Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Teu Conservices Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22176/09, 11 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B176 Αρ. Υπόθεσης: 22176/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Teu Conservices Ltd, από την Λεμεσό
- Χριστάκης Χριστοφής, από το Πεντάκωμο
- Robin Robin από την Μπαγκλαντές Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου
- Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενους 1 & 2: κος Πισίας Για κατηγορούμενο 3: κος Σπηλιοτόπουλος Κατηγορούμενοι: Παρόντες Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 2 εργάζεται ως διευθυντής στην κατηγορουμένη 1 εταιρεία. Ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι και η πρόσληψη προσωπικού στο εργοστάσιο της 1ης κατηγορουμένης που βρίσκεται στον Ύψωνα. Αντιμετωπίζουν και οι δύο, την 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών κατά παράβαση του άρθρου 14(Β) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 1 & 2 την 21η Σεπτεμβρίου 2009 στον Ύψωνα, εργοδότησαν τον αλλοδαπό κατηγορούμενο 3 χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Παρομοίως, ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει την 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(κ) του Κεφ.
- Επιπλέον, ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει την 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης διαμονής στην Δημοκρατία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν στην Δημοκρατία ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι την 8.9.2005 οπόταν και απορρίφθηκε η Έφεση του προς την αναθεωρητική αρχή. Έκτοτε διαμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας χωρίς να εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την Δημόσιο κατήγορο, είναι συνοπτικά τα εξής: Στις 21.9.2009, μέλη της Υ.Α.Μ μετέβησαν σε εργοστάσιο κατασκευής λυόμενων σπιτιών ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης 1 εταιρείας μετά από πληροφορία ότι εκεί εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί. Εντόπισαν εντός του εργοστασίου τον κατηγορούμενο 3 να εργάζεται. Διαπίστωσαν ότι πρόκειται για αλλοδαπό από την Μπαγκλαντές που βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι τις 8.9.
- Την πιο πάνω ημερομηνία, απορρίφθηκε η έφεση που υπέβαλε στην αναθεωρητική αρχή εναντίον απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για πολιτικό άσυλο. Έκτοτε, διέμενε παράνομα στην Δημοκρατία. Διαπιστώθηκε επιπλέον ότι ο κατηγορούμενος 3 εργαζόταν στο εργοστάσιο χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Στο μέρος βρισκόταν και ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος είναι ο διευθυντής του εργοστασίου και το πρόσωπο που εργοδότησε τον κατηγορούμενο
- Αφού τους επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, οι κατηγορούμενοι 2 & 3 παραδέχθηκαν ενοχή στα αδικήματα που αντιμετωπίζουν. Τέλος, αναφέρθηκε από τον δημόσιο κατήγορο ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων 1 & 2, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου
- Σύμφωνα με αυτή, ο κατηγορούμενος 2 είναι 45 ετών έγγαμος και πατέρας τεσσάρων θυγατέρων 20, 17, 10 και 7 ετών αντίστοιχα. Πληροφορίες από το ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον αλλά και την κοινότητα στην οποία διαμένει, αναφέρουν ότι πρόκειται για άτομο που εκδηλώνει ενδιαφέρον για την οικογένεια του αλλά και για τα κοινά. Είναι μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Πεντακώμου και Πρόεδρος του Συνδέσμου Γονέων στο Δημοτικό Σχολείο Πεντακώμου όπου φοιτούν τα δύο μικρότερα παιδιά του. Σύμφωνα τέλος με την έκθεση, το περιστατικό για το οποίο κατηγορείται έχει προκαλέσει αναστάτωση τόσο στον ίδιο όσο και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Στην συνέχεια, ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, επισημαίνοντας ότι ο αλλοδαπός κατηγορούμενος 3, εργαζόταν νόμιμα στο παρελθόν στο εργοστάσιο της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής λυόμενων οικιών. Αποχώρησε από την εργασία του όταν έληξε το συμβόλαιο του. Η παράνομη εργοδότηση του, έγινε λόγω έκτακτης ανάγκης μετά από ασθένεια άλλου υπαλλήλου της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, ο οποίος απασχολείτο σε εξειδικευμένη εργασία την οποία μόνο ο ίδιος και ο κατηγορούμενος 3 μπορούσαν να εκτελέσουν. Η εργοδότηση έγινε κατά τον συνήγορο χωρίς πρόθεση συνέχειας και από σφάλμα του κατηγορουμένου 2, ο οποίος δεν έλεγξε κατά πόσον είχε λήξει η άδεια παραμονής του κατηγορουμένου
- Ο κατηγορούμενος 2 κατά τον συνήγορο, έχει αντιληφθεί πλήρως την σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο έχει μεταμεληθεί. Έχει συνεργαστεί πλήρως με την αστυνομία και δεν έχει απασχολήσει τις αρχές για κανένα αδίκημα στο παρελθόν. Ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής στο εργοστάσιο της κατηγορουμένης εταιρείας 1 εταιρείας αλλά δεν είναι μέτοχος της. Με την έννοια αυτή δεν έχει ο ίδιος αποκομίσει όφελος από την διάπραξη του αδικήματος παρότι είχε εξουσία πρόσληψης προσωπικού και ήταν το πρόσωπο που εργοδότησε τον κατηγορούμενο
