← Κύπρος

DMP MP CO LTD ν. Παντελίδη Θεοφάνη Κλέονα, Αρ. Υποθ.: 12019/08, 21 Σεπτεμβρίου, 2009

DMP MP CO LTD ν. Παντελίδη Θεοφάνη Κλέονα, Αρ. Υποθ.: 12019/08, 21 Σεπτεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 12019/08 D.M.P. & M.P. CO LTD εναντίον Παντελίδη Θεοφάνη Κλέονα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ. Ιωάννου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Χαραλαμπίδης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες για την πρόκληση μη εξόφλησης επιταγών χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση των άρθρων 305Α

(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως αυτός τροποποιήθηκε από τους Νόμους 186/86, 36
(1)/97, 25(Ι)/03 και 164(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 15.4.08 και 30.4.08 εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος των παραπονουμένων, 2 επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας με αριθμούς 08946175 και 08946177 για τα ποσά των €17,000 και €50,000 αντίστοιχα και οι οποίες επιταγές αφού εμφανίσθηκαν στην Λαϊκή Τράπεζα δεν εξοφλήθηκαν καθότι χωρίς εύλογη αιτία ο κατηγορούμενος προκάλεσε με πράξεις του την μη εξόφληση των ανωτέρω επιταγών και επεστράφησαν απλήρωτες με την ένδειξη "Ανακληθείσα επιταγή". Για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν 3 μάρτυρες και 2 μάρτυρες για την πλευρά του κατηγορούμενου συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου. Κατατέθηκαν και 26 τεκμήρια. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Μενέλαος Παπαδόπουλος ΜΚ1, διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας ο οποίος κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή μαρτυρία Τεκμήριο
  2. Στη συνέχεια κατάθεσε τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 2 και 3 αναφέροντας ότι τις εξέδωσε ο κατηγορούμενος και αφού τις υπέγραψε στην παρουσία του του τις παρέδωσε. Ανέφερε στη συνέχεια ότι τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 2 και 3 τις ημερομηνίες που αναγράφονται σε αυτές τις κατάθεσε για εξαργύρωση στην Τράπεζα Societe Generale και η οποία τον ειδοποίησε ότι επιστράφηκαν απλήρωτες από την Λαϊκή Τράπεζα για τον λόγο ότι ανακλήθηκε η πληρωμή τους από τον εκδότη. Αναφερόμενος στον λόγο έκδοσης των επιταγών ήταν ότι ο κατηγορούμενος μέσω της εταιρείας του Fabiani Trading Ltd ζήτησε να αγοράσει το εστιατόριο "Bella Italia" που διατηρούσε η παραπονούμενη εταιρεία και αφού είδε όλες τις άδειες λειτουργίας του εστιατορίου κατάρτισαν το συμβόλαιο πώλησης Τεκμήριο
  3. Για την πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού ο κατηγορούμενος εξέδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές, εκτός από την πρώτη επιταγή που ήταν της ημέρας, που κάλυπταν μόνο μέρος του οφειλόμενου ποσού και από τις οποίες εξαργύρωσε 3 για ποσό €17,000 η κάθε μία και για το υπόλοιπο παρέμειναν απλήρωτες οι επίδικες. Είπε επίσης ότι οι επιταγές εκδόθηκαν από τον προσωπικό λογαριασμό του κατηγορούμενου ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι αφορούσαν το οφειλόμενο ποσό για την πώληση του εστιατορίου. Όταν κατάθεσε τις επίδικες επιταγές και δεν πληρώθηκαν προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο χωρίς όμως ανταπόκριση και περί τα τέλη Μαϊου τον συνάντησε τυχαία σε δημόσιο μέρος και αφού τον ρώτησε για τον λόγο ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών ο κατηγορούμενος προφασίστηκε την μη έκδοση των