← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού, Αρ. υπόθεσης: 16816/09, 23.10.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού, Αρ. υπόθεσης: 16816/09, 23.10.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 16816/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Mashenskiy Anatoly Κατηγορoύμενου Ημερομηνία: 23.10.2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ιωαννίδου Για Κατηγορούμενο: κ. Σπηλιωτόπουλος Κατηγορούμενος, παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------------- Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει την κατηγορία της πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα, δύο κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα και την κατηγορία της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα. Βλέπε τις κατηγορίες 2 μέχρι 5, κατ' αντιστοιχία αδικήματος. Επισημαίνεται ότι αντιμετώπιζε και την κατηγορία της πλαστογραφίας (1η κατηγορία) στην οποία όμως αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, ενώ, παραδέχθηκε την 6η κατηγορία, που αφορά στο αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία της Κύπρου, μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, το οποίο δημιουργεί ο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμος, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Η Κατηγορούσα Αρχή, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της παρουσίασε στο Δικαστήριο τους ακόλουθους μάρτυρες: τον αστυφύλακα 2648 Μ. Μιχαηλίδη, τον αστυφύλακα 2512 Χ. Ιουλιανού, τη Γ./Αστυφύλακα 4793 Χρ. Μακρυγιάννη και τον αστυφύλακα 1807 Μ. Περικλέους (Μ.Κ.1, 2, 3 και 4 αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με το Νόμο, προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Δεν έδειξα κανενός, κανένα διαβατήριο με αριθμό LB 434015 του αστυνομικού Μ. Μιχαηλίδη. Δεν πήγα ποτέ μου στο immigration στη Λάρνακα για καμιά εγγραφή, ούτε ξέρω καν πού είναι αυτό το μέρος. Ποτέ μου δεν κυκλοφόρησα οποιοδήποτε διαβατήριο στις 2.7.

  1. Κύριε Δικαστά, με όλο το σεβασμό, δεν έκανα τίποτε, είμαι αθώος και θέλω να πάω στη χώρα μου.» Το μαρτυρικό υλικό συμπληρώνει το περιεχόμενο 15 εγγράφων - τεκμηρίων, μέρος των οποίων δηλώθηκε ως κοινό παραδεκτό γεγονός. Οι βασικές θέσεις που προώθησε η Κατηγορούσα Αρχή, όπως τις αντιλαμβάνομαι, έχοντας υπόψη τις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε κατηγορίας, σε συνάρτηση και με τη σχετική μαρτυρία που παρουσίασε, είναι οι εξής: Ο κατηγορούμενος, στις 2.7.2009, στη Λεμεσό, παρουσίασε στο Μ.Κ.1, ο οποίος τον επισκέφθηκε στην οικία του που βρίσκεται στην οδό Καλαβρίας 8, προκειμένου να επιληφθεί παραπόνου «οικογενειακής έριδας», το πλαστό διαβατήριο με αριθμό LΒ
  2. Υποθέτω - και θα διαφανεί αργότερα γιατί, περί υπόθεσης ο λόγος - είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ότι, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος που είναι κάτοχος ρωσικού διαβατηρίου και ονομάζεται Mashenkiy Anatoly, παρουσίασε στο Μ.Κ.1 το διαβατήριο Λιθουανίας και του παρέστησε τον εαυτό του ψευδώς, ως τον Pranas Malinauskas από τη Λιθουανία, με δεδομένη την πλαστότητα του εν λόγω εγγράφου, αφού δεν ανήκει στον κατηγορούμενο, στοιχειοθετούνται: καταρχήν, το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας (βλ. τη 2η κατηγορία) και το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, με αναφορά στις 2 Ιουλίου 2009, ως ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος (βλ. την 4η κατηγορία). Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου της 3ης κατηγορίας, λαμβάνοντας υπόψη τον αναφερόμενο στις λεπτομέρειες αδικήματος χρόνο διάπραξής του (11.6.2009), υποθέτω και πάλι, ότι συναρτάται με το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις (βλ. την 5η κατηγορία) αφού στις σχετικές λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται η ίδια ημερομηνία ως χρόνος τέλεσης του αδικήματος. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους αστυνομικούς μάρτυρες, ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών, αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Σε σχέση με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου και την αποδεικτική της αξίας, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 185/06 και 210/06, ημερομηνίας 21.1.2008): «..Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic

(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Επειδή, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, σε σημαντικό βαθμό βασίζεται σε περιστατική μαρτυρία, επισημαίνονται και τα εξής: Σύμφωνα με την υπόθεση Μιχαηλίδη ν. Της Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172: «Ξεχωριστά (individual) μέρη της περιστατικής μαρτυρίας συχνά παρομοιάζονται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο. Άλλες αποφάσεις παρομοιάζουν την περιστατική μαρτυρία με δίκτυ στερεά συνδεδεμένο, ώστε να συγκρατεί χωρίς κίνδυνο πτώσης το περιεχόμενό του.» Βλ. και την υπόθεση Ξυδιάς & άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, σελ. 192, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «..η ουσιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι άμεση και να μη επιδέχεται συμβιβασμούς με άλλες λογικές εξηγήσεις της περιστατικής μαρτυρίας. (Anastassiades v. The Republice
(1977)2 C.L.R. 97). Η δε αδυναμία της κατηγορούσης Αρχής να αποκλείσει κάθε άλλη λογική εξήγηση που προσφέρει η περιστατική μαρτυρία αναπόφευκτα οδηγεί στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. (Βλέπε Al Hamad και Salem v. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 117). Θα έπρεπε να προστεθεί εδώ για συμπλήρωση των αρχών που καθιέρωσε η νομολογία μας ότι ένα Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει βέβαια όλα τα στοιχεία που συνιστούν την περιστατική μαρτυρία ως σύνολο.» Έχοντας περαιτέρω υπόψη, ότι η μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή, επί της ουσίας, σε μεγάλο επίσης βαθμό, είναι εξ ακοής, θα πρέπει να επισημάνω και τα εξής: Σύμφωνα με τη σχετική επιφύλαξη του άρθρου 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9: «Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.» Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 27, του ίδιου Νόμου: «27
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δε διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.» Σε κάποιο βαθμό, εγείρονται και θέματα πραγματογνωμοσύνης στην παρούσα υπόθεση, οπότε θα πρέπει να σημειωθούν και τα εξής: Ο πραγματογνώμονας, καθώς έχει νομολογηθεί, εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, που θα του επιτρέψουν να καταλήξει στη δικαστική του κρίση (βλ. Pouris and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, κ.ο.κ.). Περαιτέρω, η εκτίμηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων, ενώ δε διαφέρει από την εκτίμηση άλλων μαρτύρων, η στάση τους στο εδώλιο, δεν έχει τόση σημασία για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας τους, παρόλο ότι παραμένει ένα από τα στοιχεία για την αξιολόγηση της γνώμης τους (βλ. Joyce v. Yeomans
(1981)2 All E.R. 21, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 298 κ.o.κ). Επισημαίνεται τέλος, ότι οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία πραγματογνωμόνων είναι οι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων. Έτσι, η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας, με στόχο την απόδειξη του γεγονότος στο οποίο αναφέρεται, δεν είναι επιτρεπτή, απλώς και μόνο επειδή το άτομο που τη μεταφέρει στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας. Η μαρτυρία του εισάγεται, υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός (βλ. The Republic v. Chaholiades
(1980)1 C.L.R. 481, Constantinides (Akinita) Ltd v. Maurogenis
(1983)1 C.L.R. 663, κ.ο.κ.). Και κάτι ακόμη που άπτεται της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής, να καλέσει στο Δικαστήριο ουσιώδη μάρτυρα. Συνάγεται από την υπόθεση Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 657, με αναφορά και στις υποθέσεις Brown v. R. [1997] 1 Cr. App. R. 112 και R. v. Russell - Jones [1995] 1 Cr. App. R. 538, ότι η Κατηγορούσα Αρχή, κανονικά πρέπει να καλεί ή προσφέρει όλους τους μάρτυρες που μπορούν να δώσουν άμεση μαρτυρία για τα κύρια γεγονότα της υπόθεσης, εκτός αν ο δημόσιος κατήγορος θεωρεί τη μαρτυρία ως μη ικανή να γίνει πιστευτή. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και νομικές διατάξεις, προχωρώ αμέσως να αξιολογήσω την ενώπιόν μου μαρτυρία. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1, αστυφύλακα 2648 Μ. Μιχαηλίδη, επί της ουσίας, όχι μόνο δε μπορεί να γίνει αποδεκτή, αλλά, για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, υποθεμελιώνει πλήρως τόσο την 2η όσο και την 4η κατηγορία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, στην οποία, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, ο κατηγορούμενος αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αυτός, φέρεται να πλαστογράφησε το λιθουανικό διαβατήριο με αριθμό LB
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, που αφορά στο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, ότι στις 2 Ιουλίου 2009, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση του αστυφύλακα 2648 Μ. Μιχαηλίδη, δηλαδή του Μ.Κ.1, παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως τον Pranas Malinauskas από τη Λιθουανία. Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, ότι στις 2 Ιουλίου 2009 - όπως και στη 2η κατηγορία - στη Λεμεσό, εν γνώσει του και δολίως, έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το διαβατήριο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία. Η μόνη σχετική μαρτυρία, με αναφορά στις 2 Ιουλίου 2009, που εμπλέκει άμεσα το μάρτυρα και τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με τις δύο κατηγορίες (2η και 4η) προέρχεται από τον ίδιο το μάρτυρα, ο οποίος, στο Δικαστήριο, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (τεκμήριο 1), ουσιαστικά, ως την κυρίως εξέτασή του. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή, φέρει τον κατηγορούμενο, κατά την επίσκεψή του στην οικία του τη συγκεκριμένη μέρα, μετά από παράπονο που έγινε εναντίον του από τη σύζυγό του - όπως ανέφερε αντεξεταζόμενος - να του υποδεικνύει το λετονικό διαβατήριο με αριθμό CB 434015, με το όνομα MILINAVSKAS PRANAS, υποδηλώνοντας ότι πρόκειται για εκείνο. Ωστόσο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος διώκεται επειδή: πρώτο, παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του στο συγκεκριμένο μάρτυρα, ως MALINAUSKAS PRANAS και όχι MILINAVSKAS και μάλιστα, από τη Λιθουανία και όχι από τη Λετονία που ανέφερε ο μάρτυρας. Δεύτερο, το πλαστό διαβατήριο Λιθουανίας, με αριθμό LB 434015, που από το συνδυασμό των λεπτομερειών αδικήματος της 1ης και 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος φέρεται να έθεσε σε κυκλοφορία στις 2 Ιουλίου 2009, οπότε και η διάπραξη του αδικήματος της σχετικής - 4ης κατηγορίας, δεν μπορεί ασφαλώς να είναι το λετονικό διαβατήριο με αριθμό CB 434015 και στο όνομα MILINAVSKAS - για να επαναλάβω - που κατά το Μ.Κ.1 πάντοτε, του υπέδειξε ο κατηγορούμενος στις 2.7.