- Όσον αφορά τις προσωπικές του συνθήκες, ο συνήγορος έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι πατέρας 4 παιδιών, τρία από τα οποία είναι ανήλικα. Οικονομικά η οικογένεια βασίζεται εξ' ολοκλήρου στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος επιπλέον είναι επιφορτισμένος κάθε απόγευμα να μεταφέρει τις τρεις ανήλικες κόρες του σε διάφορα φροντιστήρια στην Λεμεσό. Η γυναίκα του είναι επιφορτισμένη με την φροντίδα της αδελφής του, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Η παρούσα υπόθεση κατά τον συνήγορο, έχει προξενήσει σοβαρή αναστάτωση στην οικογένεια του κατηγορουμένου ιδιαίτερα στις ανήλικες του κόρες, οι οποίες χρειάστηκαν την ψυχολογική υποστήριξη των δασκάλων τους. Τέλος, ο συνήγορος ζήτησε από το Δικαστήριο στην περίπτωση που προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όπως ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για αναστολή της ποινής λόγω των περιστατικών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 3 στην δική του αγόρευση, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη του και στις προσωπικές του συνθήκες όπως αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Σύμφωνα με αυτή, ο κατηγορούμενος 3 κατάγεται από την Μπαγκλαντές και είναι άγαμος, ηλικίας 29 ετών. Έφτασε στην Κύπρο το 2003 μέσω των μη ελεγχομένων από την Δημοκρατία περιοχών και εγκαταστάθηκε στην επαρχία Λεμεσού. Απασχολείτο περιστασιακά σε διάφορους εργοδότες και υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο, η οποία όμως απορρίφθηκε από τις αρμόδιες αρχές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, προκύπτει κατ' αρχάς από τις υπό του Νόμου προβλεπόμενες ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 14(Β) του Κεφ. 105, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων και/ή πρόστιμο £5000,00 (το ισόποσο σήμερα σε Ευρώ). Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)(κ) του Κεφ. 105, το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος από αλλοδαπό χωρίς άδεια που διέπραξε ο 3ος κατηγορούμενος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δώδεκα μήνες. Τέλος, το αδίκημα της παράνομης διαμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας, το οποίο επίσης παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος 3, επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες σύμφωνα με το άρθρο 19(λ) του Κεφ. 105. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α
(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Τα υπό κρίση αδικήματα είναι σε έξαρση. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι καθημερινά τα Δικαστήρια μας κατακλύζονται από υποθέσεις αυτής της φύσης, τις οποίες επιλαμβάνονται εκτάκτως λόγω της εμπλοκής αλλοδαπών κατηγορουμένων σύμφωνα με σχετική εγκύκλιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν υπάρχει εργάσιμη μέρα που να μην ζητηθεί από την αστυνομία, η έκτακτη καταχώρηση υποθέσεων για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών, αναγκάζοντας τα Ποινικά Δικαστήρια να διακόψουν την προγραμματισμένη ροή της ποινικής διαδικασίας προκειμένου να επιληφθούν καθηκόντως των υποθέσεων αυτών. Το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση του γεγονότος τούτου από τον συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό υποθέσεων αυτής της φύσης που καταχωρούνται ενώπιον του επί καθημερινής βάσης. Η μεγάλη συχνότητα με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα που παραδέχθηκαν οι κατηγορούμενοι, επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών. Η σοβαρότητα των αδικημάτων λόγω της φύσης τους αλλά και της έξαρσης με την οποία εμφανίζονται, προκύπτει και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285, παραμερίστηκε από το Εφετείο χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, αντικαθιστώντας το με ποινή άμεσης φυλάκισης 2 μηνών. Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω στην σελίδα 297: « Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι ανεκτός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά και στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, γίνεται εκτενής αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Τονίζεται επίσης ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψιν ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη, είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Υιοθετήθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, 558. «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύει με απόλυτη σαφήνεια, την θέση της νομολογίας ότι σε αυτού του είδους τα αδικήματα, είναι ενδεδειγμένη η αποτρεπτική ποινή. Αναφέρω χαρακτηριστικά τις πιο κάτω αποφάσεις: Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74 το Πρωτόδικο Δικαστήριο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, επέβαλε σε κατηγορούμενο εστιάτορα που παραδέχθηκε ενοχή και είχε λευκό ποινικό μητρώο, ποινή προστίμου £350,00. Στην έφεση που ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, το πρόστιμο παραμερίστηκε και η φυλάκιση κρίθηκε από το εφετείο αναπόφευκτη. Επιβλήθηκε έτσι από το Ανώτατο Δικαστήριο, ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304 όπου σε κάτοχο μπυραρίας, ο οποίος ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, είχε παραδεχθεί ενοχή και ήταν λευκού ποινικού μητρώου, χρηματική ποινή £400,00 που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, ποινή προστίμου £500,00 που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε κατηγορούμενο που εργοδότησε αλλοδαπό και παραδέχθηκε ενοχή με καθαρό ποινικό μητρώο, αντικαταστάθηκε από το εφετείο με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Παρομοίως στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 όπου χρηματική ποινή £400,00 σε ιδιοκτήτη εστιατορίου που εργοδοτούσε παράνομα δύο αλλοδαπές, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Να αναφερθεί εδώ ότι στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα επικριτικό κατά της πρωτόδικης απόφασης, χαρακτηρίζοντας την πρωτόδικη ποινή ανεξήγητη και αντινομική και ότι ήταν μεγάλο σφάλμα αρχής. Η δικαιολογία δε που είχε αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν επέβαλλε χρηματική ποινή £400,00 ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, είχε καθαρό ποινικό μητρώο και ήταν πατέρας τριών παιδιών, χαρακτηρίστηκε ως ισχνή. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι στην υπόθεση αυτή, ο κατηγορούμενος προέβαλε και ισχυρισμό ότι έπασχε από διαβήτη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γραμματικού (ανωτέρω) επιβλήθηκε πρόστιμο £500,00 σε εργολάβο που παραδέχθηκε ενοχή και ήταν χωρίς εγκληματικό παρελθόν. Ο εργολάβος είχε εργοδοτήσει μόνο για λίγες μέρες ένα αλλοδαπό και μάλιστα κατόπιν παράκλησης του αλλοδαπού. Η ποινή προστίμου αντικαταστάθηκε από το Εφετείο με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Ο κατάλογος των υποθέσεων είναι ατέλειωτος και δεν σκοπεύω να αναφερθώ σε όλες τις αποφάσεις ξεχωριστά. Αυτό όμως που προκύπτει ξεκάθαρα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι η έξαρση του αδικήματος είναι σε τέτοια επίπεδα που η ποινή προστίμου δεν εξυπηρετεί σε καμία περίπτωση τους σκοπούς του Νόμου. Θα τελειώσω, τονίζοντας ότι η σοβαρότητα του αδικήματος προκύπτει και από την ίδια τη φύση της παράνομης εργοδότησης καθότι εμπεριέχει πάντοτε τον κίνδυνο εκμετάλλευσης του παρανόμως εργοδοτούμενου αλλοδαπού που κατά τεκμήριο είναι και το αδύνατο μέρος της παράνομης αυτής συμπεριφοράς. Η λεγόμενη «εν κρυπτώ απασχόληση», σημαίνει στην ουσία ότι ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός, στερείται όλων εκείνων των ωφελημάτων που όλοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι σε αυτό τον τόπο έχουν με θυσίες κερδίσει. Παράνομη εργοδότηση, σημαίνει ότι η πολιτεία δεν μπορεί να ελέγξει τις συνθήκες εργασίας ούτε αν τηρούνται οι κανονισμοί περί ελάχιστου ορίου αμοιβής, ωρών εργασίας, παροχής κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων αδειών και ωφελημάτων που δικαιούνται οι εργαζόμενοι. Κατά την κρίση μου, εκεί έγκειται η σοβαρότητα του αδικήματος για την πλευρά του εργοδότη, στο ότι η παράνομη εργοδότηση, του δίδει ταυτόχρονα το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τους παρανόμως εργοδοτούμενους αλλοδαπούς, τους οποίους εργοδοτεί κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες από τις αρμόδιες αρχές. Και η σοβαρότητα αυτή δεν μειώνεται κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς και αν βρίσκεται ο εργοδοτούμενος αλλοδαπός στην Κύπρο, είτε φοιτητής είναι, είτε αιτητής πολιτικού ασύλου, είτε παράνομος μετανάστης. Είναι δε γεγονός ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται παράνομα πολλοί αλλοδαποί, προσομοιάζουν με σύγχρονη δουλεία που δεν αρμόζει σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου όπως είναι η Κύπρος. Ανάλογα, αυστηρή φαίνεται να είναι η αντιμετώπιση των παραβατών που διαπράττουν αδικήματα όπως αυτά που ο κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε στην παρούσα υπόθεση. Και στις περιπτώσεις αλλοδαπών που παρανομούν καθ' υπέρβαση των σχετικών προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, (Κεφ.105), η επιλογή ποινής στερητικής της ελευθερίας δεν φαίνεται να αποτελεί ασύνηθες μέτρο. Στην υπόθεση Wilesinge ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 560, ποινή φυλάκισης 5 μηνών σε αλλοδαπό που η άδεια του είχε λήξει, ενώ ο ίδιος είχε παραμείνει στη Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(λ) του Κεφ. 105, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421, λέχθηκε ότι τα αδικήματα αυτά πρέπει να τιμωρούνται με αποτρεπτικές ποινές. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 429 της πιο πάνω απόφασης: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» Ελαφρυντικοί παράγοντες Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη όλα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο όλων των κατηγορουμένων, στοιχείο που τους δίνει το δικαίωμα να αιτούνται για πρώτη φορά, την επιείκεια του Δικαστηρίου. Λαμβάνεται επίσης υπόψη, η παραδοχή τους τόσο στο Δικαστήριο όσο και στην αστυνομία, γεγονός που δείχνει την έμπρακτη μεταμέλεια τους. Για τον κατηγορούμενο 2 θα λάβω υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες όπως εκτίθενται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας αλλά και όπως έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι είναι πατέρας τεσσάρων παιδιών, τα τρία από τα οποία είναι ανήλικα. Λαμβάνω επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είναι ιδιοκτήτης του εργοστασίου στο οποίο εργοδότησε παράνομα τον κατηγορούμενο 3 με την έννοια ότι ο ίδιος δεν απεκόμισε κανένα οικονομικό όφελος από την διάπραξη του αδικήματος. Από την άλλη δεν μπορεί να μην σημειωθεί ότι ήταν το πρόσωπο που εργοδότησε παράνομα εκ μέρους της κατηγορουμένης 1 εταιρείας τον κατηγορούμενο
- Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της υπεράσπισης ότι αμέλησε με το να μην ελέγξει κατά πόσον ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο. Ακόμη και στην περίπτωση που ο αλλοδαπός βρισκόταν νόμιμα στην Δημοκρατία, ο κατηγορούμενος 2 όφειλε να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές για να τον εργοδοτήσει όπως έπραξε στο παρελθόν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Δικηγόρου του. Αντί αυτού όμως, επέλεξε να τον εργοδοτήσει παράνομα, διακινδυνεύοντας το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος 3 να βρισκόταν παράνομα στην Δημοκρατία. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3 θα λάβω υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες όπως αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας αλλά και όπως εκτέθηκαν στο Δικαστήριο από τον συνήγορο υπεράσπισης του. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων ως εκτίθεται ανωτέρω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Έχω την αίσθηση ότι οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Είναι γεγονός ότι ποινή στερητική της ελευθερίας ενός ατόμου εκτός του ότι επηρεάζει τον ίδιο τον κατηγορούμενο έχει κατά προέκταση σοβαρά επακόλουθα στο άμεσα οικογενειακό του περιβάλλον και τους εξαρτώμενους από αυτόν. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για πατέρα ανήλικων παιδιών όπως ο κατηγορούμενος. Από την άλλη μεριά δεν μπορεί να αγνοηθεί η συχνότητα και η φύση του αδικήματος για το οποίο σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία απαιτείται αποτρεπτική ποινή. Γι' αυτό σε μια εποχή που τα υπό κρίση αδικήματα κατάντησαν σύγχρονη μάστιγα, προξενώντας πολλαπλά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα στον τόπο, τα Δικαστήρια έχουν καθήκον έχοντας υπόψη και τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων να επιβάλλουν ποινές που να είναι αποτρεπτικές επανάληψης τόσο από τους ίδιους όσο και άλλους και που θα τόνιζαν έτσι τη σοβαρότητα των αδικημάτων αυτής της φύσης. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων και τους μετριαστικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, επιβάλω στους κατηγορουμένους τις πιο κάτω ποινές: Στην κατηγορουμένη 1 εταιρεία · στην 1η κατηγορία:- Ποινή προστίμου €2000,
- Στον κατηγορούμενο 2 · στην 1η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Στον κατηγορούμενο 3 · στην 2η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης ενός μηνός. · Στην 3η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Για τον κατηγορούμενο 3 οι ποινές να συντρέχουν. Για τους κατηγορούμενους 2 & 3 οι ποινές να ξεκινούν από 10.11.2009, ημερομηνία που τέθηκαν υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας. Θα εξετάσω στην συνέχεια την πιθανότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης του κατηγορουμένου 2 αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή ποινής φυλάκισης που επέβαλε στον κατηγορούμενο. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Τόσο τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων όσο και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου 2, λήφθηκαν υπόψη στην δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής. Συνεπακόλουθα, οι επιβληθείσες ποινές να εκτελεστούν άμεσα. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχ. Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο