← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Θεόδουλος Παπαβασιλείου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4701/09, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Θεόδουλος Παπαβασιλείου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4701/09, 2 Σεπτεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B134 Αρ. Υπόθεσης: 4701/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Θεόδουλος Παπαβασιλείου, από την Λεμεσό
  2. Χαράλαμπος Μαρκαντώνης, από την Λεμεσό
  3. Αντώνης Πολυκάρπου, από την Λεμεσό
  4. Μάριος Χριστοδούλου, από την Λεμεσό Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2 Σεπτεμβρίου
  5. Για την αστυνομία: κος Αργυρού Για κατηγορούμενο 1: κος Χατζηλοΐζου με κο Μάριο Ηλία Για κατηγορούμενο 2: κος Ρ. Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος 3: Εμφανίζεται προσωπικά Για κατηγορούμενο 4: κος Α. Χαραλάμπους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι τέσσερεις κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού, τις έξη πρώτες κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, απαίτησης περιουσίας με απειλές καθώς και αδικήματα συγκάλυψης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι με σκοπό κλοπής διάφορων χρηματικών ποσών, απαίτησαν από τρεις αλλοδαπούς τα πιο πάνω ποσά με απειλές. Οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι είναι αστυνομικοί ενώ ο τέταρτος επαγγέλλεται τον μηχανοδηγό. Το στοιχείο αυτό διαφοροποιεί και τις κατηγορίες που προσάφθηκαν στον 4ο κατηγορούμενο σε σχέση με τους υπολοίπους κατηγορουμένους. Οι τρεις πρώτοι αντιμετωπίζουν επιπλέον τις κατηγορίες 7 έως 61 που αφορούν μεταξύ άλλων, αδικήματα δεκασμού δημόσιου λειτουργού κατά παράβαση του άρθρου 100(α) του Ποινικού Κώδικα, κατάχρησης εξουσίας κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, απόσπασης από δημόσιο λειτουργό αμοιβής πέραν του κανονικού μισθού του κατά παράβαση του άρθρου 101 του Ποινικού Κώδικα και απαγωγής κατά παράβαση του άρθρου 250 του Ποινικού Κώδικα. Πριν την έναρξη της διαδικασίας, ο συνήγορος του κατηγορουμένου 4 υπέβαλε στο Δικαστήριο ότι κακώς ο πελάτης του συμπεριλήφθηκε στο παρόν κατηγορητήριο. Εισηγήθηκε συγκεκριμένα ότι δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην παρούσα τα άρθρα 41 (α) & (β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου αφού τα υπό κρίση αδικήματα δεν διαπράχθηκαν με την ίδια πράξη και στηρίζονται επίσης σε διαφορετικά γεγονότα παρότι συνέβησαν την ίδια περίοδο. Ζήτησε ως εκ τούτου τον διαχωρισμό της διαδικασίας για τον πελάτη του, επικαλούμενος τα γενικότερα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Ο συνήγορος σημείωσε επί του προκειμένου ότι ο κατηγορούμενος 4, αντιμετωπίζει από κοινού με τους άλλους κατηγορουμένους μόνο τις πρώτες έξη κατηγορίες ενώ οι υπόλοιπες 55 κατηγορίες αφορούν τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους. Η συμπερίληψη λοιπόν του πελάτη του στον παρόν κατηγορητήριο θα τον αναγκάσει να συμμετάσχει σε μια χρονοβόρα και πολύπλοκη διαδικασία, στην οποία ο ίδιος δεν εμπλέκεται. Ο συνήγορος εισηγήθηκε τέλος ότι ακόμη και στην περίπτωση που ισχύουν στην παρούσα οι πρόνοιες του άρθρου 41, το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να διατάξει τον διαχωρισμό της Δίκης, προς τον σκοπό εξοικονόμησης χρόνου και έχοντας υπόψη τα γενικότερα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Ο δημόσιος κατήγορος στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι έξη πρώτες κατηγορίες, είναι τα ίδια με αυτά των υπολοίπων κατηγοριών. Τα υπό κρίση αδικήματα, συνέβησαν την ίδια χρονική περίοδο και αφορούν στα ίδια γεγονότα. Οι παραπονούμενοι αλλά και οι υπόλοιποι μάρτυρες που θα κληθούν να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ως επί το πλείστον οι ίδιοι σε όλες τις κατηγορίες. Δεν τίθεται ως εκ τούτου θέμα να επιμηκυνθεί η διαδικασία ούτε να εξαναγκαστεί ο 4ος κατηγορούμενος να συμμετάσχει σε Δίκη που δεν τον αφορά. Αντιθέτως, είναι προς όφελος του κατηγορουμένου 4 αλλά και των συμφερόντων της δικαιοσύνης γενικότερα να διεξαχθεί μια μόνο διαδικασία αφού σε αντίθετη περίπτωση θα ακουστούν οι ίδιοι μάρτυρες δύο φορές ενώπιον του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Το άρθρο 41 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155) έχει ως ακολούθως: «Τα ακόλουθα πρόσωπα δύνανται να συμπεριληφθούν στο ίδιο κατηγορητήριο και να δικαστούν μαζί, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει ότι θα δικαστούν ξεχωριστά, δηλαδή πρόσωπα κατηγορούμενα:- (α) για το ίδιο ποινικό αδίκημα (β) για διάφορα ποινικά αδικήματα που έχουν διαπραχθεί κατά την διάρκεια της ίδιας πράξης (γ) για ποινικό αδίκημα και πρόσωπα τα οποία, δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νομοθετήματος, θεωρούνται ότι έχουν μετάσχει στην διάπραξη του ποινικού αυτού αδικήματος (δ) για ποινικό αδίκημα και πρόσωπα κατηγορούμενα για απόπειρα διάπραξης του ποινικού αυτού αδικήματος (ε) για ποινικό αδίκημα που αφορά κλοπή, δόλια κατάχρηση εμπιστοσύνης, δόλια ιδιοποίηση περιουσίας, δόλια παραποίηση λογαριασμών ή δόλιο σφετερισμό και πρόσωπα κατηγορούμενα για αποδοχή ή ανάληψη από τα ίδια του ελέγχου ή της διάθεσης του αντικειμένου του ποινικού αυτού αδικήματος.» Στο σύγγραμμα των Λοΐζου και Πική «Criminal Procedure in Cyprus» στην σελίδα 59 , αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με το άρθρο 41 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και την εξουσία του Δικαστηρίου για διαχωρισμό της Δίκης. «More than one accused may be joined in one charge and may be tried together, provided there is a link between the charges as provided in section 41 of the Criminal Procedure Law, Cap.
  6. Even where the joinder of offenders is made in accordance with the provisions of the aforesaid section, the court is still vested with discretion to order separate trials. The discretion is exercised in the interests of justice to eliminate the possibility of prejudice to any of the accused on account of the joinder.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το Δικαστήριο οφείλει να διαχωρίσει την διαδικασία σε ξεχωριστές Δίκες από την στιγμή που διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι πρόνοιες του άρθρου 41 όπως εκτίθεται ανωτέρω. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που πληρούνται οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να προβεί σε διαχωρισμό της Δίκης αν κρίνει ότι αυτό επιτάσσει το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης και προκειμένου να εξαλείψει την πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων οιουδήποτε κατηγορουμένου (Βλ. επίσης Blackstone's Criminal Practice 2003 p.1289 par.D.1032). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι δεν ευσταθεί η εισήγηση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου 4 ότι η συμπερίληψη του στο παρόν κατηγορητήριο, παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 41 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Ανάγνωση του κατηγορητηρίου, καταδεικνύει ότι καταλογίζεται από την αστυνομία σε όλους τους κατηγορουμένους, η παράνομη πράξη της απαίτησης περιουσίας με απειλές από τρεις αλλοδαπούς. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η συγκεκριμένη πράξη έγινε στις 26.1.2009 (κατηγορίες 1 έως 6). Επιπλέον για την ίδια και όχι για άλλη πράξη, καταλογίζονται στους κατηγορουμένους 1, 2 & 3, αδικήματα δεκασμού δημόσιου λειτουργού, κατάχρησης εξουσίας και απόσπασης αμοιβής από δημόσιο λειτουργό. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι δέχθηκαν από τους πιο πάνω αλλοδαπούς χρηματικά ποσά προκειμένου να μην τους συλλάβουν λόγω της παράνομης διαμονής τους στην Κύπρο και προκειμένου να τους εξασφαλίσουν άδεια παραμονής. Πρόκειται για τα ίδια ποσά που αναφέρονται στις έξη πρώτες κατηγορίες στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και ο 4ος κατηγορούμενος. Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι οι υπό κρίση κατηγορίες, στηρίζονται στα ίδια γεγονότα ως προβλέπει το άρθρο 41(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155). Η προσθήκη επιπλέον κατηγοριών για τους κατηγορουμένους 1, 2 & 3 με εξαίρεση ίσως τις κατηγορίες της απαγωγής, έχει να κάνει με την ιδιότητα τους ως αστυνομικούς και όχι γιατί οι κατηγορίες αυτές στηρίζονται σε διαφορετικά γεγονότα. Η θέση ως εκ τούτου της υπεράσπισης του κατηγορουμένου 4 ότι δεν ισχύουν στην παρούσα οι πρόνοιες του άρθρου 41 του Κεφ. 155, κρίνεται ως ανεδαφική και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Απομένει να εξεταστεί η θέση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας να διατάξει διαχωρισμό της Δίκης έστω και αν έχουν τηρηθεί στην παρούσα υπόθεση οι πρόνοιες του άρθρου
  7. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 4 επικαλέστηκε επί του προκειμένου την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος επιμήκυνση της διαδικασίας και την ως εκ τούτου παραβίαση των δικαιωμάτων του πελάτη του, ο οποίος αντιμετωπίζει μόνο τις έξη πρώτες κατηγορίες. Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος 4 δεν αντιμετωπίζει από μόνος τους τις έξη πρώτες κατηγορίες αλλά από κοινού με τους υπολοίπους κατηγορουμένους. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι κατηγορίες είναι τα ίδια και σύμφωνα με το κατηγορητήριο επεσυνέβησαν την ίδια ημερομηνία. Υπό τας περιστάσεις, διαχωρισμός της Δίκης όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης αλλά αντίθετα θα επιβάρυνε την διαδικασία αφού το Δικαστήριο θα έπρεπε με άλλη σύνθεση βέβαια να ακούσει και αξιολογήσει δύο φορές τους ίδιους μάρτυρες. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι η εισήγηση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου 4 για διαχωρισμό της Δίκης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.