ΤECHNOTENT (Κ. Γ. ΓΙΩΡΓΑΤΣΟΣ) LTD ν. Εταιρείας GCFAP CO LTD κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 1517/09, 9 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 1517/09 ΤECHNOTENT (Κ. Γ. ΓΙΩΡΓΑΤΣΟΣ) LTD και
- Εταιρείας G.C.F.A.P & CO LTD
- Μαγδαληνής Λειβαδιώτου
- Εric John Wakeham Κατηγορουμένων --- Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου, 2009 Εμφανίσεις Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Γ. Χριστοφίδης Για τους Κατηγορούμενους: κος Χρονίδης Κατηγορούμενοι 2 και 3: Παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Αντίθετη επί του θέματος ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος από την πλευρά του εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους καλέσει σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Ανδρέας Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) του 1962, 1 All E.R. 448 του Λόρδου Πάρκερ. Η οδηγία αυτή, από άποψη καθοδήγησης, είναι μεγάλης σημασίας και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο, με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του θέματος της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι: (α) εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή (β) η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό της δίκης, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι εξέδωσε 3 επιταγές χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305
(1)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Οι δε κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται ότι υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρείχαν συνδρομή στην κατηγορουμένη 1 στην έκδοση των 3 επιταγών χωρίς αντίκρισμα δυνάμει των άρθρων 305 Α
(1)
(2)και 20 του Κεφ.
- Με βάση την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ ότι πρέπει να γίνει διαχωρισμός στην εξέταση του θέματος κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με την κατηγορούμενη
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων στις κατηγορίες 4, 5 και 6 η Κατηγορούμενη 2 ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 κατά ή περί το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2008 παρείχε συνδρομή στην κατηγορούμενη 1 να εκδώσει τις επιταγές με αριθμούς 01199796, 01199797 και 01199798 της Λαϊκής Τράπεζας διά το ποσό των Λ.Κ. 20.256,66 έκαστη σε διαταγή των παραπονουμένων και οι οποίες επιταγές αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανάκληση της πληρωμής τους από τον εκδότη τους ήτοι την εταιρεία G.C.F.A.P & CO L.T.D. και παρέμειναν απλήρωτες. Ως έχει προαναφερθεί η κατηγορούμενη 2 διώκεται δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και συγκεκριμένα του εδαφίου (γ) το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στην διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) ............. (β) ............ (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ) ............» Ερχόμενος τώρα να εξετάσω κατά πόσο με την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 2 κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να το πράξει. Δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας δια του οποίου να αποδεικνύεται έστω και στο στάδιο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης με ποιο τρόπο η κατηγορούμενη 2 συνήργησε στην έκδοση των ακάλυπτων επιταγών. Κανένας από τους μάρτυρες κατηγορίας ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και με οιονδήποτε άλλο τρόπο βοήθησε στην έκδοση τους έτσι ώστε να στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον της ακόμα και σε αυτό το στάδιο. Θεωρώ ότι ελλείπουν παντελώς τα στοιχεία εκείνα που θα αποδείκνυαν συνέργεια της κατηγορούμενης 2 στα υπό κρίση αδικήματα. Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 2 σε σχέση με τις κατηγορίες 4, 5 και 6 και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάττεται στις κατηγορίες 4, 5 και
- Αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1 και 3 και σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2 και 3 και 7, 8 και 9 που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα και κατόπιν μελέτης της μέχρι τώρα δοθείσας μαρτυρίας και προβαίνοντας σε αντικειμενική θεώρηση της όπως επιβάλλεται στο στάδιο αυτό, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους και καλώ αυτούς σε απολογία. (Υπ.) ............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΓΚ Subject: Private Criminal / Interim Αναφορά: Ιδιωτική ποινική-Ενδιάμεση-Ανάκληση πληρωμής επιταγής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο