← Κύπρος

Αναφορικά με τον Adam Flejszar, Αρ. Αίτησης: 4/09, 11.11.2009

Αναφορικά με τον Adam Flejszar, Αρ. Αίτησης: 4/09, 11.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B175 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 4/09 Aναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο του 2004 (Ν.133

(1)/04) και Αναφορικά με τον Adam Flejszar από την Πολωνία Εκζητούμενο ---------------------- 11.11.2009 Για Κεντρική Αρχή: κα Λοϊζίδου Για Εκζητούμενο: κ. Ε. Αναστασίου (για να ακούσει απόφαση η κα Καρεκλά) Εκζητούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 8.10.2009 εναντίον του πιο πάνω αναφερόμενου (στο εξής «ο εκζητούμενος»), εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης, για σκοπούς εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (στο εξής «το ευρωπαϊκό ένταλμα») το οποίο εκδόθηκε στις 19.12.2008 από τo Regional Court in Gdansk, Πολωνίας. Ό,τι επιδιώκεται με την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος είναι η σύλληψη και παράδοση του εκζητούμενου στις αρχές της Πολωνίας, για σκοπούς εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο Βεϊχερόβο (District Court in Wejherowo) ως ακολούθως: I. Αρ. Υπόθεσης II Κ 182/02/R, ημερομηνία καταδίκης 6.11.2002, ποινή φυλάκισης 10 μηνών. ΙΙ. Αρ. Υπόθεσης II Κ 432/02/R, ημερομηνία καταδίκης 26.4.2003, ποινή φυλάκισης ενός έτους και 6 μηνών αντίστοιχα. Επισημαίνεται ότι τα παραπάνω γεγονότα καθώς και διάφορα άλλα, σε μέρος των οποίων θα αναφερθώ στη συνέχεια, είτε δεν αμφισβητούνται, είτε έχουν γίνει ρητά παραδεκτά από τον εκζητούμενο, είτε τέλος, προκύπτουν από τα στοιχεία που συνθέτουν τη δικογραφία. Ο εκζητούμενος δε συγκατατέθηκε στην παράδοσή του, οπότε και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία, εξ' ου και η παρούσα απόφαση. Για να γίνει κατανοητή η ουσία των λόγων ένστασης του εκζητούμενου στην εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος, αναγκαιεί να αναφερθούν τα εξής: O εκζητούμενος, βασικά, προτού τοποθετηθεί στο επίδικο αίτημα των πολωνικών αρχών, έθεσε προκαταρκτικά τον ισχυρισμό, ότι οι δύο ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν, η εκτέλεση των οποίων αποτελεί την αιτία έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος και κατ' επέκταση, το βάθρο θεμελίωσης του σχετικού αιτήματος εκτέλεσής του, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν ήταν άμεσες, αλλά με αναστολή. Είναι γεγονός, ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο σχετικής επιστολής, ημερομηνίας 9.10.2009, την οποία υπογράφει ο Πρόεδρος του 14ου Ποινικού Τμήματος του Περιφερειακού Δικαστηρίου στο Γκντάνσκ (βλ. το τεκμήριο Η, καθώς και τα τεκμήρια Θ και Θ1 - πιστή μετάφρασή του στα ελληνικά -) που είναι η δικαστική αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος και με τις δύο καταδικαστικές αποφάσεις που καλύπτονται από το ευρωπαϊκό ένταλμα, αρχικά, στον εκζητούμενο, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με αναστολή εκτέλεσης υπό όρους. Ωστόσο, αργότερα και συγκεκριμένα, στις 5.6.2006, το Επαρχιακό Δικαστήριο στο Βεϊχερόβο, με δύο τελεσίδικες αποφάσεις (μια για κάθε υπόθεση) διέταξε την εκτέλεση και των δύο ποινών φυλάκισης. Επειδή, παρά το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εκζητούμενου, κατά κάποιο τρόπο, εξέφρασε την επιθυμία να πληροφορηθεί τους όρους που συνόδευαν τις ανασταλείσες ποινές φυλάκισης, καθώς και τους λόγους που διατάχθηκε μετέπειτα η ενεργοποίησή τους, η κα Λοϊζίδου που εκπροσωπεί την Κεντρική Αρχή, μολονότι διατύπωσε τη θέση, ότι θα μπορούσα να αποφασίσω επί του αιτήματος των δικαστικών αρχών της Πολωνίας, με βάση τα ενώπιόν μου μέχρι τότε στοιχεία, εντούτοις, με πληροφόρησε ότι ζήτησε από την Κεντρική Αρχή της Δημοκρατίας, όπως, με τη σειρά της, ζητήσει από την αρμόδια αρχή της Πολωνίας, τα παραπάνω στοιχεία, σύμφωνα με την επιθυμία του εκζητούμενου. Επισημαίνεται ότι αυτά, έλαβαν χώρα στις 13.10.2009. Επειδή, μέχρι και τις 20.10.2009, τα υπό αναφορά στοιχεία δεν είχαν εξασφαλιστεί, μετά από σχετικό αίτημα του ευπαίδευτου δικηγόρου του εκζητούμενου, το οποίο και έγινε αποδεκτό, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση, κατά την οποία έδωσε μαρτυρία μόνο ο εκζητούμενος. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας του εκζητούμενου. Στο παρόν στάδιο, περιορίζομαι να δηλώσω, ότι, η ουσία της, έγκειται στον ισχυρισμό του, ότι και στις δύο καταδικαστικές αποφάσεις, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή εκτέλεσης, υπό τον όρο να τον επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα επιτηρητής, όρο τον οποίο, συνάγεται απ' τα όσα έχει καταθέσει, ότι έχει τηρήσει, αφού δεν του έχει τεθεί απαγόρευση εξόδου από τον Πολωνία. Στις 26.10.2009 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για τελικές αγορεύσεις, η κα Λοϊζίδου, παρουσίασε και νέα επιστολή του 14ου Ποινικού Τμήματος του Περιφερειακού Δικαστηρίου στο Γκντάνσκ, ημερομηνίας 14.10.2009, την οποία υπογράφει δικαστής του εν λόγω Δικαστηρίου (βλ. το τεκμήριο Λ) σύμφωνα με την οποία και στις δύο καταδικαστικές αποφάσεις, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εκζητούμενο αναστάληκε για περίοδο 4 ετών και ο εκζητούμενος τέθηκε υπό την επιτήρηση του κηδεμονευτικού λειτουργού. Επειδή όμως, προστίθεται, ο εκζητούμενος δε συμμορφώθηκε με το συγκεκριμένο όρο, διατάχθηκε η εκτέλεση και των δύο ποινών, δυνάμει δικαστικών αποφάσεων, ημερομηνίας 5.6.2006. Με την τελική του αγόρευση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εκζητούμενου, καταρχήν, ισχυρίστηκε ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα είναι άκυρο, ημιτελές και μη ανταποκρινόμενο με τους όρους του Νόμου 133
(1)/04. Ειδικότερα, ο κ. Αναστασίου προώθησε τις ακόλουθες θέσεις: (α) Έμμεσα, ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα, δεν ικανοποιεί την απαίτηση του άρθρου 4
