Aστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριου Βακανά κ.α., Υπόθεση αρ. 23618/08, 6.10.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B153 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ. 23618/08 Aστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Μάριου Βακανά
- Ανδρέα Κουμπάρου Κατηγορούμενων -------------------- 6.10.09 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ιωαννίδου Για Κατηγορούμενους: κ. Π. Κλεοβούλου (κα Σωκράτους, για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο 1ος κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα καθώς και την κατηγορία της ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα (βλέπε τις κατηγορίες 1 μέχρι 3 κατ' αντιστοιχία αδικήματος). Ο 2ος κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντοτε με το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης καθώς και της ανησυχίας (βλέπε τις κατηγορίες 4 και 5). Η κατηγορούσα αρχή, προς απόδειξη της υπόθεσής της, κάλεσε δύο μάρτυρες: τον παραπονούμενο Ανδρέα Σάββα, από το Λεμεσό (Μ.Κ.2) και τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2258 Α. Μιχαήλ (Μ.Κ.1). Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, επέλεξαν να καταθέσουν ενόρκως. Προς υπεράσπισή τους κάλεσαν ως μάρτυρα το Μιχάλη Χριστοδούλου (Μ.Υ.1, 2 και 3 αντίστοιχα). Η κατηγορούσα αρχή, κατά τη διάρκεια της δίκης, προώθησε μέσω του παραπονούμενου τις ακόλουθες θέσεις: Στις 29.6.2008, ο παραπονούμενος αποφάσισε να πάει για δείπνο μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό του, την αρραβωνιαστικιά του τελευταίου και το παιδί τους, ηλικίας 7 μηνών, στο εστιατόριο με την ονομασία Pissouri Bay Garden, ιδιοκτησίας του 1ου κατηγορούμενου. Γύρω στις 19.00 έφθασε στο μέρος, οπότε και ζήτησε τραπέζι για τέσσερα άτομα και ένα παιδί. Αν και ήταν άδειο το εστιατόριο, ο 1ος κατηγορούμενος του έδειξε ένα μικρό τραπέζι για τέσσερα άτομα, το οποίο δεν είχε χώρο για το παιδί. Τότε, έδειξε στον 1ο κατηγορούμενο ένα άλλο-μεγαλύτερο τραπέζι και το ρώτησε αν μπορούσαν να καθίσουν εκεί. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε, λέγοντάς του, ότι ήταν πολιτική του εστιατορίου. Ο παραπονούμενος τότε, του είπε ότι θα φύγει και θα πάει αλλού. Μόλις έφθασε στο αυτοκίνητό του, ρώτησε τον κατηγορούμενο τι είδους πολιτική ήταν αυτή, όταν το εστιατόριο είναι εντελώς άδειο και δεν τους αφήνει να κάτσουν σε μεγαλύτερο τραπέζι. Εκείνη τη στιγμή και ενώ ο κατηγορούμενος καθόταν σ' ένα τραπεζάκι και ο παραπονούμενος στεκόταν έξω από το εστιατόριο, έφθασε στο μέρος και ο αδελφός του παραπονούμενου, ο οποίος τον ρώτησε τι συνέβη. Ο τελευταίος, του απάντησε ως εξής: «Κοίταξε ήντα μασκαραλλίκια, όφκερο το εστιατόριο και δε μας δίνει μεγαλύτερο τραπέζι.» Τη στιγμή αυτή βγήκε έξω από το εστιατόριο ένα σερβιτόρος (2ος κατηγορούμενος) που άκουγε τη συζήτηση, ο οποίος, πλησιάζοντας τον παραπονούμενο, με πολύ επιθετικό τρόπο, του είπε τα εξής: «Ποιος εν ο καραγκιόζης ρε; Εσύ είσαι ο καραγκιόζης, καθυστερημένε, φύε που δαμέ, να με σε λύσω, κωλόπαιδό.» Ο παραπονούμενος του απάντησε ως εξής: «Εσύ είσαι ο καραγκιόζης, είσαι παλληκάρι τζιαί θα μας δέρεις;» O αδελφός του παραπονούμενου, που στεκόταν δίπλα του, δεν είπε τίποτα και έφυγαν. Ο 2ος κατηγορούμενος, τότε, κλήθηκε να πάει μέσα. Ο παραπονούμενος, ακολούθως, μπήκε στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησε για να φύγει, ενώ ο αδελφός του περπατούσε προς το δικό του αυτοκίνητο. Τη στιγμή αυτή, ο παραπονούμενος είδε από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του τους δύο κατηγορούμενους να πλησιάζουν τον αδελφό του, οπότε σταμάτησε το αυτοκίνητό του και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Ο 1ος κατηγορούμενος, μόλις τον είδε, άρχισε να ουρλιάζει και να του φωνάζει «ππουστόπαιδο, κωλόπαιδο, γαουρόσπορε, γαμώ τη ράτσα σου». Ακολούθως, τον πλησίασε και καθώς ο ίδιος στεκόταν στο πεζοδρόμιο, τον έσπρωξε με τα χέρια δύο φορές στο στήθος. Μετά από αυτό, έφυγε από το μέρος μαζί με τον αδελφό του. Δεν κατάγγειλε το συμβάν στην αστυνομία γιατί δεν το πήρε στα σοβαρά. Ο 1ος κατηγορούμενος ισχυρίζεται τα εξής σε σχέση με το όλο επεισόδιο (στην κατάθεση του - τεκμήριο 7 - το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του): Στις 29.6.2008 και περί ώρα 18:50 τον προσέγγισε ο παραπονούμενος στο εστιατόριό του που βρίσκεται στην οδό Αμπελώνων στην παραλία Πισσουρίου. Το ρώτησε αν έχει τραπέζι για τέσσερα άτομα. Του υπέδειξε συγκεκριμένο τραπέζι. Ο παραπονούμενος δεν το ήθελε, οπότε και βγήκε έξω από το εστιατόριο για να ξαναμπεί όμως, οπότε και ζήτησε από τον 1ο κατηγορούμενο συγκεκριμένο, επίσης, τραπέζι, το οποίο δεν μπορούσε να του δώσει ο κατηγορούμενος, επειδή ήταν κρατημένο. Μετά από αυτό, ο παραπονούμενος βγήκε και πάλι έξω από το εστιατόριο, λέγοντάς του τα εξής: «εντάξει, δε θα ξαναρθούμε στο εστιατόριο σας, θα πάμε κάπου αλλού.» Κι' όμως επέστρεψε για τρίτη φορά, οπότε και άρχισε να συνομιλεί με το 2ο κατηγορούμενο, έξω από το εστιατόριο. Ο ίδιος, μόλις τους είδε, βγήκε έξω και ρώτησε τον παραπονούμενο τι συμβαίνει, για να πάρει την ακόλουθη απάντηση: «Είσαι ένας βλάκας, γαμώ τη ράτσα σου, γαμώ τη μάνα σου, άχρηστε, να σε γαμήσω.». Αυτά τα έλεγε καθώς αναχωρούσε από το εστιατόριο. Στη συνέχεια τους προσέγγισε ο αδελφός του παραπονούμενου, ο οποίος προσπαθούσε να το δικαιολογήσει. Ακολούθως, μπήκαν και οι δύο στο αυτοκίνητό τους (παραπονούμενος και ο αδελφός του) και έφυγαν από το μέρος. Η εκδοχή του 2ου κατηγορούμενου σε σχέση με το επίδικο συμβάν (σύμφωνα με όσα και αυτός ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση - τεκμήριο 8 - είναι τα εξής: Στις 29.6.2008 γύρω στις 18:50, προσέγγισε το εστιατόριο του 1ου κατηγορούμενου κάποιος άγνωστος (παραπονούμενος) ο οποίος ζητούσε τραπέζι για τέσσερα άτομα. Επειδή δεν του άρεσε το τραπέζι που του παραχώρησε ο 1ος κατηγορούμενος, αναχώρησε από το εστιατόριο. Όμως, ξαναήρθε και ζητούσε ξανά τραπέζι για πέντε άτομα. Ο 1ος κατηγορούμενος του υπέδειξε το ίδιο τραπέζι, οπότε και ξανάφυγε για να επιστρέψει ξανά (για τρίτη φορά). Όταν τον πλησίασε ο 2ος κατηγορούμενος, ο παραπονούμενος νευριασμένος του είπε τα εξής: «Kαραγκιόζη, γαμώ τη ράτσα σου, γαουρόσπορε, εν να σε