  2. Φυσικά, σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα, τα πιο πάνω είναι καταχωρημένα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή στα γραφεία του ΤΑΕ και προέκυψαν μετά από έλεγχο που διενέργησε στο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρησης συμβάντων του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη, στην οποία (καταχώρηση) προέβηκε ο ίδιος, μετά την επίσκεψη του στο σπίτι του κατηγορούμενου στις 2.7.
  3. Το γεγονός αυτό και διάφοροι άλλοι λόγοι τους οποίους θα παραθέσω σε άλλο σημείο αργότερα, αναδεικνύουν πόσο επισφαλές αλλά και επικίνδυνο είναι να βασιστώ σε εξ ακοής μαρτυρία, προκειμένου να θεωρήσω ως αποδεδειγμένα, κρίσιμα γεγονότα, για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, σε σχέση με οποιαδήποτε κατηγορία. Δε νομίζω να χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε άλλο, για να αιτιολογήσω την απόφασή μου να αθωώσω τον κατηγορούμενο τόσο στη 2η όσο και στην 4η κατηγορία. Από τη μαρτυρία όμως του Μ.Κ.1, συγκρατώ, γιατί έχει σημασία, όπως θα διαφανεί αργότερα, ότι μετέβηκε στην οικία του κατηγορούμενου στις 2.7.2009, για να επιληφθεί παραπόνου που έκανε η σύζυγός του εναντίον του. Η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, αστυφύλακα 2512 Χ. Ιουλιανού, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (τεκμήριο 2) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, έγκειται στα εξής: Στις 21.7.2009 υπηρετούσε στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (Υ.Α.Μ) Αρχηγείου και ήταν τοποθετημένος στο επαρχιακό κλιμάκιο της Υ.Α.Μ. Λεμεσού. Τη συγκεκριμένη μέρα και περί ώρα 01:30, κλήθηκε από τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη, να ελέγξει τα στοιχεία κάποιας αλλοδαπής. Κατά τον έλεγχο που διενέργησε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, προέκυψε ότι επρόκειτο για τη σύζυγο του κατηγορούμενου η αλλοδαπή και ότι τα στοιχεία της εντοπίζονταν στο Stop List, από τις 16.5.2008, ως αναζητούμενο πρόσωπο, το οποίο διαμένει στην Κύπρο παράνομα σε άγνωστη διεύθυνση. Τα ίδια ακριβώς ίσχυαν και για τον κατηγορούμενο σύζυγό της. Μετά από πληροφορία της εν λόγω αλλοδαπής, ότι ο σύζυγος της, χρησιμοποιώντας το λιθουανικό διαβατήριο με αριθμό LB 434015, με στοιχεία MALINAUSKAS Pranas, ημερομηνία γέννησης 8.10.1969 και τη φωτογραφία του, έκανε εγγραφή στην Υ.Α.Μ. Λάρνακας ως ευρωπαίος πολίτης, με αριθμό φακέλου EU 09 - 10819, ΔΕΑ 55020331, από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν, ο μάρτυρας, διαπίστωσε από τις φωτογραφίες που υπήρχαν στις εκτυπώσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή, ότι επρόκειτο για το ίδιο άτομο. Με αφορμή ερώτηση που του υποβλήθηκε, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος έκανε εγγραφή ως ευρωπαίος πολίτης στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Λάρνακας, παρουσιάζοντας λιθουανικό διαβατήριο. Εις επίρρωση της θέσης του ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο, το πρόσωπο που γράφτηκε στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Λάρνακας ως ευρωπαίος πολίτης, παρουσιάζοντας το λιθουανικό διαβατήριο, ισχυρίστηκε ότι ανάτρεξε στο αρχείο του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και συγκεκριμένα, βρήκε τα στοιχεία του αλλοδαπού που έκανε τη σχετική εγγραφή, το πρόσωπο του οποίου είναι το ίδιο με του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας, παρουσίασε και διάφορα έγγραφα τα οποία εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, μεταξύ των οποίων το τεκμήριο 3, επί του οποίου καταγράφονται τα διάφορα προσωπικά στοιχεία του κατηγορούμενου, σε σχέση με την εγγραφή του ως ρώσου υπήκοου στην Κύπρο, ως επίσης και διάφορα άλλα στοιχεία, σε σχέση με το καθεστώς παραμονής του στην Κύπρο, καθώς και το τεκμήριο 7, επί του οποίου καταγράφονται τα διάφορα προσωπικά, μεταξύ άλλων, στοιχεία του Pranas Malinauskas, υπηκόου Λιθουανίας, ο οποίος σύμφωνα με αυτά, γράφτηκε ως ευρωπαίος πολίτης στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Λάρνακας, οπότε και του παραχωρήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής. Προκειμένου να ενισχύσει περαιτέρω τη θέση του, ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο, το πρόσωπο που εξασφάλισε τη σχετική εγγραφή με τον παραπάνω τρόπο, ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στην ακολουθητέα διαδικασία για σκοπούς εγγραφής και ισχυρίστηκε ότι στο πλαίσιό της, ο αιτητής, μεταξύ άλλων, θα πρέπει να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στα γραφεία του τοπικού κλιμακίου της Υ.Α.Μ., μαζί με κάποιο αριθμό από φωτογραφίες του. Αντεξεταζόμενος, στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με αυτό που αναφέρεται στα τεκμήρια 3 και 7, απάντησε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Κληθείς στη συνέχεια να πει, από πού βγάζει το παραπάνω συμπέρασμα, ως επίσης και αν έχει γνώσεις φωτογραφικής τέχνης και συγκρίνει τις φωτογραφίες, για να λέει ότι είναι το ίδιο πρόσωπο, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τα εξής: «Εγώ, έχω τύχει στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου εκπαίδευσης ως immigration officer, από λειτουργούς της αμερικανικής πρεσβείας που είναι οι πλέον εξειδικευμένοι σε θέματα ταυτοπροσωπίας. Όμως, δε χρειάζεται οποιαδήποτε εκπαίδευση στην παρούσα υπόθεση κατά την άποψή μου, για να διαπιστώσω ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο.». Ούτε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που απεικονίζει η φωτογραφία επί του τεκμηρίου 7, ούτε ότι όποιος επιθυμεί να υποβάλει αίτηση για εγγραφή ως ευρωπαίος πολίτης, θα πρέπει να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στο τοπικό κλιμάκιο της Υ.Α.Μ., μπορώ να δεχθώ, στη βάση όσων έχει αναφέρει ο μάρτυρας. Σε σχέση με το πρώτο, προκύπτει από τη νομολογία (βλ. Pouris και Philippou, ανωτέρω), ότι ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, που θα του επιτρέψουν να καταλήξει στη δικαστική του κρίση. Επί του προκειμένου, ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι έτυχε εκπαίδευσης από λειτουργούς της αμερικανικής πρεσβείας, που είναι οι πλέον εξειδικευμένοι σε θέματα ταυτοπροσωπίας, δε μου επιτρέπει, άνευ άλλου, να τον θεωρήσω ως ειδικό, για ό,τι επιχείρησε να παραστήσει τον εαυτό του ως τέτοιο και κατ' επέκταση, να καταλήξω σε συμπέρασμα, ότι το πρόσωπο που απεικονίζει η φωτογραφία επί του τεκμηρίου 7 είναι του κατηγορούμενου, είτε ακόμη, ότι η εν λόγω φωτογραφία, απεικονίζει το ίδιο πρόσωπο με αυτό που απεικονίζει η αντίστοιχη φωτογραφία επί του τεκμηρίου
  4. Ο μάρτυρας, για να μπορούσα να αποδεχθώ τη μαρτυρία του σε σχέση με τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης, θα έπρεπε να με εφοδιάσει με όλα εκείνα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, που καταρχήν, θα με έπειθαν ότι πρόκειται για εμπειρογνώμονα ο ίδιος για ό,τι κατάθεσε ως τέτοιος και έπειτα, θα μου επέτρεπαν να καταλήξω σε κρίση για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο. Σε σχέση με το δεύτερο, η μαρτυρία του Μ.Κ.2, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, γιατί εν μέρει εδράζεται σε υποθέσεις στις οποίες προέβηκε ο ίδιος, αντί σε γεγονότα, ενώ σε κάποιο βαθμό, είναι και εξ ακοής και για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, δεν αποδίδω καθόλου βαρύτητα ή αξία. Ειδικότερα: Ενώ στην κυρίως εξέταση, ισχυρίστηκε ότι οποιοσδήποτε ευρωπαίος πολίτης βρίσκεται στην Κύπρο, για να εγγραφεί ως αλλοδαπός, θα πρέπει να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στα γραφεία του τοπικού κλιμακίου της Υ.Α.Μ., έχοντας μαζί του ένα αριθμό φωτογραφιών, τη σχετική αίτηση που θα πρέπει να είναι υπογραμμένη καθώς και το διαβατήριό του, στην ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου, βασικά, πώς γνωρίζει ότι αυτός μετέβηκε στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Λάρνακας και υπέβαλε τη σχετική αίτηση για σκοπούς εγγραφής του ως ευρωπαίος πολίτης, ο μάρτυρας έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Από τη διεύθυνση διαμονής που έχει δηλώσει, όπως αυτή αναγράφεται στο τεκμήριο 7». Όταν όμως στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε πήγε στην Υ.Α.Μ. Λάρνακας και υπέβαλε αίτηση, εκτός και αν τον είδε ο ίδιος εκεί, απάντησε ως εξής: «Μπορεί να ζητηθεί από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και οι δύο φάκελοι του κατηγορούμενου, οι διοικητικοί, στους οποίους θα υπάρχουν φωτοαντίγραφα διαβατηρίου και φωτογραφίες, υπογραφές των αιτητών και άλλα έγγραφα». Όταν ακολούθως του υποβλήθηκε πως δε γνωρίζει ο ίδιος, εφόσον δεν υπηρετεί και δεν έχει δει τους δύο φακέλους, μα ούτε και τους έχει αντιπαραβάλει, με την απάντησή του, ανέφερε και τα εξής μεταξύ άλλων: «Τους φακέλους στα χέρια μου δεν τους έχω, είναι αδύνατο να γίνει αυτό το πράγμα, μιλούμε για χιλιάδες. Γι' αυτό υπάρχουν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, που είναι πιο εύκολη η πρόσβαση και συγκρίνεις εκ πρώτης όψεως». Συνάγεται από τα παραπάνω, ότι το πρόσωπο που αφορά η εγγραφή ως ευρωπαίου πολίτη, σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7, είτε πρόκειται για τον κατηγορούμενο αυτό, είτε για κάποιον άλλο, δεν είναι βέβαιο ότι παρουσιάστηκε στα γραφεία της Υ.Α.Μ. και υπόβαλε προσωπικά την αίτηση. Είναι φανερό, ότι ο μάρτυρας, υπέθεσε μάλλον πως κάτι τέτοιο συνέβη, επειδή, επί του τεκμηρίου 7 αναγράφεται κάποια διεύθυνση στη Λάρνακα που και αυτή, εν πάση περιπτώσει, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεκμηρίου, ότι πρόκειται για τη διεύθυνση διαμονής του αλλοδαπού. Κι' όμως, εάν ο μάρτυρας ήταν απολύτως βέβαιος, ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο το πρόσωπο που απεικονίζει η φωτογραφία στο τεκμήριο 7 και ουσιαστικά, εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις την εγγραφή ως ευρωπαίος πολίτης καθώς και άδεια παραμονής στη Δημοκρατία, ανάμενα ότι θα έδινε κάποια άλλη απάντηση από αυτή που έδωσε, όταν του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε πήγε στην Υ.Α.Μ. Λάρνακας και υπόβαλε αίτηση. Το μόνο που θέλω να πω, για την αναφορά του στους δύο διοικητικούς φακέλους του κατηγορούμενου στην Υ.Α.Μ., είναι ότι, κανένας τέτοιος φάκελος ή στοιχείο του έχει τεθεί ενώπιόν μου, πρωτογενώς, παρά μόνο, προβλήθηκαν σωρεία ισχυρισμών, που αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, την οποία και δεν αποδέχομαι. Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να κατανοήσω, για ποιο λόγο η Κατηγορούσα Αρχή, επέλεξε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο για σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών της είτε αυτό το μάρτυρα είτε το Μ.Κ.4, (στον οποίο θα αναφερθώ σε άλλο σημείο αργότερα), τη στιγμή που η μαρτυρία και των δύο, επί της ουσίας είναι εξ ακοής και μάλιστα, άγνωστου βαθμού και δεν επέλεξε, έστω, εκτός από αυτούς, να κλητεύσει, για παράδειγμα και το πρόσωπο που δέχθηκε τις δύο αιτήσεις, υπό στοιχεία, ως αναφέρονται στα τεκμήρια 3 και 7, προκειμένου να καταθέσει ή καταθέσουν, καταρχήν, κατά πόσο αναγνωρίζουν τον κατηγορούμενο και έπειτα, εάν ο αιτητής στις δύο περιπτώσεις, παρουσιάστηκε και υπόβαλε προσωπικά την αίτηση. Έπειτα, θα μπορούσε να γίνει σύγκριση της υπογραφής του αιτητή και στις δύο αιτήσεις, είτε μεταξύ τους είτε με την υπογραφή του κατηγορούμενου - επιστημονικά εννοείται, δηλαδή με γραφολογική εξέταση - οπότε και θα διαφαινόταν κατά πόσο είναι ο κατηγορούμενος αυτός που παρουσιάστηκε στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Λάρνακας στον ουσιώδη χρόνο και εξασφάλισε τη σχετική εγγραφή καθώς και άδεια παραμονής στη Δημοκρατία παράνομα και δη, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας. Είναι σαφές, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, οπότε, από τη συνδυασμένη ερμηνεία της σχετικής επιφύλαξης του άρθρου 24
(1)με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, ανωτέρω, δεν προσδίδω καθόλου αξία στη μαρτυρία του Μ.Κ.2, στο βαθμό που αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Ούτε και είναι δικαιολογία ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι είναι αδύνατο να έχει μαζί του τους σχετικούς φακέλους, επειδή πρόκειται για χιλιάδες, λες και του ζητήθηκε να παρουσιάσει όλους τους φακέλους που συνθέτουν το αρχείο της Υ.Α.Μ., σε σχέση με την εγγραφή αλλοδαπών στην Κύπρο. Ο ισχυρισμός του μάρτυρα - σε συνέχεια του προηγούμενου - σύμφωνα με τον οποίο «γι' αυτό υπάρχουν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, που είναι πιο εύκολη η πρόσβαση και συγκρίνεις εκ πρώτης όψεως» και πιο συγκεκριμένα, η φράση συγκρίνεις εκ πρώτης όψεως, θα έλεγα ότι, ενώ από τη μια, από μόνη της αποτελεί επαρκή αιτιολογία γιατί δεν μπορώ να βασιστώ σε εξ ακοής μαρτυρία που προέρχεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή, επί του προκειμένου, την ίδια ώρα, αναδεικνύει και την απόσταση που χωρίζει την Κατηγορούσα Αρχή, μέχρι το σημείο που θα πρέπει, σε εφαρμογή και όσων έχουν αναφερθεί στη Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, να αποδείξει τις διάφορες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και κάθε στοιχείο που τις συνιστά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας· τουλάχιστον, με αναφορά στη μαρτυρία που έχω αξιολογήσει μέχρι στιγμής. Η ουσία της μαρτυρίας της Γ/Αστυφύλακα 4793 Χρ. Μακρυγιάννη, (Μ.Κ.3) έγκειται στα εξής: Στις 20.7.2009 και ώρα 23:45 μετέβηκε στην οικία του κατηγορούμενου, μετά από πληροφορία ότι υπήρχε κάποιο οικογενειακό πρόβλημα. Στο δρόμο συνάντησε τη σύζυγό του, ο οποία της παραπονέθηκε ότι ενωρίτερα, ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε και τη χτύπησε, οπότε και ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Σύμφωνα πάντοτε με τη μάρτυρα, η σύζυγος του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο κατάθεσης που προέβηκε στις 21.7.2009, μεταξύ άλλων, της ανέφερε πως γνωρίζει, ότι ο σύζυγός της είχε στην κατοχή του το ρωσικό του διαβατήριο καθώς και ένα διαβατήριο Λιθουανίας, το οποίο αγόρασε στην Κύπρο. Ο βασικός ισχυρισμός της εν λόγω μάρτυρα, έγκειται σε όσα φέρει τη σύζυγο του κατηγορούμενου να του αποδίδει στην κατάθεσή της, σε σχέση με το λιθουανικό διαβατήριο. Πρόκειται για εξ ακοής και πάλι μαρτυρία, την οποία και δεν αποδέχομαι προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, μολονότι, δέχομαι ότι η συγκεκριμένη δήλωση έχει γίνει. Επειδή, σε κάποιο βαθμό, η μαρτυρία της Μ.Κ.3 συμπλέκεται με τη μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα, προς αποφυγή αχρείαστων επαναλήψεων, θα παραθέσω τους λόγους για τους οποίους δε δέχομαι ότι το περιεχόμενο της δήλωσης της συζύγου του κατηγορούμενου προς τη μάρτυρα, αποτελεί γεγονός, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.4, αστυφύλακα 1807 Μ. Περικλέους που ακολουθεί. Ο εν λόγω μάρτυρας, αναφέρθηκε και αυτός, όπως και η προηγούμενη μάρτυρας, στο περιεχόμενο της καταγγελίας της συζύγου του κατηγορούμενου της 21ης. 7.2009 εναντίον του, καθώς και στο περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής της, στην οποία, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι ο σύζυγός της, ενώ είναι κάτοχος ρωσικού διαβατηρίου, κατέχει και ένα λιθουανικό διαβατήριο, το οποίο αγόρασε στην Κύπρο, στο οποίο έβαλε τη φωτογραφία του και το χρησιμοποιούσε. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα και το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (τεκμήριο 11) το οποίο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, η σύζυγος του κατηγορούμενου, του υπέδειξε σε ψηφιακή φωτογραφική μηχανή που είχε στην κατοχή της, μια φωτογραφία την οποία έβγαλε η ίδια στις 7.2.2009, στην οποία απεικονίζεται το ρωσικό διαβατήριο του συζύγου της με αρ. 60, Νο. 5169129, το οποίο έχει τα στοιχεία του και δίπλα, ένα λιθουανικό διαβατήριο, με αριθμό LB 434015, με στοιχεία Pranas Malinauskas, ημερομηνία γέννησης 8.10.1969, το οποίο έφερε τη φωτογραφία του συζύγου της. Ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι στις 23.7.2009 συνάντησε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. το Μ.Κ.1, ο οποίος είδε τον κατηγορούμενο και του ανάφερε ότι το γνωρίζει εξ όψεως, καθότι μετέβηκε πρόσφατα στην οικία του, ως επίσης, ότι από περαιτέρω έλεγχο που έκανε ο Μ.Κ.1 στο ηλεκτρονικό σύστημα καταχωρήσεων συμβάντων του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη, εντόπισε τη σχετική καταχώρηση με αριθμό 21/7 που έκανε στις 2.7.2009, σύμφωνα με την οποία, κατά την επίσκεψη του στην οικία του κατηγορούμενου, αυτός του παρουσίασε το λετονικό διαβατήριο «. με τα στοιχεία που αναφέρονται πιο πάνω.», αποτελεί ένα μικρό δείγμα, του πόσο επικίνδυνο είναι να βασιστώ σε εξ ακοής μαρτυρία, προκειμένου - για να επαναλάβω - να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι έχουν αποδειχθεί όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που προσάπτονται εναντίον του κατηγορούμενου και κατ' επέκταση, την ενοχή του. Ναι μεν ο μάρτυρας, με την παραπάνω αναφορά του επιβεβαιώνει το Μ.Κ.1, πλην όμως, ενώ και οι δύο επικαλούμενοι σχετική καταχώρηση στο ηλεκτρονικό σύστημα, αναφέρονται σε λετονικό διαβατήριο, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε κατηγορία που περικλείει αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε με τη χρήση λετονικού διαβατηρίου. Έπειτα, ακόμη και αν αποδεχόμουν ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε στο Μ.Κ.1 κάποιοι διαβατήριο, δε μπορεί να είναι αυτό που είδε ο Μ.Κ.4 στη ψηφιακή φωτογραφική μηχανή της συζύγου του κατηγορούμενου, που είναι διαβατήριο Λιθουανίας και όχι Λετονίας, χωρίς να χρειάζεται να απαριθμήσω κάποια άλλη διαφορά. Επειδή η μαρτυρία του Μ.Κ.4, σχεδόν, στην ολότητά της, είναι εξ ακοής, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, καταρχήν, δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του, ότι το πρόσωπο που απεικονίζεται στη φωτογραφία του τεκμηρίου 13 είναι άλλο, από το πρόσωπο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες - μέρος των τεκμηρίων 14 και 15. Έπειτα, δε μπορώ επίσης να δεχθώ, πρώτο, ότι οι φωτογραφίες που εμφαίνονται στα τεκμήρια 14 και 15 απεικονίζουν το ίδιο πρόσωπο και δεύτερο, ότι αυτό είναι ο κατηγορούμενος. Κανένα επιστημονικό ή άλλο κριτήριο έχει τεθεί ενώπιόν μου από το μάρτυρα, που να μου επιτρέπει να προβώ σε ανάλογο με το δικό του συμπέρασμα επί του προκειμένου, το οποίο θεωρώ ως εντελώς αστήρικτο και ατεκμηρίωτο. Και τούτο, χωρίς να συνυπολογίζω και το γεγονός, ότι ολόκληρο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 13 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, άγνωστου επίσης βαθμού. Όμως, ακόμη και να θεωρούσα ως αποδεδειγμένο γεγονός, το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεκμηρίου
(13), επουδενί λόγο μπορώ να δεχθώ είτε το περιεχόμενο των τεκμηρίων 14 και 15 είτε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο μαρτυρίας το οποίο προέρχεται από τη σύζυγο του κατηγορούμενου. Τολμώ να πω, ότι, ακόμη και να αποδεχόμουν, που δεν αποδέχομαι, το περιεχόμενο των τεκμηρίων 14 και 15 και ειδικότερα, ότι η φωτογραφία στο λιθουανικό διαβατήριο απεικονίζει τον κατηγορούμενο, και πάλιν, θα υπήρχε μεγάλη απόσταση, μέχρι το σημείο που θα μπορούσα να πω, ότι, ο κατηγορούμενος είναι που τοποθέτησε τη φωτογραφία πάνω στο συγκεκριμένο διαβατήριο, αλλά και που παρουσιάστηκε στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Λάρνακας και εξασφάλισε τη σχετική εγγραφή, με τη χρήση του εν λόγω εγγράφου. Εξηγώ αμέσως, με αναφορά και στο άρθρο 27 του Νόμου, Κεφ. 9, γιατί δεν προσδίδω καθόλου βαρύτητα στη μαρτυρία είτε του Μ.Κ.4 είτε οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα, στο βαθμό που αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και το πρόσωπο που προέβηκε στην αρχική δήλωση είναι η σύζυγος του κατηγορούμενου. Ειδικότερα: (α) Η Κατηγορούσα Αρχή που προσήγαγε την εξ ακοής μαρτυρία, δεν έδωσε καμιά εξήγηση ή δικαιολογία για τη μη κλήτευση ως μάρτυρα, της ίδιας της συζύγου του κατηγορούμενου που προέβηκε στις αρχικές δηλώσεις αλλά και από την οποία προέρχονται τα τεκμήρια 14 και 15 (άρθρο 27
(2)(α)). Κατά πόσο ήταν ή όχι εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας είναι κάτι που θα έπρεπε να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή. (β) Σε σχέση με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 14 και 15, έχοντας υπόψη ότι αυτό αποτελεί προϊόν φωτογραφιών, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της συζύγου του κατηγορούμενου λήφθηκαν από την ίδια, με τη ψηφιακή φωτογραφική της μηχανή, η οποία, εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι σαφές ότι περιλαμβάνεται εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού (άρθρο 27
(2)(γ)). (γ) Έχοντας περαιτέρω υπόψη, ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου, του καταλογίζει όσα τείνουν να το συνδέσουν με τα αδικήματα, στο πλαίσιο γραπτής κατάθεσης που έδωσε, σύμφωνα με την οποία, ο σύζυγός της στην παρουσία της μητέρας της και ενός από τα δύο ανήλικα τέκνα τους την άρπαξε με τα χέρια του από το λαιμό και αφού την έσπρωξε προς τον καναπέ, άρχισε να τη χτυπά σε διάφορα μέρη του σώματός της, είναι φανερό, ότι είχε ισχυρό - θα έλεγα - κίνητρο και να αποκρύψει και να παραποιήσει τα γεγονότα και γιατί όχι και έγγραφα (άρθρο 27
(2)(δ)). Ποιος μπορεί για παράδειγμα, να αποκλείσει το ενδεχόμενο, η φωτογραφία που φαίνεται να είναι τοποθετημένη στο λιθουανικό διαβατήριο (τεκμήρια 14 και 15) να είναι προϊόν φωτομοντάζ, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι ουδέποτε τέθηκε ενώπιόν μου είτε το κατ' ισχυρισμό λιθουανικό διαβατήριο, με το οποίο ο κατηγορούμενος φέρεται να διέπραξε τα διάφορα αδικήματα, είτε ακόμη, έστω το δικό του ρωσικό διαβατήριο. (δ) Το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η αρχική δήλωση (άρθρο 27
