← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σάββα Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 24221/08, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σάββα Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 24221/08, 22 Σεπτεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B139 Αρ. Υπόθεσης: 24221/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Σάββα Νικολάου, από την Λεμεσό Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου 2009 Για την αστυνομία: κος Αργυρού Για κατηγορούμενο: Κος Πούγιουρος Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η 1η αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και η 2η το αδίκημα της εξύβρισης κατά παράβαση των άρθρων 243 και 99 του Ποινικού Κώδικα αντίστοιχα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, στις 26.6.2008 στην Λεμεσό, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον τροχονόμο του Δήμου Λεμεσού Γιώργο Πίπιρο, προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη και επίσης τον εξύβρισε με φράσεις που ενδέχετο να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Μαρτυρία Ως Μ.Κ1 κατέθεσε ο παραπονούμενος Γιώργος Πίπιρος. Εργάζεται ως δημοτικός τροχονόμος στο Δήμο Λεμεσού εδώ και 8 χρόνια. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 1), στις 26.6.2008 η ώρα 07.00 ξεκίνησε την εργασία του με επιτήρηση στο κέντρο της πόλης. Ανάμεσα στα καθήκοντα του, είναι η καταγγελία παραβάσεων τροχαίας και η ρύθμιση της κυκλοφορίας. Γύρω στις 09.20, πήγε στην οδό Δημήτρη Μητρόπουλου δίπλα από το Γραφείο Εξυπηρέτησης του Πολίτη. Εκεί πρόσεξε αυτοκίνητα να είναι σταθμευμένα σε αντίθετη κατεύθυνση με τον μονόδρομο. Ξεκίνησε να καταγγέλλει το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚJK

  1. Ενώ έβαζε το εξώδικο στον ανεμοθώρακα και ξεκίνησε να καταγγέλλει το επόμενο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος που ήταν ιδιοκτήτης του πρώτου οχήματος, βγήκε έξω από το Γραφείο Εξυπηρέτησης του Πολίτη. Αφού είδε το εξώδικο του ανέφερε: "Ρε μαλάκα μα έγραψες με άχρηστε γιατί με έγραψες;" Ο μάρτυρας του ανέφερε ότι τον κατάγγειλε γιατί παραβίασε την πινακίδα του μονοδρόμου και ο οδηγός του ανέφερε ότι στάθμευσε με την όπισθεν. Συνέχισε δε να τον βρίζει αναφέροντας του "ρε μαϊμούνα ήρτες πρωί πρωί να γράψεις καραγκιόζη; Εν να σε σάσω καλά". Ο μάρτυρας δεν του απάντησε και τότε αυτός του επιτέθηκε και του έδωσε μια γροθιά στο μέτωπο με αποτέλεσμα να πέσει το καπέλο του. Ο μάρτυρας ζαλίστηκε και κάθισε κάτω ενώ ταυτόχρονα κάλεσε τηλεφωνικά την αστυνομία. Μέχρι να φτάσει η αστυνομία, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο του, προχώρησε στο μονόδρομο και αφού γύρισε, το πάρκαρε στη θέση που ήταν προηγουμένως, κανονικά αυτή τη φορά. Ανέφερε δε στο μάρτυρα «απόδειξε τωρά ρε μαλάκα αν ήμουν παρκαρισμένος ανάποδα και κατάγγειλε με». Στη συνέχεια, πήρε το καπέλο του μάρτυρα από το δρόμο και προσπάθησε να του το φορέσει επιτακτικά λέγοντας του «βάρτο ρε πούττε». Ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο τον κτύπησε. Στη σκηνή υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες όπως είπε, οι οποίοι όμως δεν θέλησαν να καταθέσουν στην αστυνομία. Η επίθεση ήταν κατά το μάρτυρα αναπάντεχη και ο ίδιος σοκαρίστηκε αφού δεν ανέμενε αυτή τη συμπεριφορά. Εκτός από το καπέλο του που έπεσε στο έδαφος, στράβωσαν επίσης και τα γυαλιά του. Όταν ο ίδιος βρισκόταν στο Νοσοκομείο, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το Γραφείο των Τροχονόμων και παρακάλεσε τον προϊστάμενο του να τον επηρεάσει για να αποσύρει την υπόθεση. Στη συνέχεια, κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της ως τεκμήριο 3, κατάθεση του αστυφύλακα 1671 ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και της δημόσιας εξύβρισης. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες. Κατατέθηκαν επίσης από κοινού όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους αλλά για σκοπούς λήψης, η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου και η γραπτή απάντηση του στις κατηγορίες (τεκμ. 4 και 5). Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Δρ Μαρτίνος Αχιλλέως. Εργάζεται στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμ. 6), εξέτασε τον παραπονούμενο στις 26.6.
  2. Από την εξέταση διαπίστωσε μικρό αιμάτωμα στο μέτωπο του παραπονουμένου. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι το αιμάτωμα ήταν ερεθισμός ή φούσκωμα κόκκινου χρώματος 1-2 χιλιοστών στην αριστερή μεριά του μετώπου. Το τραύμα αυτό μπορεί να προκληθεί κατά το μάρτυρα με διάφορους τρόπους. Δεν είναι όμως ο ίδιος ειδικός για να αναφέρει την ακριβή αιτία που το προκάλεσε στον παραπονούμενο. Στην περιοχή των ματιών δεν πρόσεξε όπως είπε, κανένα τραύμα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση. Σ' αυτή αναφέρει ότι στις 26.6.2008 μετέβηκε με τη σύζυγο του στο Γραφείο Εξυπηρέτησης του Πολίτη. Διαπίστωσε ότι ήταν σχεδόν γεμάτο. Ενώ στάθηκαν στα σκαλιά και περίμεναν να δουν κατά πόσο θα φύγουν, πρόσεξε τον τροχονόμο να γράφει το διπλανό του αυτοκίνητο χωρίς να αντιληφθεί ότι τον είχε ήδη γράψει και τον ίδιο. Όταν όμως είδε την κλήση του, διαμαρτυρήθηκε γιατί τον έγραψε αφού ήταν σταθμευμένος στο μέρος μόνο δύο λεπτά. Ο τροχονόμος του απάντησε «έτσι μαλάκες σαν εσένα τους θέλουμε». Ο κατηγορούμενος συγκρατήθηκε και του είπε «είσαι παλιόπαιδο, δεν ντρέπεσαι να με βρίζεις». Ο τροχονόμος εξακολουθούσε να μην τον βλέπει στα μάτια ενώ ο κατηγορούμενος επέμενε να του εξηγήσει γιατί τον έγραψε. Στη συνέχεια αφού εκνευρίστηκε, ο κατηγορούμενος του ανέφερε «είσαι παλιόπαιδο» καθώς και μια Ομηρική όπως είπε φράση που σημαίνει «είσαι βάρος της γης». Τον απείλησε δε ότι θα τον καταγγείλει στον προϊστάμενο του. Τότε ο παραπονούμενος έβγαλε το πηλίκιο του και το έριξε κάτω στο έδαφος, λέγοντας του «με κτύπησες, ζαλίζομαι». Ο κατηγορούμενος έπιασε το καπέλο, το έδωσε στον παραπονούμενο και του είπε «σε παρακαλώ μην με βάλεις σε μπελάδες». Τότε ο παραπονούμενος έριξε το καπέλο του στη μέση του δρόμου και συνέχισε να λέει ότι ζαλίζεται. Ο κατηγορούμενος ζήτησε να έλθει ασθενοφόρο αλλά ο παραπονούμενος αρνήθηκε, λέγοντας ότι θα τον παραλάβουν συνάδελφοι του. Όταν έφθασε η αστυνομία, τον ρώτησαν πού κτυπήθηκε. Ο παραπονούμενος δεν απάντησε αρχικά αλλά στη συνέχεια έδειξε το μέτωπο του. Ο κατηγορούμενος μετά που έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, μετέβη στο γραφείο των Τροχονόμων για να καταγγείλει τον παραπονούμενο για εξύβριση. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι παρούσα στο στην σκηνή ήταν και η σύζυγος του, η οποία παρακολούθησε ολόκληρο το επεισόδιο. Η γυναίκα του, ζήτησε να δώσει κατάθεση στην αστυνομία αλλά ο αστυνομικός αρνήθηκε να της πάρει. Σε ερώτηση του κατηγόρου γιατί δεν εγκατέλειψε τη σκηνή μετά που καταγγέλθηκε και επέμενε να συζητά με τον τροχονόμο, αρχικά ισχυρίστηκε ότι μπορούσε ο τροχονόμος να αναθεωρήσει την καταγγελία, κάτι που όμως στη συνέχεια δέχτηκε ότι δεν ήταν πρακτικό να γίνει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι επειδή θα πάντρευε το γιο του, είχε πάρα πολλά έξοδα και προσπαθούσε να γλυτώσει τα €80,00 του προστίμου. Για να αναφέρει όμως στη συνέχεια ότι τα €80,00 δεν θα άλλαζαν την οικονομική του κατάσταση αλλά ένοιωθε αδικημένος και ήθελε να διαμαρτυρηθεί. Ο κατηγορούμενος ακολούθως, αρνήθηκε ότι κτύπησε ή εξύβρισε σε οποιοδήποτε στάδιο τον παραπονούμενο. Ισχυρίστηκε ότι είναι υπομονετικό και αγαπητό άτομο και ότι ουδέποτε χειροδίκησε σε κανένα. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η Ανδρούλλα Νικολάου, σύζυγος του κατηγορουμένου. Βρισκόταν με τον άνδρα της έξω από το Γραφείο Εξυπηρέτησης του Πολίτη όταν είδαν τον τροχονόμο να γράφει το διπλανό τους αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι θα πάει να δει κατά πόσο έγραψε και τον ίδιο. Δεν άκουγε τι έλεγαν, είδε όμως σε κάποιο στάδιο τον τροχονόμο να βγάζει το καπέλο του και να το ρίχνει κάτω στο έδαφος. Ο σύζυγος της έσκυψε και του το έδωσε και τότε ο τροχονόμος με άγριο τρόπο, το έριξε ξανά στη μέση του δρόμου. Προσέγγισε το μέρος για να δει τι έγινε και ο σύζυγος της, της ανέφερε ότι ο τροχονόμος ισχυρίστηκε ότι τον κτύπησε. Η ίδια είπε στον τροχονόμο ότι είναι ψεύτης στην Αγγλική γλώσσα και τότε αυτός χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του, την έσπρωξε στον ώμο και της ζήτησε να του μιλά στα Ελληνικά. Κάποιος είπε να έρθει ασθενοφόρο αλλά ο τροχονόμος αρνήθηκε. Σε διάστημα 10-15 λεπτών, ήρθε η αστυνομία η. οποία όμως δεν διαπίστωσε τραύμα στο μέτωπο του τροχονόμου. Μετά την αστυνομία, πήγε με τον σύζυγο της στο Γραφείο των Τροχονόμων για να καταγγείλουν τον παραπονούμενο. Ο υπεύθυνος όμως τους είπε ότι θα χειριστεί το θέμα με τον παραπονούμενο αλλά δεν μπορεί να κάμει κάτι. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ανέφερε ότι στα Γραφεία Εξυπηρέτησης του Πολίτη ήταν μόνο ένα λεπτό και δεν πρόσεξε τον τροχονόμο να τους καταγγέλλει. Αρνήθηκε ότι ο σύζυγος κτύπησε ή εξύβρισε με οποιονδήποτε τρόπο τον τροχονόμο. Επέμενε δε ότι ο παραπονούμενος την έσπρωξε στον ώμο χωρίς όμως η ίδια να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία για αυτό. Επανέλαβε δε ότι οι αστυνομικοί αρνήθηκαν να της πάρουν κατάθεση. Επέμενε στην συνέχεια ότι ο σύζυγος της, έδωσε κατάθεση την ίδια μέρα του επεισοδίου, αρνούμενη σχετικές υποβολές ότι η κατάθεση δόθηκε αρκετές μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 5 Ιουλίου. Ήταν η θέση της ότι ο σύζυγος της δεν βρίζει και δεν τον άκουσε ποτέ να μαλώνει με κανένα. Στο συγκεκριμένο επεισόδιο, ισχυρίστηκε ότι τόσο ο σύζυγος της όσο και ο παραπονούμενος συζητούσαν μεταξύ τους ήρεμα. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Ιωάννης Ιωάννου. Στις 26.6.2008 στις 9.20 βρισκόταν ΚΕΠ. Βγαίνοντας έξω, είδε τον τροχονόμο να συζητά με τον κατηγορούμενο. Ο τροχονόμος ρώτησε τον μάρτυρα αν είναι δικό του ένα αυτοκίνητο και του είπε να περιμένει. Είδε τον τροχονόμο να ρίχνει κάτω στο δρόμο το καπέλο του και τον κατηγορούμενο να σκύβει και να του το δίνει. Ο παραπονούμενος, το άρπαξε και το έριξε ξανά στο δρόμο. Προχώρησε λίγο πάρα πέρα, είπε ότι δεν αισθάνεται καλά και κάθισε στο πεζοδρόμιο. Όταν ο κατηγορούμενος τον ρώτησε τι συμβαίνει, αυτός του είπε «με κτύπησες». Ο μάρτυρας έμεινε όπως είπε, άφωνος γιατί δεν είδε τον κατηγορούμενο να τον κτυπά. Όταν ήρθε η αστυνομία, έδωσε, προφορική κατάθεση. Την επομένη όμως, τον πήρε τηλέφωνο ο τροχονόμος και του ζήτησε να μεταβεί στο σταθμό για γραπτή κατάθεση, λέγοντας του δυο ονόματα αστυνομικών. Αντιλήφθηκε όπως είπε, ότι ο τροχονόμος ήθελε από τον ίδιο να αλλάξει την προφορική του κατάθεση. Μετά παρέλευση 3 μηνών, πήρε επιστολή για πρόστιμο λόγω παράνομης στάθμευσης του αυτοκινήτου του, τη συγκεκριμένη μέρα έξω από το Κέντρο Εξυπηρέτησης του Πολίτη. Ισχυρίστηκε όμως ότι ο τροχονόμος δεν του είδε δώσει ποτέ κλήση. Στην αντεξέταση, επανέλαβε ότι ο παραπονούμενος του ζήτησε να περιμένει και συνέχισε να συζητά με τον κατηγορούμενο. Στο μέρος ήρθε και η σύζυγος του παραπονουμένου αφού άκουσε ότι ήταν έντονη η συζήτηση. Παρότι ο ίδιος ήταν εκεί και άκουε τη συζήτηση δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τι διαμείφθηκε μεταξύ τους. Δεν θυμάται επίσης τον τροχονόμο να σπρώχνει οποιονδήποτε. Μετέβηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό για κατάθεση για να μην καθυστερήσει όπως είπε, μετά. Όταν όμως οι αστυνομικοί τον ρώτησαν αν ήθελε να καταθέσει, αυτός απάντησε αρνητικά. Τότε οι αστυνομικοί του είπαν ότι μπορούσε να φύγει. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι προηγήθηκε μεταξύ παραπονουμένου και κατηγορουμένου πριν ο ίδιος βγει έξω στο δρόμο. Ανέφερε τέλος ότι έκαμε παράπονο στο Δήμο Λεμεσού όταν κλήθηκε να πληρώσει το πρόστιμο. Ένοιωθε αδικημένος επειδή δεν γνώριζε ότι τον είχε καταγγείλει ο παραπονούμενος. Του υποβλήθηκε από τον κατήγορο ότι είχε για αυτό το λόγο κίνητρο να εκδικηθεί τον τροχονόμο κάτι που αρνήθηκε. Αγορεύσεις Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στη μαρτυρία του παραπονουμένου ισχυριζόμενος ότι αυτή εμπεριέχει αντιφάσεις. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στη θέση του παραπονουμένου ότι φορούσε γυαλιά τα οποία στράβωσαν από το κτύπημα γεγονός που δεν συνάδει με τα ιατρικά ευρήματα αφού διαπιστώθηκε μόνο μικρό αιμάτωμα στο μέτωπο. Θα ήταν λογικό κατά το συνήγορο αν ο παραπονούμενος έλεγε την αλήθεια να υπήρχαν τραύματα στην περιοχή των ματιών και όχι στο μέτωπο όπως αναφέρεται στο ιατρικό πιστοποιητικό του γιατρού των Α' Βοηθειών που εξέτασε τον παραπονούμενο. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στη μαρτυρία του κατηγορουμένου και των μαρτύρων υπεράσπισης και κάλεσε το Δικαστήριο να την αποδεχτεί ως αξιόπιστη. Ιδιαίτερα όσον αφορά τον Μ.Υ.2 Γιαννάκη Ιωάννου, τον χαρακτήρισε ως ανεξάρτητο μάρτυρα του οποίου η μαρτυρία διαψεύδει πλήρως την εκδοχή του παραπονουμένου, την μαρτυρία του οποίου χαρακτήρισε ως προσχεδιασμένη. Ο δημόσιος κατήγορος στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε στη δοθείσα μαρτυρία καλώντας το Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή του παραπονουμένου ως αξιόπιστη. Ήταν η θέση του ότι ο παραπονούμενος είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του. Αντιθέτως, οι μάρτυρες υπεράσπισης κατά τον κατήγορο, υπέπεσαν σε σωρεία αντιφάσεων και η εκδοχή τους για αυτό το λόγο πρέπει να απορριφθεί. Ο κατήγορος επεσήμανε αρκετά στοιχεία από τη μαρτυρία της υπεράσπισης, τα οποία καταδεικνύουν κατά την άποψη του, την θέση του ότι τόσον η μαρτυρία του κατηγορούμενου όσον και των υπολοίπων μαρτύρων υπεράσπισης θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη. Ιδιαίτερα για τον Μ.Υ.2 ανέφερε ότι είχε κίνητρο εναντίον του παραπονουμένου αφού όπως παραδέχθηκε στο Δικαστήριο, θεωρούσε άδικο να πληρώσει το εξώδικο για το οποίο τον κατάγγειλε. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Βασικός μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο παραπονούμενος Μ.Κ.
  3. Λόγω της σπουδαιότητας της μαρτυρίας του, παρακολούθησα πολύ προσεκτικά το μάρτυρα αυτό ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, εστιάζοντας κυρίως στις αντιδράσεις του κατά την αντεξέταση και γενικότερα στον τρόπο με τον οποίο απαντούσε τις ερωτήσεις που του ετίθεντο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο παραπονούμενος είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν αυθόρμητη και οι απαντήσεις του άμεσες χωρίς να μου δώσει καμιά ένδειξη προσχεδιασμού. Αντιθέτως ήταν απόλυτα σαφής και ιδιαίτερα πειστικός ως προς την εκδοχή του ότι δηλαδή κατά τον επίδικο χρόνο, εξυβρίστηκε και κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο με τον τρόπο που περιέγραψε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του επιπλέον δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του από το συνήγορο υπεράσπισης. Επίσης, η εκδοχή του υποστηρίζεται και από την ιατρική μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος κατέθεσε ότι διέγνωσε αιμάτωμα στο μέτωπο του παραπονουμένου. Πέραν των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο παραπονούμενος, είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Πολύ καλή εντύπωση μου έκαμε και ο γιατρός που εξέτασε τον παραπονούμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού (Μ.Κ.2). Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα ιατρικά του ευρήματα σε σχέση με τα τραύματα του παραπονουμένου χωρίς να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του. Ήταν επιπλέον ειλικρινής, αναφέροντας ότι δεν ήταν ειδικός ούτως ώστε να αναφέρει την ακριβή προέλευση των τραυμάτων του παραπονουμένου. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους γίνεται αποδεχτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Αντιθέτως ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν κάτι περισσότερο από εμφανές ότι η μαρτυρία του, αποσκοπούσε κυρίως στο να ενισχύσει τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια του δε αυτή υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων, οι οποίες κρίνονται καθοριστικές για την αξιοπιστία του. Αναφέρω χαρακτηριστικά ότι ενώ αρχικά είπε ότι παρακάλεσε ευγενικά τον τροχονόμο να μην τον καταγγείλει, στη συνέχεια ανέφερε ότι είχε δει την κλήση και αντιλήφθηκε ότι είχε ήδη καταγγελθεί προτού προσεγγίσει την σκηνή. Και ενώ ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε κτύπησε τον παραπονούμενο, στη συνέχεια ανέφερε ότι δίδοντας του πίσω το καπέλο του, τον παρακάλεσε να μην τον βάλει σε μπελάδες. Αν όντως ο κατηγορούμενος δεν έπραξε τίποτε το επιλήψιμο εναντίον του παραπονουμένου δεν θα υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να παρακαλέσει τον τροχονόμο να μην τον μπλέξει. Αλλά και η θέση του περί προσπάθειας κλήσης ασθενοφόρου την οποία αρνήθηκε ο παραπονούμενος, έρχεται σε αντίφαση με την εκδοχή του ότι ουδέποτε τον κτύπησε. Αν όντως ο παραπονούμενος δεν κτυπήθηκε και η αναφορά του σε ζαλάδες ήταν προσχεδιασμένη δεν υπήρχε λόγος να ζητήσει ο κατηγορούμενος να καλέσει ασθενοφόρο. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι ουδέποτε χάνει τον αυτοέλεγχο του και είναι υπομονετικό άτομο. Παρόλα αυτά, δέχτηκε ότι αντέδρασε μετά την καταγγελία του παραπονουμένου με διαμαρτυρίες που όμως όπως ο ίδιος είπε δεν μπορούσαν να ανακαλέσουν την καταγγελία. Κάτι που στη συνέχεια αρνήθηκε αφού θεώρησε ότι με τις διαμαρτυρίες του, υπήρχε πάντα η πιθανότητα ο τροχονόμος να ακυρώσει την κλήση. Και ενώ ισχυριζόταν ότι παρότι δέχτηκε εξύβριση, απαντούσε με σκανδαλώδη ευγένεια, στη συνέχεια δέχτηκε ότι είχε εκνευριστεί και εξύβρισε τον παραπονούμενο ως «παλιόπαιδο» και «βάρος της γης» γιατί ένοιωθε αδικημένος. Ένας συγκαταβατικός και κατά τα άλλα ήρεμος άνθρωπος όπως ο κατηγορούμενος ανεπιτυχώς προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν δεν συμπεριφέρεται βέβαια με αυτό τον τρόπο εάν καταγγελθεί από ένα τροχονόμο. Δεν θεωρώ ως εκ τούτου ότι η διαμαρτυρία με τον τρόπο που ισχυρίστηκε ότι την έκανε ο κατηγορούμενος, αρμόζει σε ένα συγκαταβατικό και ήρεμο άτομο όπως θέλησε να πείσει το Δικαστήριο ότι είναι. Η θέση αυτή καταρρίπτεται κατά την άποψη μου και από την όλη στάση του κατηγορουμένου στο εδώλιο του μάρτυρα. Όχι μόνο δεν αντιδρούσε ήρεμα και συγκαταβατικά στις ερωτήσεις της αντεξέτασης αλλά η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν ως επί το πλείστο από νευρικότητα αλλά σε κάποια σημεία και από εριστικότητα. Απαντούσε με έντονο τρόπο στις ερωτήσεις της αντεξέτασης και η όλη του στάση έδειχνε ότι είναι μάλλον εριστικό και νευρικό άτομο παρά ήρεμο και συγκαταβατικό όπως ανέφερε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του επιπλέον χαρακτηρίζεται από υπερβολές οι οποίες δύσκολα μπορούν να γίνουν πιστευτές από το Δικαστήριο. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις απόλυτες θέσεις του ότι ουδέποτε στάθμευσε παράνομα ούτε στην Κύπρο ούτε και στην Αγγλία όπου έζησε ως επίσης και ότι ουδέποτε έβρισε κανένα αφού δεν συνηθίζει να βρίζει. Κάτι που βέβαια δεν συνάδει με τη μαρτυρία του ιδίου, στην οποία ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο εκνευρίστηκε και έβρισε τον παραπονούμενο. Τέλος να αναφέρω ότι αρκετές λεπτομέρειες της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο δεν αναφέρονται στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 4) χωρίς να μπορέσει να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση για τούτο. Την ίδια κακή εντύπωση μου έκανε από το εδώλιο του μάρτυρα και η σύζυγος του κατηγορουμένου Μ.Υ.
  4. Πέραν του γεγονότος ότι σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας της, αντέφασκε ακόμα και με αυτή την εκδοχή του συζύγου της, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ήταν ότι η μαρτυρία της αποσκοπούσε αποκλειστικά στο να ενισχύσει την εκδοχή του κατηγορουμένου για τα γεγονότα παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ενώ ισχυρίστηκε ότι σπρώχθηκε από τον παραπονούμενο, παρόλα αυτά δεν προέβη σε καμία καταγγελία εναντίον του στην αστυνομία χωρίς να μπορεί να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση για αυτό. Να σημειωθεί ότι η πιο πάνω θέση της για σπρώξιμο από τον παραπονούμενο δεν υποστηρίζεται από την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων υπεράσπισης. Επέμενε ότι ο σύζυγος της έδωσε κατάθεση την ίδια μέρα του επεισοδίου κάτι που δεν προκύπτει από τα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το τεκμήριο 4 που κατατέθηκε από κοινού στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στις 5.7.2008 και όχι την ημέρα του επεισοδίου που ήταν στις 26.6.
  5. Η εμμονή της σε αυτή τη θέση, αποσκοπούσε κύρια να καταδείξει ότι οι αστυνομικοί αρνήθηκαν να της πάρουν κατάθεση ενώ στον άνδρα της πήραν την ίδια μέρα γεγονός που διαψεύδεται βέβαια από τη μαρτυρία που κατατέθηκε από κοινού. Επιπλέον στην προσπάθεια της να πείσει για την ορθότητα της κατά τα άλλα υπερβολικής θέσης της ότι ο κατηγορούμενος είναι πάντοτε ήρεμος, ανέφερε ότι τόσο ο άνδρας της όσο και ο τροχονόμος, συζητούσαν με ήρεμο τρόπο. Θέση που δεν συνάδει ούτε με τη μαρτυρία του κατηγορουμένου αλλά ούτε και με προηγούμενη δική της θέση ότι η συζήτηση ήταν έντονη και ότι είδε τον παραπονούμενο εκνευρισμένο να ρίχνει το καπέλο του στο δρόμο. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε η Μ.Υ.1, είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία της απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Την ίδια κακή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Υ.
  6. Ήταν εμφανές στο Δικαστήριο ότι είχε κίνητρο να καταθέσει εναντίον του παραπονουμένου, ο οποίος τον κατήγγειλε την ίδια ημέρα του επεισοδίου για παράνομη στάθμευση. Αυτό προκύπτει σαφώς και από το γεγονός ότι ενώ την ίδια ημέρα είπε στους αστυνομικούς ότι δεν θέλει να καταθέσει, αργότερα και μετά που πήρε κλήση για πρόστιμο, ένιωσε αδικημένος και αποφάσισε να δώσει μαρτυρία υπέρ της υπεράσπισης. Και ενώ ήταν όπως είπε πολύ κοντά στην σκηνή δεν άκουσε τι διαμείφθηκε μεταξύ κατηγορουμένου και παραπονουμένου, αν αντάλλαξαν ύβρεις ή αν ο παραπονούμενος έσπρωξε την Μ.Υ.
  7. Η μαρτυρία του επιπλέον ήταν γεμάτη από αντιφάσεις, οι οποίες κρίνονται καθοριστικές στην κρίση της αξιοπιστίας του. Ενώ στην αρχή ανέφερε ότι ο ίδιος δεν πήρε κλήση και είδε στην σκηνή μόνο τον κατηγορούμενο να κρατά κλήση, στην συνέχεια ανέφερε ότι την κλήση του κατηγορουμένου την είδε για πρώτη φορά αστυνομικό σταθμό. Ενώ στην αρχή ανέφερε ότι τον υποχρέωσαν οι αστυνομικοί να μεταβεί στην αστυνομία, στην συνέχεια δήλωσε ότι τον ρώτησαν αν θέλει να πάει και αυτός πήγε οικειοθελώς για να μην καθυστερήσει μετά. Για να αναφέρει αργότερα ότι δεν θέλησε να δώσει κατάθεση για να μην μπει σε μπελάδες. Και ενώ οι υπόλοιποι μάρτυρες υπεράσπισης ανέφεραν ότι το καπέλο του τροχονόμου το μάζεψε ο κατηγορούμενος για δεύτερη φορά από τον δρόμο, ο Μ.Υ.2 επέμενε ότι ήταν η σύζυγος του κατηγορουμένου που έπραξε κάτι τέτοιο. Να αναφέρω τέλος ότι ενώ δήλωσε ότι έμεινε άφωνος από τον ισχυρισμό του παραπονουμένου ότι κτυπήθηκε, στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι στην αρχή του επεισοδίου, ο ίδιος ήταν στα γραφεία του ΚΕΠ και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι προηγήθηκε πριν δει τον τροχονόμο να συζητά έντονα με τον κατηγορούμενο. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε ο Μ.Υ.2 είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος είναι Δημοτικός Τροχονόμος στον Δήμο Λεμεσού. Στις 26.6.2008 γύρω στις 09.20 πήγε στα πλαίσια της εργασίας του στην οδό Δημήτρη Μητρόπουλου δίπλα από το Γραφείο Εξυπηρέτησης του Πολίτη. Εκεί πρόσεξε αυτοκίνητα να είναι σταθμευμένα σε αντίθετη κατεύθυνση με το μονόδρομο. Ξεκίνησε να καταγγέλλει το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚJK
  8. Ενώ έβαζε το εξώδικο στον ανεμοθώρακα και άρχισε να καταγγέλλει το επόμενο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος που ήταν ιδιοκτήτης του πρώτου οχήματος βγήκε έξω από το Γραφείο Εξυπηρέτησης του Πολίτη. Αφού είδε το εξώδικο του ανέφερε: "Ρε μαλάκα μα έγραψες με άχρηστε γιατί με έγραψες;" Ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι τον κατάγγειλε γιατί παραβίασε την πινακίδα του μονοδρόμου. Ο κατηγορούμενος συνέχισε δε να τον βρίζει αναφέροντας του "ρε μαϊμούνα ήρτες πρωί πρωί να γράψεις καραγκιόζη; Εν να σε σάσω καλά". Ο κατηγορούμενος στην συνέχεια επιτέθηκε στον παραπονούμενο και του έδωσε μια γροθιά στο μέτωπο με αποτέλεσμα να του πέσει το καπέλο του. Ο παραπονούμενος ζαλίστηκε και κάθισε κάτω ενώ ταυτόχρονα κάλεσε τηλεφωνικά την αστυνομία. Μέχρι να φτάσει η αστυνομία, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο του, προχώρησε στο μονόδρομο και αφού γύρισε, το πάρκαρε στη θέση που ήταν προηγουμένως κανονικά αυτή τη φορά. Ανέφερε δε στο μάρτυρα «απόδειξε τωρά ρε μαλάκα αν ήμουν παρκαρισμένος ανάποδα και κατάγγειλε με». Στη συνέχεια, πήρε το καπέλο του μάρτυρα από το δρόμο και προσπάθησε να του το φορέσει επιτακτικά λέγοντας του «βάρτο ρε πούττε». Στο μέρος έφτασε η αστυνομία. Ο αστυφύλακα 1671 ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και της δημόσιας εξύβρισης. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες. Ο παραπονούμενος μετέβη στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό (Μ.Κ.2). Η ιατρική εξέταση κατέδειξε ότι ο παραπονούμενος έφερε μικρό αιμάτωμα στο μέτωπο. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Η 1η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη δυνάμει του άρθρου 243 του ποινικού Κώδικα. Για στοιχειοθέτηση αυτού του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθούν δύο στοιχεία ως ακολούθως: · ότι υπήρξε επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και, · ότι προκλήθηκε στο πρόσωπο αυτό πραγματική σωματική βλάβη από την εν λόγω επίθεση Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο, το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna

(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Πραγματική σωματική βλάβη, περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το αδίκημα της 1ης κατηγορίας έχει αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου με το να κτυπήσει τον παραπονούμενο με γροθιά στο μέτωπο, συνιστά επίθεση εν τη εννοία του Νόμου. Υπάρχει στην παρούσα περίπτωση πραγματική χρήση βίας εναντίον του παραπονουμένου χωρίς την συγκατάθεση του. Επίσης, τα τραύματα του παραπονουμένου όπως περιγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμ. 6), συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη όπως ο όρος έχει ερμηνευθεί από την νομολογία. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης της 2ης κατηγορίας, ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως: «99. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...» Από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και, · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297. "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it" Επίσης στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 & Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι και το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης έχει επίσης αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή. Δεν υπάρχει αμφιβολία κατά την άποψη μου ότι οι φράσεις που εκστόμισε ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο, αποτελούν εξύβριση εν τη εννοία του Νόμου. Κρίνω δε ότι η εκστόμιση αυτών των φράσεων θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Η εξύβριση δε, έγινε σε δημόσιο χώρο όπως είναι η οδός Δημήτρη Μητρόπουλου έξω από το Γραφείο Εξυπηρέτησης του Πολίτη. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.