κανονίσω άλλη μέρα». Όταν ακολούθως στο μέρος πλησίασε ο 1ος κατηγορούμενος, ο παραπονούμενος άρχισε να βρίζει και αυτόν με τα εξής: «Γαμώ τη μάνα σου, άχρηστε, γαμώ τη ράτσα σου». Η συνέχεια περιγράφεται από το 2ο κατηγορούμενο όπως και από τον 1ο, οπότε δε χρειάζεται να την επαναλάβω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους τρεις μάρτυρες, καθώς και τους κατηγορούμενους ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 89/07, ημερομηνίας 29.2.2008 και Mohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 60/06, ημερομηνίας 27.2.2009 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 129/07, ημερομηνίας 10.12.2008: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Η ουσία της μαρτυρίας του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 2258 Α. Μιχαήλ (Μ.Κ.1), έγκειται στα εξής: Στις 29.6.2008 που έγινε το επίδικο επεισόδιο, ειδοποιήθηκε γι' αυτό τηλεφωνικώς από τους κατηγορούμενους, οι οποίοι κατάγγειλαν τον παραπονούμενο ότι τους εξύβρισε. Την επόμενη μέρα, ο μάρτυρας προέβη στη λήψη γραπτής κατάθεσης από τους κατηγορούμενους, αναφορικά με το συμβάν (βλ. τα τεκμήρια 7 και 8). Σε γραπτή κατάθεση προς τον ίδιο, σε σχέση πάντοτε με το ίδιο συμβάν, προέβη και ο Μ.Υ.3, Μιχάλης Χριστοδούλου (βλ. το τεκμήριο 9). Στις 4.7.2008 ο εξεταστής προέβη στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τους δύο κατηγορούμενους και ακολούθως τους κατηγόρησε γραπτώς, για τα αδικήματα που τους προσάπτονται στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης (βλ. τα τεκμήρια 2, 3, 4 και 5). Προηγήθηκε την ίδια ημέρα, η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον παραπονούμενο, (από άλλο αστυνομικό - 2877 Παπαμιχαήλ -) στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης δημόσιας εξύβρισης εναντίον του, προφανώς, σε σχέση με το ίδιο επεισόδιο που είχε με τους κατηγορούμενους στις 29.6.2008 και τη σε βάρος του καταγγελία εκ μέρους και των δύο. Για όλες τις παραπάνω ενέργειές του, ο εξεταστής, δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Εκεί που ελέγχεται ο μάρτυρας, για ανακρίβεια, στην καλύτερη γι' αυτόν περίπτωση, είναι σε σχέση με τον ισχυρισμό του, ότι έλεγξε κατά πόσο ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου και ήταν ορθοί, με ανεξάρτητη μαρτυρία. Καθώς έχει αναφέρει, από δύο πρόσωπα που έχουν υποστατικό στο μέρος και από τον αδελφό του παραπονούμενου Ευθύμιο Σάββα. Μολονότι δε δέχθηκε την υποβολή, ότι οι κάτοχοι των γειτονικών υποστατικών δεν υποστήριξαν την εκδοχή του παραπονούμενου, αλλά, των κατηγορούμενων είναι γεγονός, ότι, από τη μια, ο αδελφός του παραπονούμενου ούτε καν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για να καταθέσει, ενώ, από την άλλη, ο μόνος ιδιοκτήτης γειτονικού υποστατικού που κατάθεσε, ήταν ο Μ.Υ.3, Μιχάλης Χριστοδούλου, ο οποίος, όπως ορθώς υποβλήθηκε στον εξεταστή, υποστήριξε την εκδοχή των κατηγορούμενων. Ακολουθεί, ότι, η εκδοχή του εξεταστή, επί του προκειμένου απορρίπτεται. Παρά τα προηγούμενα, είναι σαφές, ότι η υπόθεση θα κριθεί με αντιπαραβολή της εκδοχής των κατηγορούμενων καθώς και του μάρτυρά τους (Μ.Υ.3) με την αντίστοιχη του παραπονούμενου (Μ.Κ.2) σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα που την περιβάλλουν. Μολονότι κανενός από τους πιο πάνω η μαρτυρία, οι οποίοι κατάθεσαν ως αυτόπτες και/ή αυτήκοοι μάρτυρες για όσα διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, διακρίνεται για τη σε μεγάλο βαθμό συνέπεια ή σταθερότητα, εντούτοις, για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, με αναφορά και στη μαρτυρία, θεωρώ πιο πειστική την εκδοχή τω κατηγορούμενων από την αντίστοιχη του παραπονούμενου, η οποία, σε αρκετά σημεία στερείται και λογικής. ΄Επειτα, λαμβάνω υπόψη και το γεγονός, ότι η μαρτυρία των δύο κατηγορούμενων, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται ή επιβεβαιώνεται και από άλλη - ανεξάρτητη μαρτυρία, ενώ σε κάποιο βαθμό, επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία του παραπονούμενου. Ειδικότερα: Ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος, ότι ο 1ος κατηγορούμενος, μολονότι ήταν άδειο το εστιατόριό του, όταν του ζήτησε τραπέζι για πέντε άτομα, αυτός, καταρχήν του έδειξε ένα μικρό τραπέζι για τέσσερα άτομα, ενώ, όταν ο ίδιος του υπέδειξε κάποιο άλλο - μεγαλύτερο τραπέζι και το ρώτησε αν μπορούσαν να καθίσουν εκεί, ο 1ος κατηγορούμενος αρνήθηκε, λέγοντάς του, ότι ήταν η πολιτική του εστιατορίου. Με τη σειρά του, ο 1ος κατηγορούμενος, για το ίδιο θέμα, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, ισχυρίστηκε ότι όταν μπήκε στο εστιατόριο ο παραπονούμενος και το ρώτησε αν είχε τραπέζι για τέσσερα άτομα, οπότε και του υπέδειξε ένα, ο παραπονούμενος δεν το ήθελε και βγήκε έξω από το εστιατόριο. Όταν επέστρεψε και του ζήτησε συγκεκριμένο τραπέζι και αυτός του ανέφερε πως δεν μπορούσε να του το παραχωρήσει, επειδή ήταν κρατημένο, βγήκε έξω από το εστιατόριο και του είπε «εντάξει, δε θα ξαναρθούμε στο εστιατόριο σας, θα πάμε κάπου αλλού.» Μολονότι ο 1ος κατηγορούμενος είπε και διάφορα άλλα γύρω από το ίδιο θέμα, που σε κάποιο βαθμό διαφέρουν από τα παραπάνω, εντούτοις, θεωρώ ότι η εκδοχή του, επί της ουσίας, αποδίδει την πραγματικότητα και τούτο γιατί δεν μπορώ να αντιληφθώ τι λόγο είχε - για να θεωρήσω ως αληθινή την εκδοχή του παραπονούμενου - ενώ ήταν άδειο το εστιατόριό του, είτε να παραχωρήσει μικρότερο τραπέζι στον παραπονούμενο απ' ότι ο ίδιος είχε ζητήσει, είτε ακόμη να μην του δώσει το συγκεκριμένο που είχε ζητήσει αν όντως, αυτό δεν ήταν κρατημένο. Ούτε και μπορώ να κατανοήσω τι νόημα είχε αλλά και ποιο το όφελος για τον 1ον κατηγορούμενο, να αρνηθεί να παραχωρήσει στον παραπονούμενο το τραπέζι που είχε διαλέξει κατ' επίκληση γενικά και αόριστα της ούτω καλούμενης πολιτικής του εστιατορίου. Ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο 1ος κατηγορούμενος που είναι ιδιοκτήτης εστιατορίου, δηλαδή επιχείρησης, χωρίς ουσιαστικό λόγο, θα επέλεγε να διώξει βασικά κάποιο πελάτη από το εστιατόριο, στο όνομα κάποιας πολιτικής, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Απεναντίας, θεωρώ καθόλα λογικό και φυσικό το να αρνηθεί κάποιος να παραχωρήσει σε κάποιον πελάτη συγκεκριμένο τραπέζι, όταν αυτό έχει προκρατηθεί από κάποιο άλλο πελάτη. Για ό,τι αφορά την πιο ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης, ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι τον εξύβρισαν, ενώ ο 1ος, του επιτέθηκε κιόλας, σπρώχνοντάς τον με τα χέρια δύο φορές στο στήθος. Περαιτέρω, ότι όλα αυτά έγιναν έξω από το εστιατόριο στην παρουσία του αδελφού του, ο οποίος και είδε και άκουσε τι έγινε. Οι κατηγορούμενοι που αρνούνται όσα τους αποδίδει ο παραπονούμενος, ισχυρίζονται ότι αυτός τους εξύβρισε. Εξηγώ αμέσως γιατί δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή του παραπονούμενου επί του προκειμένου: Καταρχήν, θεωρώ πως εάν οι κατηγορούμενοι ήθελαν είτε να τον βρίσουν, είτε να του επιτεθούν, δε θα επέλεγαν να το κάνουν έξω από το εστιατόριο και μάλιστα στην παρουσία του αδελφού του. Θα μπορούσαν κάλλιστα να το κάνουν όταν δύο φορές μπήκε στο άδειο εστιατόριο, οπότε, ούτε θα τους έβλεπε, ούτε θα του άκουε κανείς. Έπειτα, μου φαίνεται αρκετά παράξενο και παράλογο για να το πιστέψω, ο παραπονούμενος να καθυβρίζεται από δύο πρόσωπα και να δέχεται την επίθεση του ενός, στην παρουσία του αδελφού του και ο τελευταίος να βλέπει και να ακούει με απάθεια τα συμβαίνοντα. Είμαι πεπεισμένος, ότι επειδή τα γεγονότα διαδραματίστηκαν σύμφωνα με την εκδοχή των κατηγορούμενων, αυτός είναι και ο λόγος που ο αδελφός του παραπονούμενου το μόνο που έκανε ήταν να τον πάρει και να φύγουν από το μέρος. Και επειδή, πιθανότατα, πρόκειται για έντιμο άνθρωπο - ο αδελφός του παραπονούμενου - πιστεύω ότι για το ίδιο λόγο δεν κλήθηκε να καταθέσει στο δικαστήριο εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής. Έπειτα, λαμβάνω υπόψη και το εξής: σε αντίθεση με τους κατηγορούμενους οι οποίοι τηλεφώνησαν αυθημερόν στην αστυνομία και ανέφεραν το συμβάν, οι οποίοι, μεταξύ άλλων κατάγγειλαν τον παραπονούμενο ότι τους εξύβρισε, ενώ την επόμενη μέρα προέβησαν και σε γραπτή καταγγελία εναντίον του, ο ίδιος, αποφάσισε να τους καταγγείλει , μόλις στις 4.7.2008 και τούτο, στο πλαίσιο ανακριτικής κατάθεσης που του είχε ληφθεί, για όσα του αποδίδουν οι κατηγορούμενοι ότι έκανε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε και θεωρώ πειστική την εξήγηση που έδωσε στην αστυνομία, σε σχέση με την παράλειψή του να προβεί σε καταγγελία των κατηγορούμενων ενωρίτερα. Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να κατανοήσω, πως είναι δυνατό, κάποιος να δέχεται απρόκλητα πραγματική επίθεση από κάποιο άλλο, την ίδια ώρα να καθυβρίζεται και με τις λέξεις και/ή φράσεις που αποδίδει ο παραπονούμενος στους κατηγορούμενους και παρόλα αυτά, να δηλώνει πως δεν πήρε το γεγονός στα σοβαρά. Η αλήθεια είναι διαφορετική. Ο λόγος για τον οποίο ο παραπονούμενος δεν προέβη άμεσα σε καταγγελία στην αστυνομία για όσα αποδίδει στους κατηγορούμενους, είναι γιατί η αλήθεια είναι ότι τίποτα από αυτά έχει συμβεί, αλλά, αντίθετα, αυτός είναι που εξύβρισε και τους δύο. Επομένως, δεν είχε λόγο να τους καταγγείλει. Υπάρχει όμως ακόμη ένα στοιχείο που κλονίζει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του παραπονούμενου, ενώ την ίδια ώρα ενισχύει την αξιοπιστία των κατηγορούμενων. Ο παραπονούμενος, μολονότι παραδέχθηκε ότι καταδικάστηκε από το δικαστήριο στην κατηγορία της εξύβρισης, ερωτηθείς από το δικηγόρο των κατηγορούμενων τι τους είπε - με λίγα λόγια ποιο ήταν το περιεχόμενο της εξύβρισης - καταρχήν, απάντησε πως δε νομίζει να χρειάζεται. Όταν όμως ακολούθως, κλήθηκε να πει κατά πόσο εξύβρισε τον 1ον κατηγορούμενο με τις λέξεις και/ή φράσεις «βλάκα, είσαι ένας βλάκας, γαμώ τη ράτσα σου και τη μάνα σου, άχρηστε εν να σε γαμήσω» έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Δε νομίζω να είπα γαμώ τη μάνα σου ή εν να σε γαμήσω, αλλά γαμώ τη ράτσα σου, το είπα». Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι με αυτές τις φράσεις παραδέχθηκε στο δικαστήριο ότι εξύβρισε τον 1ο κατηγορούμενο, απάντησε ως εξής: «Δεν ήθελα να συζητήσω στο δικαστήριο τι ακριβώς έγινε, το γεγονός πως τους ύβρισα. Δεν ήθελα να κάτσω να συζητήσω ακριβώς, αυτό το είπα και αυτό δεν το είπα.» Το πρώτο που θέλω να πως είναι ότι θεωρώ τουλάχιστον αστείο, ο παραπονούμενος να καμώνεται ότι θίγεται, όταν καλείται να πει κατά πόσο εξύβρισε τον 1ον κατηγορούμενο με τη φράση «γαμώ τη μάνα σου», αλλά να παραδέχεται ότι του είπε «γαμώ τη ράτσα σου». Ο ισχυρισμός του, όμως, ότι παραδέχθηκε το περιεχόμενο της εξύβρισης στο δικαστήριο, όπως του αποδίδεται, γιατί δεν ήθελε να συζητήσει με το δικαστήριο, «αυτό το είπα, αυτό δεν το είπα», αποδεικνύει και την αίσθηση του περί της δικαστικής διαδικασίας, πόσο σοβαρά την εκλαμβάνει αλλά και πόσο σέβεται τον εαυτό του. Δε μου φαίνεται καθόλου λογικό, για να το πιστέψω, ένας άνθρωπος που διώκεται, εν μέρει συκοφαντικά - αυτό συνάγεται από την απάντηση του παραπονούμενου - τη στιγμή μάλιστα που υπήρξε ο ίδιος θύμα κατ' ανάλογο τρόπο και όχι μόνο, των συκοφαντών του, να παραδέχεται ελαφρά τη καρδία όσα ψευδώς του αποδίδονται, επειδή δήθεν δεν ήθελε να κάτσει να συζητά με το δικαστήριο. Όμως, από την ίδια πάντοτε απάντηση του παραπονούμενου, συνάγεται και κάτι άλλο: έμμεση ομολογία, ότι ύβρισε και τους δύο κατηγορούμενους, (βλ. τη φράση «..το γεγονός πως τους έβρισα .» μολονότι, ανακρινόμενος (βλ. την κατάθεση του - τεκμήριο 6 -) ισχυρίζεται ότι απευθυνόμενος προς τον 2ο κατηγορούμενο, τον αποκάλεσε καραγκιόζη, όταν αυτός πρώτα τον εξύβρισε και με αυτή τη λέξη. Δεν λέει πουθενά ότι εξύβρισε και τον 1ο κατηγορούμενο, κάτι που όφειλε να κάνει, αν ληφθεί υπόψη ότι κλήθηκε να δώσει κατάθεση ως ύποπτος σε σχέση με το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Χωρίς να σημαίνει πως δεν μπορούν να λεχθούν περισσότερα, θεωρώ αρκετά όσα έχουν αναφερθεί, προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου ότι η εκδοχή του παραπονούμενου στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που να μην μπορώ να την αποδεχθώ. Ακολουθεί ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή των κατηγορούμενων στις κατηγορίες που τους προσάπτει, οπότε αυτοί δικαιωματικά αθωώνονται. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Κοινή επίθεση, ανησυχία, δημόσια εξύβριση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο