← Κύπρος

Fred Redden κ.α. ν. Ρένος Ανδρέου, Αρ.Υπόθεσης: 1738/09, 9 Νοεμβρίου 2009

Fred Redden κ.α. ν. Ρένος Ανδρέου, Αρ.Υπόθεσης: 1738/09, 9 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 1738/09

  1. Fred Redden
  2. Mary Dune -και- Ρένος Ανδρέου Κατηγορουμένου ------------------------------ Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου 2009 Εμφανίσεις Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Στυλιανού Για τον Κατηγορούμενο: κος Σαουρής Κατηγορούμενος Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά επτά κατηγορίες οι οποίες αφορούν πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτού κατά παράβαση των άρθρων 84

(1), 87
(1), 90
(1), 91 Α
(3), 91Β
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Ν. 134(Ι)/99 καθώς και τα άρθρα 2 και 3 του Περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του Ν: 43/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει δικαστικής αποφάσεως στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 4832/2005 και ενώ ο κατηγορούμενος την 31.10.2007 διατάχθηκε από το Δικαστήριο όπως πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος του στην πιο πάνω αγωγή με δόσεις των ₤70 δηλαδή €119.60 μηνιαίως από 01/02/08 και κάθε 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης, ποσό το οποίο υπολογίσθηκε ως δίκαιο και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων αυτός προς καταδολίευση των παραπονουμένων παρέλειψε να καταβάλει στους παραπονούμενους το ποσό των €119.60 το οποίο αφορά εκάστη των δόσεων από 1.7.08 μέχρι και 1.1.
  2. Για την απόδειξη της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε στο Δικαστήριο μια μάρτυρας και για την υπεράσπιση κατέθεσε ο κατηγορούμενος. Η Γιωργούλλα Στυλιανού, ΜΚ1, δικηγόρος στο επάγγελμα και η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο Στέλιου Στυλιανού έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν άμεση και σταθερή στις απαντήσεις της και δεν υπέπεσε σε οιεσδήποτε αντιφάσεις κατά την αντεξέτασή της. Κατάθεσε πιστό αντίγραφο της απόφασης στην αγωγή 4832/05, Τεκμήριο 1, όπου εναγόμενος είναι ο κατηγορούμενος, ως επίσης και το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ημερ. 31.10.07 τεκμήριο 2 και το οποίο εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου με το οποίο διατάσσετο να πληρώσει το εξ΄ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ. 70 έκαστη από 1.2.08 μέχρι εξοφλήσεως. Η ΜΚ1 ανέφερε τέλος ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει τις δόσεις του από 1.7.08 μέχρι και 1.1.09 αλλά και ουδέν ποσό έχει πληρώσει για το εξ αποφάσεως χρέος του. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι γνωρίζει προσωπικά ότι οι παραπονούμενοι πελάτες της δεν εισέπραξαν κάποιο ποσό διότι ανατέθηκε στο γραφείο τους να εισπράξουν αλλά και διότι έχουν τακτική επικοινωνία μαζί τους και δεν τους ανάφεραν την είσπραξη οιουδήποτε ποσού. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία από την θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα. Ο Κατηγορούμενος δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ασαφής και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποποιηθεί των ευθυνών του. Δεν ήταν άμεσος στις απαντήσεις του και η μαρτυρία του διέπετο από αοριστία και αντιφατικότητα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει πιστευτή και δεκτή. Καταρχάς ενώ ανέφερε ότι κλήθηκε πριν 3-4 μήνες από την αστυνομία και πλήρωσε κάποιες δόσεις για το εξ αποφάσεως χρέος του και έλαβε απόδειξη, εν τούτοις δεν την είχε μαζί του για να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο αλλά την είχε στο σπίτι του. Δεν γνώριζε επίσης να πει ποιες δόσεις αφορούσε η πληρωμή που έκανε. Ενώ στην αίτηση ημερ. 30.4.09 τεκμήριο 3, που καταχώρησε για ακύρωση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε εναντίον του, αναφέρει ότι δεν πλήρωσε κάποια δόση για το εξ αποφάσεως χρέος του, εν τούτοις κατά την αντεξέταση του διαφώνησε με αυτό τον ισχυρισμό του λέγοντας ότι πλήρωσε χωρίς όμως να θυμάται πότε πλήρωσε στην αστυνομία. Επίσης αν και γνώριζε ότι θα εκδικαζόταν η υπόθεση του ο ίδιος ανέφερε ότι δεν θεώρησε σκόπιμο να προσκομίσει την απόδειξη που κατ΄ ισχυρισμό του έλαβε από την αστυνομία. Ερωτώμενος από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής αν γνωρίζει αν η πληρωμή που ισχυρίζεται ότι έκανε στην αστυνομία αφορούσε κάποια από τις δόσεις της υπό κρίση υπόθεσης και πάλι αόριστα απάντησε ότι ο αστυνομικός του είπε ότι ήταν για την υπόθεση με τον κ. Στυλιανού. Με βάση τα ανωτέρω η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως αξιόπιστη και αληθινή. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιον του μαρτυρία και στα σημεία που κατά την άποψη τους υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αφού ο τελευταίος οφείλει τις δόσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Ο συνήγορος για τον κατηγορούμενο από την άλλη ουσιαστικά επικαλέστηκε την υπεράσπιση που προβλέπει το άρθρο 91 Β
(3)(β) του Κεφ.6 ως αυτό τροποποιήθηκε από τον Ν.134(I)/99 όπου ο κατηγορούμενος στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση γεγονός το οποίο πάντα κατά τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ο κατηγορούμενος έχει πράξει. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος της απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το φέρει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Woolmington v. DPP [1935] A.C. 462, η οποία υιοθετήθηκε και στο δικό μας δίκαιο με την Charitonos v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αποτελεί εύρημα μου το γεγονός ότι στις 10.1.2006 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του κατηγορούμενου στην υπ΄ αριθμό αγωγή 4835/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και στις 31.10.2007 διάταγμα μηνιαίων δόσεων όπου διατάττετο να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ. 70 από 1/2/08. Είναι τέλος εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ουδεμία δόση κατέβαλε μέχρι σήμερα και παραλείπει να καταβάλει τις δόσεις του από 1.7.08 μέχρι 1.1.09 συμπεριλαμβανομένων. Ενόψει των ως άνω ευρημάτων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Τα αδικήματα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος προβλέπονται στα άρθρα 90
(1), 91Α
(3)και 91Β
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ως αυτός έχει τροποποιηθεί από το Ν. 134(Ι)/99. Θεωρώ σκόπιμο όπως παρατεθεί εδώ και η παράγραφος
(3)(β) του άρθρου 91Β που έχει επικληθεί από την πλευρά της υπεράσπισης και το οποίο θα εξεταστεί σε κατοπινό στάδιο. Το άρθρο 90
(1)προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο δύναται, αν κρίνει τούτο σκόπιμο κατά ή μετά την εξέταση που γίνεται δυνάμει του Μέρους VIII, να διατάξει όπως το οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης χρέος πληρωθεί με δόσεις κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που ήθελε κρίνει εύλογα και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη». Το άρθρο 91Α
(3)προνοεί τα εξής: «Πράξη καταδολίευσης δύναται να θεωρείται και οποιαδήποτε παράλειψη καταβολής από τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη του ποσού το οποίο υπολογίζεται ως δίκαιο και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων και διατάζεται να πληρωθεί με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 90.» Το άρθρο 91Β
(1)και
(3)(β) προνοεί τα εξής:
(1). «Εξ' αποφάσεως οφειλέτης ο οποίος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη καταδολίευσης κατά την έννοια του άρθρου 91Α διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δώδεκα μηνών ή με χρηματική ποινή χιλίων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές, χωρίς επηρεασμό των εξουσιών του Δικαστηρίου προς έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου. .....................................................................................................................
(3). Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει- .................................................................................................................... (β) προκειμένου περί κατηγορίας για παράλειψη πληρωμής εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και ότι έχει ειδοποιήσει γι' αυτό το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή.» Σχετικά με τα πιο πάνω στην απόφαση Γιαννάκης Ευαγγέλου ν. Κωστάκης Κουρέας & Υιός Λτδ
(2005)2 ΑΑΔ 415 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Από τα πιο πάνω άρθρα, αναγιγνωσκώμενα στο σύνολό τους, και, ιδιαίτερα, από το συνδυασμό του άρθρου 91Α
(3)με το άρθρο 91Β
(3)(β) είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο ότι, εφόσον αποδειχθεί πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας ότι (α) εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, και (β) υπήρξε παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης θεωρείται ότι προέβη σε πράξη καταδολίευσης εκτός εάν αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση του άρθρου 91Β
(3)(β).» Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της πράξης καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, όπως αυτά είναι διατυπωμένα στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, και
  2. Η παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων του Δικαστηρίου κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Εξετάζοντας τώρα τη θέση της υπεράσπισης για το ότι δηλαδή έχει μεταβληθεί η οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 91 Β
(3)(β) ως έχει παρατεθεί ανωτέρω πρέπει να λεχθεί ότι δεν αποτελεί έργο του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει εκ νέου την οικονομική κατάσταση και δυνατότητα του Κατηγορούμενου να καταβάλει τις οφειλόμενες δόσεις και εάν ο εξ αποφάσεως οφειλέτης θεωρεί ότι η οικονομική του κατάσταση έχει αλλάξει ουσιαστικά από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να καταβάλει τις δόσεις, έχει δικαίωμα, βάση του άρθρου 90
(2)του Κεφ. 6, να υποβάλει αίτηση, σε Δικαστήριο το οποίο ασκεί αστική δικαιοδοσία, για να ακυρωθεί, να ανασταλεί ή να τροποποιηθεί το αρχικό διάταγμα. Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία, όπως το παρόν Δικαστήριο, εξετάζει θέμα μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του κατηγορούμενου για αδικήματα όπως της παρούσας υπόθεσης, μόνο σε περίπτωση έγερσης της υπεράσπισης του άρθρου 91Β
(3)(β) του Κεφ. 6. Το κατά πόσο η εγερθείσα υπεράσπιση θα έχει επιτυχία κρίνεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων Γιαννάκης Ευαγγέλου ν. Κωστάκης Κουρέας & Υιός Λτδ (βλ.ανωτέρω). Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω αλλά και των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπεράσπιση που του παρέχει το άρθρο 91 Β
(3)(β) του Κεφ. 6. Καταρχάς η εν λόγω διάταξη εναποθέτει στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι η οικονομική του κατάσταση έχει μεταβληθεί από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Η μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί περί τούτου είναι η ένορκη δήλωση που περιέχεται στην αίτηση, τεκμήριο 3, η οποία όμως ουδέν αναφέρει προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού. Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του τεκμηρίου 3 ο κατηγορούμενος-ενόρκως δηλών αναφέρει ότι το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων παραγνώρισε ότι δεν μπορούσε να εργαστεί λόγω προβλημάτων υγείας και συντηρείτο μαζί με την οικογένεια του από το Γραφείο Ευημερίας. Στην παράγραφο 5 μάλιστα της αίτησης του που κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 επικαλείται και επισυναπτόμενο τεκμήριο το οποίο όμως δεν επισυνάπτεται. Επίσης σχετικά με τα προβλήματα υγείας επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά τη δικάσιμο εννοώντας στην διαδικασία εξέτασης της αίτησης του. Ως εκ τούτου δεν έχει τεθεί οτιδήποτε το οποίο να αποδεικνύει την μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του κατηγορούμενου. Τα όσα ισχυρίζεται στο τεκμήριο 3, πέραν του γεγονότος ότι δεν είναι επαρκή χωρίς να αποφαίνομαι ότι ευσταθούν ή όχι, υπήρχαν και κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων όπου ο κατηγορούμενος ήταν παρών. Πέραν τούτου το άρθρο 91 Β
(3)(β) θέτει ως στοιχείο για την επίκληση της υπεράσπισης που παρέχει, ότι δηλαδή μεταβλήθηκε η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη από την ημερομηνία εκδόσεως του διατάγματος και την ειδοποίηση γι΄ αυτό το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου προς τούτο.Το γεγονός ότι η αίτηση ημερομηνίας 30.4.2009 κατατέθηκε ως τεκμήριο δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι κοινοποιήθηκε και στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει την υπεράσπιση του άρθρου 91 Β
(3)(β) στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Συνεπώς βρίσκω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.).............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Private Criminal / Final Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική - Τελική- Πράξη Καταδολίευσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.