← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημόκριτου Αναστασιάδη κ.α., Αρ. υπόθεσης: 14395/09, 20.10.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημόκριτου Αναστασιάδη κ.α., Αρ. υπόθεσης: 14395/09, 20.10.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 14395/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον

  1. Δημόκριτου Αναστασιάδη
  2. Κωνσταντίνου Κωστίδη Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 20.10.2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ιωαννίδου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Τούμπας για κ. Ρ. Ερωτοκρίτου (για να ακούσει απόφαση η κα Στυλιανού) Κατηγορούμενοι παρόντες ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------------- Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν 164 συνολικά κατηγορίες, ως ακολούθως: Και οι δύο, 58 κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, 67 κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής, 2 κατηγορίες απόπειρας διάρρηξης και κλοπής και 21 κατηγορίες κλοπής. Επιπλέον, ο 2ος κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει άλλες 11 κατηγορίες διάρρηξης και κλοπής, 1 κατηγορία απόπειρας διάπραξης του ίδιου αδικήματος και 4 κατηγορίες κλοπής. Προτού οι δύο κατηγορούμενοι απαντήσουν στις κατηγορίες, ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, υπόβαλε υπό μορφή ενδιάμεσου προδικαστικού ζητήματος, αίτημα για μείωση των κατηγοριών, ενόψει του αναντίλεκτου γεγονότος, ότι το κατηγορητήριο είναι αρκετά μεγάλο. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έφερε ένσταση στο αίτημα της υπεράσπισης, οπότε και όρισα την υπόθεση για αγορεύσεις, στο πλαίσιο των οποίων και οι δύο πλευρές, επιχειρηματολόγησαν, υπέρ του αιτήματος ο κ. Τούμπας και υπέρ της απόρριψής του η κα Ιωαννίδου. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Θα είμαι σύντομος. Το απόσπασμα που ακολουθεί από την αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των κατηγορουμένων, θεωρώ πως αποτελεί επαρκές βάθρο, προκειμένου, με αναφορά και σε νομολογία, να αιτιολογήσω την κατάληξή μου σε σχέση με το υπό κρίση αίτημα. «Εν κατακλείδι, Έντιμε Κύριε Πρόεδρε, λαμβανομένων υπόψιν από τη μια τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, όπως αναλυτικά τα έχουμε παραθέσει πιο πάνω και από την άλλη, τη νομολογία που έχουμε παραθέσει προς επίρρωση της θέσης μας για ύπαρξη αδήριτου ανάγκης αφαίρεσης μέρους των κατηγοριών που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ούτως ώστε να παραμείνουν σε αυτό, οι ουσιώδεις κατηγορίες, στη βάση των οποίων η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να προωθήσει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορουμένων, είναι εισηγητικά η θέση μας πως επιβάλλεται υπό τας περιστάσεις η έκδοση σχετικού διατάγματος από το δικαστήριο, για να μην προκληθεί, Α) ούτε αδικία στους κατηγορουμένους, με την παραμονή στο κατηγορητήριο περιττών κατηγοριών οι οποίες θα έχουν σαν μοναδικό τους στόχο να υποστηρίξουν κατά τρόπο, νομικά άδικο και εσφαλμένο, τις ουσιώδεις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, με σκοπό τούτοι να καταδικαστούν πάσει δυνάμει, ακόμα και αν οι ουσιώδεις κατηγορίες δεν αποδειχθούν από την Κατηγορούσα Αρχή, Β) ούτε παραβίαση του Συνταγματικού τους δικαιώματος που προνοείται στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, για διεξαγωγή της δίκης τους σε εύλογο χρονικό διάστημα.» Είναι σαφές, από το παραπάνω απόσπασμα, ότι η όλη επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου των κατηγορούμενων εδράζεται στη βασική θέση, ότι σε περίπτωση που παραμείνει ως έχει το κατηγορητήριο, θα παραβιαστεί το συνταγματικό δικαίωμα των κατηγορούμενων για δίκαιη δίκη καθώς και για διεξαγωγή της εντός εύλογου χρόνου. Συνάγεται από την υπόθεση Γαβριηλίδης ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα

(2002)2 Α.Α.Δ 251, ότι η μόνη ένσταση στο κατηγορητήριο που μπορεί να προβληθεί πριν από την απάντηση του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, είναι η ένσταση που προβλέπεται στο άρθρο 66 της Ποινικής Δικονομίας και αφορά αποκλειστικά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως τυπικού μειονεκτήματος του κατηγορητηρίου. Έχοντας υπόψη τη φύση του αιτήματος των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της αγόρευσης του δικηγόρου τους, το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι, το αίτημα, ασφαλώς και δεν καλύπτεται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 66 της Ποινικής Δικονομίας. Φυσικά, ούτε και από το αντίστοιχο του άρθρου 69 του ίδιου νόμου, αφού, το συγκεκριμένο αίτημα, προφανώς δεν αποτελεί ειδική απάντηση. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί, το υπό κρίση αίτημα, βασικά, υποβάλλεται προληπτικά, προκειμένου να μη προκληθεί παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος των κατηγορούμενων για δίκαιη και εντός εύλογου χρόνου δίκη. Ωστόσο, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι αντίθετη στο να εγείρονται τέτοια θέματα σ' αυτό το πρώιμο στάδιο, προτού δηλαδή απαντήσει ο κατηγορούμενος στις κατηγορίες που του προσάπτονται και όχι μόνο. Προκύπτει από τη Γαβριηλίδης, ανωτέρω, με αναφορά στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να εξεταστεί ισχυρισμός κατηγορούμενου για παράβαση δικαιώματος του για δίκαιη δίκη στο παρόν στάδιο. Πολύ περισσότερο δε, προσθέτω, που, επί του προκειμένου, ό,τι επιδιώκεται με το αίτημα της υπεράσπισης, είναι, όχι διαπίστωση παράβασης του εν λόγω δικαιώματος, αλλά, η αποτροπή ενός τέτοιου ενδεχομένου. Στη Ford, ανωτέρω, κρίθηκε ότι: «Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη συναρτώνται με τη διεξαγωγή της δίκης. Παραβίασή τους δε συνεπάγεται, είτε τη διαγραφή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, ή την κατάργηση της δίκης. Η άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 30.3 (δ) συναρτάται με τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και όχι τον αποκλεισμό της δίκης ως του μέσου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται.» Έπεται ότι, ακόμη και αν το αίτημα εδραζόταν ευθέως στον ισχυρισμό των κατηγορούμενων, ότι εξαιτίας του πολύ μεγάλου αριθμού κατηγοριών που περικλείει το κατηγορητήριο, παραβιάζεται το συνταγματικό τους δικαίωμα για δίκαιη και εντός εύλογου χρόνου δίκη, αυτό, θα μπορούσε να ιδωθεί σε συνάρτηση με τη δίκη και όχι να έχει ως αποτέλεσμα τον εκ προοιμίου αποκλεισμό της, έστω σε σχέση μόνο με κάποιο αριθμό κατηγοριών. Ακολουθεί ότι το σχετικό αίτημα απορρίπτεται. Ωστόσο, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και για το ενδεχόμενο που αυτή ήθελε κριθεί εσφαλμένη σε κάποιο άλλο - ανώτερο επίπεδο, θα ήθελα να επισημάνω τα εξής: Χωρίς να υπεισέρχομαι στο εφαρμοστέο στην Αγγλία δίκαιο, για ό,τι αφορά στο αίτημα των κατηγορούμενων, φρονώ ότι, από τη συνδυασμένη ερμηνεία του άρθρου 154 της Ποινικής Δικονομίας, με το άρθρο 113 2. του Συντάγματος, δεν παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία διαγραφής ή αφαίρεσης κατηγορίας από το κατηγορητήριο, αφού μια τέτοια ενέργεια, θα ισοδυναμούσε με επέμβαση στην εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να διακόπτει ή αναστέλλει, μεταξύ άλλων, τη δίωξη οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Μια τέτοια ενέργεια θα ήταν ασφαλώς και παράνομη και αντισυνταγματική. (Υπ.).............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ./Γ.Ι. (Subject/Criminal/General/Interim Judgment) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.