Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μιχάλης Μονιάτης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24272/09, 16 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B159 Αρ. Υπόθεσης: 24272/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Μιχάλης Μονιάτης, εκ Γερμασόγειας
- Khokon Fakir από την Μπαγκλαντές Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου 2009 Για την αστυνομία: κος Αργυρού Για κατηγορούμενους 1 & 2: κος Χρ. Παύλου Κατηγορούμενοι: Παρόντες Π Ο Ι Ν Η Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 στις 14.10.2008 στην Λεμεσό, εργοδότησε τον αλλοδαπό κατηγορούμενο 2 κατά παράβαση των όρων της αδείας εργοδότησης του. Συγκεκριμένα, ενώ του είχε παραχωρηθεί άδεια για εργοδότηση του κατηγορουμένου 2 ως οικιακού βοηθού, τον εργοδότησε στο ξενοδοχείο του με την ονομασία "M. Moniatis" χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Ομοίως, ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ενοχή στην 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος από αλλοδαπό χωρίς άδεια. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 2 στον ίδιο τόπο και χρόνο, εργοδοτήθηκε στο πιο πάνω ξενοδοχείο του κατηγορουμένου 1 κατά παράβαση της άδειας εργασίας του που προέβλεπε ότι θα εργαζόταν αποκλειστικά ως οικιακός βοηθός στην οικία του 1ου κατηγορουμένου. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν εκτεθεί από τον Δημόσιο Κατήγορο είναι συνοπτικά τα εξής: Στις 14.10.2009, άνδρες της Υ.Α.Μ μετέβησαν στο ξενοδοχείο με την ονομασία "M. Moniatis" κατόπιν πληροφοριών ότι εκεί εργάζονται παράνομα αλλοδαποί. Εντόπισαν δύο αλλοδαπούς να εργάζονται στον χώρο της πισίνας του ξενοδοχείου. Συγκεκριμένα, κουβαλούσαν πλαστικές καρέκλες. Με την εμφάνιση των αστυνομικών, ο ένας αλλοδαπός τράπηκε σε φυγή αφού πήδηξε από τον φράκτη που περιέβαλλε την αυλή του ξενοδοχείου. Ο 2ος αλλοδαπός παρέμεινε στον χώρο της πισίνας. Περαιτέρω έρευνα κατέδειξε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατάγεται από την Μπαγκλαντές και είχε άδεια παραμονής στην Κύπρο ως οικιακός βοηθός στο σπίτι του 1ου κατηγορουμένου. Ως εργοδότη του, ο κατηγορούμενος 2 υπέδειξε τον κατηγορούμενο
- Επιπλέον, ο 1ος κατηγορούμενος πλησίασε τους αστυνομικούς και τους ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου και εργοδότης του 2ου κατηγορουμένου. Ο αλλοδαπός κατηγορούμενος 2 δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Δυστυχώς δεν συμβαίνει το ίδιο και με τον εργοδότη του, κατηγορούμενο
- Βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, η οποία αφορά το ίδιο αδίκημα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, καταδικάστηκε στις 31.8.2009 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού σε πρόστιμο €750,00 για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε σε προβλήματα υγείας του κατηγορουμένου 1, ο οποίος είναι ηλικίας 61 ετών. Είναι γι' αυτό τον λόγο που ως ισχυρίστηκε ο συνήγορος, ο οικιακός του βοηθός κατηγορούμενος 2, τον ακολουθεί όπου πηγαίνει. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι την προηγουμένη του επεισοδίου, ο 1ος κατηγορούμενος είχε αρραβωνιάσει τον γιό του. Για τον λόγο αυτό, είχε αριθμό καλεσμένων στο ξενοδοχείο του μεταξύ των οποίων και τον κατηγορούμενο
- Την επομένη, είχαν μείνει αρκετές καρέκλες στον χώρο της πισίνας και ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε στο μέρος και προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει στο μάζεμα τους. Ο κατηγορούμενος 1 συμφώνησε και προθυμοποιήθηκε μάλιστα να του δώσει ένα μικρό φιλοδώρημα για την εργασία αυτή. Κατά την διάρκεια της πιο πάνω εργασίας ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη από τους αστυνομικούς της Υ.Α.Μ. Υπό τας περιστάσεις κατά τον συνήγορο, η εργοδότηση πρέπει να κριθεί ως περιστασιακή αφού δεν υπήρχε πρόθεση συνεχούς απασχόλησης του κατηγορουμένου 2 στο ξενοδοχείο. Στην συνέχεια, ο συνήγορος εξέφρασε την μεταμέλεια των κατηγορουμένων και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως τους κρίνει με την δυνατοτέρα επιείκεια, επικαλούμενος κυρίως τα προβλήματα υγείας και την ηλικία του κατηγορουμένου
- Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι κρίνονται ως πολύ σοβαρά. Το γεγονός αυτό προκύπτει πρώτιστα από τις υπό του Νόμου προβλεπόμενες ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)(κ) του Κεφ. 105 για το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς άδεια από αλλοδαπό, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι δώδεκα μήνες. Πιο σοβαρό είναι το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1. Σύμφωνα με το άρθρο 14Β του Κεφ. 105, το αδίκημα αυτό τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρία χρόνια. Η σοβαρότητα του αδικήματος προκύπτει και από την συχνότητα με την οποία εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι τα Δικαστήρια μας κατακλύζονται καθημερινά από υποθέσεις αυτού του είδους. Αναγκάζονται δε να διακόπτουν την ροή της ποινικής διαδικασίας προκειμένου να επιληφθούν εκτάκτως, υποθέσεων που αφορούν παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών. Το αδίκημα είναι σοβαρό και από την ίδια την φύση του. Έχει προκαλέσει μεγάλα οικονομικά προβλήματα στον τόπο και στην αγορά εργασίας. Η νομολογία εξ' άλλου του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζοντας την σοβαρότητα του αδικήματος, καταδεικνύει την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, γίνεται εκτενής αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Τονίζεται επίσης ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψιν ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη, είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Υιοθετήθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, 558. «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση.» Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύει με απόλυτη σαφήνεια, την θέση της νομολογίας ότι σε αυτού του είδους τα αδικήματα, η ποινή της φυλάκισης είναι η μόνη ενδεδειγμένη. (Βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311). Κατά την κρίση μου, η σοβαρότητα του αδικήματος για την πλευρά του εργοδότη έγκειται επίσης στο ότι η παράνομη εργοδότηση, του δίδει ταυτόχρονα το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τους παρανόμως εργοδοτούμενους αλλοδαπούς, τους οποίους εργοδοτεί κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες από τις αρμόδιες αρχές. Είναι γεγονός ότι τελευταία νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προβαίνει σε μια διαφοροποίηση των υποθέσεων όπου ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο σε αντίθεση με τις πιο σοβαρές υποθέσεις όπου ο αλλοδαπός διαμένει παράνομα στην Δημοκρατία. Αυτό προφανώς γιατί θεωρήθηκε ότι η εργοδότηση κάποιου αλλοδαπού που διαμένει παράνομα εδώ, αποτελεί ταυτόχρονα και ενθάρρυνση του να συνεχίσει να παρανομεί και να παραμένει στην Δημοκρατία χωρίς άδεια. Έτσι, έχουν ανατραπεί ποινές φυλάκισης σε περιπτώσεις φοιτητών ή αιτητών πολιτικού ασύλου καθώς και σε εργοδότες τους και έχουν αντικατασταθεί με ποινές προστίμου. Αναφέρω τις υποθέσεις Lin Qinlong ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488. Από την άλλη η ποινή φυλάκισης και σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι ως θέμα αρχής λανθασμένη, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των ιδιαιτέρων συνθηκών κάθε υπόθεσης λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως έχει πιο πάνω προδιαγραφεί. Η παρούσα εμπίπτει στις υποθέσεις όπου ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός, βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο. Από την άλλη δεν διαφεύγει της προσοχής ότι ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη για το ίδιο ακριβώς αδίκημα. Στις 31.8.2009 καταδικάστηκε από αυτό το Δικαστήριο σε ποινή προστίμου για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού. Λίγους μήνες μετά, στις 14.10.2009 επανέλαβε το ίδιο αδίκημα με αποτέλεσμα να είναι και πάλιν ενώπιον μου σήμερα. Η συμπεριφορά του αυτή καταδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο ότι η προηγούμενη ποινή προστίμου που του επιβλήθηκε δεν ήταν ικανή για να τον συμμορφώσει προκειμένου να μην παραβαίνει τον νόμο. Πρέπει βέβαια να τονίσω ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών είναι ότι στην ουσία, μειώνουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί οι προηγούμενες καταδίκες, αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων (Βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ 17). Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565 όπου λέχθηκε ότι ως γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη, ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία θα είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο. Όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρημένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέραν από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει βέβαια το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη για μετριασμό της ποινής, την άμεση παραδοχή των κατηγορουμένων καθώς και την μεταμέλεια τους όπως έχει εκτεθεί από τον συνήγορο υπεράσπισης. Θα λάβω επίσης υπόψη τις προσωπικές τους συνθήκες, ιδιαίτερα δε για τον κατηγορούμενο 1 την ηλικία του καθώς και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Τα πιο πάνω ελαφρυντικά όμως δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για αποτρεπτική ποινή για τον κατηγορούμενο 1 λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω προδιαγράψει πιο πάνω. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν ανωτέρω, επιβάλλω στους κατηγορούμενους τις πιο κάτω ποινές: · Στον κατηγορούμενο 1 στην 1η κατηγορία:- ποινή φυλάκισης δύο μηνών. · Στον κατηγορούμενο 2 στην 2η κατηγορία:- να υπογράψει εγγύηση €2000,00 για περίοδο δύο χρόνων για να τηρεί τους νόμους και κανονισμούς. Θα εξετάσω στην συνέχεια την πιθανότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης για τον 1ο κατηγορούμενο, παρόλο που δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προσδίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για σκοπούς αναστολής ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα ή όπου φαίνεται ότι δεν εκδηλώνεται εκ μέρους του κατηγορουμένου, άμεση και έμπρακτη μεταμέλεια (Βλ. μεταξύ άλλων Χαραλάμπους Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323). Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, όπως πιο πάνω αναφέρονται και μετά από αρκετό προβληματισμό, έχω αποφασίσει να αναστείλω την ποινή φυλάκισης του κατηγορουμένου
- Η απόφαση μου αυτή σχετίζεται κυρίως με την ηλικία του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με τα ιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Κρίνω υπό τας περιστάσεις ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε εξαντλώντας όλα τα περιθώρια επιείκειας να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία όπως αποδείξει εκτός των φυλακών ότι από τούδε και στο εξής θα σέβεται τους νόμους και δεν πρόκειται να επαναλάβει τα ίδια ή άλλα αδικήματα. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1, αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου 95/
- (Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο οι συνέπειες στην περίπτωση διάπραξης οιουδήποτε αδικήματος τιμωρείται με φυλάκιση εντός της περιόδου αναστολής) ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο