← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. KABBARA HANI ABDULGHANI κ.α., Αρ. υπόθεσης: 22604/09, 28.9.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. KABBARA HANI ABDULGHANI κ.α., Αρ. υπόθεσης: 22604/09, 28.9.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 22604/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον

  1. KABBARA HANI ABDULGHANI
  2. EL BOMBACHI ABDULRAHMAN
  3. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΚΟΥΡΟΥ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 28.9.2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ιωαννίδου (για να ακούσει απόφαση, η κα Παπαπέτρου) Για Κατηγορούμενο 1: κ. Χ'Λοίζου Για Κατηγορούμενο 2: κ. Σαβεριάδης Για Κατηγορούμενο 3: κ. Μελάς Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------------- Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τρεις κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, με αναφορά στα αντίστοιχα αδικήματα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β και της κατοχής του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου, με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο. Τα 6 συνολικά αδικήματα, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, διαπράχθηκαν κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου (Ν.29/77)όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Οι κατηγορούμενοι αφού κατηγορήθηκαν αρνήθηκαν ενοχή σ' όλες τις κατηγορίες. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, προτού ορίσω την υπόθεση για ακρόαση, υπέβαλε αίτημα για σύντομη εκδίκασή της. Για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας των τριών κατηγορουμένων στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της δίκης, αναφορικά με τον τρίτο κατηγορούμενο, ζήτησε την επιβολή συγκεκριμένων όρων οι οποίοι και έγιναν αποδεκτοί, ενώ για τους άλλους δύο, που είναι αλλοδαποί από τον Καναδά, ζήτησε την κράτησή τους. Καθώς έχει αναφερθεί, η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και οι δύο ήρθαν στην Κύπρο από τον Καναδά, ως επισκέπτες, διαμένουν σε ξενοδοχείο χωρίς να διατηρούν δεσμούς με το έδαφος της Δημοκρατίας, καθιστούν αναγκαία την κράτησή τους, αφού, σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην παρουσιαστούν στο Δικαστήριο κατά τη δίκη, ενώ, είναι δυνατό να διαφύγουν μέσω κατεχομένων στο εξωτερικό. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των δύο κατηγορουμένων έφεραν ένσταση στο αίτημα, η ουσία της οποίας, έγκειται στον ισχυρισμό τους, ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιόν μου, για να διαφανεί κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης τους. Περαιτέρω, προέβαλαν τη θέση, ότι ο κίνδυνος να εγκαταλείψουν την Κύπρο μέσω κατεχομένων ισχύει και για τον τρίτο κατηγορούμενο, για τον οποίο δε ζητήθηκε η κράτηση, παρά μόνο, όροι, για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο. Τέλος, δήλωσαν έτοιμοι να αποδεκτούν τους ίδιους όρους που επιβλήθηκαν και στον τρίτο κατηγορούμενο ακόμη και αυστηρότερους, όπως για παράδειγμα, να καταθέσουν μέχρι και €20.000, έκαστος. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 200/08, ημερομηνίας 28.11.2008): «Στην υπόθεση Adnan v. Αστυνομίας

(2004)2 Α.Α.Δ 183, λέχθηκαν τα εξής στις σελίδες 190 - 191: "Το ερώτημα αν ένας κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του εξετάζεται με αναφορά, (
  1. i)Στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμη, (
  2. ii)Στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (iii) Στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ο κίνδυνος μη προσέλευσης καθορίζεται από (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος, (β) Την πιθανότητα καταδίκης και (γ) Την ποινή που δυνατό να επιβληθεί. (Βλέπε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 και Kazanjian ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 326)". Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν, αλλά δύνανται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, να επενεργήσουν κατά τρόπο που δικαιολογούν την κράτηση. (Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538). Στην Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600, έχει αναγνωριστεί ότι όσο πιο σοβαρή είναι μία κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορούμενου να αποφύγει τη δίκη του». Στην υπόθεση Μαλά ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 20/08, ημερομηνίας 14.2.2008, αναφέρονται τα εξής συναφώς με τα προηγούμενα: «Ισχυρό παράγοντα εκτίμησης της πιθανότητας μη προσέλευσης κατηγορουμένου κατά τη δίκη αποτελεί η σοβαρότητα του αδικήματος, σε συνάρτηση με την πιθανότητα καταδίκης και την επιβολή ποινής. Η πιθανότητα, βέβαια, να μην παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος στη δίκη του δεν εκτιμάται στη βάση και μόνο των πιο πάνω. Συνυπολογίζονται όλα όσα περιβάλλουν την υπόθεση, δηλαδή οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, χωρίς οι τελευταίες να αφήνονται να υπερφαλαγγίσουν το γενικό δημόσιο συμφέρον προς απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.» Όπως επισημαίνεται στη Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48: «..σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος.» Σύμφωνα με την Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109: «Άλλοι σχετικοί παράγοντες είναι εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα εις την οποία διώκεται (βλ. Neumeister v. Austria A 8 p.39
(1968)). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη νομολογία μας. Ωστόσο όπως υπογραμμίστηκε στη Βασιλείου (πιο πάνω) δεν 'υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης'.» Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 526, υπόθεση που αφορούσε τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, κρίθηκε κατ' έφεση (βλ. την τελευταία παράγραφο της απόφασης) ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων και η αυστηρότητα της ποινής που θα μπορούσε να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, έδειχναν κίνδυνο μη προσέλευσης του εφεσείοντα κατά τη δίκη. Συνάγεται από την Κουννάς κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 423 ότι, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε υπόθεσης, διάφορα αντικειμενικά και υποκειμενικά δεδομένα - κριτήρια, προσμετρούν ανάλογα με τη βαρύτητά τους, για να καταλήξει το Δικαστήριο σε απόφαση όταν υπάρχει αίτημα για κράτηση ενός κατηγορούμενου με λόγο τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατά τη δίκη. Ανάμεσα στα πρώτα - αντικειμενικά - είναι η σοβαρότητα των κατηγοριών, ενώ, ανάμεσα στα δεύτερα - υποκειμενικά - είναι και οι δεσμοί που έχει ο κατηγορούμενος με τη χώρα διαμονής του και η ύπαρξη ή μη στοιχείων που να δείχνουν την πρόθεση του να μην εμφανιστεί στη δίκη. Τέλος, στην υπόθεση Alrihani ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 238/08, ημερομηνίας 12.1.2009, κρίθηκε ότι ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, όπως αυτά διατυπώθηκαν στο κατηγορητήριο, σε συνδυασμό και με την έλλειψη δεσμών του εφεσείοντα με την Κύπρο, ενδεχομένη απόλυση του υπό όρους, δεν θα ήταν αποτελεσματική απάντηση στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στη δίκη. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και γενικά οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί, προχωρώ αμέσως στην ουσία του αιτήματος της κατηγορούσας αρχής. Αρχίζω με μια πρώτη βασική επισήμανση. Επειδή και οι δύο κατηγορούμενοι, στο αίτημα της κατηγορούσας αρχής για κράτηση τους μέχρι και την ημέρα της δίκης, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκαν ότι είναι έτοιμοι να καταθέσουν το ποσό των €20.000 έκαστος, για να διασφαλιστεί η παρουσία τους στο Δικαστήριο, οφείλω να τους υποδείξω, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Μωυσίδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 138): «.οι όροι που θα επιβληθούν για την εμφάνιση του κατηγορούμενου κατά την ημέρα της δίκης, αν αυτός αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση, εξετάζονται όχι εκ των προτέρων, αλλά αφού πρώτα αποφασισθεί εάν είναι περίπτωση στην οποία ενδείκνυται η κράτηση κατηγορούμενου ή αν θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος μέχρι την ημέρα της δίκης.» Επομένως, η παραπάνω εκδηλωθείσα πρόθεση των δύο κατηγορουμένων, θα έλεγα ότι, αφενός μεν, δεν μπορεί να αποτελεί το αντίβαρο σε περίπτωση που κριθεί ότι αναγκαιεί η κράτησή τους, αφετέρου δε, με δεδομένο ότι εξετάζεται αίτημα κράτησης τους μέχρι και την ημέρα της δίκης, η εν λόγω πρόθεση, εκδηλώθηκε πρόωρα. Ότι όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά, δεν αμφισβητείται, κάτι που αντανακλάται άλλωστε και από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής που είναι διά βίου φυλάκιση για τα αδικήματα της εισαγωγής καθώς και της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β'. Επί του προκειμένου, αν ληφθεί υπόψη και η ποσότητα των ναρκωτικών που αποτελεί το αντικείμενο των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, (περίπου δύο κιλά) είναι φανερό, ότι σε περίπτωση καταδίκης, αναμένεται να τους επιβληθεί φυλάκιση μερικών ετών. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου την πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από την οποία αναδύεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να συμβάλουν στην πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, με την επιβολή αυστηρών ποινών (αυστηρότερων απ' ό,τι κατά το παρελθόν). Αναφέρθηκε από την κα Ιωαννίδου, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί ουσιαστικά από τους δύο κατηγορούμενους, ότι κατάγονται από τον Καναδά, ήρθαν στην Κύπρο ως επισκέπτες και διέμεναν σε ξενοδοχείο (υποθέτω μέχρι τη σύλληψη τους σε σχέση με την παρούσα υπόθεση) χωρίς αυτοί να έχουν καθόλου δεσμούς με την Κύπρο και ακριβή διεύθυνση. Επομένως, κατάληξε, μπορούν να διαφύγουν με οποιοδήποτε τρόπο και μέσω κατεχομένων. Ο ισχυρισμός του κ. Σαβεριάδη, ότι είναι έτοιμοι οι κατηγορούμενοι να δώσουν διεύθυνση, είναι γενικός και δεν είχε συνέχεια. Εν πάση περιπτώσει, δεν αναιρεί μα και ούτε και αμφισβητεί τα παραπάνω δεδομένα, στη βάση των οποίων αναδεικνύεται η ανυπαρξία βασικά οποιωνδήποτε δεσμών των δύο κατηγορουμένων με το έδαφος της Κύπρου. Θεωρώ ότι μπορεί βάσιμα να λεχθεί, ότι υπό την ιδιότητα τους ως επισκεπτών στην Κύπρο, κάτι που δεν αμφισβητούν, ανά πάσα στιγμή, θα αναχωρούσαν για την πατρίδα τους, κάτι που ενδεχομένως θα είχε συμβεί, αν δεν μεσολαβούσε η σύλληψη και κράτηση τους στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Ούτε και δέχομαι τον ισχυρισμό του 2ου κατηγορούμενου ότι ζητείται ρατσιστικά η κράτησή του, επειδή είναι αλλοδαπός. Είναι φανερό, ότι σε ένα τέτοιο συμπέρασμα κατατείνει η όλη επιχειρηματολογία του κ. Σαβεριάδη, γύρω από το θέμα. Είναι σαφές, ότι δεν είναι εξαιτίας της ιδιότητας του ως αλλοδαπού που ζητείται η κράτησή του, αλλά, συνεπεία της απουσίας δεσμών του με την Κύπρο, κάτι που ισχύει για όλους είτε αλλοδαποί είναι είτε πολίτες της Δημοκρατίας. Προκύπτει από την Μωυσίδης (ανωτέρω) ότι ο παράγοντας δεσμοί ενός κατηγορούμενου με την Κύπρο είναι νομολογημένο, ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για να κρίνεται η πιθανότητα εμφάνισης του ή όχι κατά την ημέρα της δίκης. Τούτο, όμως, αποκτά σημασία, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός ή διαμένει στο εξωτερικό (άρα ανεξάρτητα από το κατά πόσο ότι είναι ή όχι αλλοδαπός) γιατί το γεγονός αυτό, δηλαδή αν απουσιάζουν οποιοιδήποτε ισχυροί δεσμοί του με την Κύπρο, καθιστά πιθανότερη τη διαφυγή του και μη εμφάνιση κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Πολλώ μάλλον που οι δύο κατηγορούμενοι εδώ, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, δεν έχουν καθόλου δεσμούς με την Κύπρο. Υπό αυτή την έννοια, προφανώς, είναι, που δεν επιδιώκεται η κράτηση του 3ου κατηγορούμενου και όχι επειδή είναι πολίτης της Δημοκρατίας. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, θεωρώ πως - συνοψίζοντας - λαμβανομένων υπόψη: πρώτον, της σοβαρότητας των αδικημάτων, δεύτερον, της ποινής που αναμένεται να επιβληθεί στους κατηγορούμενους σε περίπτωση καταδίκης και τρίτον, την ανυπαρξία οποιωνδήποτε δεσμών τους με την Κύπρο, όλα αυτά τα στοιχεία, σωρευτικά θεωρούμενα, καθιστούν δικαιολογημένο το αίτημα της κατηγορούσας αρχής, για κράτησή τους, αφού, είναι πιθανό, σε περίπτωση που αφεθούν ελεύθεροι, όχι μόνον να μην παρουσιαστούν στο Δικαστήριο, αλλά, ακόμη πιο πιθανόν να εγκαταλείψουν την Κύπρο. Δε μου διαφεύγει ότι δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου το μαρτυρικό υλικό, προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα καταδίκης τους. Το πρώτο που θέλω να πω είναι ότι, ακόμη και να ετίθετο, σύμφωνα με την Γιωργαλλίδης, ανωτέρω, αυτό εκτιμάται μόνο στην όψη του, αφού, οριστικά συμπεράσματα δεν μπορούν να εξαχθούν μα ούτε και να δοθούν οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα. Επί του προκειμένου, η θέση μου είναι ακόμη πιο λεπτή, αν ληφθεί υπόψη, ότι θα επιληφθώ της υπόθεσης επί της ουσίας, οπότε, οποιοδήποτε εγχείρημα αποτίμησης ή θεώρησης της μαρτυρίας, ενδεχομένως να δημιουργούσε στους κατηγορούμενους ακόμη και την αίσθηση της προκατάληψης σε σχέση με την ενοχή τους. Έπειτα και αυτό είναι που μετρά, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικούς τους διάφορους λόγους ή παράγοντες που έχω λάβει υπόψη, με συνυπολογισμό των οποίων στοιχειοθετείται κατά την κρίση μου σοβαρός κίνδυνος μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο κατά τη δίκη αν αυτοί αφεθούν ελεύθεροι. Κατά συνέπεια, διατάσσω την κράτηση των κατηγορούμενων 1 και 2 μέχρι και τις 5.10.2009 και ώρα 10:00 που η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση. Ο 3ος κατηγορούμενος να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο κατά την ως άνω μέρα και ώρα με τους ίδιους όρους. (Υπ.)................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.