αδειών λειτουργίας του εστιατορίου. Ο ίδιος ο ΜΚ.1 τότε του είπε ότι για να εκδοθούν οι άδειες θα έπρεπε να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές πράγμα όμως που δεν έγινε διότι ως ο ΜΚ.1 ανέφερε επισκέφθηκε ο ίδιος τις αρμόδιες αρχές για να μάθει αν ο κατηγορούμενος προχώρησε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι οι άδειες των εστιατορίων υπάρχουν για όσο καιρό ισχύουν και μετά πρέπει να ανανεώνονται. Για το εστιατόριο του είπε ότι υπήρχαν οι άδειες και τις οποίες έδειξε στον κατηγορούμενο και ο οποίος έπρεπε να τις ανανεώσει. Είπε επίσης ότι οι άδειες ανανεώνονταν συνέχεια εκτός από μία φορά και αφορούσε τον τελευταίο χρόνο πριν το πουλήσει και αφορούσε τον ΚΟΤ. Είπε περαιτέρω ότι οι άδειες πρέπει να ανανεώνονται και να εκδίδονται στο όνομα αυτού που έχει το υποστατικό. Ανέφερε στην συνέχεια ότι είχε την διαχείριση του εστιατορίου μέχρι τις 14.2.08 και ότι το ποσό που του καταβλήθηκε μέχρι σήμερα είναι ΛΚ.60,
  4. Σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ουδέποτε ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ή την εταιρεία του ότι δεν είχε άδεια του ΚΟΤ απάντησε ότι τον ενημέρωσε και του είπε ότι θα τον βοηθούσε να εξασφαλίσει τις άδειες. Σε άλλη υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι πήγε με τον κατηγορούμενο στον ΚΟΤ και εκεί τους ενημέρωσε ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί άδεια αν δεν πληρούντο κάποιες προϋποθέσεις περιλαμβανομένης και της πολεοδομικής άδειας απάντησε ότι δεν πήγε στον ΚΟΤ μαζί με τον κατηγορούμενο και δεν έγινε τέτοιο πράγμα. Αρνητική ήταν επίσης η απάντηση του στο ότι είπε στον κατηγορούμενο να ανοίξει το εστιατόριο και ότι θα του εξασφάλιζε τις άδειες συμπληρώνοντας ότι ο ίδιος θα μπορούσε να τον βοηθήσει αλλά δεν θα μπορούσε να προβεί σε αίτηση για την άδεια επ' ονόματι του επιχειρηματία. Είπε στη συνέχεια ότι το 2003 υπέβαλε τα σχέδια και εκδόθηκε η άδεια για πρώτη φορά και μετά ήρθε αρνητική απάντηση και έπρεπε να υποβληθούν τα σχέδια. Ερωτώμενος για το θέμα αυτό είπε ότι υπήρχε διαδικασία η οποία έπρεπε να γίνει και ήταν εις γνώση του κατηγορουμένου συμπληρώνοντας ότι έστω και αν δεν εκδοθεί η άδεια της πολεοδομίας το υποστατικό δεν λειτουργεί παράνομα καθότι από την στιγμή που υποβάλλεται αίτηση στην πολεοδομία μόνο με την απόδειξη κατάθεσης της εκδίδονται άδειες από το Δημαρχείο. Επανερχόμενος στο θέμα του ΚΟΤ και μετά από σχετική υποβολή του κ. Χαραλαμπίδη ότι ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον ΚΟΤ βασισμένος στις δικές του τοποθετήσεις ότι θα μπορούσε να ξεκινήσει δουλειά χωρίς να εξασφαλίσει άδειες απάντησε ότι ουδέποτε είπε στον κατηγορούμενο ότι μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς άδεια. Είπε τέλος ότι το εστιατόριο πάντως λειτουργεί. Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Μάριος Χαραλαμπίδης ΜΚ2, ο οποίος εργάζεται στην Λαϊκή Τράπεζα. Ανέφερε ότι η επιταγή Τεκμήριο 2 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 15.4.08 αλλά δεν πληρώθηκε καθότι είχαν οδηγίες από τον πελάτη τους να μην την πληρώσουν. Κατάθεσε δε προς τούτου γραπτή εντολή μη πληρωμής επιταγής Τεκμήριο 17 υπογραμμένη από τον κατηγορούμενο. Αναφερόμενος στην επιταγή Τεκμήριο 3 είπε ότι παρουσιάστηκε στις 30.4.08 και δεν πληρώθηκε κατόπιν γραπτών οδηγιών Τεκμήριο 18, του κατηγορούμενου. Κατά την σύντομη αντεξέταση του είπε ότι ο λόγος που δεν πληρώθηκαν οι επιταγές ήταν για παράβαση σύμβασης. Ο Χαρίλαος Χριστοδούλου ΜΚ3, ανέφερε ότι εργάζεται στον ΚΟΤ από το 1992 και τα καθήκοντα του είναι επιθεωρήσεις κέντρων αναψυχής, ξενοδοχείων, τουριστικών γραφείων και εκδόσεις αδειών και ήταν ο αρμόδιος επιθεωρητής που επιθεωρούσε το εστιατόριο Bella Italia του οποίου επιχειρηματίας ήταν η παραπονούμενη εταιρεία και ο ΜΚ1 αποτεινόταν σ' αυτόν για την έκδοση άδειας. Τελευταία φορά που δόθηκε άδεια ήταν τον Αύγουστο του 2007 για να λειτουργήσει μέχρι τέλος του
  5. Στην συνέχεια αναγνώρισε το Τεκμήριο 13 λέγοντας ότι είναι βεβαίωση που δίδεται από τον ΚΟΤ όταν επιχειρηματίας προβεί σε εκτέλεση όλων των όρων που έχουν τεθεί αλλά εκκρεμεί η υποβολή αίτησης για έκδοση άδειας οικοδομής. Είπε στη συνέχεια ότι για να λειτουργήσει νόμιμα ένα κέντρο και να μην ενοχλείται από τον ΚΟΤ όταν το κέντρο δεν είχε πάρει άδεια οικοδομής αλλά είχε υποβάλει αίτηση στην αρμόδια αρχή ή την Πολεοδομία, ο ΚΟΤ δίδει αυτή την βεβαίωση. Αναφερόμενος στο επίδικο υποστατικό ανέφερε ότι δόθηκε αυτή η βεβαίωση αφού το Bella Italia καταχωρήθηκε στον οργανισμό πριν το 1986 δηλαδή πριν την νομοθεσία των περί Κέντρων Αναψυχής όπου τα κέντρα τότε δεν είχαν άδειες οικοδομής και άδεια χρήσης και γι αυτό αποφασίστηκε από τον ΚΟΤ να δίδονται βεβαιώσεις για να λειτουργούν νόμιμα. Είπε επίσης ότι δόθηκε άδεια στο Βella Italia να λειτουργήσει μέχρι 31.12.07 αλλά μετέπειτα και μέχρι 31.5.08 ουδείς αποτάθηκε για να πάρει άδεια για το 2008 ούτε και η εταιρεία Fabiani Trading Ltd αλλά ούτε και οιονδήποτε πρόσωπο από αυτή την εταιρεία. Είπε επίσης ότι ούτε ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε μαζί με τον ΜΚ.1 για την έκδοση της άδειας για το
  6. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε τις προϋποθέσεις έκδοσης άδειας λειτουργίας από τον ΚΟΤ και σχετικά με το κέντρο Bella Italia είπε ότι εκδόθηκε άδεια λειτουργίας για τα έτη 1997 μέχρι 2000 αλλά από το 2000 και μετά είχε τεθεί όρος για εξασφάλιση άδειας οικοδομής ή αλλαγής χρήσης. Εφόσον όμως έγινε αίτηση στην Πολεοδομία και κατόπιν εγκρίσεως του ΚΟΤ διδόταν η βεβαίωση για να λειτουργούν νόμιμα. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 13 είπε ότι είχε βεβαίωση του ΚΟΤ προς το κέντρο Bella Italia για να λειτουργεί νόμιμα. Είπε στη συνέχεια ότι στις 31.7.07 καταγγέλθηκαν από τον ΚΟΤ η παραπονούμενη εταιρεία και ο Μενέλαος Παπαδόπουλος για λειτουργία κέντρου χωρίς άδεια. Είπε περαιτέρω ότι τα σχέδια που κατατέθηκαν το 2003 δεν εγκρίθηκαν και εφόσον κατατεθούν εκ νέου τα αρχιτεκτονικά σχέδια θα δοθεί η βεβαίωση για να εργάζεται νόμιμα το κέντρο. Με βάση τις αποδείξεις που τους έχουν δοθεί είχαν κατατεθεί τα σχέδια. Διαφώνησε σε υποβολή του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι το επίδικο υποστατικό ουδέποτε είχε άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Κατά την επανεξέταση του είπε ότι το 2009 επισκέφτηκε το κέντρο με συνάδελφο του και το οποίο λειτουργεί. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε να δώσει μαρτυρία από την θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος ΜΥ1 κατάθεσε γραπτή κατάθεση Τεκμήριο 22 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του αναφέροντας ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας Fabiani Trading Ltd και η τελευταία με την συμφωνία ημερ. 4.1.08 αγόρασε από την παραπονούμενη εταιρεία την επιχείρηση του εστιατορίου Bella Italia έναντι του ποσού των €205.
  1. Ανέφερε ότι πριν από την υπογραφή της συμφωνίας είχε ξεκαθαρίσει στον ΜΚ.1 διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας ότι αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την αγορά της επιχείρησης ήταν η ευχέρεια της άμεσης λειτουργίας της επιχείρησης και ο ΜΚ.1 τον διαβεβαίωσε ότι η επιχείρηση δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τις άδειες της. Σύμφωνα μάλιστα με τους όρους 1.1.3 και 2.1.3 του Τεκμηρίου 4 η παραπονούμενη θα έπρεπε να μεταβιβάσει στην εταιρεία Fabiani την επιχείρηση εστιατορίου και τα αναγκαία πιστοποιητικά και άδειες και ο ΜΚ1 θα βοηθούσε την εταιρεία να εκδώσει επ' ονόματι της τις αναγκαίες άδειες. Είπε στη συνέχεια ότι παρά το γεγονός ότι το Τεκμήριο 4 υπογράφηκε στις 4.1.08 εντούτοις κατόπιν αιτήματος του ΜΚ1 για την παραπονούμενη εταιρεία η τελευταία κράτησε το εστιατόριο μέχρι τις 14.2.08 αφού είχε υποσχεθεί στον ΜΥ1 ότι θα κατέβαλλε το ενοίκιο στον ιδιοκτήτη και θα προχωρούσε σε όλες τις αναγκαίες διαδικασίες για μεταβίβαση ή έκδοση των αδειών επ' ονόματι της εταιρείας Fabiani. Για την εξόφληση του τιμήματος εκδόθηκαν οι 2 επίδικες επιταγές οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες. Είπε επίσης ότι αντί τα κλειδιά της επιχείρησης να παραδοθούν στις 15.2.08 παραδόθηκαν 15 ημέρες αργότερα από τον αδελφό του ΜΚ
  2. Ανέφερε ότι περί τα μέσα Μαρτίου 2008 μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες του επανεμφανίστηκε ο ΜΚ.1 ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιούσε το θέμα των αδειών. Στις αρχές Απριλίου 2008 και αφού είχε ολοκληρωθεί η ανακαίνιση επικοινώνησε με τον ΜΚ.1 ο οποίος του ανέφερε ότι υπήρχε πρόβλημα στην έκδοση άδειας του ΚΟΤ αφού το υποστατικό δεν είχε πολεοδομική άδεια και θα έπρεπε για να εκδοθεί νέα άδεια του ΚΟΤ να κατατεθεί νέα αίτηση και αρχιτεκτονικά σχέδια στην πολεοδομία και γι αυτό τον παρέπεμψε στον ιδιοκτήτη. Κατόπιν τούτου και μετά από έρευνα του στον ΚΟΤ διαπίστωσε ότι το εστιατόριο δεν κατείχε άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ για πολλά χρόνια και ότι θα ήταν αδύνατο να εκδοθεί ενόψει της απουσίας της άδειας οικοδομής. Μετά από αυτό αντιλήφθηκε ότι είχε ξεγελαστεί από τον ΜΚ
  3. Έτσι στις 14.4.08 έδωσε γραπτές οδηγίες στην Τράπεζα του να σταματήσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών Τεκμήρια 2 και 3 λόγω παράβασης της συμφωνίας Τεκμήριο
  4. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ΜΥ1 και παρά την υποβολή περί του αντιθέτου ανέφερε ότι έδωσε και λεφτά μετρητά για αγορά του εστιατορίου και όχι μόνο επιταγές αφού εξόφλησε και άλλες υποχρεώσεις του ΜΚ
  5. Είπε στη συνέχεια ότι το Τεκμήριο 4 ήταν για την αγορά επιχείρησης με όλες τις άδειες για να λειτουργήσει νόμιμα και το οποίο δεν τηρήθηκε αλλά ούτε και μπορούσε να τηρηθεί και ότι ήθελε να ανοίξει το εστιατόριο χωρίς να αντιμετωπίζει υποθέσεις στο Δικαστήριο αλλά εξαπατήθηκε με αποτέλεσμα να μην ανοίξει το εστιατόριο για 1 ½ χρόνο. Σε ερώτηση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής κατά πόσο υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση σε οιανδήποτε υπηρεσία απάντησε ότι όταν είδε ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει άδειες δεν προχώρησε στην εξασφάλιση οιωνδήποτε αδειών και περίμενε τον ΜΚ1 ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι θα τον βοηθούσε να εξασφαλίσει τις άδειες και δεν το άνοιξε παρά το γεγονός ότι τον παρότρυνε να το ανοίξει. Είπε στη συνέχεια ότι κατέχει το εστιατόριο και όταν σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών είπε στον ΜΚ1 ότι θα διέκοπτε το συμβόλαιο και του ζήτησε πίσω τα λεφτά που κατέβαλε και κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του αποφάσισε να μην διακόψει το συμβόλαιο και να περιμένει την έκβαση της υπό εξέτασης υπόθεσης. Αναφορικά με ερώτηση ότι θα έπρεπε να πάει ο ίδιος για να εκδοθούν οι άδειες στο όνομα του απάντησε ότι δεν ήταν απαραίτητο διότι οι άδειες δεν θα εκδίδοντο στο όνομα του αλλά στο όνομα του υπαλλήλου του Σωκράτη Χριστοδούλου τον οποίο γνώριζε ο ΜΚ
  6. Ανέφερε στη συνέχεια ότι με την λήψη της υπό κρίσης υπόθεσης δεν είχε σκοπό να προχωρήσει στην εξασφάλιση άδειας διότι ήξερε πλέον ότι το εστιατόριο δεν μπορούσε να εξασφαλίσει άδεια του ΚΟΤ. Σε ερώτηση αν υπήρχε κάποιο έγγραφο που να αναφέρει ότι δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια απάντησε ότι μπροστά του δεν έχει κάτι τέτοιο αλλά τα γεγονότα αυτό λένε. Είπε στη συνέχεια ότι δεν συμπλήρωσε κάποια αίτηση για εξασφάλιση άδειας και ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου αρχές Μαρτίου προσπάθησαν να ενημερωθούν τι χρειάζεται για να βγουν οι άδειες εφόσον ο ΜΚ1 δεν το χειριζόταν και τότε έμαθε για το πρόβλημα του εν λόγω υποστατικού. Ανέφερε ότι γνώριζε από πριν ότι θα έπρεπε να αποταθεί στον ΚΟΤ για άδεια αλλά γνώριζε και το γεγονός ότι ήταν ανώφελο όπως του είπαν από τον ΚΟΤ γιατί δεν είχε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και δεν προχώρησαν στις διαδικασίες διότι έμαθαν ότι θα ήταν άσκοπο. Είπε ότι αν γνώριζε ότι ο ΜΚ1 λειτουργούσε την επιχείρηση υπό αυτές τις συνθήκες δηλαδή με την χαλάρωση του ΚΟΤ δεν θα το αγόραζε. Ανάφερε ότι λόγω των πολλών εξόδων αναγκάστηκε να ανοίξει το εστιατόριο από τις 3.5.09 και αρνήθηκε ότι ο λόγος που σταμάτησε τις επιταγές και δεν άνοιξε το εστιατόριο ήταν διότι χάλασε η συνεργασία του με τους συνεταίρους του. Επέμενε δε στην θέση του ότι τις επιταγές τις σταμάτησε διότι το εστιατόριο δεν είχε και ούτε θα μπορούσε να έχει άδεια του ΚΟΤ και η συμφωνία του με τον ΜΚ1 ήταν ότι θα τον βοηθούσε να εξασφαλίσει άδεια του ΚΟΤ. Σε υποβολή του συνηγόρου των παραπονουμένων ότι η πεποίθηση του να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών δεν ήταν εύλογη διότι είχαν το αντάλλαγμα απάντησε ότι τις ίδιες ενέργειες θα έκανε ο οποιοσδήποτε και το αντάλλαγμα δεν το κρατεί αλλά και δεν έχει πεισθεί ότι θα μπορούσε να του το δώσει ο παραπονούμενος. Σε ερώτηση αναφορικά με το αν διάβασε τα έγγραφα που του παρουσιάστηκαν από τον ΜΚ1 απάντησε ότι δεν τα εξέτασε επιμελώς. Αρνήθηκε τέλος ότι του αναφέρθηκαν από την αρχή από τον ΜΚ1 ότι το υποστατικό δεν είχε άδεια και υπήρχε βεβαίωση του ΚΟΤ. Κατά την επανεξέταση του κατάθεσε το πρωτότυπο απόδειξης, Τεκμήριο
  7. Τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο Σωτήρης Φιλίππου, ΜΥ2, ο οποίος εργάζεται στα κεντρικά γραφεία του ΚΟΤ στη Λευκωσία και καθήκοντα του είναι η τήρηση μητρώου έκδοσης αδειών. Είπε ότι για το εστιατόριο Bella Italia η τελευταία άδεια λειτουργίας που εκδόθηκε ήταν στις 14.8.
  8. Είπε στη συνέχεια ότι το συγκεκριμένο υποστατικό δεν είχε εξασφαλίσει την πολεοδομική άδεια λειτουργίας. Είπε επίσης ότι στο τέλος τους 2003 είχε υποβληθεί πολεοδομική αίτηση, η οποία απορρίφθηκε από την Πολεοδομική αρχή διότι είχε γίνει επέμβαση του κτιρίου που είναι και το υποστατικό σε χαλίτικη γη. Ανάφερε ότι το υποστατικό δεν έχει άδεια λειτουργίας σήμερα και δεν έχει εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια και κατ' επέκταση άδεια οικοδομής. Είπε ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΟΤ σε περιπτώσεις που δεν μπορεί να εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια το κέντρο δεν μπορεί να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας, μπορεί όμως να λειτουργεί με την ανοχή του ΚΟΤ και η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ανανεώνεται στο τέλος κάθε περιόδου αλλά μπορεί στο τέλος κάποιας περιόδου να αποφασίσει να μην δοθεί περαιτέρω χαλάρωση. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η βεβαίωση του ΚΟΤ χρησιμεύει στο ότι το υποστατικό δεν καταγγέλλεται από τον ΚΟΤ. Είπε τέλος, ότι αν και το 2003 το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι για να δοθεί άδεια λειτουργίας εστιατορίου θα πρέπει να υπάρχουν η άδεια αλλαγής χρήσης και η πολεοδομική άδεια, αυτή η απόφαση μπορεί σε κάποια στιγμή να αλλάξει. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες οφείλω να πω αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο τόσο στη νομολογία όσο και στα σημεία της δοθείσας μαρτυρίας που κατά την άποψη τους βοηθούσαν την υπόθεση του καθενός ξεχωριστά. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιτότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Ο ΜΚ1 διευθυντής των παραπονουμένων έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η πεποίθηση μου είναι ότι εξέθεσε τα γεγονότα όπως αυτά διαδραματίσθηκαν, ήταν σταθερός στις θέσεις του και η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε καθ' οιονδήποτε στάδιο της αντεξέτασης του. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ως προς την αλήθεια των γεγονότων όπως τα ανέφερε και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Ο ΜΚ2 ήταν τυπικός μάρτυρας, ο οποίος ανέφερε γεγονότα σε σχέση με τα καθήκοντα του και η μαρτυρία του ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Καλή εντύπωση δημιούργησε το Δικαστήριο και για τον ΜΚ
  9. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε σε σχέση με τα καθήκοντα του και θεωρώ ότι τα όσα γεγονότα ανέφερε δεν αμφισβητήθηκαν αλλά λέχθηκαν και από μάρτυρες τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και της υπεράσπισης. Αναφορικά με τη θέση του κ. Χαραλαμπίδη ότι δεν ήταν το υπεύθυνο άτομο για να δώσει μαρτυρία θεωρώ ότι αυτό δεν ευσταθεί αφού ο ΜΚ3 αναφερόταν σε γεγονότα που προέκυπταν από το φάκελο του ΚΟΤ και τον οποίο είχε στην κατοχή και έλεγχο του. Σε σχέση τώρα με τον κατηγορούμενο, ΜΥ1, κρίνω ότι δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πείσει το Δικαστήριο ότι εξαπατήθηκε από τον ΜΚ1 και ότι υπό τις συνθήκες δικαιολογημένα ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών Τεκμήρια 2 και 3, θέση η οποία όμως δεν υποστηρίζεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Από τις απαντήσεις που έδιδε κατά την αντεξέταση του έλειπε τόσο η αμεσότητα και η φυσικότητα όσο και η πειστικότητα. Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, ως ο ίδιος ανάφερε, ασχολείται εδώ και χρόνια με παρόμοιας φύσεως επιχειρήσεις όπως αυτή που αγόρασε από τους παραπονούμενους αφού διατηρούσε και διατηρεί και άλλα υποστατικά. Προέβηκε όμως στην υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο 4, για την αγορά του επίδικου υποστατικού χωρίς ο ίδιος να ελέγξει εκ των προτέρων αν αυτό το υποστατικό είχε εξασφαλίσει ή μπορούσε να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες για να λειτουργήσει. Όφειλε εφόσον είναι γνώστης αυτών των επιχειρήσεων αλλά και των αναγκαίων αδειών που χρειάζονται, να προέβαινε σε όλες τις ενέργειες για διακρίβωση όλων των δεδομένων σχετικά με αυτές τις άδειες. Πέραν τούτου, όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του ότι αν και του παρουσιάστηκαν κάποια έγγραφα από τον ΜΚ1 εν τούτοις δεν τα εξέτασε με επιμέλεια. Ήταν διακηρυγμένη η θέση του ότι η εξασφάλιση όλων των απαιτούμενων αδειών ήταν στοιχείο μεγάλης προτεραιότητας και σημασίας. Πώς είναι δυνατόν ένας επιχειρηματίας να υπογράψει συμφωνία ύψους €205.000 για αγορά επιχείρησης και να επικαλείται εξαπάτηση του όταν ο ίδιος όταν του παρουσιάστηκαν κάποια έγγραφα ανέφερε ότι δεν τα εξέτασε με επιμέλεια. Επίσης, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο ΜΚ1 θα βοηθούσε τον κατηγορούμενο να εξασφαλίσει τις άδειες για τη λειτουργία του εστιατορίου. Όπως προκύπτει από τη συμφωνία Τεκμήριο 4 και συγκεκριμένα από τον όρο 2.1.3, ο πωλητής, δηλαδή η παραπονούμενη εταιρεία, θα μεταβίβαζε τις υπάρχουσες άδειες στον πελάτη (customer) και θα τον βοηθούσε να εξασφαλίσει από τις αρμόδιες αρχές τα αναγκαία πιστοποιητικά και άδειες για να λειτουργήσει την επιχείρηση εστιατορίου. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να μεταβιβαστούν και να εξασφαλιστούν οι σχετικές άδειες υπήρχαν διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθηθούν και αιτήσεις που έπρεπε να υποβληθούν αφού θα γινόταν και αλλαγή επιχειρηματία της επιχείρησης και οι άδειες θα εκδίδοντο στο όνομά του νέου επιχειρηματία που ήταν η εταιρεία του κατηγορούμενου. Έστω και αν γίνει δεκτή η θέση του κατηγορούμενου ότι δεν ανεύρισκε τον ΜΚ1 αυτό δεν δικαιολογεί τη στάση του να μην προχωρήσει ο ίδιος έστω και σε κάποια ενέργεια για έναρξη της διαδικασίας για εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ουδεμία αίτηση υπέβαλε προς τις αρμόδιες αρχές. Είπε, περαιτέρω, ο κατηγορούμενος ότι για να εκδοθούν οι άδειες δεν χρειαζόταν να πάει ο ίδιος διότι διευθυντής στο όνομά του οποίου θα εκδίδοντο οι άδειες ήταν κάποιος υπάλληλος του, ονόματι Σωκράτης Χριστοδούλου τον οποίο γνώριζε ο ΜΚ
