← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Doan Van Hung, Αρ. Υπόθεσης: 2874/09, 16 Οκτωβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Doan Van Hung, Αρ. Υπόθεσης: 2874/09, 16 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B160 Αρ. Υπόθεσης: 2874/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Doan Van Hung, από το Βιετνάμ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου 2009 Για την αστυνομία: κος Αργυρού Για κατηγορούμενο: κος Σπηλιοτόπουλος Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατάγεται από το Βιετνάμ και βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο, εργαζόμενος ως φούρναρης. Αντιμετωπίζει ενώπιον του Δικαστηρίου δύο κατηγορίες. Η 1η αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, μεταξύ 1ης και 19ης Οκτωβρίου 2008 στην Λεμεσό αποδέχθηκε περιουσία γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν κλοπιμαία δηλαδή ένα ποδήλατο μάρκας Giant αξίας €200,00, ιδιοκτησίας του Σάββα Σάββα από την Λεμεσό. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ 1ης και 19ης Οκτωβρίου 2008 στην Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ένα ποδήλατο μάρκας Spider αξίας €80,00 για το οποίο υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαίο. Σε κάποιο στάδιο μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην 2η κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας του ποδηλάτου μάρκας Spider. Ως εκ τούτου, η ακρόαση συνεχίστηκε μόνο για την 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής του ποδηλάτου μάρκας Giant. Η εκδοχή της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία, είναι ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλεπταποδοχής. Υποστηρίχθηκε συγκεκριμένα ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ποδήλατο ήταν κλοπιμαίο και εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος δεν ήταν υπό τις περιστάσεις σε θέση να γνωρίζει ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο. Μαρτυρία Για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσαν τρεις συνολικά μάρτυρες κατηγορίας. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της μαρτυρίας τους αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση μπορεί να γίνει όπου κριθεί αναγκαίο κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 536 Μάριος Ευσταθίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 1), μετέβη μετά από πληροφορία στην οδό Αμπελακίων στην Λεμεσό όπου συνάντησε τον παραπονούμενο Σάββα Σάββα. Αυτός, του υπέδειξε δύο αλλοδαπούς από το Βιετνάμ που είχαν στην κατοχή τους δύο ποδήλατα και του ανέφερε ότι το ένα από αυτά που ήταν μάρκας Giant, ήταν δικό του και είχε κλαπεί από την οικία του προ ολίγων ημερών. Οι αλλοδαποί μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας μαζί με τα δύο ποδήλατα. Ένας εξ αυτών, είναι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. Κατηγορήθηκε για κλεπταποδοχή του ποδηλάτου μάρκας Giant και παράνομη κατοχή του άλλου ποδηλάτου μάρκας Spider χωρίς να παραδεχθεί καμία από τις δύο κατηγορίες. Ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι τα δύο ποδήλατα, μεταφέρθηκαν για εκτίμηση σε ειδικό, προκειμένου να γνωματεύσει για την αξία τους. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Χριστάκης Ματθαίου. Είναι ιδιοκτήτης εδώ και 41 χρόνια, καταστήματος πώλησης και επιδιόρθωσης ποδηλάτων που βρίσκεται στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λεμεσό. Στη γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία (τεκμ. 3), αναφέρει ότι το ποδήλατο μάρκας Giant το εκτίμησε για το ποσόν των €200,00 ενώ όσον αφορά το ποδήλατο μάρκας Spider, γνωμάτευσε ότι αυτό είναι αξίας €80,

  1. Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι τα κριτήρια του για την πιο πάνω εκτίμηση, ήταν η αξία πώλησης των επίδικων ποδηλάτων την ημερομηνία που τα εξέτασε. Η τιμή για καινούρια ποδήλατα αυτού του είδους, είναι για το Giant €500,00 και για το Spider €200,
  2. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος εδώ και δέκα χρόνια δεν πουλά ποδήλατα αυτής της μάρκας. Η τιμή που καθόρισε είναι κατά την άποψη του, ήταν η τιμή που θα πουλούσε ο ίδιος σήμερα στην αγορά αυτά τα μεταχειρισμένα ποδήλατα. Δέχθηκε παρόλα αυτά ότι αν κάποιος έχει ανάγκη μπορεί να τα δώσει και σε χαμηλότερη τιμή, ανέφερε δε χαρακτηριστικά ότι αν θέλει να τα ξεφορτωθεί θα μπορούσε και να τα χαρίσει. Κατατέθηκαν στη συνέχεια από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου τους ως τεκμήρια 4 και 5, οι καταθέσεις των διερμηνέων που βοήθησαν τους αστυνομικούς στη λήψη των καταθέσεων και της απάντησης στη γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου. Κατατέθηκε επίσης ως τεκμήριο 6 για την αλήθεια του περιεχομένου της, κατάθεση του αστυφύλακα. 2745 Β. Βασίλη, ο οποίος συνέλαβε τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας και του πήρε επίσης ανακριτική κατάθεση. Η πιο πάνω κατάθεση, κατατέθηκε από κοινού ως τεκμήριο 7, όχι για την αλήθεια του περιεχομένου της αλλά για σκοπούς λήψης. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο παραπονούμενος Σάββας Σάββα. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 8), είναι ιδιοκτήτης του ποδηλάτου μάρκας Giant. Το αγόρασε το 2001 στην Αγγλία για το ποσό των £350,
  3. Η τιμή του την ημερομηνία της κατάθεσης ήταν κατά το μάρτυρα, €300,
  4. Στις 8.10.2008, διαπίστωσε ότι το ποδήλατο του είχε κλαπεί από το χώρο όπου το φύλασσε, στο ισόγειο της πολυκατοικίας που μένει. Στις 19.10.2008 γύρω στις 15:25 ενώ οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στην οδό Αμπελακίων, είδε ένα αλλοδαπό να οδηγά το πιο πάνω ποδήλατό του. Τον σταμάτησε αλλά επειδή αυτός δεν μιλούσε Αγγλικά, φώναξε κάποιο φίλο του για να συνεννοηθούν. Ο δεύτερος αλλοδαπός που έφτασε στην σκηνή, του ανέφερε ότι κατάγεται από το Βιετνάμ και ότι το ποδήλατο το αγόρασε ο ίδιος πριν μια βδομάδα από ένα αλλοδαπό από το Μπαγκλαντές για το ποσό των €70,
  5. Ο παραπονούμενος τηλεφώνησε τότε στην Αστυνομία, η οποία έφθασε στο μέρος και μετέφερε τους δύο αλλοδαπούς στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Δεν είχε μέχρι εκείνη την ημέρα καταγγείλει την κλοπή αφού έψαχνε όπως είπε ο ίδιος, για να βρει το ποδήλατο. Ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγνώρισε στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, τον αλλοδαπό που ήρθε στη σκηνή ως φίλος αυτού που οδηγούσε το ποδήλατο και ο οποίος του ανέφερε ότι είναι αυτός που το αγόρασε για €70,
  6. Ανέφερε ότι κατά την άποψη του, η αξία του ποδηλάτου είναι σήμερα €300,00 και ισχυρίστηκε ότι στην Κύπρο δεν κυκλοφορεί αυτό το μοντέλο ποδηλάτου και δεν το βρίσκεις ούτε ως μεταχειρισμένο. Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση για δεν κατάγγειλε την κλοπή του ποδηλάτου, ανέφερε ότι δεν θεωρούσε ότι θα ξανάβλεπε το ποδήλατο ούτε πίστευε ότι θα το εύρισκε τόσο εύκολα. Επανέλαβε δε ότι ο κατηγορούμενος, είναι το πρόσωπο που ήρθε στη σκηνή και του ανέφερε ότι αγόρασε το ποδήλατο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την αστυνομία, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας της κλεπταποδοχής το οποίο δεν είχε παραδεχθεί. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σε αυτή ανέφερε ότι δεν έκλεψε το ποδήλατο αλλά το αγόρασε για €70,
  7. Όταν αγόρασε το ποδήλατο αυτό δεν σκέφτηκε ότι ίσως να ήταν κλεμμένο. Στη χώρα του δε όταν αγοράζει κάποιος ποδήλατο δεν χρειάζεται να έχει οποιαδήποτε χαρτιά ότι δεν είναι κλοπιμαίο. Αγορεύσεις Ο δημόσιος κατήγορος στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στη μαρτυρία του παραπονούμενου σύμφωνα με την οποία, το επίδικο ποδήλατο ήταν αξίας €300,00 ο δε ποδηλατάς Μ.Κ.2 την καθόρισε στα €
  8. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του στην αστυνομία, είπε ότι το ποδήλατο, του το πούλησε αλλοδαπός από την Μπαγκλαντές για €70,00 επειδή είχε ανάγκη τα χρήματα. Ήταν η θέση του κατηγόρου ότι υπό τας περιστάσεις, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αγόραζε ποδήλατο σε εξευτελιστική τιμή και όφειλε να υπολογίσει ότι τούτο ήταν κλοπιμαίο. Ο κατήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τις τιμές των ποδηλάτων αφού τα οχήματα αυτά είναι καθημερινής χρήσης στη χώρα του. Ο δημόσιος κατήγορος, αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες αγοράς του ποδηλάτου, ισχυριζόμενος ότι αυτές καταδεικνύουν τη γνώση του κατηγορούμενου ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο. Ο συνήγορος υπεράσπισης στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας σημειώνοντας ότι αυτές αναφέρονται σε ποδήλατο αξίας €200,
  9. Υπό τας περιστάσεις, η τιμή αγοράς των €70,00 όπως το αγόρασε ο κατηγορούμενος, δεν είναι κατά το συνήγορο, εξευτελιστική. Ήταν δε η θέση του ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις τιμές ποδηλάτων στην Κύπρο ούτε είναι δυνατό να έχουν σχέση οι τιμές που πωλούνται τα ποδήλατα στο Βιετνάμ με τις αντίστοιχες στην Κύπρο. Όσον αφορά τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα, ο κ. Σπηλιωτόπουλος ισχυρίστηκε ότι επειδή δεν εμπορεύεται ποδήλατα μάρκας Giant δεν είναι ειδικός στις τιμές των συγκεκριμένων ποδηλάτων. Παρόλα αυτά, καθόρισε την τιμή του ποδηλάτου στα €200,00 και δέχτηκε ότι αυτό μπορεί να πωληθεί και σε κατώτερη τιμή αν το θελήσει ο πωλητής. Αποδεικνύεται κατά το συνήγορο ότι υπό τας περιστάσεις, όχι μόνο ο κατηγορούμενος δεν είχε ένοχη διάνοια αλλά αντιθέτως δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι καλοπροαίρετα αγόρασε το ποδήλατο μη γνωρίζοντας ότι αυτό είναι κλοπιμαίο. Τέλος ο συνήγορος αμφισβήτησε ακόμα και το γεγονός ότι το υπό κρίση ποδήλατο ήταν κλοπιμαίο. Ισχυρίστηκε ότι αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλεπταποδοχής δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ζήτησε συγκεκριμένα να απορριφθεί η μαρτυρία του παραπονούμενου Μ.Κ.3 επί του σημείου αυτού κυρίως λόγω του γεγονότος ότι ο Μ.Κ.3 δεν κατάγγειλε στην αστυνομία το γεγονός της κλοπής του ποδηλάτου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε όλες τις ενέργειες τις οποίες προέβηκε για διερεύνηση της υπόθεσης χωρίς να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους, γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο στο σύνολο της. Αρκετά καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Κ.2 Χριστάκης Ματθαίου. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας για την τιμή του επίδικου ποδηλάτου. Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι εδώ και 10 χρόνια όπως είπε δεν εμπορεύεται ποδήλατα μάρκας Giant εν τούτοις ο μάρτυρας κατά την κρίση μου, μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας σε τιμές ποδηλάτων αφού για 41 ολόκληρα χρόνια πουλά και επιδιορθώνει ποδήλατα παντός είδους. Η πείρα του στον τομέα αυτό, τον καθιστά εμπειρογνώμονα σε σχέση με τις τιμές μεταχειρισμένων ποδηλάτων, όπως το επίδικο. Περαιτέρω, η εντύπωση που μου έδωσε είναι ότι πρόκειται για πρόσωπο που γνωρίζει πολύ καλά το αντικείμενο της εργασίας του και τα ευρήματα του σε σχέση με την τιμή του ποδηλάτου, κρίνονται ως πειστικά και τα οποία ως εκ τούτου, αναγάγω και σε δικά μου ευρήματα. Ήταν επί του προκειμένου απόλυτα πειστικός ότι η αξία του επίδικου ποδηλάτου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν €200,00 και επιπλέον ήταν ειλικρινής αναφέροντας ότι το ποδήλατο αυτό θα μπορούσε να πωληθεί και σε χαμηλότερη τιμή αν ο ιδιοκτήτης του είχε ανάγκη από χρήματα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.3 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν απόλυτα πειστικός ως προς την εκδοχή του ότι το επίδικο ποδήλατο ιδιοκτησίας του, κλάπηκε από κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας όπου διαμένει. Ήταν επίσης απόλυτα πειστικός ότι το πρόσωπο που του ανέφερε ότι αγόρασε το ποδήλατο στην τιμή των €70,00, είναι ο κατηγορούμενος. Παρόλα αυτά από τη μαρτυρία του δεν μπορώ να αποδεχτώ τη θέση του ότι η αξία του ποδηλάτου ανέρχεται σήμερα σε €300,00 αφού ο παραπονούμενος δεν είναι ειδικός να καταθέσει γι' αυτό το θέμα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του γίνεται αποδεχτή πλην της πιο πάνω θέσης του ότι η αξία του ποδηλάτου είναι σήμερα €300,
  10. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Ο παραπονούμενος Σάββας Σάββα (Μ.Κ.3), διαμένει στην οδό Ξανθίππης στον Ποταμό Γερμασόγειας στη Λεμεσό. Είναι ιδιοκτήτης ενός ποδηλάτου μάρκας Giant χρώματος κόκκινου, το οποίο αγόρασε το 2001 από την Αγγλία για το ποσό των £350,
  11. Η σημερινή αξία του πιο πάνω ποδηλάτου είναι €200,
  12. Μεταξύ 7 και 8.10.2008, το πιο πάνω ποδήλατο κλάπηκε από κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε ο παραπονούμενος. Ο παραπονούμενος δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία αλλά έψαχνε να το βρει στη γειτονιά, ρωτώντας και τους άλλους ενοίκους αν το είχαν δει κάπου. Στις 19.10.2008, ο παραπονούμενος πρόσεξε στην οδό Αμπελακίων στη Λεμεσό ένα αλλοδαπό από το Βιετνάμ να επιβαίνει επί του πιο άνω κλεμμένου ποδηλάτου. Αφού τον ανέκοψε, του ζήτησε εξηγήσεις όμως ο αλλοδαπός δεν μιλούσε την Αγγλική γλώσσα και δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν. Κάλεσε όμως τον κατηγορούμενο που επίσης κατάγεται από το Βιετνάμ, ήταν φίλος του και μιλούσε Αγγλικά, προκειμένου να συνεννοηθεί με τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος τότε ανέφερε στον παραπονούμενο ότι ο ίδιος αγόρασε το πιο πάνω ποδήλατο πριν από μια βδομάδα για το ποσό των €70,00 από ένα φίλο του από την Μπαγκλαντές. Ο παραπονούμενος ειδοποίησε την αστυνομία. Ένα περιπολικό έφτασε στην σκηνή και οι αστυνομικοί μετέφεραν τους δύο αλλοδαπούς στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα της κλεπταποδοχής του πιο πάνω ποδηλάτου και δεν παραδέχθηκε ενοχή. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Το άρθρο 306 του Ποινικού Κώδικα επί του οποίου στηρίζεται η κατηγορία της κλεπταποδοχής έχει ως ακολούθως: «Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ιδίου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται: α. στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων β. στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων. » Από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλεπταποδοχής είναι: · Η από τον κατηγορούμενο αποδοχή ή κατακράτηση περιουσίας. · Η περιουσία αυτή να είναι προϊόν κλοπής ή να αποκτήθηκε κάτω από περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Η αποτυχία απόδειξης κλοπής της περιουσίας συνεπάγεται μοιραία, αποτυχία απόδειξης κατηγορίας για κλεπταποδοχή ( Βλ. R. v. Matthews 34 Cr. App. R. 55 & R. v. Johnson, 6 Cr. App. R. 218). · Η γνώση του κατηγορουμένου ότι η περιουσία αυτή αποτελεί προϊόν κλοπής ή ότι αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι έχουν αποδειχθεί τα δύο πρώτα συστατικά του αδικήματος. Το πρώτο στοιχείο της κατοχής του επίδικου ποδηλάτου μάρκας Giant από τον κατηγορούμενο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Όσον αφορά το γεγονός ότι το ποδήλατο ήταν κλοπιμαίο, παραπέμπω στην μαρτυρία του Μ.Κ.3 που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και με την οποία αναγνώρισε το ποδήλατο μάρκας Giant ως αυτό που κλάπηκε από το σπίτι του. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ότι δηλαδή δεν κυκλοφορεί άλλο ποδήλατο αυτού του μοντέλου στην Κύπρο αλλά και οι εργοστασιακοί αριθμοί του, είναι στοιχεία που δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας ότι επρόκειτο για το ποδήλατο ιδιοκτησίας του παραπονουμένου που κλάπηκε από κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας όπου διαμένει. Απομένει η εξέταση του τρίτου συστατικού στοιχείου, δηλαδή του κατά πόσον ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το ποδήλατο ήταν κλοπιμαίο. Το στοιχείο της γνώσης ως συστατικού στοιχείου του αδικήματος, έχει απασχολήσει επί μακρόν την Αγγλική όσον και την δική μας Νομολογία. Η αναφορά στις Αγγλικές αποφάσεις γίνεται γιατί το άρθρο 306 του δικού μας Ποινικού Κώδικα, είναι παρόμοιο με το καταργηθέν άρθρο 33

(1)του Larceny Act 1916 της Αγγλίας με τη διαφορά πως στο δικό μας άρθρο περιλαμβάνεται και η κατακράτηση της περιουσίας. Ως προς την απαιτούμενη ένοχη διάνοια (mens rea), η Αγγλική διάταξη ταυτιζόταν με την δική μας αφού και εκεί χρησιμοποιείται η λέξη "knowing". Η θέση του Criminal Law Revision Committee όπως περιγράφεται στο σύγγραμμα Smith & Hogan Criminal Law, 4η έκδοση, σελ. 613 ήταν πως η τότε υφιστάμενη Αγγλική νομοθεσία έπρεπε να βελτιωθεί. Το 1968 θεσπίστηκε στην Αγγλία ο νόμος Theft Act 1968, του οποίου το άρθρο 22
(1)αναφέρει τα πιο κάτω: "a person handles stolen goods if (otherwise than in the course of steeling) knowing or believing them to be stolen goods he dishonestly receives the goods ..". Προκύπτει ότι στόχος του Άγγλου νομοθέτη με την πιο πάνω τροποποίηση ήταν να συμπεριλάβει στο πνεύμα του Νόμου την έννοια της εθελοτυφλίας "willful blindness", πράγμα που όμως σύμφωνα με τους συγγραφείς του προαναφερθέντος συγγράμματος, απέτυχε να πράξει. Έτσι στην υπόθεση Ηall
(1985)81 Cr.App.R.260, τονίστηκε ότι η υποψία (suspicion) δεν μπορεί να εξισώνεται με την πίστη (belief) και πως μόνο η άμεση πληροφόρηση στοιχειοθετεί βεβαιότητα ως προς την γνώση ενώ η συμπερασματική βεβαιότητα, αποτελεί απλά ισχυρή υποψία η οποία όμως δεν αρκεί για τους σκοπούς απόδειξης του αδικήματος του πιο πάνω άρθρου. Το θέμα πραγματεύεται και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 όπου στην σελ. 322 παρ. B4.141, με παραπομπή σε Αγγλική Νομολογία, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα πιο κάτω: . . . it must be proved that the defendant was aware of the theft or that he believed the goods to be stolen. Suspicion that they were stolen, even coupled with the fact that he shut his eyes to the circumstances, is not enough, although these matters may be taken into account . . . in deciding whether or not the necessary knowledge or belief existed. This is certainly preferable to the definition attempted in Hall, but the definition of belief remains imprecise. Does belief on balance of probabilities suffice, or must the defendant have felt sure of it, beyond reasonable doubt? In Forsyth, the Court of Appeal merely observed, rather unhelpfully, that 'between suspicion and belief there may be a range of awareness' and it would therefore be safer to assume that the stricter concept of belief applies. In other words, a person believes that goods are stolen only if he harbours no serious or substantial doubt as to that fact. A person who is invited to deal with goods which he suspects may be stolen and who deliberately asks no questions might sometimes be considered dishonest, but is not guilty of handling. Dealers in second-hand goods know that from time to time they may be offered goods which turn out to be stolen, but cannot cross-examine their suppliers every time they buy. On the other hand, a person who has already concluded that the goods he is being offered must be stolen (for example, because the serial number has been removed from the car stereo he is being offered for a knock-down price by the man in the pub, and he knows that there is no other explanation for it) cannot set up his failure to ask questions as a defence. He is in fact only pretending to be blind to the truth. See Griffiths
(1974)60 Cr App R
  1. See also F3.
  2. Στην Ινδία όπου το όπου το ποινικό δίκαιο προσομοιάζει με το δικό μας, το αδίκημα διέπεται από το άρθρο 411 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα και είναι ευρύτερο αφού διαζευκτικά της γνώσης (knowledge), μπορεί να στοιχειοθετηθεί επίσης αν αποδειχθεί πως υπήρχε λόγος για τον κατηγορούμενο να πιστεύει ότι πρόκειται για κλοπιμαία περιουσία (having reason to believe the same to be stolen property). Η φράση "knowing or having reason to believe" ερμηνεύεται στο σύγγραμμα Penal Code of India του Gour, 4ος Τόμος στη σελίδα 3406 ως ακολούθως: "These words are stronger than the words "suspect" and involve the necessity of showing that the circumstances were such that a reasonable man must have felt convinced in his mind that the property with which he has dealing must be stolen property". Στη σελ. 3419 αναφέρεται πως τόσο η λέξη "knowledge" όπως και η λέξη "belief" χρησιμοποιούνται ejusdem generis και αμφότερες υπονοούν την ύπαρξη και παρουσία των γεγονότων και των συνθηκών εκείνων από τις οποίες ο κατηγορούμενος είτε αντιλήφθηκε είτε έπρεπε να είχε αντιληφθεί την ιδιότητα της περιουσίας ως κλαπείσας. Γίνεται επίσης αναφορά σε Ινδική Νομολογία στην οποία αναφέρεται ότι: "The knowledge charged in the indictment need not be such knowledge as would be acquired if the prisoner had actually seen the lead stolen: it is sufficient if you think the circumstances accompanying the transaction were such as to make the prisoner believe that it had been stolen". Αναφέρεται περαιτέρω πως: "The word "knowledge" in this connection means merely mental cognition and not visual perception. It merely implies that the receiver had such facts brought to his notice as could not but have led him to believe that the property was stolen and could not have been honestly obtained. Consequently, both knowledge and belief imply the presence of certain facts from which the accused might have drawn the inevitable conclusion". Στην δική μας νομολογία, το στοιχείο της γνώσης ως συστατικό στοιχείο ενός αδικήματος, ανάγεται στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου και μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση των περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και αποδεικνύουν την γνώση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην περίπτωση που οι εξηγήσεις του κατηγορουμένου δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο ως προς το στοιχείο της γνώσης τότε αυτός πρέπει να αθωωθεί (βλ. Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 104, 115). Στην υπόθεση Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 258,268 που αφορούσε το αδίκημα της κλεπταποδοχής, τονίστηκε ότι ως θέμα αρχής η αγορά κλαπέντων εμπορευμάτων σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία τους, μπορεί να ενισχύσει μαρτυρία για την ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους και παράλληλα να αποτελέσει αυτοτελή μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Το βάρος απόδειξης της γνώσης του κατηγορούμενου, παραμένει στην κατηγορούσα αρχή και αυτή αποδεικνύεται είτε άμεσα είτε με περιστατική μαρτυρία. Η περιστατική μαρτυρία πρέπει να αποκλείει κάθε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής. Τα περιστατικά δηλαδή πρέπει να συνηγορούν μόνο υπέρ της ενοχής και να είναι ασυμβίβαστα με την πιθανότητα κάθε άλλου ενδεχόμενου. Στην υπόθεση Christofides v. The Police
(1965)2 C.L.R. 69, 70 αφού επισημαίνεται ότι η γνώση είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλεπταποδοχής, αναφέρονται τα πιο κάτω: ".the prisoner was in recent possession of a stolen article and it was open to him to rebut the inference of guilty knowledge by an explanation which, even if it was not believed, might reasonably be true". Γίνεται δηλαδή επίκληση του τεκμηρίου της ένοχης γνώσης όπως εξηγείται στο σύγγραμμα "H Απόδειξη", του Γ. Κακογιάννη, σελ. 58, παρ. 4-25. Επίσης στην υπόθεση Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75, αναφέρεται πως σε περιπτώσεις κλεπταποδοχής, όταν αποδεικνύεται κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας τότε τεκμαίρεται πως ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα προϊόντα ήταν αποτέλεσμα κλοπής εκτός αν υπάρχει μαρτυρία περί του αντιθέτου. Αυτό όμως δεν καταδεικνύεται ως νομικό δόγμα αλλά ως ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία για να καταδειχθεί κατά πόσον στοιχειοθετείται το αδίκημα. Στην υπόθεση αυτή γίνεται μνεία στην Αγγλική απόφαση D.P.P. v. Nieser
(1959)1 Q.B. 254 όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: ". where property has been stolen and there is nothing in the circumstances to point to the accused's having himself committed the crime of stealing, the proper inference from its being found in his possession may be that he received the property, knowing, not merely that it had been unlawfully obtained, but knowing that it had been stolen. Such inference is justified by the fact that by far the commonest way in which property is unlawfully obtained is by stealing". Σχετική ως προς την απόδειξη της γνώσης ως συστατικού στοιχείου του αδικήματος είναι και η πρόσφατη απόφαση Keneth Nwafor Chima v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ
  1. Στην υπόθεση αυτή, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι το αντικείμενο που παρέλαβε μέσω μεταφορικής εταιρείας, περιείχε ναρκωτικά. Το κακουργιοδικείο δεν αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς αυτούς, παραπέμποντας σε περιστατική μαρτυρία που απεδείκνυε την γνώση του για το περιεχόμενο του δέματος. Ως τέτοια θεωρήθηκε ο χώρος που τοποθετήθηκε το δέμα, οι αντιδράσεις του με τις δηλώσεις του, τα ψέματα που είπε στην αστυνομία αλλά και η δήλωση του ότι το κλειδωμένο δωμάτιο δεν ήταν δικό του και ότι δεν είχε τα κλειδιά. Ιδιαίτερα τα ψέματα, κρίθηκε ότι ήσαν ηθελημένα, αναφέρονταν σε ουσιώδη ζητήματα και στόχευαν με επίγνωση ενοχής να αποσυνδέσουν τον κατηγορούμενο από τα ναρκωτικά. Η πιο πάνω προσέγγιση του κακουργιοδικείου, έγινε δεκτή από το Εφετείο. Από την πιο πάνω ανάλυση αλλά κυρίως από την εξέταση της Κυπριακής νομολογίας, προκύπτει ότι οι εφαρμοστέες στην Κύπρο αρχές επί του θέματος είναι οι ακόλουθες: · Όπου δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία περί της γνώσης του κατηγορουμένου ότι το υλικό που κατέχει είναι κλοπιμαίο, η γνώση αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία. · Ελλείψει δυνατότητας εισχώρησης στο μυαλό ενός κατηγορούμενου ώστε να διαπιστωθεί επακριβώς τι γνώριζε, το Δικαστήριο με βάση το ενώπιον του υλικό, μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα γνώσης, λαμβάνοντας υπόψη τη νοητική ικανότητα του συγκεκριμένου κατηγορούμενου, την πείρα του στη ζωή, την ικανότητα του να αντιληφθεί και να εκτιμήσει καταστάσεις αλλά και του τρόπου που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης. · Η περιστατική μαρτυρία πρέπει να αποκλείει κάθε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση που οι εξηγήσεις του κατηγορουμένου δημιουργούν αμφιβολία ως προς το στοιχείο της γνώσης τότε αυτός πρέπει να αθωωθεί. · Η περιστατική μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα και συνθήκες που περιβάλλουν την υπόθεση και από τις οποίες ο κατηγορούμενος είτε αντιλήφθηκε είτε έπρεπε να είχε αντιληφθεί την ιδιότητα της περιουσίας ως κλαπείσας. · Στοιχεία όπως κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας και αγορά κλαπέντων εμπορευμάτων σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία τους, μπορεί να ενισχύσει μαρτυρία για την ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους και παράλληλα να αποτελέσει αυτοτελή μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας και έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης όπως προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η αστυνομία δεν έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι την γνώση του κατηγορουμένου ότι το επίδικο ποδήλατο ήταν κλοπιμαίο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το ποδήλατο μάρκας Giant ήταν κατά τους επίδικους χρόνους αξίας €200,
  2. Ο κατηγορούμενος το αγόρασε στην τιμή των €70,00, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την αστυνομία κατά την ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα δε με την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα (Μ.Κ.2), αυτό θα μπορούσε να πωληθεί και σε χαμηλότερη τιμή αν ο ιδιοκτήτης του είχε οικονομικά προβλήματα. Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ότι η τιμή αγοράς δεν ήταν εξευτελιστική σε τέτοιο σημείο που να δημιουργεί εύλογο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να υποψιαστεί ότι το ποδήλατο που αγόρασε ήταν αντικείμενο κλοπής. Η θέση του δημόσιου κατηγόρου ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να γνωρίζει τις τιμές των ποδηλάτων λόγω συχνής χρήσης αυτού του μέσου στην χώρα του δεν ευσταθεί ούτε εν πάση περιπτώσει υποστηρίζεται από σχετική μαρτυρία. Επιπλέον δεν δόθηκε μαρτυρία που να υποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έχει την πείρα και την ικανότητα να αντιληφθεί και να εκτιμήσει τις τιμές ποδηλάτων στην Κύπρο και ιδιαίτερα να εκτιμήσει την αξία ενός ποδηλάτου που σύμφωνα με την μαρτυρία της αστυνομίας αγοράστηκε στην Αγγλία και δεν πωλείται καθόλου στην Κύπρο ούτε ως μεταχειρισμένο. Επιπλέον, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την αγορά του ποδηλάτου όχι μόνο δεν αποτελούν περιστατική μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει την γνώση ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο αλλά καταδεικνύουν κατά την κρίση μου ακριβώς το αντίθετο. Είναι παραδεκτό και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο ποδήλατο οδηγείτο από άλλο πρόσωπο και όχι από τον κατηγορούμενο. Όταν δε ο παραπονούμενος ανέκοψε το πρόσωπο αυτό, ο κατηγορούμενος επενέβη και ανέφερε χωρίς καμία δυσκολία ότι ήταν αυτός που αγόρασε το ποδήλατο και όχι το πρόσωπο που το οδηγούσε. Έδωσε μάλιστα και λεπτομέρειες για την τιμή αγοράς και από ποιο πρόσωπο το αγόρασε. Σε αντίθεση λοιπόν με την υπόθεση Chima (ανωτέρω), στην παρούσα περίπτωση δεν έχει διαπιστωθεί κανένα ψέμα ή καμία προσπάθεια εκ μέρους του κατηγορουμένου να αποκρύψει την εκ μέρους του αγορά του ποδηλάτου καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες το αγόρασε. Αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το ποδήλατο ήταν κλοπιμαίο δεν θα παραδεχόταν αυτόβουλα την αγορά του, ιδιαίτερα από την στιγμή που δεν συνελήφθη να το οδηγεί και κλήθηκε στην σκηνή από τον άλλο αλλοδαπό που το οδηγούσε και οποίος παρεμπιπτόντως δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τον παραπονούμενο γιατί δεν μιλούσε Αγγλικά. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία, δημιουργούν εύλογη αμφιβολία ως προς το ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να γνωρίζει ή έστω ότι όφειλε να υποψιαστεί ότι το επίδικο ποδήλατο ήταν αντικείμενο κλοπής. Αμφιβολία που δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει υπέρ του. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αστυνομία απέτυχε να αποδείξει το συστατικό στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου ότι το επίδικο ποδήλατο ήταν κλεμμένο. Ως αποτέλεσμα, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.