Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Halil Ibrahim κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22605/09, 26 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B167 Αρ. Υπόθεσης: 22605/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Halil Ibrahim, από την Τουρκία
- Ahmet Kayar, από την Τουρκία
- Sertash Soyleyman, από την Μόρφου
- Housein Erdin, από την Μόρφου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2009 Για την αστυνομία: κος Αργυρού Για κατηγορούμενο 1: κος Κοϊνάς Για κατηγορούμενο 2: κος Νικολαΐδης Για κατηγορούμενο 3: κος Κωμοδρόμος Κατηγορούμενοι: Παρόντες Π Ο Ι Ν Η (για κατηγ. 1, 2 & 3) Οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή στις 10 πρώτες κατηγορίες που αφορούν αδικήματα διάρρηξης και κλοπής από καταστήματα και οικίες καθώς και αντίστοιχα αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι 1 & 2 παραδέχθηκαν τις υπόλοιπες 20 κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της κατοχής εκρηκτικών υλών, κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, κλοπής καθώς και αντίστοιχα αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την δημόσια κατήγορο έχουν συνοπτικά ως εξής: Στις 17.9.2009 περί ώρα 02.00 πμ, δόθηκε μήνυμα στα περίπολα της αστυνομίας ότι στην Λεωφόρο Ομονοίας κοντά στο ζαχαροπλαστείο "Ερμής", θεάθηκαν από υπάλληλο αρτοποιείου δύο πρόσωπα να περιφέρονται ύποπτα και να έχουν καλυμμένα τα πρόσωπα τους με κουκούλες. Στο μήνυμα ανταποκρίθηκε περίπολο της άμεσης επέμβασης της ΑΔΕ Λεμεσού με πλήρωμα δύο αστυνομικούς που μετέβηκαν αμέσως στην σκηνή. Εκεί εντόπισαν να κινείται ύποπτα στην περιοχή, ένα αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής BAD 034 Μάρκας B.M.W χρώματος μαύρου, στο οποίο επέβαιναν τρία πρόσωπα. Παρά την υπόδειξη των αστυνομικών, ο οδηγός του αυτοκινήτου παρέλειψε να σταματήσει και ανέπτυξε ταχύτητα. Το περίπολο τον καταδίωξε και κατάφερε να τον ακινητοποιήσει στην οδό Νίκαιας στα Πάνω Πολεμίδια. Οι επιβαίνοντες εξήλθαν του αυτοκινήτου και τράπηκαν σε φυγή στα παρακείμενα χωράφια όπου καταδιώχθηκαν από τους αστυνομικούς, οι οποίοι κατάφεραν να συλλάβουν τον οδηγό του οχήματος. Όπως διαπιστώθηκε, επρόκειτο για τον κατηγορούμενο 1 ηλικίας 18 ετών που ήταν Κουρδικής καταγωγής από την Τουρκία. Οι δύο άλλοι κατάφεραν να διαφύγουν. Από έρευνα που ακολούθησε στο όχημα του κατηγορουμένου 1, ανευρέθηκαν τα πιο κάτω:
- Μια ξιφολόγχη στρατιωτικού όπλου G
- Ένα λιβέρι.
- Δύο κουκούλες.
- Ένα μαχαίρι τύπου πεταλούδα.
- Ένα ζεύγος χειροπέδες.
- Δύο σιγάτσες.
- Ένα κινητό τηλέφωνο Nokia. Επίσης από εξετάσεις που έγιναν πλησίον του αρτοποιείου - ζαχαροπλαστείου "Ερμής" όπου θεάθηκαν οι κουκουλοφόροι, διαπιστώθηκε ότι έγινε απόπειρα διάρρηξης στο παρακείμενο κατάστημα πώλησης εξαρτημάτων αυτοκινήτων με την ονομασία " Nicos Auto Parts" Ακολούθησε έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου 1 κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του. Σε αυτήν βρέθηκε και παραλήφθηκε μέρος κλοπιμαίας περιουσίας από διαρρήξεις καταστημάτων και κατοικιών στην Λεμεσό όπως είδη ένδυσης, εκκλησιαστικές εικόνες, ωδικά πουλιά, ασημένια δακτυλίδια, διάφορα αντικείμενα από καταστήματα σουβενίρ καθώς και 30 στρατιωτικά φυσίγγια διαφόρων διαμετρημάτων. Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι διαμένει στην πιο πάνω οικία με τον 2ο κατηγορούμενο. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 οδήγησε τους αστυνομικούς σε δρόμο στα Κάτω Πολεμίδια όπου σε ανοικτό χωράφι, υπέδειξε αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο στο χώρο και στο οποίο ανέφερε ότι διέμενε ένας από τους συνεργούς του. Εντός του αυτοκινήτου εντοπίστηκε ένα νεαρό πρόσωπο το οποίο ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε ως ένα από τα δύο πρόσωπα που ήταν προηγουμένως μαζί του και είχε διαφύγει των αστυνομικών. Όπως διαπιστώθηκε από τον έλεγχο των εγγράφων του, επρόκειτο για τον κατηγορούμενο 3 που είναι Τουρκοκύπριος γεννημένος στην κατεχόμενη Μόρφου. Η σύλληψη του 2ου κατηγορουμένου έγινε κατορθωτή στις 5.20 πμ της ίδιας ημέρας, στην οδό Γαλιλαίου στην Λεμεσό πλησίον της οικίας όπου διαμένει με τον κατηγορούμενο
- Την ίδια ημέρα, ο κατηγορούμενος 1 έδωσε θεληματική κατάθεση όπου μεταξύ άλλων παραδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας και κατονόμασε ως συνεργούς του, τους κατηγορουμένους 2 &
- Στην συνέχεια οι κατηγορούμενοι 1, 2 & 3, οδηγήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού όπου εξασφαλίστηκε εναντίον τους διάταγμα οκταήμερης κράτησης. Μετά την έκδοση του διατάγματος, οι κατηγορούμενοι 2 & 3 έδωσαν θεληματικές καταθέσεις στις οποίες παραδέχονται την διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν στην παρούσα. Κατονόμασαν επίσης τον 4ο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο τους προέτρεπε να διαπράττουν τις διαρρήξεις, υποδεικνύοντας τους μάλιστα και τα υποστατικά που θα διερρήγνυαν. Ακολούθως, παρέδιδαν τα κλοπιμαία σε αυτόν έναντι αμοιβής. Τα ίδια ανέφερε και ο 1ος κατηγορούμενος σε συμπληρωματική του κατάθεση ημερομηνίας 23.9.
- Στην συνέχεια, κλήθηκαν στα γραφεία του ΤΑΕ οι παραπονούμενοι των πιο πάνω διαρρήξεων και αφού επιθεώρησαν τα κατασχεθέντα τεκμήρια, διαπίστωσαν ότι αυτά αποτελούν μέρος της κλαπείσας περιουσίας τους. Τέλος, η δημόσια κατήγορος ανέφερε ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι υπεράσπισης στις αγορεύσεις τους για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησαν την έκθεση του γραφείου ευημερίας για τις προσωπικές συνθήκες των πελατών τους. Σύμφωνα με την έκθεση για τον κατηγορούμενο 1, αυτός είναι ηλικίας 18 ετών και κατάγεται από την Τουρκία. Όταν ήταν ηλικίας ενός έτους, η οικογένεια του μετανάστευσε στην Γερμανία. Στην ηλικία των πέντε ετών επέστρεψαν στην πατρίδα τους όπου ο κατηγορούμενος 1 φοίτησε στο δημοτικό σχολείο. Ακολούθως ήλθε στην Κύπρο όπου ολοκλήρωσε την φοίτηση του στο Γυμνάσιο. Στην συνέχεια, ξεκίνησε να απασχολείται ως εργάτης στις οικοδομές. Σήμερα διατηρεί δεσμό με Κυπρία φοιτήτρια που διαμένει στην Λευκωσία. Ο πατέρας του εδώ και έξη μήνες βρίσκεται στην Γερμανία όπου τον ακολούθησε η μητέρα μαζί με τα τρία μικρότερα αδέλφια του. Οι σχέσεις του με την οικογένεια του δεν είναι αρμονικές γι' αυτό τον τελευταίο χρόνο διαμένει μόνος του σε ενοικιαζόμενη οικία. Παρόλα αυτά μόλις οι γονείς του έμαθαν για την σύλληψη του, η μητέρα του επέστρεψε στην Κύπρο. Η έκθεση για τον κατηγορούμενο 2 αναφέρει ότι αυτός είναι 17 ετών, και κατάγεται από την Τουρκία. Είναι το πρώτο σε σειρά παιδί από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του πριν από 11 μήνες έφτασε στην Κύπρο και υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου. Η μητέρα του 29 ετών, ζει και εργάζεται στην Τουρκία. Ο ίδιος ήλθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας πριν τρεις περίπου μήνες μέσω των κατεχομένων. Παράλληλα, υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο στις ελεύθερες περιοχές. Σύμφωνα με την έκθεση για τον κατηγορούμενο 3, αυτός είναι ηλικίας 26 ετών άγαμος και γεννήθηκε στην κατεχόμενη Μόρφου όπου φοίτησε μέχρι το Δημοτικό σχολείο. Είναι το μικρότερο παιδί της οικογένειας του, η οποία είναι χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του 68 και 61 ετών, αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και λαμβάνουν φαρμακοθεραπεία. Οι σχέσεις του με την οικογένεια του περιγράφονται ως αρμονικές. Αφού ολοκληρωθεί η παρούσα υπόθεση, επιθυμεί να μεταβεί στο Λονδίνο όπου συγγενικά του πρόσωπα θα του προσφέρουν εργασία. Ο συνήγορος του 1ου κατηγορουμένου ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι ηθικός αυτουργός των αδικημάτων ήταν ο κατηγορούμενος 4, ο οποίος παραλάμβανε τα κλοπιμαία έναντι αμοιβής. Ο 1ος κατηγορούμενος κατάγεται από φτωχή οικογένεια. Δυστυχώς εγκαταλείφθηκε από την οικογένεια του που μετέβη στην Γερμανία και ήταν για κάποιο διάστημα άνεργος. Οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης του και η κακή επιρροή του κατηγορουμένου 4, τον οδήγησαν στην διάπραξη των αδικημάτων. Έχει μεταμεληθεί για τις πράξεις του και χωρίς την δική του βοήθεια δεν θα εξιχνιάζονταν πλήρως τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Σήμερα διατηρεί δεσμό με Κύπρια φοιτήτρια που διαμένει στην Λευκωσία και έχουν σκοπό να αρραβωνιαστούν. Ο συνήγορος του 2ου κατηγορουμένου στην αγόρευση του, επικαλέστηκε ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι πλείστα από τα κλοπιμαία αντικείμενα έχουν ανευρεθεί και επιστραφεί στους παραπονούμενους. Η μη αποζημίωση των ζημιών σε κάποιους παραπονουμένους, οφείλεται μόνο στην κακή οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου 2 ο οποίος έχει μεταμεληθεί πλήρως για τις πράξεις του. Προς απόδειξη του γεγονότος αυτού, αναφέρθηκε στην πλήρη συνεργασία του κατηγορουμένου 2 με την αστυνομία καθώς και την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι ο 2ος κατηγορούμενος παρασύρθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον κατηγορούμενο 4, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την δύσκολη οικονομική του κατάσταση. Ο 4ος κατηγορούμενος επέλεγε τους στόχους των διαρρήξεων και προσχεδίαζε τις εγκληματικές πράξεις. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα κατά τον συνήγορο από τις καταθέσεις των τριών πρώτων κατηγορουμένων. Τέλος, επικαλέστηκε το λευκό ποινικό μητρώο αλλά και το νεαρό της ηλικίας του πελάτη του. Ο συνήγορος του 3ου κατηγορουμένου στην αγόρευση του, υιοθέτησε τους ισχυρισμούς των υπολοίπων συνηγόρων ως προς την εμπλοκή του 4ου κατηγορουμένου στα αδικήματα. Επιπλέον με παραπομπή σε νομολογία, επικαλέστηκε ως περαιτέρω μετριαστικούς παράγοντες, το λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη του και την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Τέλος, όλοι οι συνήγοροι υπεράσπισης ζήτησαν από το Δικαστήριο, στην περίπτωση που προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης όπως εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για την αναστολή της αφού λάβει υπόψη τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, είναι ιδιαιτέρως σοβαρά. Αυτό προκύπτει πρώτιστα στις υπό του νόμου προβλεπόμενες ποινές. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α
(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της διάρρηξης και κλοπής, τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Η ίδια ποινή προβλέπεται και για το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής δυνάμει του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα. Επιπλέον το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, τιμωρείται κατά το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης και κλοπής, τονίζεται με έμφαση και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση, ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Σχετική είναι επίσης η απόφαση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47, όπου υπογραμμίστηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση David Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587, λέχθηκαν τα εξής: « Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη.» Ακολούθως γίνεται αναφορά στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138 όπου το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική ΄Εφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'.» Τέλος θα πρέπει να αναφέρω την απόφαση Dos Santos v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 297. Η υπόθεση σχετίζεται με την παρούσα παρότι αφορούσε προμήθεια ναρκωτικών, στο γεγονός ότι εκφράζει την ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή από τα Δικαστήρια, εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες αμυνόμενους να αλλάξουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου: « Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πως δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα, που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παρούσας, επαυξάνεται από το γεγονός της συστηματικής περιφρόνησης του νόμου από τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και με συστηματικό τρόπο, διέπραξαν σωρεία διαρρήξεων και κλοπών. Οι πράξεις τους, καταδεικνύουν την σύσταση στην ουσία μιας καλά οργανωμένης εγκληματικής ομάδας με σκοπό την διενέργεια διαρρήξεων και κακόβουλων ζημιών σε περιουσία προκειμένου να κλέψουν. Πρόκειται για συμπεριφορά που στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιδιωτική περιουσία αλλά και στην ίδια την έννομη τάξη αφού οι πιο πάνω πράξεις διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Η μεγάλη αξία των κλαπέντων και το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 έδρασαν με προσχεδιασμό και σύστημα, αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες (Βλ. Παναγίδη ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ.104,106). Η συνολική συμπεριφορά και νοοτροπία των κατηγορουμένων, καθιστά υπό τις περιστάσεις αναγκαία και προεξάρχουσας σημασίας την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από την εγκληματική τους συμπεριφορά. Οι ιδιοκτήτες και κάτοχοι κατοικιών αλλά και άλλων υποστατικών καθώς και οχημάτων, πρέπει να διακατέχονται από αίσθημα ασφάλειας και βεβαιότητας για την περιουσία τους και με την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμένει άθικτη από παρόμοια εγκληματική συμπεριφορά. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη μέσω των κατάλληλων ποινών να συμβάλουν στην εμπέδωση αυτού του αισθήματος, προστατεύοντας με τρόπο αποτελεσματικό τα δικαιώματα και την περιουσία των πολιτών. Η κατ' ισχυρισμό εμπλοκή του κατηγορουμένου 4 δεν μπορεί να ληφθεί βέβαια υπόψη αφού αυτή είναι αντικείμενο που εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Δικαστηρίου προς εκδίκαση. Αλλά ακόμη και έτσι να ήταν τα πράγματα δεν μειώνεται κατή την κρίση μου η σοβαρότητα του αδικήματος για τους κατηγορουμένους 1, 2 & 3, οι οποίοι ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, έδρασαν συστηματικά και με προσχεδιασμό για να επιτύχουν τον παράνομο σκοπό τους. Ένα επιπλέον επιβαρυντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση, είναι και το γεγονός ότι πλείστα των κλαπέντων αντικειμένων δεν έχουν επιστραφεί στους ιδιοκτήτες τους ενώ επίσης οι ζημιές που προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι στα οχήματα μερικών εκ των παραπονουμένων προκειμένου να κλέψουν δεν έχουν αποζημιωθεί. Αλλά ακόμη και έτσι να μην ήταν τα πράγματα όπως έχει νομολογηθεί, στις περιπτώσεις κλοπών η αποζημίωση του θύματος δεν αποτελεί σημαντικό μετριαστικό παράγοντα (βλ. μεταξύ άλλων Μενελάου άλλως Καραμανλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 248). Σχετική είναι επίσης η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(2003)2 Α.Α.Δ 50, στην οποία λέχθηκε ότι η αποζημίωση του θύματος μπορεί μεν να αποτελεί μετριαστικό παράγοντα δεν αποκτά όμως κυριαρχική σημασία στην επιβολή ποινής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σοβαρά αδικήματα. Μετριαστικοί παράγοντες Η αναγκαιότητα για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει όμως την εξατομίκευση που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του κάθε κατηγορουμένου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Στην υπόθεση Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 ΑΑΔ 171, 186, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το πιο πάνω θέμα: « Αναμφίβολα η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση και αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο τη δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Ωστόσο, η εξατομίκευση δεν μπορεί να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αυτής της κατηγορίας αδικημάτων. Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ούτε στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224.)» Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψιν για σκοπούς μετριασμού της ποινής, τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των κατηγορουμένων όπως εμφαίνονται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη το νεαρό της ηλικίας τους, στοιχείο που αποτελεί σημαντικό μετριαστικό παράγοντα σύμφωνα με την νομολογία (βλ. Savvides v Republic
(1988)2 CLR 51). Λαμβάνονται επίσης υπόψη η ομολογία τους στην αστυνομία όσο και η παραδοχή τους στο Δικαστήριο, στοιχείο που καταδεικνύει την μεταμέλεια τους. Πρέπει βέβαια να τονίσω ότι όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως το είδος της ποινής, η οποία ενδείκνυται να είναι ποινή φυλάκισης. Έχω την εντύπωση ότι οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε αποτελεσματικά τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε επίσης λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες που θα σκέφτονταν να διαπράξουν τα ίδια ή παρόμοιας φύσης αδικήματα. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλω στους κατηγορούμενους τις πιο κάτω ποινές: · Σε όλους τους κατηγορουμένους, στις κατηγορίες 1 έως 10 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. · Στους κατηγορουμένους 1 & 2 στις κατηγορίες 11 έως 20, ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Όλες οι ποινές να συντρέχουν και να ξεκινούν από 25.9.09, ημερομηνία κατά την οποία οι κατηγορούμενοι τέθηκαν υπό κράτηση. Θα εξετάσω στην συνέχεια την πιθανότητα αναστολής της ποινής αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τους συνηγόρους υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων λήφθηκαν υπόψη και επενέργησαν στην δραστική μείωση της ποινής δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν το αίτημα της υπεράσπισης για αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους κατηγορουμένους. Συνεπακόλουθα, οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν άμεσα. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο