Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτης Χατζηχριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 17600/08, 9 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B155 Αρ. Υπόθεσης: 17600/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Παναγιώτης Χατζηχριστοδούλου, από την Λεμεσό Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 2009 Για την αστυνομία: κος Κυριακίδης Για κατηγορούμενο: κος Αθάνατος Κατηγορούμενος : Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αφορούν αντίστοιχα τα αδικήματα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα και της επίθεσης μέσα σε αθλητικό χώρο κατά παράβαση των άρθρων 2, 9 και 20 του Περί Βίας στους Αθλητικούς Χώρους Νόμου 5
(1)/2004. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 28 Μαρτίου 2008 στην Λεμεσό, επιτέθηκε εναντίον του Χρίστου Δημητρίου μέσα σε αθλητικό χώρο δηλαδή στις κερκίδες του αθλητικού κέντρου "Σπύρος Κυπριανού", προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη και η πιο πάνω επίθεση συνδεόταν με αθλητικό γεγονός, ήτοι τον αγώνα πετόσφαιρας μεταξύ των ομάδων της Νέας Σαλαμίνας και της Ανόρθωσης. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν εκτεθεί από τον Δημόσιο κατήγορο έχουν ως ακολούθως: Στις 28.3.2008 στο αθλητικό κέντρο "Σπύρος Κυπριανού" διεξήχθη ο αγώνας πετόσφαιρας μεταξύ των ομάδων Νέας Σαλαμίνας και Ανόρθωσης. Μετά την λήξη του αγώνα, οι οπαδοί της Νέας Σαλαμίνας άρχισαν να αποχωρούν από το γήπεδο. Τότε, οπαδοί της Ανόρθωσης τους επιτέθηκαν και κτυπούσαν αδιάκριτα όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Ο παραπονούμενος Χρίστος Δημητρίου βρισκόταν με άλλους οπαδούς της Νέας Σαλαμίνας στο πάνω διάζωμα των κερκίδων του πιο πάνω αθλητικού κέντρου. Πριν το τελευταίο σκαλί προς την έξοδο, δέχθηκε επίθεση από τρία άτομα που κρατούσαν ξύλα. Ο παραπονούμενος εξετάστηκε από γιατρό ο οποίος διαπίστωσε θλαστικό τραύμα στο κεφάλι. Το όλο επεισόδιο καταγράφηκε σε ψηφιακούς δίσκους από κάμερες κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που ήταν εγκατεστημένες στο στάδιο. Ο παραπονούμενος παρακολουθώντας αυτούς τους δίσκους αλλά και φωτογραφίες που λήφθηκαν από τις κάμερες, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως ένα από τα πρόσωπα που του επιτέθηκαν. Ο κατηγορούμενος ο οποίος είναι λευκού ποινικού μητρώου, συνελήφθη και ανακρινόμενος παραδέχθηκε ενοχή. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Πρόκειται για νεαρό άτομο 20 ετών που κατάγεται από πολυμελή οικογένεια. Ο θάνατος της μικρότερης του αδελφής, του δημιούργησε ψυχολογικά προβλήματα. Ήταν ατίθασος χαρακτήρας και μερικές φορές συμπεριφερόταν νευρικά. Αυτή την περίοδο, διαπράχθηκαν κατά τον συνήγορο τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Σήμερα όμως ο κατηγορούμενος έχει αλλάξει ριζικά, απολύθηκε από τον στρατό και έχει εξεύρει εργασία στο εξωτερικό όπου προγραμματίζει να μεταβεί σύντομα. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει σήμερα συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο και έχει μεταμεληθεί πλήρως για τις πράξεις του. Ζήτησε δε από το Δικαστήριο όπως δοθεί μια τελευταία ευκαιρία στον πελάτη του, προκειμένου να αποδείξει ότι στο μέλλον θα σέβεται τους νόμους και ότι δεν πρόκειται να επαναλάβει τα ίδια ή άλλα αδικήματα. Αν παρόλα αυτά το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή φυλάκισης, ο συνήγορος ζήτησε όπως αυτή ανασταλεί ενόψει των προσωπικών συνθηκών του πελάτη του. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Προτού προχωρήσω στην παράθεση των ελαφρυντικών στοιχείων που θα ληφθούν υπόψη για μετριασμό της ποινής, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Η σοβαρότητα προκύπτει πρώτιστα από τις υπό του νόμου προβλεπόμενες ποινές. Σημειώνω ότι για το αδίκημα της επίθεσης εντός αθλητικού χώρου της 2ης κατηγορίας, προβλέπεται ποινή φυλάκισης δύο ετών, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν.5
(1)/04 ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο. Επίσης για το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη της 1ης κατηγορίας, προβλέπεται σύμφωνα με το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, ποινή φυλάκισης τριών ετών. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τονίζεται επίσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έχει νομολογηθεί ότι σε αδικήματα βίας θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Επιπλέον, σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει την σοβαρότητα των αδικημάτων βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις. Στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245,249, τονίστηκε το καθήκον του Δικαστηρίου να περιφρουρήσει το άθλημα του ποδοσφαίρου από πράξεις βίας με εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Επεισόδια βίας σε αθλητικούς χώρους υπονομεύουν όχι μόνο τον αθλητισμό αλλά και τη στάθμη του πολιτισμού μας. Ομαδικά παιγνίδια όπως το ποδόσφαιρο έχουν, όπως και τα αγωνίσματα στίβου, ως σκοπό την ευγενή άμιλλα και όχι τη βίαιη αντιπαράθεση. Πράξεις βίας οδηγούν στην αλλοτρίωση των σκοπών του αθλήματος και καθιστούν προβληματική την προσέλευση του κοινού στα στάδια.» Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ 342, 348, λέχθηκε ότι οι αθλητικοί αγώνες θα πρέπει να παύσουν να παρέχουν δικαιολογίες για βανδαλισμούς και εκδηλώσεις μισαλλοδοξίας. Επαναλήφθηκε η αποφασιστικότητα του Εφετείου για την ανάγκη επιβολής σε αδικήματα αυτής της φύσης, αυστηρών ποινών που θα αποθαρρύνουν πρόσωπα ανίκανα να ελέγξουν τη συμπεριφορά τους, στους χώρους αθλοπαιδιών. Οι ίδιες αρχές τέθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντωνίου
(1996)2 Α.Α.Δ 1,5, όπου τονίστηκε ότι τα φαινόμενα βίας σε αθλητικούς χώρους έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις, εξελίσσονται δε σταθερά σε κύριο κοινωνικό πρόβλημα. Η υπόθεση Κωνσταντίνος Φουττής ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 359, αφορούσε αδικήματα οχλαγωγίας και παράνομης πρόκλησης ζημιάς κατά την διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα. Το Εφετείο χαρακτήρισε τα αδικήματα αρκετά σοβαρά λόγω των προβλεπομένων υπό του νόμου ποινών αλλά και γιατί συνιστούν πλήγμα στην όλη εικόνα των αθλητικών εκδηλώσεων. Ποινή φυλάκισης 5 μηνών δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, την κατατάσσουν την ως μια από τις σοβαρότερες του είδους. Ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε ο κατηγορούμενος σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, ήταν άκρως επικίνδυνος. Κάτω από την ανωνυμία του όχλου, αρκετά άτομα επιτέθηκαν με αγριότητα σε ανυπεράσπιστους φιλάθλους, κτυπώντας τους με ξύλα κατά την έξοδο τους από το στάδιο. Μοναδικό αμάρτημα των φιλάθλων μεταξύ των οποίων και ο παραπονούμενος, ήταν ότι απλά υποστήριζαν την αντίπαλη ομάδα από αυτή του όχλου, μέρος του οποίου ήταν και ο κατηγορούμενος. Το γεγονός ότι τρία τουλάχιστον άτομα μεταξύ τους και ο κατηγορούμενος, κτύπησαν τον παραπονούμενο με ξύλα στο κεφάλι, δημιούργησε κίνδυνο ακόμη και για την ζωή του και είναι ευχής έργο ότι δεν υπέστη σοβαρότερα τραύματα από αυτά που αναφέρονται στα γεγονότα της υπόθεσης. Να σημειωθεί επίσης ότι από τα γεγονότα δεν προκύπτει κάποιου είδους πρόκληση εκ μέρους του παραπονουμένου. Ούτε μπορεί να δικαιολογηθεί η συμπεριφορά αυτή λόγω της έντασης ενός αγώνα πετόσφαιρας που κατά τεκμήριο αποτελεί ένα ευγενές άθλημα. Το επεισόδιο έγινε μετά την λήξη του αγώνα και η καταδίωξη των φιλάθλων της άλλης ομάδας, πραγματοποιήθηκε κατά την αποχώρηση τους από το γήπεδο. Αυτό που στην ουσία προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας, είναι ότι ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα, δεν μπορούσαν να ανεχθούν ότι οι παραπονούμενοι απλά υποστήριζαν άλλη ομάδα από την δική τους και γι' αυτό έπρεπε να τους τιμωρήσουν με τον τρόπο που επέλεξαν να τους επιτεθούν. Αυτή η συμπεριφορά, η μη ανοχή δηλαδή σε κάτι το διαφορετικό, οδηγεί σε αλλοτρίωση της έννοιας του αθλητισμού και έχει δυσμενείς συνέπειες όχι μόνο στο άθλημα της πετόσφαιρας αλλά και στο σύνολο της κοινωνίας και του πολιτισμού μας. Πρόκειται για οργανωμένη αντικοινωνική συμπεριφορά που καμία σχέση δεν έχει με αθλητικά γεγονότα και πρέπει πάντα να βρίσκει αντιμέτωπο της τον Νόμο με την επιβολή αυστηρών και παραδειγματικών ποινών. Ελαφρυντικοί παράγοντες Η αναγκαιότητα για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει όμως την εξατομίκευση που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του κάθε κατηγορουμένου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Στην υπόθεση Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 ΑΑΔ 171, 186, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το πιο πάνω θέμα: « Αναμφίβολα η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση και αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο τη δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Ωστόσο, η εξατομίκευση δεν μπορεί να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αυτής της κατηγορίας αδικημάτων. Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ούτε στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224.)» Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο υπεράσπισης. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη το νεαρό της ηλικίας του, στοιχείο που αποτελεί σημαντικό μετριαστικό παράγοντα σύμφωνα με την νομολογία (βλ. Savvides v Repuplic.
(1988)2 CLR 51). Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η συμφιλίωση με το θύμα και η μεταμέλεια του κατηγορουμένου όπως έχει εκτεθεί δια μέσου του συνηγόρου του ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρέπει βέβαια να τονίσω ότι όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως το είδος της ποινής, η οποία επιβάλλεται να είναι αποτρεπτική. Συνοψίζοντας όλα όσα έχω αναφέρει και συνυπολογίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, κρίνω ότι η ποινή φυλάκισης είναι επιβεβλημένη στην παρούσα περίπτωση. Οποιαδήποτε άλλη ποινή λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων και της αγριότητας με την οποία κτυπήθηκε το θύμα δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης εννέα μηνών στην 1η κατηγορία και πέντε μηνών στην 2η κατηγορία. Οι ποινές να συντρέχουν. Θα εξετάσω στην συνέχεια την πιθανότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκε. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Η δυνατότητα όμως αναστολής μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Αναφέρομαι κυρίως στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πρόκειται εντός των ημερών να ταξιδέψει στο εξωτερικό για σκοπούς εργασίας σε συνδυασμό με την μεταβολή των προσωπικών του συνθηκών από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, την μεταμέλεια του και το νεαρό της ηλικίας του. Κρίνω υπό τας περιστάσεις ότι θα πρέπει να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία να αποδείξει εκτός των φυλακών ότι θα σέβεται τους νόμους και ότι δεν πρόκειται στο μέλλον να διαπράξει παρόμοιο ή άλλης φύσης αδίκημα. Διατάσσεται ως εκ τούτου, η αναστολή για περίοδο τριών ετών από σήμερα, των πιο πάνω ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. (Επεξηγούνται από το Δικαστήριο στον κατηγορούμενο οι συνέπειες στην περίπτωση διάπραξης οιουδήποτε αδικήματος εντός της περιόδου αναστολής). ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο