχει ως ακολούθως: 14Β.—

(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Στοιχειοθέτηση του αδικήματος σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, προϋποθέτει την απόδειξη των πιο κάτω στοιχείων.
  1. Την εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο με την έννοια που προσδίδει στο όρο "εργοδότηση" το Κεφ. 105 και η νομολογία.
  2. Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
  3. Να μην έχει εξασφαλιστεί, η απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Η 4η κατηγορία για αποδοχή απασχόλησης από αλλοδαπό που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη 3, εδράζεται στο άρθρο 19.1 (Κ) του Κεφ. 105 που έχει ως ακολούθως: 19
(1)"πρόσωπο το οποίο- (κ) αν και είναι κάτοχος αδείας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει των Κανονισμού 11 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών είναι ένοχο ποινικού αδικήματος........." Από την παράθεση της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αποδοχής απασχόλησης εκ μέρους αλλοδαπού, είναι τα πιο κάτω:
  1. Ο κατηγορούμενος να είναι αλλοδαπός.
  2. Ο κατηγορούμενος να ανέλαβε οποιοδήποτε είδος εργασίας.
  3. Ο κατηγορούμενος να μην είναι κάτοχος της απαιτούμενης άδειας εργασίας. Θα εξετάσω στην συνέχεια αν με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ο εργοδοτούμενος να είναι αλλοδαπός. Αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Στην παρούσα υπόθεση, είναι παραδεκτό από την υπεράσπιση ότι η κατηγορουμένη 3 είναι αλλοδαπή από την Μολδαβία, η οποία μάλιστα παραδέχθηκε ενοχή στο αδίκημα της παράνομης εισόδου και παραμονής στην Δημοκρατία. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στοιχειοθετείται το πιο πάνω συστατικό στοιχείο. Ο αλλοδαπός να ανέλαβε οποιοδήποτε είδος εργασίας για τον εργοδότη. Σε υποθέσεις όμως όπως η παρούσα που αφορούν αδικήματα παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου με την αυστηρή έννοια που δίδει στο όρο το αστικό δίκαιο. Αξιόποινη σύμφωνα με τον Κεφ 105, είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Από την φύση της, η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες και ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη, επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι το μόνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο κατηγορούμενος προέβαινε σε πράξεις οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης, στενός έλεγχος από εργοδότη ή η καταβολή ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161, που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Επιπλέον στην υπόθεση Sea Island v. Κ.Ο.Τ
(1995)2 Α.Α.Δ 196, αναφέρεται στην σελ. 204, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού ως παράδειγμα αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Στη παρούσα υπόθεση, η απασχόληση της κατηγορουμένης 3 με την υποδοχή της Μ.Κ.1 και την απόπειρα να της φορέσει μανδύα κομμωτηρίου, αποτελεί κατά την κρίση μου ανάληψη εργασίας με την έννοια που καθορίζει το άρθρο 19Κ του Κεφ. 105. Δεν έχει σημασία αν η κατηγορούμενη 3 εργαζόταν επί τακτικής και οργανωμένης βάσης ή αν δούλευε επί δοκιμαστικής βάσης ή ακόμα αν πήγε εκεί για να πιεί καφέ και στην πορεία αποφάσισε να βοηθήσει την κατηγορουμένη 2 στην εργασία της. Σημασία έχει ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, η κατηγορουμένη 3 ανέλαβε εργασία στο υποστατικό, με το να υποδεχθεί την Μ.Κ.1, να της υποδείξει σε ποια καρέκλα κομμωτηρίου να καθίσει και να επιχειρήσει να της φορέσει μανδύα κομμωτηρίου. Ο αλλοδαπός να μην είναι κάτοχος της απαιτούμενης άδειας Πρόκειται για συστατικό στοιχείο που δεν οφείλει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά που πρέπει να καταρρίψει η υπεράσπιση. Δηλαδή το βάρος είναι στους ώμους του κατηγορουμένου να αποδείξει ότι κατείχε την απαιτούμενη από τον Νόμο ή Κανονισμούς άδεια (βλ. κατ' αναλογία John v. Humphreys
(1955)1 All E.R 793, Ηλιάδης, "το Δίκαιο της Απόδειξης", σελ.72 και Ζυπιτής v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι βέβαια παραδεκτό πως η κατηγορουμένη 2 δεν είχε εξασφαλίσει άδεια για να εργοδοτήσει την κατηγορουμένη 3 στο υπό κρίση υποστατικό. Έτσι τεκμηριώνεται και αυτό το συστατικό στοιχείο. Να σημειώσω βέβαια ότι τα συστατικά στοιχεία του ότι η κατηγορουμένη 3 ήταν αλλοδαπή και ότι δεν είχε άδεια εργασίας για το επίδικο υποστατικό, είναι παραδεκτά από την υπεράσπιση. Αυτό που προβλήθηκε, είναι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης, θέση που δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της. Οι κατηγορούμενοι 1 & 2 κρίνονται ένοχοι στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζουν για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού. Ομοίως η κατηγορουμένη 3, κρίνεται ένοχη στην 4η κατηγορία για ανάληψη εργασίας στο υποστατικών των κατηγορουμένων 1 & 2 χωρίς της απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.