Δημοκρατία ν. Μιχαήλ Αριστείδου, Αρ. Υπόθεσης 25202/2008, 23 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B166 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ Ενώπιον: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 25202/2008 Δημοκρατία ν. Μιχαήλ Αριστείδου Κατηγορούμενου ----- Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Κανναουρίδης με κ. Αριστείδη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λυσάνδρου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 10.12.2008 έφθασαν στην Κύπρο από το Άμστερνταμ με πτήση των Κυπριακών Αερογραμμών ο κατηγορούμενος με τον Φετόρεγγο Μηνά. Στις αποσκευές που μετέφερε ο Μηνά ανευρέθη συσκευασμένη συνολική ποσότητα 14 κιλών και 985,80 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό τη προμήθεια της πιο πάνω ποσότητας κάνναβης κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε, καθώς και κατηγορία για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή ότι συνωμότησε με το Φετόρεγγο Μηνά για την εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το Μηνά όπως ο τελευταίος μεταφέρει τα ναρκωτικά στην Κύπρο έναντι αμοιβής και προς τούτο μετέβησαν μαζί στην Ολλανδία στις 7.12.
- Από την άλλη, η υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει καμία σχέση με την κάνναβη και πως μετέβη στην Ολλανδία μαζί με το Μηνά για διασκέδαση και η όλη υπόθεση στηρίζεται σε ψευδείς ισχυρισμούς που προέβαλε ο Μηνά για να αποκομίσει ίδιον όφελος από την Αστυνομία αναφορικά με φυλακιστήρια και άλλες ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ουσιαστικά στηρίζεται στη μαρτυρία του Φετόρεγγου Μηνά (ΜΚ1). Σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ο Μηνά στις 11.12.2008, την οποία υιοθέτησε κατά την ακροαματική διαδικασία ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, περίπου μία εβδομάδα πριν την ημερομηνία αυτή τον προσέγγισε ο κατηγορούμενος, με τον οποίο γνωρίζονταν από πολύ παλιά και τα τελευταία χρόνια έκαναν δουλειές μαζί στις οικοδομές και του ζήτησε να μεταβούν στην Ολλανδία για μια δουλειά, για την οποία ο Μηνά θα έπαιρνε £8.
- Όπως του είπε ο κατηγορούμενος, θα πήγαιναν μαζί και κατά την επιστροφή τους ο Μηνά θα έφερνε μια βαλίτσα με 10 κιλά χόρτο κάνναβη, την οποία αφού θα περνούσαν από το αεροδρόμιο, ο Μηνά θα την έπαιρνε στη Λεμεσό και θα την παρέδιδε μετά τη διευθέτηση της πληρωμής τους. Αρχικά, χωρίς να το καλοσκεφτεί και επειδή αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα δέχθηκε. Το Σάββατο, 6.12.2008, γύρω στο μεσημέρι, μετά που του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος, μετέβη στο πατρικό του σπίτι στο Ζακάκι και παρέλαβε από τον κατηγορούμενο το εισιτήριο του για το ταξίδι στην Ολλανδία, που θα γινόταν την επόμενη μέρα το πρωί. Φεύγοντας από το σπίτι του κατηγορούμενου, πήγε και κάθισε στο χώρο στάθμευσης του μόλου, όπου είχε δεύτερες σκέψεις για την ορθότητα της απόφασης του από την μια και από την άλλη φοβόταν να προβεί σε ακύρωση του ταξιδιού, θεωρώντας ότι σε τέτοια περίπτωση θα κινδύνευε η ζωή του. Έτσι αποφάσισε να μιλήσει με την αστυνομία, να τους πει τι είχε γίνει και να ζητήσει τη βοήθεια και συνεργασία τους. Οι αστυνομικοί, με τους οποίους μίλησε, του είπαν να αναβάλει προσωρινά το ταξίδι του αλλά ο ίδιος, επειδή φοβόταν για τη ζωή του, επέμενε να προχωρήσει με δική του ευθύνη και αν τελικά η υπόθεση εξελισσόταν όπως του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος και επέστρεφε στην Κύπρο με τα ναρκωτικά, θα συνεργαζόταν με την αστυνομία για να συλλάβουν τα πρόσωπα στα οποία θα κατέληγαν τα ναρκωτικά. Την επόμενη ημέρα, το πρωί στις 06:30, συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο στην βενζίνη του Άντη επί της λεωφόρου Ομονοίας και με ταξί που είχε διευθετήσει ο κατηγορούμενος μετέβησαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Ο Μηνά κρατούσε μια μικρή μπλε βαλίτσα τύπου τρόλεϊ και ο κατηγορούμενος μια πράσινη χειραποσκευή. Ζύγισαν τις βαλίτσες και αφού πέρασαν τον έλεγχο διαβατηρίων και έφθασαν στην αίθουσα αναμονής, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι στην ίδια πτήση θα ταξίδευε και μια γυναίκα, η οποία σχετίζεται με την υπόθεση των ναρκωτικών και θα έπαιρνε μαζί της €230.000 για να πληρώσει για ποσότητα 60 κιλών κάνναβης, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και η ποσότητα των 10 κιλών που θα έφερνε ο Μηνά στην Κύπρο. Όπως του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος την πρώτη φορά που μίλησαν, ο Μηνά θα έφερνε ναρκωτικά από την Ολλανδία τέσσερις με πέντε φορές. Μέσα στην αίθουσα αναμονής συνάντησαν μια γυναίκα, επ' ονόματι Μαίρη, με την οποία μιλούσαν μέχρι την ώρα που μπήκαν στο αεροπλάνο. Η Μαίρη, με την οποία ο κατηγορούμενος πριν αρκετό καιρό του είχε πει ότι είχαν μεταβεί στη Ολλανδία μαζί τέσσερις-πέντε φορές χωρίς να του πει για ποιο λόγο, τους είπε ότι αφού βρέθηκαν τυχαία και εκείνη είχε ξαναεπισκεφθεί την Ολλανδία, θα διευθετούσε να βρουν ξενοδοχείο για να μείνουν όλοι μαζί. Στο ξενοδοχείο, κατόπιν διευθέτησης του κατηγορούμενου και της Μαίρης, η Μαίρη διέμενε σε δωμάτιο του πρώτου ορόφου και ο Μηνά με τον κατηγορούμενο μαζί σε δωμάτιο του δεύτερου ορόφου, για το οποίο ο κατηγορούμενος πλήρωσε €
- Κατά την διαμονή τους στην Ολλανδία βρίσκονταν και οι τρεις μαζί και έτρωγαν σε εστιατόρια, πήγαιναν σε καφετερίες και στα καταστήματα, χωρίς ωστόσο να ακούσει τον κατηγορούμενο και την Μαίρη να αναφέρουν οτιδήποτε για την υπόθεση των ναρκωτικών, αν και ο Μηνά υποψιάστηκε, από την πρώτη μάλιστα φορά που την συνάντησαν στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου ότι η Μαίρη είναι το τρίτο πρόσωπο, δηλαδή η γυναίκα για την οποία του είχε μιλήσει ο κατηγορούμενος, και επειδή κατά την διάρκεια της διαμονής τους εκεί δεν είχαν συναντήσει άλλη κοπέλα. Την Τρίτη το απόγευμα και ενώ ο Μηνά με τον κατηγορούμενο ήταν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου διέμεναν, κάποιο άγνωστο πρόσωπο τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο. Μετά την συνομιλία που είχε στο τηλέφωνο στα ελληνικά με το άγνωστο πρόσωπο, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι του τηλεφώνησε το πρόσωπο που θα έφερνε την βαλίτσα και θα έπρεπε και οι δύο να μπουν στο αποχωρητήριο του δωματίου τους, αφού άφηναν την πόρτα του δωματίου τους ανοιχτή για να μπουν στο δωμάτιο και να αφήσουν την βαλίτσα χωρίς να τους δουν. Μπήκαν στο αποχωρητήριο και σε τρία λεπτά άκουσαν θόρυβο στο δωμάτιο και την πόρτα να κλείνει. Τότε βγήκαν από το αποχωρητήριο και είδαν μέσα στο δωμάτιο μια μεγάλη βαλίτσα χρώματος μαύρου. Ο Μηνά μόλις είδε την βαλίτσα φοβήθηκε και ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι η βαλίτσα πρέπει να περιείχε 30 κιλά και όχι 10 όπως του είχε πει αρχικά. Ο κατηγορούμενος τότε του ζήτησε να φύγει από το δωμάτιο και να επιστρέψει σε 2-3 ώρες και θα τα διευθετούσε εκείνος. Ο Μηνά έφυγε και κατά την επιστροφή του διαπίστωσε ότι στη θέση της μεγάλης μαύρης βαλίτσας υπήρχαν δύο άλλες βαλίτσες, μια κόκκινη και μια μαύρη, τις οποίες ο Μηνά έφερε στην Κύπρο. Σε ερώτηση του Μηνά αν οι δυο βαλίτσες είχαν μέσα μόνο 10 κιλά, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είχαν 8 με 10 κιλά. Οι βαλίτσες ήταν κλειδωμένες με κλειδαριές ακριβώς όπως τις βρήκαν οι αστυνομικοί όταν τους ανέκοψαν με τον κατηγορούμενο και βρέθηκαν μέσα τα ναρκωτικά, τις οποίες ο Μηνά δεν άνοιξε ούτε είδε το περιεχόμενο τους. Γύρω στο μεσημέρι της επόμενης ημέρας μετέβησαν με τον κατηγορούμενο με ταξί, που πλήρωσε ο τελευταίος, στο αεροδρόμιο. Ο Μηνά ζύγισε τις δύο βαλίτσες με τα ναρκωτικά στο όνομα του ενώ ο κατηγορούμενος και η Μαίρη προχώρησαν στην αίθουσα αναμονής ξεχωριστά από τον ίδιο. Την βαλίτσα με τα προσωπικά του είδη που είχε φέρει από την Κύπρο, την πήραν αυτοί που έφεραν τα ναρκωτικά όταν ο Μηνά έλειπε από το δωμάτιο, όπως του είπε ο κατηγορούμενος, ώστε να μην έχει και άλλη βαλίτσα και δημιουργεί υποψίες. Ο κατηγορούμενος ζύγισε την πράσινη βαλίτσα του ενώ η Μαίρη κρατούσε μια μικρή στον ώμο και δεν ζύγισε βαλίτσα. Μπήκαν και οι τρεις μαζί στο αεροπλάνο και γύρω στις οκτώ το βράδυ έφθασαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Η Μαίρη κατέβηκε πρώτη και δεν την ξαναείδε. Ο Μηνά, κατόπιν οδηγιών του κατηγορουμένου, πήγαινε πίσω από τον κατηγορούμενο χωρίς να του μιλά ή να κάνει οτιδήποτε που να δείχνει ότι ήταν μαζί, παρέλαβε τις δύο βαλίτσες στην αίθουσα αφίξεων και σύμφωνα πάλι με οδηγίες του κατηγορουμένου που δόθηκαν από πριν, μπήκε στο αποχωρητήριο και αφού έβγαλε τα αυτοκόλλητα τα οποία τοποθετήθηκαν στις βαλίτσες όταν τις ζύγισε στην Ολλανδία, τα παρέδωσε στον αστυφύλακα Κώστα που βρισκόταν στο αποχωρητήριο. Ακολούθως βγήκε έξω και ακολούθησε τον κατηγορούμενο από απόσταση προς την έξοδο. Περνώντας από το τελωνείο είδε ότι είχαν σταματήσει τον κατηγορούμενο για έλεγχο. Ο Μηνά βγήκε αμέσως έξω χωρίς να μιλήσει σε οποιονδήποτε, πήρε ταξί και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της μητέρας του στην οδό Αντρέα Ονησιφόρου αρ. 21Α στη Λεμεσό, όπως ήταν οι οδηγίες που του δόθηκαν προηγουμένως από τον κατηγορούμενο. Μόλις πήγε στο σπίτι της μητέρας του, του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και του είπε να τον περιμένει στην αυλή του σπιτιού μαζί με τις βαλίτσες και θα επικοινωνούσε μαζί του σε λίγο μόλις έπαιρνε την αμοιβή τους και θα του έλεγε που να παραδώσει τις βαλίτσες. Μετά από λίγο του ξανατηλεφώνησε και του είπε να βγει στο δρόμο χωρίς τις βαλίτσες. Ο κατηγορούμενος ήρθε και τον πήρε και πήγαν στο σπίτι του Μηνά που βρίσκεται στην λεωφόρο Ομονοίας, από όπου έπιασαν το αυτοκίνητο του τελευταίου μάρκας Toyota με αριθμούς εγγραφής HAΑ594, με το οποίο θα παρέδιδαν τα ναρκωτικά, επειδή όπως του είπε ο κατηγορούμενος το δικό του αυτοκίνητο είχε μηχανικά προβλήματα και δεν ήθελε να το ρισκάρει αν τους άφηνε στο δρόμο. Ακολούθως μαζί με τον κατηγορούμενο πήγαν να πάρουν τις βαλίτσες, χωρίς ο κατηγορούμενος να του αποκαλύψει που θα τις παρέδιδαν. Για όλες τις κινήσεις που ανέφερε πιο πάνω ο Μηνά ενημέρωνε την αστυνομία και όταν έφυγε από το πατρικό του σπίτι και άφησε τις βαλίτσες υπήρχαν εκεί αστυνομικοί και τις έλεγχαν. Όπως διευκρίνισε σε μεταγενέστερο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ο Μηνά, η ενημέρωση αυτή γινόταν κάθε 2,3,5 λεπτά. Πηγαίνοντας πίσω στο πατρικό του σπίτι μπήκαν στην αυλή, ο Μηνά πήρε τη μαύρη βαλίτσα και ο κατηγορούμενος την κόκκινη και κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο του, οπότε παρενέβησαν οι αστυνομικοί και τους σταμάτησαν για έλεγχο. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μηνά αναγνώρισε τις δύο ετικέτες που αφαίρεσε από τις βαλίτσες στο αποχωρητήριο του αεροδρομίου Λάρνακας και παρέδωσε στον αστυφύλακα Κώστα, που μεταγενέστερα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 27 και 28 καθώς και τις δύο βαλίτσες που μετέφερε στην Κύπρο, οι οποίες μεταγενέστερα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 25 και 26, η κόκκινη και η μαύρη βαλίτσα αντίστοιχα. Μετά τη μαρτυρία του Μηνά, ο οποίος αντεξετάστηκε εκτενώς από την υπεράσπιση, δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, όπως αναφέρονται στο Τεκμήριο 1, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 19
(2)(γ) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα είναι αποδεκτό ότι ο Μηνά και ο κατηγορούμενος στις 7.12.2008 και ώρα 09:40 αναχώρησαν από το αεροδρόμιο Λάρνακας με τη πτήση CY498 και αφίχθηκαν στο αεροδρόμιο του Άμστερνταμ η ώρα 13:10 της ίδιας ημέρας. Επίσης ότι ο Μηνά και ο κατηγορούμενος αναχώρησαν αεροπορικώς από το Άμστερνταμ στις 10.12.2008 και ώρα 15:00 με την πτήση CY499 και αφίχθηκαν στη Κύπρο η ώρα 20:00 της ίδιας ημέρας. Η εμπλοκή της αστυνομίας, σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ξεκινά στις 6.12.2008, όταν ο Α/Αστ. 360 Ανδρέας Χαραλάμπους (ΜΚ6) μαζί με τον Αστ.1965 Κωνσταντίνο Χ¨Σωτηρίου (ΜΚ4), που υπηρετούν στην ΥΚΑΝ Λεμεσού, συναντήθηκαν με τον Μηνά, σε χώρο στάθμευσης στο μόλο. Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Α/Αστ. 360 στη γραπτή του κατάθεση, την οποία υιοθέτησε και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, αλλά και διευκρίνισε προφορικά, στην συνάντηση τους στις 6.12.2008, ο Μηνά τους ανέφερε τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του και του κατηγορούμενου όπως τα παρέθεσε και ο Μηνά στην κατάθεση του και δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Κατά τη συνάντηση τους ο Μηνά είχε στη κατοχή του το εισιτήριο μετ' επιστροφής για το Άμστερνταμ, το οποίο του παρέδωσε το μεσημέρι της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος, ο οποίος το είχε πληρώσει με δικά του χρήματα. Ο ΜΚ6 ζήτησε από τον Μηνά να αναβάλει το ταξίδι για λίγες ημέρες για καλύτερο συντονισμό της όλης επιχείρησης και για να μπορέσουν να συνεργαστούν και με τις Ολλανδικές αρχές. Ο Μηνά δεν αποδέχθηκε γιατί ήταν όλα διευθετημένα και φοβόταν για την ζωή του σε περίπτωση που θα ανάβαλε το ταξίδι. Ο Α/Αστ. 360 του είπε να μην πάει καθόλου στο ταξίδι αλλά ο Μηνά επέμενε. Με αυτά τα δεδομένα του ανέφερε ότι ο ίδιος θα φέρει την ευθύνη για ό,τι κάνει και για την ενδεχόμενη σύλληψη του από τις Ολλανδικές αρχές. Όμως, σε περίπτωση εντοπισμού των ναρκωτικών στην Κύπρο θα πρέπει να συνεργαστεί με την ΥΚΑΝ. Ο Μηνά του ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε οδηγίες όπως με την άφιξη του στην Κύπρο και μόλις παραλάβει τις βαλίτσες με τα ναρκωτικά να μπει στο αποχωρητήριο του αεροδρομίου, να αφαιρέσει από τις βαλίτσες τις ταξιδιωτικές καρτέλες και να τις καταστρέψει. Για όλα τα πιο πάνω θέματα, ο ΜΚ6 ενημέρωσε τόσο τον υπεύθυνο της ΥΚΑΝ Λεμεσού όσο και τον διοικητή της ΥΚΑΝ και ενεργούσε κατόπιν οδηγιών τους σε συνεννόηση πάντα δική τους με τον Αρχηγό Αστυνομίας και τον Γενικό Εισαγγελέα. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλουμε τη μαρτυρία του ΜΚ3, Αστ. 4063 Λάζαρου Αυγουστή, ανακριτή της υπόθεσης, ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήρια 29, 30 και 31 τις επιστολές ημερομηνίας 9.12.2008 που έγιναν από τον πρώην διοικητή της ΥΚΑΝ και στάληκαν στον πρώην Αρχηγό Αστυνομίας, τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και την Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων αντίστοιχα, για ελεγχόμενη παράδοση των ναρκωτικών που αφορά η παρούσα υπόθεση, θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε σε κατοπινό στάδιο. Επανερχόμενοι στην μαρτυρία του Α/Αστ. 360, στις 7.12.2008 το πρωί, ο ίδιος μαζί με τον ΜΚ4 μετέβησαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας, όπου παρακολούθησαν διακριτικά τόσο τον Μηνά όσο και τον κατηγορούμενο μέχρι που μπήκαν στην αίθουσα αναχωρήσεων, GATE
- Κατά την αναχώρηση τους ο Μηνά είχε μαζί του μια μικρή βαλίτσα χρώματος μπλε με τροχούς ενώ ο κατηγορούμενος μια διαφημιστική πράσινη τσάντα χειρός ¨sprite¨. Την ίδια ημέρα σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο ΜΚ6 με τον Μηνά, ο τελευταίος του ανέφερε ότι σύμφωνα με τον κατηγορούμενο μαζί τους στην πτήση προς το Άμστερνταμ θα ταξίδευε και τρίτο πρόσωπο, πιθανώς γυναίκα, το οποίο θα έπαιρνε μαζί του τα χρήματα με τα οποία θα πλήρωνε τα ναρκωτικά. Επίσης, σύμφωνα με νέες οδηγίες που πήρε από τον κατηγορούμενο, κατά την επιστροφή τους στην Κύπρο, θα αναχωρούσαν από το αεροδρόμιο Λάρνακας με δύο ξεχωριστά ταξί, τα οποία θα τους μετέφεραν στη Λεμεσό και ο Μηνά μαζί με τη βαλίτσα με τα ναρκωτικά θα πήγαινε στην οικία της μητέρας του στη οδό Αντρέα Ονησιφόρου 21Α, όπου αργότερα θα τον επισκεπτόταν ο κατηγορούμενος και αφού θα του παρέδιδε την αμοιβή του θα έπρεπε να πάρει την βαλίτσα με τα ναρκωτικά σε κάποιο σημείο που θα του προσδιοριζόταν αργότερα, πιθανώς στη περιοχή Λεϊντις Μαϊλ. Στις 9.12.2008 το απόγευμα σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν με το Μηνά, ο τελευταίος του ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν σε δωμάτιο του ξενοδοχείου στο Άμστερνταμ μαζί με τον κατηγορούμενο, άγνωστο πρόσωπο τοποθέτησε στο δωμάτιο μια μεγάλη μαύρη βαλίτσα, η οποία πιθανόν να περιείχε ναρκωτικά. Ο ίδιος αντέδρασε λέγοντας ότι η βαλίτσα πρέπει να περιείχε περισσότερα από τα 10 κιλά για τα οποία είχαν συμφωνήσει και ο κατηγορούμενος του είπε ότι κάποιο λάθος είχε γίνει, να φύγει από το δωμάτιο και να επιστρέψει σε 2 με 3 ώρες. Ο Μηνά ανέφερε επίσης στο ΜΚ6 ότι μαζί τους στο αεροπλάνο ταξίδευε και η γνωστή στην ΥΚΑΝ Μαίρη Νεάρχου, η οποία έμενε στο ίδιο ξενοδοχείο μαζί τους και πιθανόν να ήταν το τρίτο πρόσωπο, το οποίο όπως του είχε αναφέρει προηγουμένως, θα παρέδιδε τα λεφτά για τα ναρκωτικά. Μέχρι την άφιξη του Μηνά στην Κύπρο ο Χαραλάμπους δεν είχε άλλη επικοινωνία μαζί του. Σύμφωνα με το ΜΚ6, στις 10.12.2008 οργανώθηκε επιχείρηση σε συνεργασία με την ΥΚΑΝ Αρχηγείου για παρακολούθηση των Μηνά και κατηγορούμενου με σκοπό την σύλληψη του τελικού παραλήπτη των ναρκωτικών. Περί ώρα 20:00 αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας η πτήση CY499 και στις 20:15 τόσο ο Μηνά όσο και ο κατηγορούμενος πέρασαν από διαβατηριακό έλεγχο και κατευθύνθηκαν στο χώρο παραλαβής αποσκευών. Στις 20:30 ο Μηνά παρέλαβε μια τσάντα χειρός χρώματος κόκκινου και μια πιο μεγάλη ταξιδιωτική τσάντα χρώματος μαύρου. Καμία από τις δύο τσάντες που παρέλαβε δεν έμοιαζε με την τσάντα που είχε πάρει μαζί του κατά την αναχώρηση του. Ο Α/Αστ. 360 μαζί με τον ΜΚ4 αναχώρησαν από το αεροδρόμιο Λάρνακας και καθοδόν προς την Λεμεσό είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Μηνά, ο οποίος του ανέφερε ότι όλα ήταν εντάξει, είχε παραλάβει μόνος του ταξί κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου και θα μετέβαινε στην οικία της μητέρας του αναμένοντας νέες οδηγίες. Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό τη μαρτυρία του Αστ. 1965 Κωνσταντίνου Χ΄Σωτηρίου (ΜΚ4), ο οποίος αναφέρθηκε στη συνάντηση που είχαν ο ίδιος και ο ΜΚ6 με τον Μηνά στις 6.12.2008 καθώς και στα διαδραματισθέντα τόσο κατά την αναχώρηση όσο και κατά την άφιξη του κατηγορούμενου και του Μηνά στο αεροδρόμιο Λάρνακας, όπως περιγράφηκαν από τον ΜΚ
- Ο ΜΚ4 παρέλαβε από τον Μηνά στο αποχωρητήριο του αεροδρομίου Λάρνακας τις δύο ετικέτες, τις οποίες αναγνώρισε ως Τεκμήρια 27 και 28, που υπήρχαν πάνω στις βαλίτσες, τις οποίες αναγνώρισε ως Τεκμήρια 25 και 26 (κόκκινη και μαύρη αντίστοιχα). Τις ετικέτες τις παρέδωσε την ίδια ημέρα και ώρα 22.50 στη Λεμεσό στον Αστ. 2544, Μιχάλη Τζιάζα, ΜΚ
- Μετά την έξοδο του Μηνά από το αποχωρητήριο, ο ΜΚ4, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε, κατευθύνθηκε στο χώρο παραλαβής των ταξί εκτός του αεροδρομίου, όπου ερχόμενος ο Μηνά προς το μέρος του τον υπέδειξε στον Αστ. 2603 Γιώργο Απέητο, ΜΚ8, ο οποίος βρισκόταν στον χώρο των ταξί και ακολούθως αναχώρησε. Όπως ανέφερε δε ο Αστ. 3437 Αριστοτέλης Αριστοτέλους ΜΚ5, στις 10.12.2008 στο αεροδρόμιο Λάρνακας είχε θέσει υπό διακριτική παρακολούθηση τον κατηγορούμενο. Η ώρα 20.55 της ίδιας μέρας ο ΜΚ5 είδε τον κατηγορούμενο να εξέρχεται από την αίθουσα αφίξεων του αεροδρομίου Λάρνακας και να εισέρχεται στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KRC 017 κρατώντας μία μικρή πράσινη τσάντα χειρός, αναφέροντας σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση ότι ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το ταξί που τον μετέφερε στη Λεμεσό στη δυτική πλευρά του Τσιρείου σταδίου και έφυγε με τα πόδια. Σύμφωνα πάντα με το ΜΚ6, φθάνοντας ο ίδιος στη Λεμεσό, μετέβη στην οδό Α. Ονησιφόρου 21Α, όπου προσήλθε και ο Μηνά περί τις 21:45 με ταξί και κατέβασε δύο βαλίτσες, μια ρούχινη ταξιδιωτική τσάντα χρώματος κόκκινου μάρκας American tourister, κλειδωμένη με κλειδαριά ασφαλείας χρώματος γκρίζου και πράσινου μάρκας samsonite και μια ταξιδιωτική τσάντα χρώματος μαύρου μάρκας snowball, κλειδωμένη με κλειδαριά ασφαλείας χρώματος γκρίζου και πορτοκαλί μάρκας samsonite. Εκεί ο Μηνά του ανέφερε ότι όταν στις 9.12.2008 του είχαν πάρει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου την μεγάλη μαύρη βαλίτσα και αντέδρασε, όταν επέστρεψε στο δωμάτιο βρήκε αυτές τις δύο βαλίτσες, που όπως του είπε ο κατηγορούμενος περιείχαν 15 κιλά κάνναβης. Ο Μηνά του ανέφερε, επίσης, ότι λίγο πριν την άφιξη του στην οικία ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και του έδωσε οδηγίες όταν κατεβεί από το ταξί να μην βάλει τις βαλίτσες στο σπίτι αλλά να τις αφήσει στην αυλή της οικίας και θα επικοινωνήσει ξανά μαζί του για να διευθετήσουν την παραλαβή τους. Από την άφιξη του Μηνά στην οικία ο ΜΚ6 είχε συνέχεια υπό την επιτήρηση του και τις δύο βαλίτσες. Ακολούθως και ενώ ο Α/Αστ. 360 βρισκόταν μαζί με τον Μηνά στην αυλή της οικίας, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε ξανά στο Μηνά και του είπε ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητο του για να μεταφέρουν τις βαλίτσες, λόγω μηχανικού προβλήματος και του ζήτησε να πάνε μαζί να πάρουν το αυτοκίνητο του Μηνά, το οποίο ήταν σταθμευμένο στην οικία του Μηνά στη λεωφόρο Ομονοίας. Παρεμβάλλουμε εδώ τη μαρτυρία του Αστ. 2460, Γιώργου Πουγιούκκα, ΜΚ7, ο οποίος ως μηχανικός αυτοκινήτων που υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού στο Τμήμα Μεταφορών στις 12.12.2008 έκανε μηχανικό έλεγχο του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΥΚ270 ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου στην παρουσία του και του ΜΚ3 και διαπίστωσε μηχανική βλάβη. Ειδικότερα διαπίστωσε ότι η αριστερή και μπροστινή βάση της μηχανής ήταν σπασμένες και η μηχανή πήρε κλίση αριστερά και κάτω, με αποτέλεσμα η μηχανή να έρχεται σε κόντρα με τον άξονα του κιβωτίου ταχυτήτων και να δυσκολεύει την κίνηση του οχήματος, πράγμα που καθιστούσε δύσκολη και επικίνδυνη την κυκλοφορία του. Επίσης σε έλεγχο που έκανε στα έγγραφα του αυτοκινήτου διαπίστωσε ότι η επιθεώρηση Τεχνικού Ελέγχου (ΜΟΤ) του πιο πάνω οχήματος ήταν ληγμένη από τις 21.3.