(1)(γ) και (στ) του Νόμου. (β) Με αναφορά στο τεκμήριο Η (Θ - μέρος - και Θ 1) ότι δεν αναφέρονται οι όροι επιτήρησης και συγκεκριμένα, αν είχε τεθεί στον εκζητούμενο και ο όρος της απαγόρευσης εξόδου του από την Πολωνία, ως επίσης, ότι δεν αναφέρεται ποιος όρος δικαιολογούσε την ενεργοποίηση των ποινών φυλάκισης. (γ) Ο εκζητούμενος δε γνωρίζει το περιεχόμενο των δύο αποφάσεων, δυνάμει των οποίων διατάχθηκε η ενεργοποίηση - εκτέλεση - των ποινών φυλάκισης. (δ) Οι δύο αποφάσεις δε δόθηκαν και εξακολουθεί να υπάρχει η ασάφεια, αβεβαιότητα και ακυρότητα του ευρωπαϊκού εντάλματος. (ε) Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του εκζητούμενου, ουδέποτε του απαγορεύθηκε η έξοδος από την Πολωνία, ως όρος που συνόδευε την απόφαση αναστολής της ποινής φυλάκισης. (στ) Η ενεργοποίηση των ποινών φυλάκισης, έγινε ερήμην του εκζητούμενου και χωρίς να ειδοποιηθεί για το σχετικό κίνδυνο. (ζ) Τόσο με την ενεργοποίηση των ποινών φυλάκισης, όσο και με το αίτημα των αρχών της Πολωνίας, δυνάμει ενός άκυρου και ημιτελούς ευρωπαϊκού εντάλματος, έχουν παραβιαστεί τα ατομικά δικαιώματα του εκζητούμενου. Η ουσία της αγόρευσης της κας Λοϊζίδου, κατατείνει στο συμπέρασμα, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να διατάξω την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος. Για να δώσω πλήρη εικόνα όσων έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, θα ήθελα να επισημάνω και τα εξής: Στις 3.11.2009 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για να δοθεί τελική απόφαση, υποβλήθηκε εκ μέρους της κας Λοϊζίδου αίτημα, όπως αποδεχθώ - μεταξύ άλλων - τις δύο αποφάσεις ημερομηνίας 5.6.2006 (βλ. τα τεκμήρια Μ 1 και 2 αντίστοιχα), δυνάμει των οποίων διατάχθηκε η εκτέλεση και των δύο ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο, επί των οποίων βασίζεται η έκδοση του υπό κρίση ευρωπαϊκού εντάλματος. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εκζητούμενου έφερε ένσταση στο σχετικό αίτημα, το οποίο ωστόσο αποδέχθηκα, με την ενδιάμεση απόφασή μου, ημερομηνίας 4.11.
  1. Μετά από αυτή την εξέλιξη, δόθηκε η ευκαιρία στους εκπροσώπους και των δυο πλευρών, εάν ήθελαν να επιχειρηματολογήσουν περαιτέρω, ωστόσο και οι δύο, περιορίστηκαν να υιοθετήσουν το περιεχόμενο των αρχικών αγορεύσεων. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση αρ. 120/09, ημερομηνίας 12.5.2009): «Η Κυπριακή Δημοκρατία, υλοποιώντας την υποχρέωση που επιβάλλει η Απόφαση - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ημερ. 13 Ιουνίου, 2002, σε σχέση με το «ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών» προχώρησε σε θέσπιση του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004 (Ν.133(I)/2004 (ο Νόμος). Η Ευρωπαϊκή Ένωση, είχε θέση ως στόχο, τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης, που συνεπάγεται την κατάργηση του συστήματος της έκδοσης προσώπων, τα οποία προσπαθούν να διαφύγουν τη δικαιοσύνη μεταξύ χωρών μελών, και την αντικατάσταση του από ένα σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών (αρ. 5 του προϊμίου της Απόφασης - Πλαίσιο). Ταυτοχρόνως επιδιώκετο η εισαγωγή ενός απλουστευμένου συστήματος παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων προσώπων, με στόχο την άρση της πολυπλοκότητας και του ενδεχομένου καθυστερήσεων που ενυπάρχουν στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Ως προς την πρόθεση του Συμβουλίου που εκδηλώθηκε με το Νόμο - Πλαίσιο σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2009, para.D.31.2 και στην υπόθεση Hadjametovic Πολιτική Έφεση αρ. 117/09, ημερ. 4.5.
  2. Το δε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που προβλέπει η Απόφαση-Πλαίσιο, χαρακτηρίζεται ως ο «ακρογωνιαίος λίθος» της δικαστικής συνεργασίας στον τομέα του ποινικού δικαίου, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών (άρθρο 6 προϊμίου). Συνακόλουθα οι πρόνοιες του Ν.133(I) /2004, θα πρέπει να διαβάζονται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του νόμου Πλαισίου, άρθρο 1 του Νόμου 133(I)/2004) ................................................................ Θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης και η συνήγορος της νομικής υπηρεσίας δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται για διαδικασία sui generis. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης τότε το εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί και το ένταλμα να εκτελεστεί. (άρθρ.12 του Νόμου). Αν δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του άρθρ.4, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση (άρθρ.13). Επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στη δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος.» Επισημαίνεται ακόμη και η πρώτη φράση, υπ' αριθμό
(10)από το προοίμιο της Απόφασης - Πλαίσιο, σύμφωνα με την οποία: «O μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών». Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, διαπιστώνω ότι: (α) Το επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα αποτελεί απόφαση δικαστικής αρχής, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εκδόθηκε με σκοπό τη σύλληψη και παράδοση του εκζητούμενου, ο οποίος βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ζητείται από την αρμόδια δικαστική αρχή της Πολωνίας που το εξέδωσε, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, για την εκτέλεση επιβληθεισών ποινών φυλάκισης (άρθρο 3(β) του Νόμου). Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από το ευρωπαϊκό ένταλμα (βλ. το τεκμήριο Γ1 που αποτελεί μετάφρασή του στα αγγλικά). Ούτε και αμφισβητείται από τον εκζητούμενο, οτιδήποτε από αυτά. (β) Το ευρωπαϊκό ένταλμα εκδόθηκε σύμφωνα με το νόμιμο τύπο (άρθρο 16
(1)του Νόμου). Βλ. το τεκμήριο Δ. (γ) Τόσο η ταυτότητα, όσο και η ιθαγένεια του εκζητούμενου, περιέχονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα (άρθρο 4
(1)(α) του Νόμου). Βλ. το μέρος Α. στο ευρωπαϊκό ένταλμα, υπό τον τίτλο «Information Regarding The Identity Οf The Requested Person.». Eν πάση περιπτώσει, υπάρχει ρητή δήλωση του εκζητούμενου (μέσω του δικηγόρου του) ότι είναι το πρόσωπο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα. (δ) Τα όσα σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)(β) του Νόμου, θα πρέπει να περιέχονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα, αναφέρονται στο μέρος Ι. αυτού. Τονίζεται ότι ούτε και αυτό το στοιχείο αμφισβητείται από τον εκζητούμενο. (ε) Σε σχέση με όσα σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)(γ) του Νόμου θα πρέπει να περιέχει το ευρωπαϊκό ένταλμα - εννοείται, με αναφορά σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση - παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης θα πρέπει να περιέχει μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης. Αποτελεί θέση του εκζητούμενου, ότι δεν ικανοποιείται η συγκεκριμένη απαίτηση του Νόμου, επειδή, μεταξύ άλλων, δεν του δόθηκαν οι δύο αποφάσεις. Επειδή, δεν είναι τελείως ξεκάθαρο, κατά πόσο ο κ. Αναστασίου που προέβαλε την παραπάνω θέση για λογαριασμό του εκζητούμενου, αναφερόταν στις δύο καταδικαστικές αποφάσεις, ημερομηνίας 6.11.2002 και 26.4.2003 ή στις δύο αποφάσεις ημερομηνίας 5.6.2006 (βλ. τα τεκμήρια Μ1 και 2), δυνάμει των οποίων διατάχθηκε η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο με τις πρώτες, τα όσα ακολουθούν, όπου απαιτείται, θα είναι με αναφορά και στις 4 αποφάσεις. Μια πρώτη - σημαντική παρατήρηση είναι ότι, σύμφωνα με τη σχετική διάταξη, το ένταλμα περιέχει: πρώτο, μνεία, δεύτερο, εκτελεστής και τρίτο, δικαστικής απόφασης. Πουθενά στο νόμο αναφέρεται, ότι θα πρέπει να περιέχεται στο ένταλμα είτε ακόμη να επισυνάπτεται, ολόκληρο το κείμενο - περιεχόμενο - της απόφασης. «Μνεία» κατά τον Μπαμπινιώτη, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, δεύτερη έκδοση, 2002, είναι η αναφορά που έχει το χαρακτήρα υπομνήσεως, ενώ, «αναφορά» κατά μια ερμηνεία (την πρώτη) είναι η απλή κατονομασία ή ονομαστική παράθεση (συχνά κατ' αντιδιαστολή προς την ανάλυση ή την επεξήγηση). Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη, ότι κατά τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εκζητούμενου, η ορθή λέξη είναι αναφορά και όχι μνεία, με δεδομένη την παραπάνω ερμηνεία της λέξης αναφορά, καθίσταται πρόδηλα φανερό, πόσο αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός, ότι επειδή δεν έχουν δοθεί στον εκζητούμενο μα ούτε και περιέχονται στα σχετικά έγγραφα που συνοδεύουν το ευρωπαϊκό ένταλμα οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις, πάσχει το ευρωπαϊκό ένταλμα. Αναφορικά με τις δύο αποφάσεις ημερομηνίας 5.6.2006 καθώς ήδη έχει αναφερθεί εν τέλει, τέθηκαν ενώπιόν μου, ενώ αντίγραφό τους δόθηκε και στον εκζητούμενο. Προστίθεται και τούτο· σύμφωνα με το Άρθρο 8 1. (γ) της Απόφασης - Πλαίσιο, ό,τι απαιτείται να περιέχει το ευρωπαϊκό ένταλμα είναι ένδειξη ότι υπάρχει εκτελεστή απόφαση. Κατά τον Μπαμπινιώτη, πάντοτε, «ένδειξη», είναι οτιδήποτε καταδεικνύει (κάτι) ή λειτουργεί ως επιβεβαίωση, επικύρωση (πράγματος, γεγονότος, κατάστασης κ.λ.π.). Θα έλεγα πως, απλή παραπομπή στο μέρος Β. του ευρωπαϊκού εντάλματος, ικανοποιεί πλήρως την απαίτηση του άρθρου 4
(1)(γ) του Νόμου, για μνεία των δύο καταδικαστικών αποφάσεων, αφού, στο συγκεκριμένο μέρος, κάτω από τον τίτλο «Decision On Which The Warrant Is Based» γίνεται αναφορά στις δύο καταδικαστικές αποφάσεις, στο Δικαστήριο που τις εξέδωσε και πότε, αλλά και στο πλαίσιο ποιων υποθέσεων εκδόθηκαν. Ότι πρόκειται για δικαστικές και οι δύο αποφάσεις με τις οποίες καταδικάστηκε ο εκζητούμενος, έχει ήδη αναφερθεί. Επειδή όμως αυτό δεν αρκεί και τούτο, επειδή η απόφαση θα πρέπει να είναι εκτελεστή, επισημαίνονται τα εξής: Είναι σαφές, ότι και οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις επί των οποίων βασίζεται η έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος, κατά το χρόνο έκδοσής τους δεν ήταν εκτελεστές, αλλά με αναστολή. Έγιναν εκτελεστές, όπως προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία του περιεχόμενου των τεκμηρίων Θ - μέρος -, Θ1 και Λ, με τις δύο τελεσίδικες αποφάσεις ημερομηνίας 5.6.2006, του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο Βεϊχερόβο (βλ. τα τεκμήρια Μ1 και 2), λόγω μη συμμόρφωσης του εκζητούμενου, με τον όρο για επιτήρηση από τον κηδεμονευτικό λειτουργό, που συνόδευε την αναστολή της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το ίδιο δικαστήριο (στο Βεϊχερόβο) και στις δύο υποθέσεις. Επειδή, μπορεί να λεχθεί, ότι θα έπρεπε να αναφέρεται εξ υπαρχής στο ευρωπαϊκό ένταλμα, ότι οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις, αρχικά, ήταν με αναστολή, κάτι που δε συμβαίνει, άρα πάσχει το ευρωπαϊκό ένταλμα, μια τέτοια θέση, δε μπορεί να είναι βάσιμη, αφού, συνάγεται από το άρθρο 21
(2)του Νόμου, το οποίο πραγματεύεται το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πηγασίου, ανωτέρω, ότι, ακόμη και να μην αναλάμβανε την πρωτοβουλία η εκπρόσωπος της Κεντρικής Αρχής να προσκομίσει τα τεκμήρια Θ και Λ, είχα το δικαίωμα, κυρίως όμως, την υποχρέωση, να ζητήσω αυτεπάγγελτα, οποτεδήποτε, πριν από την έκδοση της απόφασης, οποιοδήποτε συμπληρωματικό στοιχείο μέσω της Κεντρικής Αρχής, το οποίο θα μου επέτρεπε να αποφασίσω, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15 του Νόμου. Για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό της Πηγασίου, κάτι τέτοιο, θα αποτελούσε για μένα «προστακτική ανάγκη». (στ) Αναφορικά με τη φύση και νομικό χαρακτηρισμό των αξιόποινων πράξεων, μολονότι δεν έχει προβληθεί εκ μέρους του εκζητούμενου ισχυρισμός ότι δεν υφίσταται το εν λόγω προαπαιτούμενο (άρθρο 4
(1)(δ) του Νόμου), παραπέμπω απευθείας στο σχετικό μέρος Ε.
  1. και Ε.
  2. του ευρωπαϊκού εντάλματος, προς απόδειξη ότι υφίσταται. (ζ) Όλα τα προαπαιτούμενα κατά το άρθρο 4
(1)(ε) του Νόμου, περιέχονται στο μέρος Ε.2. του επίδικου ευρωπαϊκού εντάλματος. (η) Από το συνδυασμό όσων αναφέρονται στα Μέρη Β. και C. του ευρωπαϊκού εντάλματος, με το περιεχόμενο σχετικού παραδεκτού γεγονότος, ημερομηνίας 3.11.2009, προκύπτει η επιβληθείσα ποινή και στις δύο υποθέσεις επί των οποίων βασίζεται η έκδοση του εντάλματος, που είναι η ίδια με την προς έκτιση ποινή (άρθρο 4
(1)(στ) του Νόμου). Συγκεκριμένα, φυλάκιση 10 μηνών στην υπόθεση II K 182/02/R και ενός έτους και 6 μηνών αντίστοιχα, στην υπόθεση II K 432/02/R. (θ) Παρότι δεν αποτελεί κατ' ανάγκη προαπαιτούμενο, εντούτοις, στο επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα, προς ικανοποίηση και της «απαίτησης» του άρθρου 4
(1)(ζ) του Νόμου, αναφέρεται και η ημερομηνία παραγραφής των επιβληθεισών ποινών και στις δύο υποθέσεις. Βλ. το σχετικό Μέρος F. στο ένταλμα. (ι) Μολονότι επίσης, δεν αμφισβητείται από τον εκζητούμενο, κρίνω ότι πληρείται και η προϋπόθεση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος, σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)(β) του Νόμου. Οι ποινές φυλάκισης 10 μηνών και ενός έτους και 6 μηνών αντίστοιχα που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο για τις διάφορες αξιόποινες πράξεις του, με τις δύο καταδικαστικές αποφάσεις από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο Βεϊχερόβο Πολωνίας - κράτος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος - ικανοποιούν και αυτή την απαίτηση του Νόμου. Ούτε και νομίζω να χρειάζεται να εξετάσω κατά πόσο τα διάφορα άλλα στοιχεία που περιέχονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα είναι σύμφωνα με τις άλλες πρόνοιες του άρθρου 12 του Νόμου και τούτο γιατί, το ευρωπαϊκό ένταλμα εκδόθηκε από την αρμόδια δικαστική αρχή της Πολωνίας, με σκοπό τη σύλληψη και παράδοση του εκζητούμενου στη συγκεκριμένη χώρα, για να εκτίσει τις δύο ποινές που του επιβλήθηκαν και όχι για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του, για τις διάφορες αξιόποινες πράξεις που αποτελούν το πραγματικό στοιχειοθέτησης των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε. (κ) Δεν έχει προβληθεί μα ούτε και υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος υποχρεωτικής ή προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 13 και 14 του Νόμου, ενώ, ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 15 υφίστανται. Προτού καταλήξω, θα ήθελα να προβώ και σε μερικές ακόμη παρατηρήσεις - επισημάνσεις, υπό μορφή απάντησης, κατ' αντιστοιχία, προς τις διάφορες θέσεις που προέβαλε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εκζητούμενου με την αγόρευσή του, προκειμένου να αιτιολογήσει την ένστασή του στην εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος. Ειδικότερα: (α) Κατά πόσο το ευρωπαϊκό ένταλμα, περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 4 του Νόμου, έχει ήδη κριθεί· η απάντηση είναι καταφατική. (β) Προκύπτει από το περιεχόμενο των τεκμηρίων Θ και Θ1, ότι ο μόνος όρος που συνόδευε την αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εκζητούμενο και στις δύο υποθέσεις, είναι η επιτήρησή του από τον κηδεμονευτικό λειτουργό. Επομένως, η θέση ότι δεν αναφέρεται στα εν λόγω τεκμήρια, κατά πόσο υπήρχε όρος απαγόρευσης της άδειας εξόδου του από την Πολωνία, είναι άνευ σημασίας. Ο όρος που συνόδευε την αναστολή, ήταν συγκεκριμένος. Για να επαναλάβω, πρόκειται για επιτήρηση από τον κηδεμονευτικό λειτουργό. Ούτε η θέση πως δεν αναφέρεται στα ίδια τεκμήρια, ποιος όρος δικαιολογούσε την ενεργοποίηση των ποινών φυλάκισης είναι ορθή. Σαφέστατα, αναφέρεται στο τεκμήριο Λ, ότι διατάχθηκε η εκτέλεση και των δύο ποινών, λόγω μη συμμόρφωσης του εκζητούμενου, με τον όρο που του είχε τεθεί για επιτήρηση από τον κηδεμονευτικό λειτουργό. Αυτό δε, έγινε στις 5.6.2006, με τις δύο τελεσίδικες αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο Βεϊχερόβο (βλ. τα τεκμήρια Μ1 και Μ2 - αυτούσιο το κείμενο των σχετικών αποφάσεων -). (γ) Μολονότι στο τεκμήριο Λ, αναφέρεται ότι εσωκλείονται αντίγραφα και των δύο αποφάσεων εκτέλεσης της ποινής, ημερομηνίας 5.6.2006, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν είχε συμβεί μέχρι και τις 3.11.2009, το γεγονός αυτό, ουδεμία επίπτωση μπορεί να έχει στην όλη διαδικασία, μα ούτε και επηρεάζει καθοιονδήποτε τρόπο το κύρος του ευρωπαϊκού εντάλματος. Τα όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με το στοιχείο 4
(1)(γ) του Νόμου, που θα πρέπει να περιέχει το ευρωπαϊκό ένταλμα, ισχύουν και για τις δύο αποφάσεις, δυνάμει των οποίων διατάχθηκε η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο. Η ουσία, έγκειται στο γεγονός, ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα, βασίζεται στις δύο καταδικαστικές αποφάσεις ημερομηνίας 6.11.2002 και 26.4.2003 αντίστοιχα και όχι στις δύο μεταγενέστερες, ημερομηνίας 5.6.2006, δυνάμει των οποίων διατάχθηκε η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε με τις πρώτες. Επειδή όμως, είναι γεγονός, ότι οι δύο τελευταίες, συνδέονται άμεσα με τις πρώτες, θεωρώ πως, τα όσα περιέχονται στα τεκμήρια Θ, Θ 1 και Λ, σε συνδυασμό, ικανοποιούν την απαίτηση του Νόμου για μνεία ή αναφορά ή ένδειξη (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία της Απόφασης - Πλαίσιο) περί της ύπαρξής τους. Προστίθεται και τούτο. Ο εκζητούμενος, είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει όπως προσκομιστούν όλα τα αναγκαία στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι δύο αποφάσεις δυνάμει των οποίων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης, είναι εκτελεστές. Αυτό έγινε, μάλιστα, με πρωτοβουλία της εκπροσώπου της Κεντρικής Αρχής, η οποία τροχοδρόμησε τις σχετικές διαδικασίες, που είχαν σαν αποτέλεσμα να τεθούν ενώπιόν μου καθώς και στη διάθεση του εκζητούμενου τα τεκμήρια Θ και Λ. Έχω τη βαθιά πεποίθηση, ότι οποιαδήποτε περαιτέρω απαίτησή του, εκτός του ότι θα ήταν αδικαιολόγητη και έκνομη, ούτε και θα εξυπηρετούσε σε οτιδήποτε την όλη διαδικασία, έχοντας υπόψη τη φύση και το σκοπό της. Απεναντίας, θα προσέβαλλε μάλλον το υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (επί του προκειμένου, μεταξύ Κύπρου και Πολωνίας) στο οποίο βασίζεται ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (βλ. άρ. 10 του προοιμίου της Απόφασης - Πλαίσιο). Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ πως, ίσως εκ του περισσού ζητήθηκε από τις αρχές της Πολωνίας οποιαδήποτε άλλη πληροφορία, εκτός από την αναγκαία, προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο είναι εκτελεστές οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις επί των οποίων βασίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα. Αυτό που θέλω να πω, είναι ότι, ακόμη και να μην είχαν διαβιβαστεί οι δύο αποφάσεις ημερομηνίας 5.6.2006, η τελική μου κρίση επί του σχετικού αιτήματος, θα ήταν η ίδια. (δ) Κατά πόσο απαγορεύθηκε στον εκζητούμενο η έξοδος από την Πολωνία, αποτελεί επίσης στοιχείο αδιάφορο, υπό την έννοια ότι, δεν προκύπτει από τα διάφορα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, ότι υπήρχε και παραβιάστηκε από αυτόν τέτοιος όρος και γι' αυτό διατάχθηκε η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν. Για να επαναλάβω, η εκτέλεση των ποινών διατάχθηκε, επειδή ο εκζητούμενος δε συμμορφώθηκε με τον όρο για επιτήρηση από τον κηδεμονευτικό λειτουργό. Αυτός ήταν ο όρος που συνόδευε την αναστολή και όχι η απαγόρευση εξόδου του από την Πολωνία. Λεπτομέρειες δε, δίδονται στις δύο αποφάσεις ημερομηνίας 5.6.2006. Και κάτι ακόμη. Κατά τη γνώμη μου, οι αρχές της Πολωνίας δεν είχαν υποχρέωση να θέσουν υπόψη μου το σκεπτικό της διαπίστωσής τους περί μη συμμόρφωσης του εκζητούμενου, με τον όρο για επιτήρηση από τον κηδεμονευτικό λειτουργό. Ό,τι απαιτείαι, για να επαναλάβω, είναι να προκύπτει από τα διάφορα στοιχεία ή πληροφορίες, ότι η δικαστική απόφαση είναι εκτελεστή, κάτι που έχει γίνει. Είναι γι' αυτό λοιπόν που θεωρώ, ότι ο εκζητούμενος, μάταια επιχείρησε να με πείσει με τη μαρτυρία του, ότι δεν του επιβλήθηκε όρος απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα με τις δύο καταδικαστικές αποφάσεις. Προχωρώντας παραπέρα, έχω τη γνώμη, πως ούτε και είναι ορθό να επιχειρείται, με αντιπαραβολή της μαρτυρίας του εκζητούμενου προς το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου προέρχεται από τη δικαστική αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος, η εξαγωγή συμπεράσματος, ασυμβίβαστου ή που να αναιρεί το περιεχόμενο κάθε τέτοιου εγγράφου, νοουμένου πάντοτε, πως δεν αμφισβητείται το κύρος του, οπότε, σε τέτοια περίπτωση, ό,τι περιέχεται σ' αυτό, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Άλλως πως, έχω την αίσθηση, ότι θα παραβιάζονταν, τόσο η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, που καθώς ήδη έχει αναφερθεί, με αναφορά και σε νομολογία (βλ. την Πηγασίου, ανωτέρω), έχει χαρακτηριστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως «ακρογωνιαίος λίθος» της δικαστικής συνεργασίας, όσο και το υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, επί του οποίου βασίζεται ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (βλ. άρ. 1 και 10 προοιμίου της Απόφασης - Πλαίσιο). (ε) Κατά πόσο η εκτέλεση (ενεργοποίηση) των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο, διατάχθηκε ερήμην του και χωρίς να ειδοποιηθεί για το σχετικό κίνδυνο - ενεργοποίησης - αποτελεί επίσης στοιχείο αδιάφορο, καθότι, ο εκζητούμενος, καθ' ομολογία του ήταν παρών κατά τη διαδικασία έκδοσης των δύο καταδικαστικών αποφάσεων, επί των οποίων βασίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα και δεν πρόκειται ασφαλώς (αυτές) για τις δύο αποφάσεις ημερομηνίας 5.6.2006, με τις οποίες διατάχθηκε η εκτέλεση των ποινών που επιβλήθηκαν με τις πρώτες. Επομένως, δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας που μου παρέχει το άρθρο 15 του Νόμου, να διατάξω όπως η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, εξαρτηθεί από την τήρηση της προϋπόθεσης που θέτει το εδάφιο 1 του συγκεκριμένου άρθρου. Τέλος, δεν έχω αντιληφθεί κατά ποια έννοια έχουν παραβιαστεί τα ατομικά δικαιώματα του εκζητούμενου. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις (νομικές και πραγματικές) για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατά συνέπεια, διατάσσω την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του εκζητούμενου Adam Flejszar. Ο εκζητούμενος τίθεται υπό κράτηση. Κατά τα λοιπά, να εφαρμοστούν οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Η παρούσα, να κοινοποιηθεί χωρίς καθυστέρηση στη δικαστική αρχή έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. (Υπ.)............... Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Δ.Δ./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.