(2)(στ)) είναι άμεσα σχετικό με όσα αναφέρονται υπό στοιχείο (γ) πιο πάνω, για το κίνητρο της συζύγου του κατηγορούμενου να παραποιήσει ή αποκρύψει γεγονότα. (ε) Αναμφίβολα, η παρουσία της συζύγου του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, θα αποτελούσε την καλύτερη δυνατή μαρτυρία προς απόδειξη αρκετών ουσιωδών γεγονότων, που θα συνέτειναν στη στοιχειοθέτησή των σε βάρος του κατηγοριών. Η Κατηγορούσα Αρχή, που δεν την κλήτευσε για να καταθέσει, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία - για να επαναλάβω - δε νομιμοποιείται να έχει παράπονο για το συμπέρασμά μου, ότι ενώ θα μπορούσε να την κλητεύσει, δεν το έπραξε, γεγονός το οποίο θα πρέπει να λάβω ιδιαίτερα υπόψη, σε σχέση με τη βαρύτητα που θα προσδώσω στην εξ ακοής μαρτυρία (άρθρο 27
(3)). Στη βάση όσων έχουν αναφερθεί, ανωτέρω, αλλά και για λόγους που θα αναφέρω αμέσως, θεωρώ πως αν αποδεχόμουν εξ ακοής μαρτυρία, με τη σύζυγο του κατηγορούμενου να αποτελεί το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, δε θα εξυπηρετούνταν οι σκοποί της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί, με αναφορά σε νομολογία (βλ. Ιωάννου, ανωτέρω), η Κατηγορούσα Αρχή, κανονικά πρέπει να καλεί ή προσφέρει όλους τους μάρτυρες που μπορούν να δώσουν άμεση μαρτυρία για τα κύρια γεγονότα της υπόθεσης, εκτός αν ο δημόσιος κατήγορος θεωρεί τη μαρτυρία ως μη ικανή να γίνει πιστευτή. Αρχίζοντας από το τελευταίο, σίγουρα δεν ισχύει, και για τον επιπλέον λόγο, ότι, ουδέποτε η δημόσια κατήγορος, ισχυρίστηκε πως δε θεωρεί τη μαρτυρία της συζύγου του κατηγορούμενου ικανή να γίνει πιστευτή. Έπειτα, είναι σαφές, ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου είναι η μόνη που θα μπορούσε να δώσει άμεση μαρτυρία σε σχέση με αριθμό κύριων γεγονότων, η απόδειξη των οποίων αποτελεί αναγκαίο όρο για σκοπούς στοιχειοθέτησης αριθμού κατηγοριών, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω, ότι απαιτείται συνδρομή απόδειξης και άλλων στοιχείων ή γεγονότων. Καταρχήν, είναι το μοναδικό πρόσωπο που φέρεται να έχει δει το επίδικο διαβατήριο Λιθουανίας, με το οποίο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι διέπραξε τα διάφορα αδικήματα. Έπειτα, φέρει το σύζυγο της να τοποθέτησε τη φωτογραφία του στο εν λόγω διαβατήριο και να το χρησιμοποιεί. Ακολούθως, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, η σύζυγος του κατηγορούμενου φωτογράφησε με τη ψηφιακή φωτογραφική της μηχανή τόσο το ρωσικό όσο και το λιθουανικό διαβατήριο, τα οποία εκτύπωσε ο ίδιος. Ότι επενδύει σε μεγάλο βαθμό η Κατηγορούσα Αρχή στην αποδοχή της παραπάνω μαρτυρίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπόθεσης της εναντίον του κατηγορουμένου, είναι ολοφάνερο. Η μαρτυρία της συζύγου του κατηγορούμενου είναι σαφές, ότι είναι ουσιώδης και κύρια και, το ίδιο κατ' επέκταση ισχύει και για την ίδια. Έχω τη γνώμη, ότι η παρουσία της στο Δικαστήριο ήταν κάτι περισσότερο από αναγκαία. Καταρχήν, θα ήταν σημαντικό να με πληροφορούσε, πώς περιήλθαν και πότε στην κατοχή της τα δύο διαβατήρια. Έπειτα, πώς γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε το διαβατήριο Λιθουανίας από την Κύπρο, ως επίσης και ότι τοποθέτησε σ' αυτό τη φωτογραφία του. Θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, ακόμη, να μας έλεγε, ποια ανάγκη την ώθησε να φωτογραφίσει τα δύο διαβατήρια και γιατί επέλεξε το συγκεκριμένο χρόνο να αποκαλύψει στην αστυνομία, όσα αποδίδει στον κατηγορούμενο σε σχέση με την υπόθεση. Τέλος, θα ήταν επίσης σημαντικό, να τεκμηρίωνε τον ισχυρισμό της, ότι ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας το διαβατήριο Λιθουανίας αποτάθηκε στα γραφεία της Υ.Α.Μ. Λάρνακας, όπου και υπόβαλε αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισε εγγραφή ως ευρωπαίος πολίτης. Και φυσικά, σ' όλα αυτά, θα πρέπει να προστεθεί και το δικαίωμα του κατηγορούμενου τόσο να την αντεξετάσει όσο και να της θέσει την εκδοχή του. Έχει νομολογηθεί (βλ. Λοίζου, ανωτέρω) ότι: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου σ' οποιαδήποτε κατηγορία. Έπεται ότι ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπία κ.ά.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.