  10. Πέραν του γεγονότος ότι το εν λόγω άτομο δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία δεν έχει αναφερθεί αν αυτό το άτομο προέβηκε σε κάποια ενέργεια για την εξασφάλιση των αδειών αφού θα εκδίδοντο στο όνομα του αλλά και αν επικοινώνησε με τον ΜΚ1 προς το σκοπό αυτό. Ένα άλλο σημείο το οποίο καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου και το οποίο αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας είναι και το γεγονός ότι ενώ στις παραγράφους 15 και 16 της γραπτής κατάθεσης του Τεκμήριο 22, αναφέρει ότι περί τις αρχές Απριλίου 2008 όταν ολοκληρώθηκε η ανακαίνιση του εστιατορίου επικοινώνησε με τον ΜΚ1 και εκεί έμαθε για πρώτη φορά ότι υπήρχε πρόβλημα με την άδεια του ΚΟΤ αφού δεν υπήρχε πολεοδομική άδεια και μέσα στις επόμενες μέρες μετά από έρευνα του στον ΚΟΤ διαπίστωσε ότι το εστιατόριο δεν κατείχε άδεια λειτουργίας του ΚΟΤ, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου αρχές Μαρτίου του 2008 προσπάθησαν να ενημερωθούν τί χρειαζόταν για να εκδοθούν οι άδειες και τότε έμαθε για το πρόβλημα αυτό και συμπλήρωσε λέγοντας ότι τα γεγονότα ήταν ξεκάθαρα από τα τέλη Φεβρουαρίου αρχές Μαρτίου. Δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτή η θέση του ότι οι άδειες λειτουργίας του εστιατορίου ήταν υψίστης σημασίας για τον ίδιο και γι' αυτό το λόγο το εστιατόριο παρέμεινε κλειστό για 1½ χρόνο και το λειτούργησε τον Μάιο του 2009 αφού οικονομικά η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Δηλαδή από τα μέσα Φεβρουαρίου του 2008 μέχρι το τέλος Απριλίου του 2009 η εξασφάλιση των αδειών για να λειτουργεί νόμιμα το εστιατόριο ήταν από τα πλέον σημαντικά στοιχεία και γι' αυτό ο κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών και δεν λειτούργησε το εστιατόριο ενώ τώρα λόγω οικονομικών δυσκολιών, όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, αυτή η προσήλωση στη νόμιμη λειτουργία υποχώρησε μπροστά στις οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες οικονομικές δυσκολίες. Ο εν λόγω ισχυρισμός του εν πάση περιπτώσει παραμένει ανεδαφικός αφού σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα ουδέν έπραξε για την υποβολή οιασδήποτε αίτησης για την εξασφάλιση οιασδήποτε άδειας. Ένα τελευταίο θέμα το οποίο και ανατρέπει και πάλι τη θέση του κατηγορούμενου ότι η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2 και 3, οφείλετο στη μη εξασφάλιση της απαιτούμενης άδειας από τον ΚΟΤ και ότι δεν γνώριζε ότι το επίδικο υποστατικό λειτουργούσε κάτω από την χαλάρωση που παρείχε ο ΚΟΤ είναι και η λήψη μέτρων από τον κατηγορούμενο για το γεγονός αυτό. Το πιο λογικό θα ήταν μόλις διαπίστωσε ότι δεν ήταν δυνατό να εξασφαλίσει την σχετική άδεια του ΚΟΤ, γεγονός το οποίο υπήρχε πριν την καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης , να προβεί σε τερματισμό της συμφωνίας Τεκμήριο 4, και να προχωρήσει στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της παραπονούμενης εταιρείας για εξασφάλιση των δικαιωμάτων της δικής του εταιρείας και όχι να κρατήσει το εστιατόριο και να το λειτουργήσει μάλιστα. Ουδέν όμως έπραξε και δεν πείθει η θέση του ότι κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του περίμενε την έκβαση της παρούσας υπόθεσης για να πράξει οτιδήποτε. Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι η θέση του κατηγορούμενου ότι εξαπατήθηκε αφού δεν γνώριζε για το ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας του υποστατικού από τον ΚΟΤ και ότι το εστιατόριο λειτουργούσε υπό χαλάρωση που παρείχε ο ΚΟΤ, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή και δεκτή χωρίς το Δικαστήριο να μπορεί να αποφανθεί ποιοι οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους έχει γίνει ανάκληση της πληρωμής των επιταγών. Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ως έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το λεκτικό του οποίου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο.
(2)Η οποιαδήποτε πράξη που έχει σαν αποτέλεσμα την μη εξόφληση επιταγής πριν ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Αναφορικά με τα εν λόγω συστατικά στοιχεία σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή αλλά και από την μαρτυρία που ο ίδιος ο κατηγορούμενος έδωσε, παρέμεινε αδιαμφισβήτητο ότι οι επίδικες επιταγές Τεκμήριο 2 και 3 εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο, ως επίσης και το γεγονός ότι στις 14.4.08 έδωσε οδηγίες στην τράπεζα για ανάκληση της πληρωμής των επιταγών υπογράφοντας και τα σχετικά έντυπα Τεκμήρια 17 και
  1. Ως εκ τούτου κρίνω ότι οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 2 και 3 εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο και με πράξη του ανακλήθηκε η πληρωμή τους και δεν εξοφλήθηκαν. Εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει κατορθώσει να αποδείξει την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108, GP Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία και Γεώργιος Εργατίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα, ημερ. 19.6.97 και Ν. C. Diamonds Co Ltd και Χρίστου Γεωργίου Ποιν. Έφ. 7105, ημερ. 11.12.01. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω το άρθρο 305(Α)2 προσφέρει έγκυρη υπεράσπιση καθιερώνοντας την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Στην υπόθεση N.C. Diamonds το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε την φράση εύλογη αιτία. Στις σελ. 6-8 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Pitsillides, ανωτέρω, το Εφετείο ερμήνευσε τη φράση «εύλογη αιτία», η οποία απαντάται στο άρθρο 22 των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων. Η παραγρ. (α) αυτού καθιστά αδίκημα την παράλειψη του υποχρέου να καταταγεί στην Εθνική Φρουρά χωρίς εύλογη αιτία. Η έννοια αυτή συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Κρίθηκε ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι λόγοι συνείδησης των εφεσειόντων (ήταν μάρτυρες του Ιεχωβά) δεν συνιστούσαν εύλογη αιτία, αφού ο νόμος δεν τους απαλλάσσει των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων εξαιτίας των θρησκευτικών δοξασιών τους. Το Δικαστήριο συγκρότησε ως εξής το συλλογισμό: "That "reasonable" is a relative term and there must be bona fides; for the cause to be reasonable there must be good faith in it: it must be objectively fair; "cause" must be one that is not contrary to or incompatible with the Law of the land; that the religious beliefs and grounds of conscience of the appellants by themselves are not "reasonable cause"." Η ίδια φράση έχει συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία. Στην υπόθεση Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 639, έχει λεχθεί από τον Lord Hatherley L.C. στη σελ. 649: «There is a power in the Courts of Law ... to examine whether reasonable cause has been assigned; and .. by "reasonable" must be meant "just cause".» Θα μπορούσε να γίνει χρήσιμη αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά) (βλ. Bramwell L.J. στην υπόθεση R. V. Hall, 7 Q.B.D. 575). Κατά τη Road Safety Act 1967 [(c.30, s.2
(1)] αστυνομικός έχει «εύλογη αιτία» να υποψιασθεί πως ο οδηγός οχήματος οδηγεί υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών αν και η μόνη μαρτυρία που έχει είναι από μήνυμα που έλαβε μέσω ασυρμάτου ότι αυτός είναι μεθυσμένος (McNicol v. Peters
(1969)S.L.T. 261), και παρόλο ότι δεν τον είδε να οδηγεί, αλλά κλήθηκε στη σκηνή από συναδέλφους του που δεν φορούσαν αστυνομική στολή (Copeland v. Mcpherson
(1970)S.L.T. 87). Βλ. τη φράση "reasonable cause" στο Stroud's Judicial Dictionary of Words and Phrases, 4η έκδοση, σελ. 22612. Όπως έχει λεχθεί και για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά ανωτέρω στα πλαίσια της αξιολόγησης της δοθείσας μαρτυρίας η θέση και ισχυρισμοί του κατηγορούμενου για τον λόγο της πρόκλησης μη εξόφλησης των επιταγών δεν έγιναν δεκτοί και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος έχει αποτύχει να αποδείξει την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Κατά συνέπεια βρίσκω ότι οι παραπονούμενοι έχουν αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση τους εναντίον του κατηγορούμενου τον οποίο κρίνω ένοχο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal / Final Αναφορά: Ανάκληση πληρωμής επιταγής / Τελική cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.