- Το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 32 και το πιστοποιητικό επιθεώρησης ως Τεκμήριο
- Όπως διευκρίνισε ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση το όχημα μπορούσε να κινηθεί όμως ήταν επικίνδυνο, μπορούσε να ακινητοποιηθεί ανά πάσα στιγμή και έκανε θόρυβο. Όπως ανέφερε ο ΜΚ6, περί ώρα 22:15 πήγε στο μέρος ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο ΕΥΚ 270 και παρέλαβε τον Μηνά χωρίς να παραλάβει τις βαλίτσες και αναχώρησαν μαζί. Στο σημείο που βρισκόταν ο Α/Αστ. 360 ήρθαν ο Αστ. 2603 και ο Αστ.
- Ακολούθως και περί ώρα 22:30 κατέφθασε στο μέρος ο κατηγορούμενος μαζί με τον Μηνά με το αυτοκίνητο ΗΑΑ594, το οποίο οδηγούσε ο Μηνά και αφού κατέβηκαν και οι δύο από το αυτοκίνητο εισήλθαν εντός της αυλής της οικίας και παρέλαβαν από μια βαλίτσα. Ο Μηνά τη μαύρη και ο κατηγορούμενος την κόκκινη. Τις εν λόγω βαλίτσες ο ΜΚ6 αναγνώρισε ως τα Τεκμήρια 26 και 25 αντίστοιχα. Αμέσως μετά και ενώ ο κατηγορούμενος με τον Μηνά προσπαθούσαν να τοποθετήσουν τις δύο βαλίτσες εντός του οχήματος στις πισινές μαξιλάρες ο Α/Αστ. 360 μαζί με τον Αστ. 2603 και τον Αστ. 3021 τους ανέκοψαν για έλεγχο. Αναφέροντας τους τις υποψίες του ότι οι βαλίτσες πιθανόν να περιείχαν κάνναβη και έπρεπε να ελεγχθούν, ο ΜΚ6 τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο χωρίς να δώσουν οποιαδήποτε απάντηση. Λόγω του ότι το σημείο που είχε γίνει η ανακοπή δεν προσφερόταν για έλεγχο των πιο πάνω βαλιτσών επειδή ήταν σκοτάδι και οι βαλίτσες ήταν κλειδωμένες με κλειδαριές ασφαλείας, ζήτησε από τον κατηγορούμενο και τον Μηνά να τον ακολουθήσουν στα γραφεία της ΥΚΑΝ για έλεγχο των δύο βαλιτσών. Παρεμβάλλουμε εδώ την μαρτυρία του Αστ. 2603 Γ. Απέητου (ΜΚ8) της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, ο οποίος σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής εκτελούσε χρέη οδηγού ταξί. Στην γραπτή του κατάθεση, που την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΚ8 ανέφερε ότι στις 10.12.2008 μετέβη στο αεροδρόμιο Λάρνακας, μαζί με άλλους συναδέλφους του της ΥΚΑΝ, με οδηγίες να παραλάβει τον Μηνά από την έξοδο του από το αεροδρόμιο Λάρνακας και να τον μεταφέρει στη Λεμεσό. Η ώρα 20.45 της ίδιας μέρας ο Μηνά εξήλθε του αεροδρομίου και αφού υποδείχθηκε στον ΜΚ8 από τον ΜΚ4, επιβιβάστηκε στο υπηρεσιακό όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ8, έχοντας προηγουμένως τοποθετήσει στο χώρο αποσκευών του οχήματος δύο βαλίτσες, τις οποίες ο ΜΚ8 αναγνώρισε ως τα Τεκμήρια 25 και
- Μέσω του αυτοκινητόδρομου Λάρνακας - Λεμεσού μετέβησαν στην οδό Α. Ονησιφόρου αρ. 21Α, την οποία του υπέδειξε ο Μηνά. Έφθασαν στην εν λόγω οικία περί ώρα 21.45 και αφού αποβιβάστηκε ο Μηνά και κατέβασε τις βαλίτσες από το χώρο αποσκευών του οχήματος, ο ΜΚ8 τον είδε να εισέρχεται εντός της αυλής του σπιτιού του και στάθμευσε το όχημα 50 περίπου μέτρα μακριά από την οικία. Πεζός επέστρεψε στο χώρο απέναντι από την εν λόγω οικία, την οποία έθεσε υπό τη διακριτική του παρακολούθηση μαζί με τον Αστ. 3021 Α. Κωνσταντίνου. Περί ώρα 22.15 έφθασε στο μέρος το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΥΚ 270, που οδηγείτο από άγνωστο πρόσωπο, το οποίο ο ΜΚ8 αναγνώρισε στο Δικαστήριο ως τον κατηγορούμενο, στο οποίο εισήλθε ο Μηνά ως συνοδηγός χωρίς να κρατά καμία από τις δύο βαλίτσες και έφυγαν. Περί ώρα 22.30 έφθασε στο μέρος το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΑΑ 594 με οδηγό τον Μηνά και συνοδηγό το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε προηγουμένως το ΕΥΚ
- Κατέβηκαν και τα δύο πρόσωπα από το όχημα και κατευθύνθηκαν εντός της αυλής της οικίας, όπου ο Μηνά παρέλαβε τη μεγάλη μαύρη τσάντα και το δεύτερο πρόσωπο την κόκκινη τσάντα και ακολούθως κατευθύνθηκαν και οι δύο προς το όχημα ΗΑΑ
- Ενώ προσπαθούσαν να βάλουν τις τσάντες στο κάθισμα πίσω από τον συνοδηγό, ο ΜΚ8 μαζί με τον Αστ. 3021 και τον Α/Αστ. 360 τους ανέκοψαν για έλεγχο. Περιγράφοντας κατά την κυρίως εξέταση του το υπηρεσιακό όχημα, ο ΜΚ8 ανέφερε ότι είναι όχημα της Υπηρεσίας που φέρει διακριτικά ταξί στην οροφή και αριθμούς εγγραφής που ξεκινούν από Τ, εξωτερικά χρώματος μαύρου και ίδιας κατασκευής με τα οχήματα που κυκλοφορούν ως ταξί. Όπως ανέφερε ο ΜΚ6 στη συνέχεια, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Αστ. 2690 φωτογράφησε τις βαλίτσες. Έχει αποτελέσει παραδεκτό γεγονός ότι Αστ. 2690, Α. Παντελή, ειδικός φωτογράφος, στις 10.12.2008 μεταξύ των ωρών 22.45 και 22.50 στο χώρο στάθμευσης του κεντρικού Αστυνομικού σταθμού Λεμεσού, στην παρουσία του Μηνά και του κατηγορούμενου, έλαβε αριθμό φωτογραφιών του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΑΑ 594, και μεταξύ των ωρών 22.55 και 23.15 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, στην παρουσία του κατηγορούμενου, φωτογράφησε τις δύο ταξιδιωτικές τσάντες με το περιεχόμενο τους. Το φιλμ των εν λόγω φωτογραφιών εμφανίστηκε στο Αρχηγείο Αστυνομίας στην παρουσία του Αστ. 2690 από τα αναλλοίωτα αρνητικά που αυτός είχε στην κατοχή του και εκτυπώθηκαν 23 φωτογραφίες σε μεγέθυνση, τις οποίες έδεσε σε σχήμα βιβλιαρίου. Οι εν λόγω φωτογραφίες με το ευρετήριο κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Ακολούθως, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ6, η ώρα 23:00 ο Αστ. 2544, Μ. Τζιάζας ΜΚ2, άνοιξε τις βαλίτσες στην παρουσία του Α/Αστ. 360, του κατηγορούμενου και του Μηνά και μέσα σ' αυτές βρέθηκαν τα ναρκωτικά στη μορφή και με βάρος όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, ως μέρος των παραδεκτών γεγονότων. Αμέσως ο ΜΚ2 παρέλαβε το περιεχόμενο των δύο βαλιτσών ως Τεκμήρια και ο ΜΚ6 υπέδειξε το περιεχόμενο της κάθε βαλίτσας χωριστά στον Μηνά και στον κατηγορούμενο, τους ανέφερε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη είναι κάνναβης της οποίας η κατοχή απαγορεύεται, τους επέστησε την προσοχή τους στο νόμο και η απάντηση του κατηγορούμενου και στις δύο περιπτώσεις ήταν «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο» ενώ του Μηνά στην μια περίπτωση «έφερα τα με τον Μιχάλη που την Ολλανδία» και στη δεύτερη δεν απάντησε. Ο Α/Αστ. 360 συνέλαβε τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τον Μηνά για αυτόφωρο αδίκημα, τους επέστησε την προσοχή τους στο Νόμο και τους πληροφόρησε για τα δικαιώματα τους, χωρίς να δώσουν οποιαδήποτε απάντηση. Ο Αστ. 2544 περιέγραψε το άνοιγμα των δύο βαλιτσών, τις οποίες παρέλαβε από το ΜΚ6 στις 10.12.2008 και ώρα 22.50, και την αφαίρεση του περιεχομένου τους, καταθέτοντας την κόκκινη και την μαύρη βαλίτσα ως Τεκμήρια 25 και 26 αντίστοιχα. Έχει αποτελέσει παραδεκτό γεγονός ότι ο ΜΚ2 αφού παραβίασε την κλειδωνιά μάρκας samsonite (Τεκμήριο 3) της τσάντας Τεκμηρίου 25 παρέλαβε από το εσωτερικό της δέμα (Τεκμήριο 4) τυλιγμένο σε διαφανή πλαστική μεμβράνη, η οποία στα διαδοχικά της φύλλα περιείχε καφέ υγρό και στο εσωτερικό της οποίας υπήρχαν δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 1000 γραμμαρίων, δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 998,3 γραμμαρίων, δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 997,8 γραμμαρίων (Τεκμήριο 5) και δέμα (Τεκμήριο 6) τυλιγμένο με διαφανή πλαστική μεμβράνη, η οποία στα διαδοχικά της φύλλα περιείχε καφέ υγρό και στο εσωτερικό της οποίας υπήρχαν δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 1002,9 γραμμαρίων, δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 997,5 γραμμαρίων και δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 998,1 γραμμαρίων (Τεκμήριο 7). Επίσης, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο ΜΚ2 αφού παραβίασε την κλειδωνιά μάρκας samsonite (Τεκμήριο 8) της δεύτερης ταξιδιωτικής τσάντας Τεκμηρίου 26, παρέλαβε από το εσωτερικό της δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς (Τεκμήριο 9) όπου στο εσωτερικό τους υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 997,5 γραμμαρίων, δύο πλαστικά διαφανή σακούλια (Τεκμήριο 10) κλεισμένα αεροστεγώς όπου στο εσωτερικό τους υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 999,6 γραμμαρίων, δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς (Τεκμήριο 11) όπου στο εσωτερικό τους υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 999,3 γραμμαρίων, ενόσω η ουσία που περιείχετο στα Τεκμήρια 9, 10 και 11 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12, δέμα (Τεκμήριο 13) τυλιγμένο με διαφανή πλαστική μεμβράνη, η οποία στα διαδοχικά της φύλλα περιείχε καφέ υγρό και στο εσωτερικό της οποίας υπήρχαν δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλειστά αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 999,5 γραμμαρίων, δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 999,7 γραμμαρίων, δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 1000,2 γραμμαρίων (το σύνολο της ουσίας που περιείχετο στο Τεκμήριο 13 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14), δέμα (Τεκμήριο 15) τυλιγμένο με διαφανή πλαστική μεμβράνη (Τεκμήριο 17), η οποία στα διαδοχικά της φύλλα περιείχε καφέ υγρό και στο εσωτερικό της οποίας υπήρχαν δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 998,1 γραμμαρίων, δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή ύλη βάρους 998,4 γραμμαρίων και δύο πλαστικά διαφανή σακούλια κλεισμένα αεροστεγώς στα οποία υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 998,9 γραμμαρίων (το σύνολο της ουσίας που περιείχετο στο Τεκμήριο 15 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16). Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που αναφέρθηκε πιο πάνω είναι κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, συνολικού βάρους 14.985,80 γραμμαρίων. Ως προς τη συσκευασία και σφράγιση των Τεκμηρίων 3 - 17 και 25 - 26 καθώς των ετικετών, τις οποίες ο ΜΚ2 κατέθεσε ως Τεκμήρια 27 και 28 έχοντας παραλάβει αυτές από τον ΜΚ4 στις 10.12.2008 και ώρα 22.50, αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι ο ΜΚ2 έχοντας θέσει στις συσκευασίες διακριτικά που αποτελούν τα αρχικά του ονόματος του και αριθμήσεις, συσκεύασε και σφράγισε σε καφέ φακέλους τα Τεκμήρια 3 - 17 και 25 - 26 και σε διαφανή νάιλον σακούλια τα Τεκμήρια 27 και 28 στις 10.12.2008, υπογράφοντας ο ίδιος όλες τις σφραγίσεις. Είναι ακόμη παραδεκτό γεγονός ότι τα Τεκμήρια 3 - 17 και 25 - 28 από τη στιγμή της συσκευασίας τους από την Αστυνομία, διακινήθηκαν νομότυπα και καμία επέμβαση ή αλλοίωση δεν έγινε σ' αυτά μέχρι την παρουσίαση τους στο Δικαστήριο. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του ΜΚ2 η σφράγιση των Τεκμηρίων έγινε στις 10.12.2008 μεταξύ των ωρών 23.30 και 00.10 της επόμενης ημέρας, στην παρουσία του κατηγορούμενου και του Μηνά, οι οποίοι έθεσαν τις υπογραφές τους επί της κολλητικής ταινίας που βρισκόταν στη συσκευασία κάθε Τεκμηρίου. Αποτέλεσε μέρος των παραδεκτών γεγονότων ότι στις 11.12.2008 ο ΜΚ2 έλαβε παρειακά επιχρίσματα από τον Μηνά για σκοπούς DNA (Τεκμήριο 18) καθώς και από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 19) μετά από γραπτή συγκατάθεση του. Όπως ανέφερε σχετικά ο ΜΚ2 στη μαρτυρία του, μετά την παραλαβή των παρειακών επιχρισμάτων από τον κατηγορούμενο, τα τοποθέτησε σε καφέ φάκελο, τον οποίο σφράγισε με κολλητική ταινία επί της οποίας υπέγραψαν τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος, αναγνωρίζοντας το εκ συμφώνου προηγουμένως κατατεθέν Τεκμήριο
- Σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι ο ΜΚ2 στις 11.12.2008 παρέδωσε το Τεκμήριο 19 στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής στην Μαριλένα Χ' Βασιλείου, η οποία το παρέδωσε την ίδια ημέρα στην κατάσταση που το παρέλαβε στον Δρα Μ. Καριόλου. Ο ΜΚ2 είχε αναφέρει στη μαρτυρία του ότι παρέλαβε πίσω το Τεκμήριο 19 στις 12.12.2008 από τον Δρα Μ. Καριόλου. Περαιτέρω είναι παραδεκτό γεγονός ότι στις 12.12.2008 λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα της Μαίρης Νεάρχου για σκοπούς DNA (Τεκμήριο 20). Ο Δρ. Μ. Καριόλου, Ανώτερος Μοριακός Γενετιστής και Διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, ειδικός, μεταξύ άλλων, στην απομόνωση γενετικού υλικού από βιολογικές ουσίες που τυχόν υπάρχουν πάνω σε διάφορα αντικείμενα προέβη σε επιστημονικές εξετάσεις, αναλύσεις και συγκρίσεις σε επίπεδο DNA των Τεκμηρίων 3 - 20 και 25 - 28 και τα αποτελέσματα των εξετάσεων του περιλαμβάνονται στην έκθεση του ημερομηνίας 1.9.2009, που είναι παραδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Από το περιεχόμενο της έκθεσης προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι από τα χερούλια της κόκκινης βαλίτσας (Τεκμήριο 25) απομονώθηκε μικτό γενετικό υλικό που εκτιμάται ότι είναι πολύ πιο πιθανό να είναι μικτό γενετικό υλικό από το Μηνά, τον κατηγορούμενο και ένα άγνωστο πρόσωπο παρά από τρία άγνωστα πρόσωπα. Από τα δε χερούλια του φερμουάρ της κύριας θήκης του ίδιου Τεκμηρίου απομονώθηκε μικρή ποσότητα μικτού γενετικού υλικού που ταυτίζεται με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Τα Τεκμήρια 27 - 28 και 3 - 14 εξετάστηκαν από τον Αστ. 3116 Μ. Φυλακτού, δακτυλοσκόπο, ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση ημερομηνίας 23.2.2009, που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 21 το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Από την έκθεση δεν προκύπτει ύπαρξη αποτυπωμάτων του κατηγορούμενου στα εξετασθέντα αντικείμενα. Αποτέλεσαν ακόμη παραδεκτά γεγονότα ότι στις 10.12.2008 και ώρα 23.30 ο ΜΚ3 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του σύμφωνα με το Νόμο 163(Ι)/05 (Τεκμήριο 23), στις 11.12.2008 και ώρα 02.30 ο ΜΚ3 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «εντάξει» και την ίδια μέρα μεταξύ των ωρών 02.50 - 04.30 ο ΜΚ3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 24). Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ανέφερε πως γνωρίζει τον Φετόρεγγο Μηνά από την παιδική του ηλικία και οι σχέσεις τους είναι τόσο φιλικές όσο και επαγγελματικές. Πριν την σύλληψη του από την αστυνομία βρισκόταν μαζί με τον Μηνά σε ταξίδι στην Ολλανδία, στο Άμστερνταμ, από την Κυριακή. Στο αεροδρόμιο χώρισαν, ο ίδιος πήρε ταξί και επέστρεψε στη Λεμεσό και όταν τακτοποίησε τα πράγματα του τηλεφωνήθηκαν με τον Μηνά (τον οποίο αποκαλεί Λέλλο ή Φετόρεγγο στην κατάθεση του) για να πάνε να πιουν καφέ στο καφενείο στην Ομόνοια. Ο Μηνά του ζήτησε να τον πιάσει από την οικία της μητέρας του γιατί δεν είχε το αυτοκίνητο του. Πήγε τον πήρε από το σπίτι της μητέρας του, πήγαν στο σπίτι του Μηνά, άφησε ο ίδιος το αυτοκίνητο του εκεί και έφυγαν μαζί με το αυτοκίνητο του Μηνά. Ενώ πήγαιναν, ο Μηνά του είπε να περάσουν από το σπίτι της μητέρας του για να πάρει κάτι ρούχα. Όταν κατέβηκαν στο σπίτι της μητέρας του ο Μηνά πήρε δύο βαλίτσες και τις έβαλε μέσα στο αυτοκίνητο. Εκείνη την ώρα τους ανέκοψε η αστυνομία για να τους κάνει έρευνα. Ακολούθως τους πήραν μαζί με τις βαλίτσες στα γραφεία της ΥΚΑΝ, άνοιξαν τις δύο βαλίτσες στην παρουσία τους και μέσα είχε ναρκωτικά. Ο λόγος που πήγε στην Ολλανδία μαζί με το φίλο του Μηνά ήταν για διασκέδαση και όταν πήγαιναν βρήκαν στο αεροδρόμιο μία φίλη τους τη Μαρία, η οποία έμενε στο ίδιο ξενοδοχείο με το δικό τους και όταν βρίσκονταν στην Ολλανδία βγήκαν 3-4 φορές μαζί έξω. Η Μαρία επέστρεψε μαζί τους στην Κύπρο. Όταν έφθασαν στο αεροδρόμιο στη Λάρνακα ο ίδιος σε κάποια φάση έχασε τον Μηνά, τον σταμάτησαν οι τελωνειακοί για να του κάνουν έρευνα και όταν τελείωσε ο Μηνά δεν ήταν έξω να τον περιμένει και έτσι πήρε μόνος του ταξί και ήλθε στη Λεμεσό. Ισχυρίστηκε πως δεν έφερε τίποτε το παράνομο μαζί με τον Μηνά από την Ολλανδία. Ο ίδιος πήρε μαζί του μία βαλίτσα πράσινη και ο Μηνά μία μαύρη. Στην Ολλανδία ο Μηνά αγόρασε και μία βαλίτσα κόκκινη και όπως του είπε επρόκειτο να βάλει μέσα δώρα που θα αγόραζε για τα παιδιά των αδελφών του. Όμως πριν φύγουν από το ξενοδοχείο στην Ολλανδία δεν είδε τι έβαλε μέσα στις βαλίτσες ο Μηνά. Σε σχετική ερώτηση ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν πήρε καμία βαλίτσα στα χέρια του από αυτές που κρατούσε ο Μηνά στο σπίτι της μητέρας του και το μόνο πράγμα που έκανε ήταν να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου για να βάλει τις βαλίτσες μέσα ο Μηνά. Ταξίδεψαν στην Ολλανδία με την Cyprus Airways και ο κατηγορούμενος πήρε τα εισιτήρια από τα γραφεία της Cyprus Airways το Σάββατο πριν το ταξίδι, πληρώνοντας €1006 από τα οποία τα €510 του τα έδωσε ο Μηνά. Το ξενοδοχείο στο οποίο διέμεναν στην Ολλανδία το βρήκαν όταν πήγαν εκεί και το διάλεξαν τυχαία. Πλήρωσαν από €150 ο καθένας για να μείνουν 3 νύχτες. Στο ίδιο ξενοδοχείο έμεινε και η Μαρία αφού της είχε τηλεφωνήσει ο ίδιος. Όπως είπε ο κατηγορούμενος σε σχετική ερώτηση στην ανακριτική του κατάθεση, δεν γνώριζε ότι οι δύο βαλίτσες που τοποθετήθηκαν μέσα στο αυτοκίνητο του Μηνά είχαν μέσα κάνναβη. Η μαύρη βαλίτσα είναι αυτή που πήρε μαζί του ο Μηνά στην Ολλανδία και η κόκκινη είναι αυτή που αγόρασε από την Ολλανδία. Δεν γνωρίζει επίσης κατά πόσο ο Μηνά ή η Μαρία έχουν καμία σχέση με τα ναρκωτικά. Ο ίδιος έκανε χρήση κάνναβης παλιά αλλά τώρα έχει σταματήσει. Αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τα ναρκωτικά και την όλη υπόθεση όπως του τέθηκε από τον ανακριτή. Ο κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι η Μαρία είναι η Μαίρη Νεάρχου, σύζυγος του Διαμαντή, με την οποία ξαναταξίδεψαν στην Ολλανδία ακόμη μία φορά οικογενειακώς και στο τέλος δήλωσε ότι είναι αθώος. Μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 και την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Στην γραπτή ανώμοτη του δήλωση, την οποία ανέγνωσε στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος ανέφερε επί λέξει τα εξής: «Έντιμη κυρία Πρόεδρε, Έντιμοι κύριοι Δικαστές Βρίσκομαι σήμερα ενώπιον σας Κατηγορούμενος για μια υπόθεση για την οποία δεν έχω καμιά σχέση και δηλώνω αθώος. Τον ΜΚ1 Μηνά Φυτερέγγο τον γνωρίζω από τα παιδικά μου χρόνια, οι σχέσεις μας ήταν φιλικές και επαγγελματικές. Με τον άνθρωπο αυτό βρισκόμασταν κάθε μέρα και στη δουλειά αλλά και τα απογεύματα στο καφενείο που συχνάζαμε στη Λεωφόρο Ομονοίας. Τις περισσότερες φορές μάλιστα ερχόταν αυτός και με έπαιρνε με το αυτοκίνητο του. Στις 7.12.2008 πράγματι πήγα μαζί με τον Μηνά στην Ολλανδία. Την ιδέα για το ταξίδι την είχε ο Μηνά και το είχαμε συμφωνήσει ότι θα πάμε πολύ καιρό πριν όταν εγώ του είχα αναφέρει ότι είχα ξαναπάει και πέρασα πολύ ωραία. Την ημερομηνία για το πότε θα πάμε την κανόνισε πάλι ο Μηνά. Εγώ έκοψα πράγματι τα εισιτήρια και ο Μηνά μου έδωσε €510 για το εισιτήριο του. Δε γνωρίζω οτιδήποτε για τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στις βαλίτσες. Αυτό το οποίο γνωρίζω είναι ότι ο Μηνά μου ανέφερε ότι θα πήγαινε μόνος του στη Λεμεσό και εγώ πήρα ταξί και πήγα μόνος μου. Μάλιστα εμένα στο αεροδρόμιο κατά την έξοδο μου με σταμάτησαν για έλεγχο και δεν είδα τον Μηνά να φεύγει από το αεροδρόμιο. Δεν μίλησα καθ΄ όλου με τον Μηνά καθ΄ οδόν προς τη Λεμεσό. Τηλεφωνηθήκαμε μόνο όταν μου ζήτησε να πάω να τον πάρω από το σπίτι της μητέρας του γιατί δεν είχε αυτοκίνητο. Μάλιστα θυμάμαι ότι μου τηλεφώνησε ο Μηνά και μου ζήτησε να πάω να τον πάρω. Αυτό έγινε όταν είχα φτάσει στη Λεμεσό και ήμουν στο σπίτι μου. Μάλιστα πριν μου τηλεφωνήσει ο Μηνά μου τηλεφώνησε η σύζυγός του η οποία ανησυχούσε γιατί δεν είχε επικοινωνήσει μαζί της. Το τηλέφωνο μου αμέσως μετά που συνελήφθηκα έξω από την κατοικία της μητέρας του Μηνά το πήρε η αστυνομία η οποία μπορούσε να ελέγξει όλες τις εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις μου για να διαπιστώσει ότι τα γεγονότα είναι όπως τα ανέφερα εγώ και όχι όπως τα ανέφερε ο Μηνά. Ο Μηνά μου ζήτησε να πάω να τον πάρω από το σπίτι της μητέρας του γιατί δεν είχε αυτοκίνητο και να τον πάω να πάρει το δικό του. Όταν πήγα και τον πήρα με το αυτοκίνητο μου καμιά βαλίτσα δεν είδα, ούτε μου ανέφερε οτιδήποτε για βαλίτσες. Όταν πήγαμε σπίτι του και πήρε το αυτοκίνητο του μου ζήτησε πριν να πάμε στο καφενείο να περάσουμε από το σπίτι της μητέρας του για να πάρει τα ρούχα του. Εκεί στο σπίτι της μητέρας του κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και ο Μηνά πήγε και έφερε τις βαλίτσες, εγώ άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου για να τις βάλει μέσα. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η αστυνομία, μου φόρεσαν χειροπέδες, μου πήραν το τηλέφωνο και με έβαλαν να καθήσω στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του Μηνά που βρίσκονταν και οι βαλίτσες τις οποίες ή κάποια από αυτές άγγιζα με τα χέρια μου τα οποία ήταν με χειροπέδες προς τα πίσω. Δεν μπορώ να ξέρω όμως που και σε ποια βαλίτσα είχα επαφή είτε με τα χέρια μου είτε με το κορμί μου. Δεν μετέφερα καμία από τις δύο βαλίτσες εάν εγίνετο αυτό θα είχαν βρεθεί και τα δακτυλικά μου αποτυπώματα αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αστυνομίας και του Μηνά ήμουν το τελευταίο πρόσωπο που μετέφερε την κόκκινη βαλίτσα. Εάν είχα στην κατοχή μου τις βαλίτσες και είχα συσκευάσει τα ναρκωτικά ή είχα οποιαδήποτε εμπλοκή με αυτά ή τις βαλίτσες θα βρίσκονταν σ' αυτές τόσο DNA μου όσο και δακτυλικά αποτυπώματα μου. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει βρεθεί. DNA μου βρέθηκε μόνο στο φερμουάρ της κόκκινης βαλίτσας και δεν είμαι σίγουρος ότι είναι επειδή άγγιξα κάποια βαλίτσα όταν ήμουν εντός του αυτοκινήτου του Μηνά κατά την μεταφορά μου στην Κεντρική Αστυνομία. Αν συσκεύαζα τα ναρκωτικά ή εάν είχα την εμπλοκή που ο Μηνά ψευδώς μου καταλογίζει, είναι βέβαιο ότι τόσο τα δακτυλικά μου αποτυπώματα όσο και το DNA μου θα ευρίσκοντο και στις δύο βαλίτσες. Αυτά τα οποία ο Μηνά ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο είναι ψέματα και πιστεύω ότι το έκανε για να με εμπλέξει σε μια υπόθεση που έφτιαξε ο ίδιος για να αποκομίσει ίδιον όφελος από την Αστυνομία αναφορικά με φυλακιστήρια που εκκρεμούσαν εναντίον του αλλά και άλλες υποθέσεις ποινικής φύσεως. Και πιστεύω ότι το έκανε αυτό γιατί ίσως είμαι ο τελευταίος άνθρωπος από τον οποίο θα κινδύνευε εάν του έκανε κάποιο κακό, όπως μου έκανε. Επαναλαμβάνω ότι είμαι αθώος και δεν έχω καμία σχέση με τις κατηγορίες για τις οποίες βρίσκομαι σήμερα ενώπιον σας.» Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Παρόλο που στις επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα γίνει αναφορά όπου χρειάζεται πιο κάτω, συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι ο κ. Κανναουρίδης εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Μηνά στα ουσιώδη σημεία της έμεινε αναντίλεκτη και η παράλειψη αντεξέτασης στα σημεία αυτά ισοδυναμεί με αποδοχή της μαρτυρίας του ενώ οι αντιφάσεις του Μηνά δεν είναι τέτοιας μορφής που να πλήττουν την αξιοπιστία του. Η προβληθείσα υπεράσπιση περί χαλκεύσεως καταρρίπτεται και από την υπάρχουσα μαρτυρία για ελεγχόμενη παράδοση των ναρκωτικών, που θα πρέπει να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο κατ' εξαίρεση του κανόνα που δεν επιτρέπει την προσαγωγή μαρτυρίας για προηγούμενες συνεπείς δηλώσεις μάρτυρα. Το Δικαστήριο κρίνοντας πλήρως αξιόπιστο τον Μηνά μπορεί να καταδικάσει τον κατηγορούμενο με βάση την μαρτυρία του, αλλά και να βασισθεί στην ενισχυτική μαρτυρία που σχετίζεται με την ανεύρεση του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στην κόκκινη βαλίτσα και με τα ψεύδη του κατηγορούμενου, εφόσον η ανώμοτη δήλωση του συνεκτιμώμενη με την προσαχθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν αφήνει αμφιβολία περί της ενοχής του κατηγορούμενου. Αντίθετα ο κ. Λυσάνδρου, υποδεικνύοντας τις αντιφάσεις τόσο στην ίδια την μαρτυρία του Μηνά όσο και συνεκτιμώμενη με την μαρτυρία των αστυνομικών, εισηγήθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέσεισε το βάρος της να αποδείξει κάθε στοιχείο των επίδικων κατηγοριών και η αμφιβολία που προβάλλεται από τις ασάφειες και την αναξιοπιστία της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας θα πρέπει να ενεργήσει υπέρ του κατηγορούμενου. Έχοντας διαφανεί ότι η Αστυνομία προσπάθησε να στήσει την υπόθεση εκ των υστέρων για να ενισχύσει την μαρτυρία του Μηνά, ο οποίος κατηγόρησε ψευδώς τον κατηγορούμενο για να λάβει ανταλλάγματα και εφόσον από την επιστημονική μαρτυρία και ιδιαίτερα την έλλειψη δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατηγορούμενου στις βαλίτσες και τα ναρκωτικά, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής παρουσιάζει κενά, δεδομένου και του ότι η ελεγχόμενη παράδοση δεν έγινε νομότυπα, ο κατηγορούμενος δεν χρειαζόταν να προσφέρει μαρτυρία ενόρκως για την υπεράσπιση του και θα πρέπει να απαλλαγεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία) κατά παράβαση των Άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος συνωμότησε με τον Φετόρεγγο Μηνά στη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή στην εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρξε μία συμπληρωμένη τελική συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων για τη διάπραξη του αδικήματος. Η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κατά πόσο τα εν λόγω πρόσωπα μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 42η έκδοση, παρ. 18-2 επ., η συνωμοσία εκτός της ύπαρξης συμφωνίας περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ΄ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ΄ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό. Η τρίτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εδράζεται στην παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου κατά παράβαση του Άρθρου 6
(1)και
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το οποίο η κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου συνιστά αδίκημα. Η κατοχή τέτοιου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλο ή άλλα πρόσωπα επίσης συνιστά αδίκημα σύμφωνα με τα άρθρα 5
(1)(β) και 6
(1)και
(3)του ιδίου νόμου (4η κατηγορία). Το αδίκημα της κατοχής έχει δύο συστατικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η κατοχή με την έννοια της φυσικής κατοχής και το δεύτερο είναι η γνώση του περιεχομένου του παράνομου αντικειμένου. Το θέμα αναλύθηκε στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289. Περαιτέρω στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 201 αναφέρθηκε ότι η κατοχή εν τη εννοία του νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Άμεση μαρτυρία για την ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης του mens rea, σπάνια υπάρχει και κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 21, Queiss v. Republic
(1987)2 CLR 49, Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 492). Όπως προκύπτει από το άρθρο 2
(3)του πιο πάνω νόμου του 1977 και όπως η νομολογία αναγνωρίζει, πρόσωπο θεωρείται ότι έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο του έστω και αν αυτά βρίσκονται στη φύλαξη άλλου προσώπου (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 388, Victor Abe v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 49/2006 ημερ. 24.3.2008). Περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι το βρισκόμενο ενώπιον του Δικαστηρίου ελεγχόμενο φάρμακο είναι της απαγορευμένης μορφής. Μια τέτοια υποχρέωση αν δεν ικανοποιηθεί τότε δεν αποδεικνύεται το αδίκημα. Σχετική είναι η υπόθεση R. ν. Hunt
(1987)AC 352. Στην προκείμενη περίπτωση έγινε αποδεκτό γεγονός ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που περιείχετο στις δύο βαλίτσες είναι κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη συνολικού βάρους 14.985,80 γραμμαρίων. Το Άρθρο 30 Α του Νόμου έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης της κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με τη νομοθετική αυτή διάταξη εφόσον καταδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του νόμου καθοριζόμενη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση κατοχής κάνναβης η ποσότητα η οποία δημιουργεί το εν λόγω τεκμήριο είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια. Θα πρέπει να σημειωθεί πως στη παρούσα περίπτωση, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τη Κατηγορούσα Αρχή ως προς το θέμα του σκοπού της προμήθειας σε τρίτα πρόσωπα, η οποία θα πρέπει να αξιολογηθεί, η ποσότητα της ανευρεθείσας κάνναβης υπερβαίνει κατά πολύ το όριο της ποσότητας που προνοείται στο νόμο σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος επίσης αντιμετωπίζει κατηγορία εισαγωγής της πιο πάνω ποσότητας κάνναβης κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(α) του ίδιου νόμου (2η κατηγορία). Όπως είναι εύκολα αντιληπτό για τη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας αυτής θα πρέπει να αποδειχθεί η μεταφορά της απαγορευμένης ουσίας από το εξωτερικό στη Κύπρο. Η αξιολόγηση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτή το Δικαστήριο αφού μορφώσει άποψη για την ποιότητα της και την αξιοπιστία των μαρτύρων θα διαμορφώσει τη θέση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματα του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Το Εφετείο στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 επανέλαβε τις παραμέτρους μέσα στις οποίες πρέπει να κινηθεί το Δικαστήριο ασκώντας τη λειτουργία του στο στάδιο αυτό. Η αξιολόγηση, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας και επίσης με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παράλληλα η δυνατότητα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη άλλου, είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1 θεμελιωμένη με τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστή ως κριτή γεγονότων. Στην υπόθεση Ομήρου (πιο πάνω) γίνεται επίσης επίκληση της πιο πάνω αρχής, αλλά τονίζεται ταυτόχρονα η αναγκαιότητα αιτιολόγησης από πλευράς Δικαστηρίου μιας τέτοιας μερικής αποδοχής. Έχουμε παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχαμε επίσης την ευκαιρία να εξετάσουμε με προσοχή το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας περιλαμβανομένων και των τεκμηρίων. Περαιτέρω έχουμε μελετήσει το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου ο οποίος επέλεξε να μην προσκομίσει οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Ένας σημαντικός αριθμός γεγονότων έχουν γίνει παραδεκτά με την έγκριση του Δικαστηρίου και συνακόλουθα τα γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω και συμπεριλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1, καθώς επίσης και όσα δηλώθηκαν περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα, αποτελούν και δικά μας ευρήματα. Ως προς τη σημασία των παραδεκτών γεγονότων σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 όπου τονίστηκε ότι όταν ένα γεγονός καταστεί αποδεκτό γεγονός καθίσταται όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που, ακόμα και σε περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό, η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία των ΜΚ3, ΜΚ5 και ΜΚ7 η μαρτυρία των οποίων ήταν περιορισμένης εμβέλειας, κρίνουμε αυτούς τους μάρτυρες πλήρως αξιόπιστους. Ο ΜΚ7 έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας μηχανικός αυτοκινήτων, υπήρξε σαφής και συνεπής μάρτυρας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο ΜΚ3 μας έκανε καλή εντύπωση ως άτομο ερχόμενο στο Δικαστήριο με πρόθεση να εκθέσει με ειλικρίνεια τα γεγονότα που γνώριζε, χωρίς να διστάζει να δηλώσει την άγνοια του για γεγονότα για τα οποία δεν είχε άμεση εμπλοκή. Ουσιαστικά η μαρτυρία του περιορίστηκε στη κατάθεση των Τεκμηρίων 29, 30 και 31 τα οποία σχετίζονται με την ελεγχόμενη παράδοση των ναρκωτικών και με τα οποία θα ασχοληθούμε στη πορεία της απόφασης μας. Ανάλογη είναι η θεώρηση μας και για τον ΜΚ5 του οποίου η μαρτυρία ήταν περιορισμένης έκτασης και σημασίας και ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Οι Αστυφ. 2544 Μ. Τζιάζας (ΜΚ2), Αστυφ. 1965 Κ. Χ¨Σωτηρίου (ΜΚ4), Α/Αστυφ. 360 Α. Χαραλάμπους (ΜΚ6) και Αστυφ. 2603 Μ. Απέητος (ΜΚ8) είχαν μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη εμπλοκή στην υπόθεση και υπέστησαν πιο εκτενή αντεξέταση. Ο καθένας από αυτούς μας έχει δώσει θετική εικόνα ως προς την αξιοπιστία του και κρίνουμε ότι οι μάρτυρες αυτοί προσήλθαν στο Δικαστήριο για να παραθέσουν τα γεγονότα όπως τα έχουν διαπιστώσει. Παρά ταύτα κάποια στοιχεία της μαρτυρίας τους μας έχουν απασχολήσει με εξαίρεση το ΜΚ4 του οποίου η μαρτυρία υπήρξε απόλυτα συνεπής και γίνεται αποδεκτή. Πιο συγκεκριμένα ο ΜΚ2 περιέπεσε σε ανακρίβειες ως προς το πρόσωπο που συνέλαβε τον κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα και ως προς το ποιος αστυφύλακας ήταν παρών κατά το άνοιγμα των βαλιτσών, θέματα για τα οποία ζήτησε να συμβουλευτεί τη κατάθεση του και που στη συνέχεια συμφώνησε με το περιεχόμενο της. Παρουσιάζεται επίσης κάποια αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς τη σφράγιση των τεκμηρίων. Θεωρούμε τις εξηγήσεις που έδωσε σε συνδυασμό με τις ανάλογες υποδείξεις επί των τεκμηρίων, ειδικότερα στα σημεία των υπογραφών ως ορθές και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Σημειώνουμε ότι το σημείο αυτό είναι περιθωριακής σημασίας για την υπόθεση με δεδομένη τη θέση του κατηγορούμενου στην ανακριτική του κατάθεση ότι μετά την ανακοπή, η αστυνομία μετέφερε τον κατηγορούμενο με τις δύο βαλίτσες στα γραφεία της ΥΚΑΝ και τις άνοιξαν στην παρουσία του και του Μηνά, όπου ανευρέθησαν μέσα σ' αυτές τα ναρκωτικά. Αναφορικά με τους ΜΚ6 και ΜΚ8 διαφαίνεται διαφορετική τοποθέτηση τους ως προς το κατά πόσο ο ΜΚ1 εισήλθε εντός της οικίας της μητέρας του ή όχι κατά το χρόνο μεταξύ της άφιξης του στο σπίτι και της άφιξης του κατηγορουμένου στο χώρο. Το γεγονός αυτό είναι περιθωριακής σημασίας για την υπόθεση και συνεπώς δεν μπορούμε να διαπιστώσουμε διάθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες. Αντιθέτως η εντύπωση που αποκομίσαμε και από τους δύο μάρτυρες ήταν εξαιρετική και η μαρτυρία τους συνεπής και αξιόπιστη. Δεν μας διαφεύγει ότι ο ΜΚ8 υπήρξε εριστικός σε ορισμένα σημεία της μαρτυρίας του, χωρίς όμως αυτό να αλλοιώνει την εικόνα που μας έχει δημιουργήσει αυτός ο μάρτυρας. Το ίδιο συμβαίνει και με το θέμα που ανέφερε στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο και το οποίο δεν περιέλαβε στη κατάθεση του, ότι δηλαδή το υπηρεσιακό όχημα που οδηγούσε είχε τη μορφή ταξί και ο ίδιος παρουσιαζόταν ως οδηγός ταξί. Μας έχει πείσει η γνησιότητα της θεώρησης του αναφορικά με την τήρηση των λεπτομερειών της επιχείρησης ως απόρρητης. Υπάρχουν και κάποια άλλα σημεία διαφορετικής τοποθέτησης από πλευράς του ΜΚ1, τα οποία θα αναλύσουμε στη πορεία της απόφασης μας στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ1. Αφήσαμε τελευταίο το ΜΚ1, τον ουσιαστικότερο μάρτυρα σε αυτή την υπόθεση. Πρόκειται για το άτομο που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, συμφώνησε με τον κατηγορούμενο, να μεταφέρει από την Ολλανδία στη Κύπρο τα ναρκωτικά έναντι αμοιβής. Βέβαια, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, μετά τη συμφωνία και πριν μεταβεί στη Ολλανδία αναζήτησε τη βοήθεια της αστυνομίας, καθιστώντας έτσι τον εαυτό του συνεργάτη της αστυνομίας, από την άφιξη του στη Κύπρο και μετά. Με αυτά τα δεδομένα, παρά το ότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άποψη ότι ο ΜΚ1 δεν υπέχει θέση συναυτουργού, εν τούτοις θεωρούμε ότι από τη στιγμή που προχώρησε στην υλοποίηση του σχεδίου, σε αντίθεση με τη προτροπή της αστυνομίας για αναβολή του ταξιδιού, με δική του ευθύνη, καθώς επίσης και λόγω της σύλληψης του από την αστυνομία, έστω για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, αυτός υπέχει θέση συνεργού και ως τέτοιου θα αντικρύσουμε τη μαρτυρία του, προειδοποιώντας τον εαυτό μας για τους κινδύνους που είναι ενδεχόμενο να συνεπάγεται η αποδοχή της χωρίς ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Λοΐζου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.546 στη σελ. 560, Α. Κ. Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκη ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 171, Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας πρέπει να είναι το αποτέλεσμα προβληματισμού αναφορικά με το κατά πόσο το Δικαστήριο θα αισθανόταν ότι είναι ασφαλές να στηριχθεί στη μαρτυρία του συναυτουργού χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Η βασική αρχή έχει εύστοχα κατά την άποψη μας διατυπωθεί με τον εξής τρόπο. Δεν τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας είτε στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να προσδώσει βάρος και να στηριχθεί στη μαρτυρία συναυτουργού, είτε στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο αισθάνεται ότι είναι απόλυτα ασφαλές να στηριχθεί σε τέτοια μαρτυρία και να καταδικάσει χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση D.P.P. v Hester 57 Cr. App. R. 212 σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία που είναι ελλιπής ή ύποπτη ή αναξιόπιστη, αλλά να επαναλάβει και να υποστηρίξει εκείνο που ως μαρτυρία είναι επαρκής, ικανοποιητική και αξιόπιστη ώστε να αφαιρέσει την οποιαδήποτε αμφιβολία. Εκεί όπου το Δικαστήριο αναζητεί ενισχυτική μαρτυρία ισχύουν οι ακόλουθες αρχές όπως προκύπτει από τη νομολογία και τονίστηκε στην υπόθεση Ττοουλιάς ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258, στη σελ. 265: « ... Πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο υπόδικος, αλλά επίσης ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος. Όπως υποδεικνύεται στη πρόσφατη δικαστική απόφαση Turner v Blunden
(1986)2 All E.R. 75 δεν απαιτείται όπως η ενισχυτική μαρτυρία αποδεικνύει αφ΄ εαυτής τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ό,τι απαιτείται είναι η μαρτυρία να έχει ανεξάρτητη προέλευση από το συνένοχο (accomplice) και να τείνει να καταδείξει σε μια ή περισσότερες ουσιώδεις λεπτομέρειες ότι διαπράχθηκε το κρινόμενο έγκλημα και ότι ο εγκληματίας είναι ο κατηγορούμενος. (βλ. R v Beck
(1982)1 All E.R. 807).» Μέσα στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών θα εξετάσουμε τη μαρτυρία του ΜΚ
- Σημειώνουμε τη βασική θέση της υπεράσπισης ότι ο μάρτυρας αυτός είναι καθόλα αναξιόπιστος λόγω των αντιφάσεων στις οποίες περιέπεσε, στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του για να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Παραθέτουμε πιο κάτω τις αντιφάσεις αυτές. Ενώ στη κατάθεση του η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρεται σε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο μόλις πήγε στο σπίτι της μητέρας του και μετά σε δεύτερο τηλεφώνημα από αυτόν, κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο ενώ βρισκόταν στο ταξί καθ΄ οδόν από το αεροδρόμιο. Επίσης ενώ αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση σε ενημέρωση της αστυνομίας λίγα λεπτά μετά από κάθε ενέργεια του, κατά την αντεξέταση του δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη ενημέρωση της αστυνομίας από την άφιξη του στη Κύπρο μέχρι που έφθασε στο σπίτι της μητέρας του. Αντιθέτως, ανέφερε ότι στο αυτοκίνητο καθ΄ οδόν προς Λεμεσό μίλησε μόνο μία φορά στο τηλέφωνο και αυτό ήταν με τον κατηγορούμενο, ενώ ο ΜΚ8 μίλησε για δύο τηλεφωνικές συνομιλίες και ο ΜΚ6 ανέφερε ότι επικοινώνησε μαζί του ο Μηνά κατά την εν λόγω διαδρομή. Επίσης, σχετικός είναι ο ισχυρισμός του ΜΚ6 ότι κατά την παραμονή του ΜΚ1 στην Ολλανδία μίλησαν 2-3 φορές τηλεφωνικώς ενώ ο ΜΚ1 αφήνει να νοηθεί ότι μετά την άφιξη του στην Κύπρο συνομίλησε με την αστυνομία. Βέβαια σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν θυμάται ακριβώς πότε μίλησε με την αστυνομία. Περαιτέρω από τη κατάθεση του προκύπτει ότι συμφώνησε με τον κατηγορούμενο για τη μεταφορά των ναρκωτικών περί τις 4.12.2008 (δηλαδή μία εβδομάδα πριν τη κατάθεση του ημερ. 11.12.2008), στις 6.12.2008 έλαβε το εισιτήριο και την ίδια ημέρα συναντήθηκε με τους αστυνομικούς. Κατά την αντεξέταση του καθόρισε ως ημερομηνία συνάντησης με την αστυνομία την 4.12.2008 και ημερομηνία αναχώρησης από τη Κύπρο την 6.12.
- Παρουσιάζεται μια διαφοροποιημένη θέση σε διάφορα μέρη της κατάθεσης του ΜΚ1 ως προς το ποίος θα παρέδιδε τα ναρκωτικά στους άγνωστους παραλήπτες με τις θέσεις να αφορούν παράδοση από τον ίδιο στους παραλήπτες, παράδοση από τον ίδιο στο κατηγορούμενο και από εκείνον στους παραλήπτες και παράδοση και από τους δύο στους παραλήπτες. Η διαδικασία συσκευασίας και σφράγισης των δύο βαλιτσών από τον ΜΚ2 καθώς και ο χρόνος και τρόπος σύλληψης του κατηγορούμενου αποτέλεσαν σημεία διαφορετικής τοποθέτησης του Μηνά με τους αστυφύλακες μάρτυρες. Είναι εμφανές ότι τα σημεία που παραθέσαμε πιο πάνω αφορούν θέματα που σχετίζονται όχι με τον πυρήνα των γεγονότων που συνθέτουν τα αδικήματα, αλλά με παρεμφερή γεγονότα που είτε συνέβησαν μετά την άφιξη των ναρκωτικών στην Κύπρο, είτε αφορούν θέματα επουσιώδη για τα επίδικα γεγονότα. Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι το μεγαλύτερο μέρος των αντιφάσεων στις οποίες περιέπεσε ο ΜΚ1 ουδόλως επηρεάζουν το βάσιμο της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, καθότι δεν προσθέτουν ούτε αφαιρούν οτιδήποτε από αυτή, ούτε αποκαλύπτουν από μόνες τους διάθεση παραπλάνησης δεδομένου και του επουσιώδους του χαρακτήρα τους. Η διαφορά στον καθορισμό των ημερομηνιών που ο Μηνά συναντήθηκε με τους αστυνομικούς και της ημερομηνίας αναχώρησης του από τη Κύπρο επίσης δεν μπορεί να του αποδώσει διάθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου, ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι η αρχική του τοποθέτηση συνάδει τόσο με την υπόλοιπη μαρτυρία όσο και με τα παραδεκτά γεγονότα. Αναφορικά δε με τη μαρτυρία του η οποία έρχεται σε αντίφαση με αυτή των αστυνομικών μαρτύρων όπως τους έχουμε αξιολογήσει ανωτέρω και αφορά γεγονότα που διαδραματίστηκαν μετά την άφιξη του Μηνά και του κατηγορουμένου στην Κύπρο, την ανακοπή τους, σύλληψη, εξεύρεση και σφράγιση τεκμηρίων, δεν δεχόμαστε τη μαρτυρία του, αποδεχόμενοι ότι οι ως άνω μάρτυρες απέδωσαν ορθά τα σχετικά γεγονότα και καταλήγουμε στα ανάλογα ευρήματα. Στην κατάληξη μας αυτή συνηγορεί και η διαπίστωση μας αφ΄ ενός ότι ο μάρτυρας αυτός μας έδωσε την εντύπωση κατά τη ζωντανή του παρουσία στο Δικαστήριο ότι αδιαφορούσε για τα γεγονότα αυτά και αφ΄ ετέρου ότι οι αστυφύλακες μάρτυρες έχοντας καθηκόντως την ευθύνη της παρακολούθησης και διερεύνησης της υπόθεσης ήταν περισσότερο παρατηρητικοί και προσεκτικοί ως προς το να παραθέσουν στο Δικαστήριο τις λεπτομέρειες. Σημειώνουμε επίσης ότι το ιστορικό των γεγονότων μετά την άφιξη τους στη Κύπρο δεν διαφέρει ουσιαστικά ούτε από την εκδοχή του κατηγορούμενου με εξαίρεση βέβαια στο ρόλο που είχε ο καθένας και το λόγο που έγιναν κάποιες ενέργειες. Ας σημειωθεί επίσης ότι η υπεράσπιση απέδωσε στο μάρτυρα αντίφαση στα λεγόμενα του η οποία δεν υφίσταται. Συγκεκριμένα του αποδίδει ότι ανέφερε πως η συνάντηση με τους αστυνομικούς έγινε στα γραφεία της ΥΚΑΝ ενώ οι αστυφύλακες ανέφεραν ότι αυτή έγινε σε χώρο στάθμευσης στο μόλο ενόσω ο Μηνά δεν αναφέρθηκε στο χώρο όπου έγινε η συνάντηση. Ένα άλλο θέμα που τονίστηκε από την υπεράσπιση ως στοιχείο που καταδεικνύει αναξιοπιστία στο μάρτυρα είναι το γεγονός ότι ενώ ο Μηνά απέδωσε την απόφαση του να μιλήσει στην αστυνομία σε φόβο για τη ζωή του, ακολούθως κατά την αντεξέταση διευκρίνισε ότι δεν θεωρούσε τον κατηγορούμενο επικίνδυνο πρόσωπο και δεν γνώριζε τα τρίτα πρόσωπα που ήταν επίσης αναμεμειγμένα στην υπόθεση. Στο επιχείρημα αυτό η υπεράσπιση πρόσθεσε και το ότι σύμφωνα με τον ίδιο το Μηνά μετά τα διαδραματισθέντα συνέχισε και συνεχίζει μέχρι σήμερα κανονικά τη ζωή του. Πέραν του ότι το θέμα αυτό δεν αποτελεί αντίφαση στη μαρτυρία του μάρτυρα, δεν θεωρούμε παράδοξη τη τοποθέτηση του ΜΚ1, ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι στην όλη υπόθεση υπήρχαν αναμεμειγμένα τρίτα πρόσωπα, άγνωστα στον μάρτυρα. Το κατά πόσο ο φόβος είναι δικαιολογημένος ή όχι δεν αποτελεί στοιχείο που καταρρίπτει την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα νοουμένου ότι αυτό δεν εκφεύγει της λογικής όπως και στη παρούσα περίπτωση. Τέλος αναφορικά με το κατά πόσο η αστυνομία προσέφερε προστασία στο Μηνά, θέμα για το οποίο έδωσε έμφαση ο συνήγορος του κατηγορούμενου παρατηρούμε ότι και πάλι δεν στοιχειοθετείται ουσιαστική αντίφαση μεταξύ Μηνά και ΜΚ6, έχοντας υπόψη ότι και ο Μηνά μίλησε για το ότι θα του παρείχετο προστασία, έστω και αν δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη περίπτωση τέτοιας παροχής ή στη μορφή τέτοιας προστασίας που θα δίδετο. Κοινή τοποθέτηση των δύο μαρτύρων ήταν ότι ο Μηνά δεν είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Έχοντας παραθέσει όλα τα πιο πάνω και απορρίψει μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 που δεν συνάδει με αυτή των αστυνομικών, όπως ήδη αναλύθηκε, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του σε τέτοιο βαθμό, που θα πρέπει η μαρτυρία του να απορριφθεί στο σύνολο της. Για να απαντηθεί το ερώτημα θα πρέπει να εξεταστεί και η υπόλοιπη μαρτυρία η οποία δεν υπήρξε αντικείμενο ουσιαστικής αντεξέτασης. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Κανναουρίδης ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε σε ουσιαστικά σημεία της μαρτυρίας του τα οποία παρατηρούμε ότι αφορούν και αποτελούν τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζονται οι κατηγορίες. Συναφώς παρατηρούμε ότι κατά την αντεξέταση του, και ενώ του παρατέθηκαν οι δικοί του ισχυρισμοί για το τι έλαβε χώρα σε σχέση με τα ναρκωτικά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στην Ολλανδία, τους οποίους και επιβεβαίωσε, δεν του τέθηκε κάποια διαφορετική εκδοχή γεγονότων. Ούτε αντεξετάστηκε επί των γεγονότων που έλαβαν χώρα ενωρίτερα κατά τη συνάντηση του με τους αστυνομικούς και το περιεχόμενο της συνομιλίας τους ή για το ότι ο Μηνά υποψιάστηκε ότι η αναφερόμενη Μαίρη Νεάρχου αποτελούσε μέρος της όλης πράξης. Βέβαια η παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα δεν οδηγεί στην χωρίς άλλο αποδοχή της μαρτυρίας του. Από την άλλη όμως η παράλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη κατά την ευρύτερη εξέταση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260 (βλ. επίσης Wood Green Crown Court ex parte Taylor [1995] Crim. LR 879 και σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2007 στη σελ. 2379 παρα. F7.4). Στη προκειμένη περίπτωση δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε πως η μαρτυρία του Μηνά επί των ουσιωδών γεγονότων που συναρτούν τα αδικήματα παρέμεινε χωρίς αντίλογο και χωρίς παράθεση άλλης εκδοχής για τα διαδραματισθέντα γεγονότα. Δεν μας διαφεύγει η γενική θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμέτοχος στη διάπραξη των αδικημάτων, ούτε μας διαφεύγουν οι αναφορές του στην ανακριτική του κατάθεση και στην ανώμοτη του δήλωση με την οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια, όμως παραδόξως σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης του Μηνά δεν τέθηκε σ΄ αυτόν οποιαδήποτε εκδοχή της υπεράσπισης επί των ουσιαστικών γεγονότων. Τι έγινε στην Ολλανδία κατά τον επίδικο χρόνο; Με αυτά δεν υπονοούμε ότι η υπεράσπιση έχει οποιοδήποτε βάρος απόδειξης. Από την άλλη όμως η εκδοχή του Μηνά για τα ουσιώδη γεγονότα παραμένει χωρίς αντίλογο. Συνακόλουθα επί ποίας βάσης να θεωρηθεί ο Μηνά εκ προοιμίου αναξιόπιστος μάρτυρας; Δεδομένου ότι η μαρτυρία του Μηνά για τα ουσιώδη γεγονότα, επί της οποίας βασίζεται η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, δεν αντιστρατεύεται της λογικής και δεν έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση, θεωρούμε ότι είναι αληθινή και ικανή να αποτελέσει βάση για να καταλήξουμε σε ευρήματα ως προς τα διαδραματισθέντα γεγονότα κρίνοντας το Μηνά απόλυτα αξιόπιστο ως προς το μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι μπορούμε με απόλυτη ασφάλεια να στηριχθούμε στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του ΜΚ1 χωρίς να είναι ανάγκη να αναζητήσουμε ενισχυτική μαρτυρία. Ανεξάρτητα από την κατάληξη μας αυτή, επειδή ηγέρθη θέμα ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας, μεταξύ άλλων, στη βάση του εντοπισμού γενετικού υλικού και του κατηγορούμενου στη κόκκινη βαλίτσα (Τεκμήριο 25) θα ασχοληθούμε συνοπτικά με το θέμα αυτό, καθόσον οι υπόλοιπες σχετικές εισηγήσεις για την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας θεωρούμε ότι δεν ευσταθούν. Ο εντοπισμός γενετικού υλικού του κατηγορουμένου επί της κόκκινης βαλίτσας (Τεκμήριο 25) αποτελεί στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας. Φυσικά, από μόνο του, φανερώνει απλά επαφή του κατηγορουμένου με την εν λόγω βαλίτσα. Σημειώνουμε ότι ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση επιχειρεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη του γενετικού του υλικού επί του Τεκμηρίου 25 στη βάση πιθανού αγγίγματος του σώματος του επί του εν λόγω τεκμηρίου κατά τη μεταφορά του ιδίου εντός του αυτοκινήτου που βρισκόταν και η βαλίτσα. Επίσης ο κατηγορούμενος τόσο στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 24) όσο και στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε ότι ουδέποτε μετέφερε την εν λόγω βαλίτσα. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία των ΜΚ6 και ΜΚ8 ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε την κόκκινη βαλίτσα κατά τη στιγμή της ανακοπής, κάτι το οποίο έχουμε αποδεχθεί, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να αποσυνδέσει πλήρως τον εαυτό του από τη βαλίτσα εντός της οποίας βρέθηκαν ναρκωτικά. Παρόλο που δεν κρίνουμε αυτό το στοιχείο από μόνο του ως ενισχυτική μαρτυρία, δεν παύει από του να αποτελεί στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας εναντίον του κατηγορουμένου. Από τη πλευρά του ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση, όπως άλλωστε είναι δικαίωμα του, χωρίς αυτό να αποτελεί στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να επενεργήσει εναντίον του. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. R v Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284), το Δικαστήριο οφείλει να προσδώσει σε αυτή το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη προτού καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί όμως να κάνει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Ανάλογος τρόπος προσέγγισης υιοθετήθηκε και στην υπόθεση R v Cambell
(1979)69 Cr. App. R.221) στην οποία λέχθηκε ότι « μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ΄ ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ΄ ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση.» Με την ανώμοτη του δήλωση επιχειρεί ουσιαστικά ο κατηγορούμενος να πείσει το Δικαστήριο για τη μη εμπλοκή του στην υπόθεση την οποία οργάνωσε ο Μηνά με στόχο να τον θυματοποιήσει αποκομίζοντας ίδιον όφελος, ήτοι την μη προώθηση φυλακιστηρίων και άλλων ποινικών υποθέσεων. Δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε κάποια διάσταση στο περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης με αυτό της ανακριτικής του κατάθεσης καθώς και με υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης προς τους μάρτυρες. Ειδικότερα ασυμβίβαστη είναι η θέση ότι ο Μηνά οργάνωσε την επιχείρηση για να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο με το πιο πάνω τρόπο, με την υποβολή που έγινε στον ΜΚ1 ότι αποτελεί μέλος κυκλώματος ναρκωτικών. Το να αποτελεί ο Μηνά μέλος κυκλώματος και ταυτόχρονα να καταγγέλλει στην αστυνομία επιχείρηση που βρισκόταν ακόμα σε αρχικά στάδια, καταδικάζοντας την ουσιαστικά σε αποτυχία, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Άστοχη και σε διάσταση με τη θέση του κατηγορούμενου στην ανακριτική του κατάθεση είναι και η υποβολή που έγινε στον ΜΚ4 ότι ο ΜΚ1 κατά την αναχώρηση του από τη Κύπρο μετέφερε τη κόκκινη βαλίτσα. Το θέμα αυτό καθίσταται σοβαρότερο έχοντας υπόψη τη θέση του κατηγορούμενου ότι κατά την αναχώρηση τους από τη Κύπρο ο Μηνά μετέφερε στην Ολλανδία τη μαύρη βαλίτσα με την οποία επέστρεψε και στην οποία ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά και πως στην Ολλανδία αγόρασε ακόμα μία, την κόκκινη για να βάλει δώρα που αγόρασε για την οικογένεια του. Υπεβλήθη στο ΜΚ1 ότι είναι αυτός που έκοψε τα εισιτήρια για την Ολλανδία, ενώ ο κατηγορούμενος τόσο στην ανακριτική του κατάθεση όσο και στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε ότι είναι ο ίδιος που τα έκοψε και ο Μηνά του έδωσε τα χρήματα για το δικό του εισιτήριο. Διάσταση παρατηρείται και σε ένα άλλο σημείο. Κατά την έξοδο του από το αεροδρόμιο, αναφέρει στην ανακριτική κατάθεση του ο κατηγορούμενος έχασε το Μηνά και έφυγε μόνος του ενώ στην ανώμοτη του δήλωση αποδίδει ότι έφυγαν με διαφορετικά ταξί σε επιθυμία του Μηνά. Έδωσε έμφαση ο συνήγορος υπεράσπισης στην απουσία διερεύνησης αναφορικά με τα τηλεφωνήματα που έγιναν ή δεν έγιναν από το τηλέφωνο του κατηγορούμενου με δεδομένο τον ισχυρισμό ότι το εν λόγω τηλέφωνο βρισκόταν στην κατοχή της αστυνομίας από της ανακοπής και σύλληψης του. Κάτι τέτοιο δεν κρίνεται δικαιολογημένο εν όψει της απουσίας αντεξέτασης των αρμοδίων αστυνομικών επί του θέματος. Τέλος η απουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού την οποία επικαλέστηκε τόσο ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση όσο και ο συνήγορος του για διάψευση του ισχυρισμού της επαφής του με τις βαλίτσες και της σχέσης του με τα ναρκωτικά δεν ισχυροποιεί τη θέση του. Η απουσία δακτυλικών αποτυπωμάτων κατηγορουμένου δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν άγγιξε ή δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τεκμήρια σε αντίθεση με την ύπαρξη τέτοιων αποτυπωμάτων, η οποία πολλές φορές οδηγεί σε θετικό εύρημα επαφής με τα τεκμήρια. Στην υπόθεση Χριστάκης Χ΄Πέτρου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 123, η οποία επίσης αφορούσε κατοχή ναρκωτικών αναφέρεται ότι «.από το ότι θα είχε σημασία η ύπαρξη δικών του δακτυλικών αποτυπωμάτων, δεν ακολουθεί ότι σημασία είχε και η ανυπαρξία τους». Σαφώς ανάλογη αρχή ισχύει και για την απουσία γενετικού υλικού. Προτού προβούμε στα τελικά μας ευρήματα, ένα σημείο που εγέρθηκε από την υπεράσπιση είναι ότι οι επιστολές που αφορούσαν την ελεγχόμενη παράδοση των ναρκωτικών (Τεκμήρια 29, 30 και 31) κατατέθηκαν από πρόσωπο που δεν τις έχει συντάξει ούτε γνώριζε για την αποστολή τους. Περαιτέρω εισηγήθηκε ο συνήγορος ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη σχετική νομοθεσία για την ελεγχόμενη παράδοση. Η θέση του κ. Λυσάνδρου ότι οι επιστολές κατατέθηκαν από άτομο που δεν τις συνέταξε είναι ορθή και συνεπώς το περιεχόμενο των επιστολών αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Επεφύλαξε η υπεράσπιση το δικαίωμα να ζητήσει την κλήτευση μαρτύρων για σκοπούς αντεξέτασης δυνάμει του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου όπως τροποποιήθηκε, όμως στο τέλος της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την κλήτευση τους. Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας κρίνει το ΜΚ3 πλήρως αξιόπιστο, αναπόφευκτα αποδεχόμαστε το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών. Εν πάση περιπτώσει σε αυτή την υπόθεση η ύπαρξη ή μη νομότυπης διαδικασίας ελεγχόμενης παράδοσης ουδόλως επηρεάζει το βάσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας θεωρώντας ότι, όπως υποστήριξε κατά την αγόρευση του ο κ. Κανναουρίδης, η προσαγωγή αυτής της μαρτυρίας έγινε για να αντικρούσει την εισήγηση της υπεράσπισης περί χαλκεύσεως της μαρτυρίας. Η προσαγωγή αυτής της μαρτυρίας, επιτρέπεται, εισηγήθηκε ο συνήγορος κατά παρέκκλιση του κανόνα που απαγορεύει τη προσαγωγή προηγουμένων συνεπών δηλώσεων μάρτυρα. Η θέση του κ. Κανναουρίδη είναι ορθή. Ακόμα και σε περίπτωση που δεν θα ήταν επιτρεπτή η προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας, οι εν λόγω επιστολές θα μπορούσαν να κατατεθούν για να αποδείξουν τις αναφορές του ΜΚ1 στην Αστυνομία καταρρίπτοντας τον ισχυρισμό για χάλκευση της μαρτυρίας.(βλ. Athwal and others [2009] EWCA Crim 789; Μay7,2009). Συνακόλουθα παρά το γεγονός ότι ήδη έχουμε κρίνει τον ΜΚ1 ως αξιόπιστο θεωρούμε ότι αυτή η μαρτυρία αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο που αποκλείει τη θέση της υπεράσπισης ότι η όλη υπόθεση είναι ψεύτικη με μόνο στόχο να εμπλακεί ο κατηγορούμενος στη διάπραξη των αδικημάτων. Με βάση τη πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγουμε, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία στο μυαλό μας, ότι τα γεγονότα που αφορούν τη συμφωνία του ΜΚ1 με τον κατηγορούμενο και την υλοποίηση της με τη μεταφορά των ναρκωτικών στη Κύπρο, διαδραματίστηκαν όπως τα ανέφερε ο ΜΚ1 και τα έχουμε παραθέσει πιο πάνω και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα. Συναφώς, παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν εισήγαγε ο ίδιος με τις αποσκευές του τα ναρκωτικά στη Κύπρο, διαπιστώνουμε ότι ήταν ο αυτουργός της όλης επιχείρησης εισαγωγής των εν λόγω ναρκωτικών, έχοντας συλλάβει την ιδέα και έχοντας διευθετήσει τη μεταφορά τους στην Κύπρο. Το γεγονός ότι ο Μηνά, μετά την αρχική συμφωνία, άλλαξε το δικό του ρόλο στην όλη πράξη, όπως έχουμε αποδεχθεί, ουδόλως επηρεάζει ή ανατρέπει την ύπαρξη της προηγηθείσας συμφωνίας για την εισαγωγή των ναρκωτικών στις αποσκευές που μετέφερε ο Μηνά. Περαιτέρω, από τα γεγονότα και υπό το φώς των αρχών που έχουμε αναλύσει πιο πάνω, καταλήγουμε ότι ο κατηγορούμενος είχε την κατοχή των εν λόγω ναρκωτικών έστω και αν τη φυσική κατοχή αυτών είχε ο Μηνά. Οι εν γένει κινήσεις του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μηνά που έχουμε αποδεχθεί, φανερώνουν έλεγχο της όλης κατάστασης και στοιχειοθετούν την απαιτούμενη γνώση του για τη διάπραξη των αδικημάτων. Απώτερος δε σκοπός του κατηγορούμενου σύμφωνα με τα ευρήματα μας ήταν η προμήθεια αυτών των ναρκωτικών σε τρίτα πρόσωπα. Ανεξάρτητα και πέραν της διαπίστωσης αυτής θα καταλήγαμε στο ίδιο συμπέρασμα με βάση τη μη ανατροπή του τεκμηρίου που δημιουργεί το άρθρο 30 Α του σχετικού νόμου όπως αναλύθηκε πιο πάνω. Εντοπίζουμε στις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας που αφορά την εισαγωγή του ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β ότι αναφέρεται ως τόπος διάπραξης του η Λεμεσός της Επαρχίας Λεμεσού ενώ η εισαγωγή, σύμφωνα με τη μαρτυρία, έγινε στη Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας. Θεωρούμε ότι για την υπό κρίση κατηγορία, ο τόπος διάπραξης του αδικήματος δεν είναι ουσιώδης και το αδίκημα διαπράχθηκε, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αναφορά σε τόπο διάπραξης του. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, με βάση την μαρτυρία όπως την έχουμε αποδεχθεί, μπορεί να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας χωρίς να απαιτείται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου, δυνάμει του άρθρου 85
(1)του Κεφ. 155. Ενόψει των ευρημάτων μας ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και των νομικών αρχών που έχουμε αναλύσει πιο πάνω καταλήγουμε ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία και των τεσσάρων κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Για τους πιο πάνω λόγους ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. Subject: Criminal/Assize Court/Final (Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, εισαγωγή, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως ″Β″). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο