Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σταύρου Παπαδήμα, Αρ. Υπόθεσης: 15998/08, 13 Νοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15998/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή v Σταύρου Παπαδήμα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Νοεμβρίου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Κονναρής. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα τις ακόλουθες: 1η κατηγορία: Ότι την 18η Μαρτίου 2007 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KPH445 στην οδό Τζελάλ Μπαγιάρ στην Λεμεσό αλόγιστα, απερίσκεπτα και επικίνδυνα για το κοινό, 2η κατηγορία: Ότι οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα που αναφέρεται στην 1η κατηγορία χωρίς να έχει τοποθετημένες μπροστά και πίσω τις πινακίδες εγγραφής του οχήματος και 3η κατηγορία: Ότι οδηγούσε το ρηθέν όχημα με ελαττωματικό σιγαστήρα. Στις 15/9/2009 ο κατηγορούμενος ζήτησε και πήρε άδεια από το Δικαστήριο και άλλαξε απάντηση στη 2η κατηγορία από μη παραδοχή σε παραδοχή και η κατηγορούσα αρχή την ίδια μέρα ζήτησε και της δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο και απέσυρε την 3η κατηγορία με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαχθεί από αυτή. Έτσι για σκοπούς ακρόασης παρέμεινε μόνο η 1η κατηγορία. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της 1ης κατηγορίας κάλεσε δύο μάρτυρες, τον ΜΚ1 αστ. 3029 Η. Ηλία και τον ΜΚ2 αστ. 2849 Γ. Κώστα. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, Τεκμήριο Α, στην οποία αναφέρει ότι περί τις 01:50 της 18ης Μαρτίου 2007 ενώ βρισκόταν στην οδό Τζελάλ Μπαγιάρ στη Λεμεσό για έλεγχο τροχαίας αντελήφθηκε ένα όχημα, που είχε κατεύθυνση προς Ζακάκι, να προσπερνά επικίνδυνα σε στροφή του δρόμου τρία προπορευόμενα του οχήματα χωρίς να έχει ορατότητα, αναγκάζοντας έτσι όχημα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση να ελαττώσει ταχύτητα και να προβεί σε απότομο ελιγμό αριστερά σύμφωνα με την πορεία του για να αποφύγει μετωπική σύγκρουση με το εν λόγω όχημα. Αμέσως έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος που προσπερνούσε για να σταματήσει, πράγμα το οποίο ο τελευταίος έπραξε. Όταν το όχημα σταμάτησε πρόσεξε ότι δεν έφερε πινακίδες εγγραφής σε κανένα σημείο του. Από εξετάσεις στις οποίες προέβη διαπίστωσε ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος. Του ανέφερε ότι μεταξύ άλλων τον σταμάτησε διά τον λόγο ότι οδηγούσε αλόγιστα και επικίνδυνα και χωρίς πινακίδες εγγραφής. Του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε "εβιάζουμου". Μετά την απάντηση του κατηγορουμένου τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στον Νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε "τι να πω;" Ακολούθως μετέφερε το όχημα και τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών για περαιτέρω εξετάσεις και εξακρίβωση των στοιχείων του οχήματος. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι συνέλαβε τον κατηγορούμενο διότι οι οδηγίες που έχει από τους προϊσταμένους του είναι να συλλαμβάνει τους οδηγούς που διαπράττουν το αδίκημα της αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης οδήγησης και διότι ο ίδιος υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας στη Λευκωσία και όταν προβαίνει σε έλεγχο σε άλλες πόλεις δεν διερευνά ο ίδιος τις καταγγελίες στις οποίες προβαίνει αλλά παραδίδει τους οδηγούς στον κατά τόπο υπεύθυνο Αστυνομικό Σταθμό, αστυνομικός του οποίου αναλαμβάνει τη διερεύνηση και κατηγορία στην περίπτωση που προκύπτει διάπραξη αδικήματος. Ερωτηθείς για το πώς είναι δυνατό εντός 25 μέτρων να προσπεράσει ένα αυτοκίνητο του ιδίου τύπου με αυτό που οδηγούσε ο κατηγορούμενος τρία προπορευόμενα οχήματα και να καταφέρει εντός 60 μέτρων να σταματήσει σε σημείο πριν το σημείο που ο ίδιος στεκόταν, απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να θυμάται αν ο κατηγορούμενος σταμάτησε μπροστά του ή αν σταμάτησε σε κάποια απόσταση μετά από το σημείο στο οποίο στεκόταν και ότι ο κατηγορούμενος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα αλλά δεν είχε συσκευή ραντάρ μαζί του και έτσι δεν μπορούσε να γνωρίζει την πραγματική ταχύτητα του οχήματος του. Δεν δέχθηκε τη θέση που του υποβλήθηκε ότι σταμάτησε τον κατηγορούμενο επειδή δεν είχε πινακίδες και για κανένα άλλο σκοπό και επέμεινε ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι αυτά που αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο Α. Εξέφρασε άγνοια ως προς το κατά πόσον το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος παραδόθηκε περί τις 2:00 π.μ. της 18ης Μαρτίου 2007 στον πατέρα του κατηγορουμένου λέγοντας ότι με το που παρέδωσε το εν λόγω όχημα και τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών, έγραψε την κατάθεση του και έφυγε. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε τις πινακίδες εγγραφής στο ταμπλό του οχήματος που οδηγούσε λέγοντας ότι αν έτσι είχαν τα πράγματα θα το έγραφε στην κατάθεση του. Το ίδιο θα έπραττε και στην περίπτωση που η συμπεριφορά του κατηγορουμένου ήταν απρεπής και άρα αφού δεν ανέφερε τίποτα στην κατάθεση του περί τούτου αυτό σημαίνει ότι η συμπεριφορά του τελευταίου ήταν "εντάξει". Τέλος δεν θυμόταν αν στο σταθμό έγινε συζήτηση για το κατά πόσον το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν κλοπιμαίο, χωρίς ωστόσο να αποκλείσει το γεγονός αυτό. Ο ΜΚ2 αστ. 2849 Γ. Κώστα υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεση του Τεκμήριο Β. Στο Τεκμήριο Β αναφέρει ότι μεταξύ των ωρών 10:50 - 10:55 της 18ης Μαρτίου 2007 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το ότι στις 18/3/2007 και ώρα 01:50 στην οδό Τζελάλ Μπέγιαρ στη Λεμεσό οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KPH445: 1) αλόγιστα και απερίσκεπτα δηλαδή ότι προσπέρασε επικίνδυνα τρία προπορευόμενα αυτοκίνητα ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση κινούνταν άλλα οχήματα και 2) ότι οδηγούσε το ίδιο όχημα την ίδια ημέρα και ώρα και στην ίδια οδό χωρίς πινακίδες εγγραφής και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε "απολογούμαι δεν θα ξαναεπαναληφθεί". Η γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Γ. Κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι για να προβεί στη γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου έλαβε οδηγίες από τους ανωτέρους του ενώ τη στιγμή που κατηγορούσε τον κατηγορούμενο δεν γνώριζε κατά πόσο ο τελευταίος είχε δώσει γραπτή κατάθεση σχετικά με τα διερευνόμενα εναντίον του αδικήματα. Ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να απαντήσει για το πώς ο κατηγορούμενος βρέθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού και πρόσθεσε ότι ο ίδιος μετέβη στον εν λόγω αστυνομικό σταθμό για να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο κατόπιν οδηγιών των ανωτέρων του. Τέλος ανάφερε ότι δεν θυμόταν αν έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο οποιασδήποτε κατάθεσης πριν κατηγορήσει τον κατηγορούμενο αλλά πρέπει να διάβασε τις καταθέσεις που βρίσκονταν στο φάκελο τον οποίο και είχε στην κατοχή του πριν κατηγορήσει τον κατηγορούμενο. Μετά το πέρας της μαρτυρίας από την κατηγορούσα αρχή ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155 και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος στην ένορκη μαρτυρία του ανάφερε ότι δεν προσπέρασε κανένα όχημα στον σημείο που βρίσκονταν οι αστυνομικοί και ότι όταν του έκανε σήμα ο αστυνομικός για να σταματήσει, ο εν λόγω αστυνομικός ήταν σε απόσταση περίπου 50 μέτρα από το όχημα το οποίο οδηγούσε. Η ταχύτητα του ήταν περίπου 40 - 50 χιλιόμετρα και όταν του έγινε το σήμα για να σταματήσει θεώρησε ότι ο αστυνομικός τον σταμάτησε επειδή δεν είχε πινακίδες εγγραφής. Ακόμα ανέφερε ότι η πινακίδα εγγραφής βρισκόταν στο ταμπλό του οχήματος που οδηγούσε και την έδειξε στους αστυνομικούς που τον σταμάτησαν, τους οποίους ονόμασε ως "όχλο αστυνομικών". Ισχυρίστηκε ότι οι αστυνομικοί τον ρώτησαν αν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν κλοπιμαίο και αυτός τους απάντησε ότι ανήκει στον πατέρα του τον οποίο και κάλεσε στο κινητό του τηλέφωνο αλλά οι αστυνομικοί αρνήθηκαν να μιλήσουν μαζί του. Τόσο ο ίδιος όσο και το όχημα που οδηγούσε μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών αφού προηγουμένως πληροφορήθηκε από τους αστυνομικούς ότι ήταν υπό σύλληψη. Στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών ως ισχυρίζεται εξακριβώθηκαν τα στοιχεία του οχήματος που οδηγούσε και το όχημα παραδόθηκε στον πατέρα του ο οποίος το οδήγησε και έφυγε. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι αστυνομικοί που τον σταμάτησαν του είπαν, εκεί στον Αστυνομικό Σταθμό, ότι θα παραμείνει υπό κράτηση "για να μάθει". Σε κάποιο στάδιο τον μετέφεραν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού. Όσον αφορά στη γραπτή κατηγορία Τεκμήριο Γ ισχυρίστηκε ότι την υπέγραψε χωρίς να διαβάσει ή να του διαβαστεί το περιεχόμενο του και ότι έπραξε τούτο επειδή ο αστυνομικός που τον κατηγόρησε του είπε "έγραψα τα, υπόγραψε". Αποτέλεσε περαιτέρω ισχυρισμό του ότι για το ότι κατηγορείται για αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη οδήγηση το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά όταν του επιδόθηκε το κατηγορητήριο. Τέλος ανέφερε ότι το βράδυ της καταγγελίας και για όσο διάστημα βρισκόταν υπό κράτηση κανένας αστυνομικός δεν του ανέφερε οτιδήποτε περί του ότι θα καταγγελθεί και/ή ότι θεάθηκε να προσπερνά επικίνδυνα προπορευόμενα οχήματα. Η υπεράσπιση κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα τον κ. Δήμο Παπαδήμα (πατέρας του κατηγορουμένου) ως ΜΥ
- Ο ΜΥ2 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι τα ξημερώματα της 18ης Μαρτίου 2007 τον κάλεσε στο τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και του ανέφερε ότι τον σταμάτησε η αστυνομία διότι το όχημα που οδηγούσε δεν έφερε πινακίδες εγγραφής και ότι οι αστυνομικοί ισχυρίζονται ότι το εν λόγω όχημα δυνατό να είναι κλοπιμαίο. Ο κατηγορούμενος τον πληροφόρησε ακόμα ότι είχε υποδείξει στους αστυνομικούς την πινακίδα που βρισκόταν στο ταμπλό του οχήματος και ότι οι τελευταίοι του απάντησαν ότι ενδεχομένως και η πινακίδα να είναι κλοπιμαία. Επίσης ο κατηγορούμενος τον πληροφόρησε ότι ήταν σε ανοικτή ακρόαση με αποτέλεσμα ο ΜΥ2 να ζητήσει να μιλήσει με τους αστυνομικούς οπόταν άκουσε μία φωνή να λέει "με πολίτες δεν μιλούμε, αυτές είναι οι οδηγίες του Αρχηγού". Μετά μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών και πήρε μαζί του τον τίτλο εγγραφής, πιστοποιητικό ασφάλειας και επιθεώρησης και την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος αφού προηγουμένως του είχαν τηλεφωνήσει από τον Αστυνομικό Σταθμό και του ζήτησαν να παρουσιάσει τα εν λόγω έγγραφα. Εκεί στο σταθμό ρώτησε κάποιο λοχία του Αρχηγείου Αστυνομίας, ο οποίος ήταν ένας από τους αστυνομικούς που βρίσκονταν την οδό Τζελάλ Μπαγιάρ όπου και καταγγέλθη ο κατηγορούμενος, κατά πόσον θα μπορούσε να μιλήσει μαζί του σε σχέση με την καταγγελία του κατηγορούμενου και ο τελευταίος του απάντησε "οι οδηγίες του Αρχηγού είναι να μην μιλούμε με πολίτες". Ο Μ.Υ.2 ισχυρίστηκε ακόμα, ότι όταν έφευγε από τον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών οι Αστυνομικοί τον πληροφόρησαν ότι ο κατηγορούμενος είναι υπό κράτηση αλλά κανένας δεν του ανέφερε οτιδήποτε περί επικίνδυνου προσπεράσματος ή επικίνδυνης οδήγησης, πράγμα για το οποίο έμαθε για πρώτη φορά όταν επιδόθηκε το κατηγορητήριο στον κατηγορούμενο. Ήταν περαιτέρω ισχυρισμός του ΜΥ2, ο οποίος να σημειωθεί ότι είναι συνταξιούχος αστυνομικός με 17 χρόνια πείρα σε ελέγχους ταχύτητας, ότι είναι αδύνατο να μπορέσει κάποιος να προσπεράσει τρία αυτοκίνητα σε απόσταση 60 μέτρων και να σταματήσει μπροστά από τον Αστυφύλακα που θα του κάνει σήμα για να σταματήσει. Τέλος συμφώνησε με τις θέσεις που του υποβλήθηκαν ότι ορθά οι αστυνομικοί αρνήθηκαν να μιλήσουν μαζί του τηλεφωνικά κατά την ώρα της καταγγελίας του κατηγορουμένου στην οδό Τζελάλ Μπαγιάρ και ορθά μετέφεραν τον κατηγορούμενο και το όχημα που οδηγούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών για εξακρίβωση στοιχείων, τονίζοντας όμως ότι με τα σημερινά μέσα που κατέχει η Αστυνομία θα μπορούσε, αν μιλούσαν μαζί του, να εξακριβώσουν τα στοιχεία του οχήματος επί τόπου χωρίς να χρειαζόταν η μεταφορά του οχήματος και του κατηγορουμένου στον Αστυνομικό Σταθμό. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και δεν δίστασε εκεί που δεν θυμόταν κάτι, λόγω του χρόνου που διέρρευσε από την μέρα που προέβη στην καταγγελία του κατηγορουμένου, να το παραδεχθεί. Παρά την έντονη αντεξέταση που έτυχε δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του η αξιοπιστία του. Να επισημάνω ότι ο ΜΚ1 δεν αντεξετάστηκε επί της αναφοράς του ότι όταν πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα τον καταγγείλει, ο τελευταίος του απάντησε ¨εβιάζουμου¨, απάντηση η οποία συνάδει πλήρως με την θέση του ΜΚ1 ότι είδε τον κατηγορούμενο να προσπερνά και δεν συνάδει καθόλου με την θέση του κατηγορούμενου ότι δεν προσπέρασε κανένα όχημα στο σημείο που βρίσκονταν οι αστυνομικοί και ότι ο μόνος λόγος που τον σταμάτησε η αστυνομία ήταν διότι το όχημα που οδηγούσε δεν έφερε πινακίδες εγγραφής. Η μαρτυρία του ΜΚ1 και ειδικά η θέση του ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε επικίνδυνα ενισχύεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Γ στο οποίο ο κατηγορούμενος, αφού κατηγορήθηκε γραπτώς μεταξύ άλλων και για το αδίκημα της αλόγιστης και απερίσκεπτης οδήγησης ¨δηλαδή ότι προσπέρασε επικίνδυνα¨, απάντησε ¨απολογούμαι δεν θα ξαναεπαναληφθεί¨. Ο ΜΚ2 ήταν ένας τυπικός μάρτυρας ο οποίος κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του στο βαθμό που είναι ουσιαστική για σκοπούς κρίσης της ενοχής η μη του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, περιορίστηκε στο ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο μετά από οδηγίες που έλαβε από τους ανωτέρους του. Ήταν σαφής η θέση του ότι διάβασε στον κατηγορούμενο και τις δυο κατηγορίες που αναγράφονται στο Τεκμήριο Γ και μετά απάντησε ο κατηγορούμενος ο οποίος και υπέγραψε το Τεκμήριο Γ στην παρουσία του. Αξίζει να σημειωθεί ότι στον μάρτυρα αυτό δεν υποβλήθηκε η θέση που εξέφρασε ο κατηγορούμενος, στην δια ζώσης μαρτυρία του, και δη ότι μετά που κατέγραψε ο ΜΚ2 στο Τεκμήριο Γ το λεκτικό των δύο κατηγοριών ανάφερε στον κατηγορούμενο ¨έγραψα τα, υπόγραψε¨ και ότι ως αποτέλεσμα της έκφρασης του ΜΚ2 ο κατηγορούμενος υπέγραψε το Τεκμήριο Γ. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ως προς τα γεγονότα και συγκεκριμένα ως προς το κατά πόσο προσπέρασε τρία προπορευόμενα οχήματα σε στροφή χωρίς να έχει ορατότητα με αποτέλεσμα, όχημα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση να αναγκαστεί να κάνει απότομο ελιγμό για να αποφύγει μετωπική σύγκρουση, κρίνω ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός του ότι δεν προσπέρασε κανένα όχημα στο σημείο που βρίσκονταν οι Αστυνομικοί έρχεται σε αντίθεση με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος, μετά που πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί απάντησε ότι βιαζόταν. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι κανένας δεν τον πληροφόρησε ή του ανάφερε οτιδήποτε για προσπέρασμα τριών αυτοκινήτων μέχρι και την ημέρα που του επιδόθηκε το κατηγορητήριο. Προς τι τότε η απάντηση ¨εβιαζούμου¨ που έδωσε στον ΜΚ1; Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του έρχονται σε αντίθεση και με την απάντηση που έδωσε στο Τεκμήριο Γ ως ανωτέρω αναφέρεται. Κρίνω ότι ο κατηγορούμενος ένοιωθε έντονα πικραμένος από το γεγονός ότι παρέμεινε υποκράτηση και ότι την Αστυνομία απασχόλησε το κατά πόσο το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ήταν κλοπιμαίο. Το κατά πόσο την αστυνομία απασχόλησε ένα τέτοιο γεγονός δεν αμφισβητήθηκε από τον ΜΚ
- Τα έντονα αυτά συναισθήματα του που απέρρεαν από την άποψη του ότι αδίκως τέθηκε υποκράτηση τον οδήγησαν στο να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο ως προς το ότι προσπέρασε τρία προπορευόμενα του οχήματα σε στροφή χωρίς να έχει ορατότητα αναγκάζοντας έτσι, εξ αντιθέτου κατεύθυνσης όχημα να προβεί σε απότομο ελιγμό για να αποφύγει μετωπική σύγκρουση. Ο ΜΥ2 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του όμως δεν μπορεί να βοηθήσει τον κατηγορούμενο καθότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας και ο ισχυρισμός του περί αδυναμίας ενός οδηγού να σταματήσει μπροστά από τον Αστυνομικό που του κάνει σήμα για να σταματήσει ενώ προσπέρασε τρία οχήματα δεν μπορεί να έχει ουσιαστική σημασία καθότι δεν υπάρχει αποδεχτή μαρτυρία α) για την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, β) για την ταχύτητα των προπορευμένων οχημάτων, γ) για το κατά πόσο ο κατηγορούμενο σταμάτησε πριν το σημείο που στεκόταν ο ΜΚ1, δ) για το σε πόση απόσταση βρισκόταν ο ΜΚ1 από το όχημα του κατηγορούμενου την στιγμή που του έκανε σήμα; και ε) σε ποιο σημείο του δρόμου βρισκόταν το όχημα του κατηγορούμενου; προσπέρασε ο κατηγορούμενος τα οχήματα και εισήλθε εκ νέου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας όταν του έγινε το σήμα; Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του ΜΥ2 ότι κανένας δεν του είπε, στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών, τον λόγο για τον οποίο ο Κατηγορούμενος παρέμεινε υποκράτηση και αυτό γιατί ο ίδιος αποδέχθηκε ότι ορθά οι Αστυνομικοί αρνήθηκαν να μιλήσουν μαζί του. Εν πάση περιπτώσει ο ΜΥ2 δεν ισχυρίστηκε ότι μίλησε με τον ΜΚ1 ο οποίος ήταν και ο Αστυφύλακας που κατάγγειλε τον κατηγορούμενο ή με τον υπεύθυνο Αστυφύλακα του Σταθμού Πολεμιδιών που ανέλαβε την εξέταση και διερεύνηση της όλης υπόθεσης. Ευρήματα Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας αποτελεί εύρημα μου ότι στις 18 Μαρτίου 2007, στην οδό Τζελάλ Μπαγιάρ στη Λεμεσό ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΡΗ445 με κατεύθυνση από Λεμεσό προς Ζακάκι, σε στροφή και χωρίς να έχει ορατότητα προσπέρασε τρία προπορευόμενα του οχήματα με αποτέλεσμα, εξ' αντιθέτου κατευθυνόμενο όχημα να αναγκαστεί να προβεί σε απότομο ελιγμό για να αποφύγει μετωπική σύγκρουση με το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Όταν ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί για το ότι οδηγούσε αλόγιστα και επικίνδυνα, ότι το όχημα του δεν έφερε πινακίδες εγγραφής μπροστά και πίσω και ότι δεν υπήρχε τοποθετημένος σιγαστήρας στο σύστημα της θαλάμης εξαγωγής αερίων απάντησε ¨εβιάζουμου¨. Περαιτέρω την ίδια ημέρα και περί ώρα 10:55 π.μ. ο κατηγορούμενος, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς από τον ΜΚ2, για το αδίκημα της αλόγιστης και απερίσκεπτης οδήγησης απάντησε ¨απολογούμαι δεν θα ξαναεπαναληφθεί¨. Νομική Πτυχή Η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Στην περίπτωση της αμελούς οδήγησης εκείνο που ελέγχεται είναι κατά πόσο ο οδηγός επέδειξε χαμηλότερο επίπεδο προσοχής και φροντίδας από αυτό που αναμένεται να υποδειχθεί από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην περίπτωση της επικίνδυνης οδήγησης αυτό που ελέγχεται είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη η συμπεριφορά του οδηγού ήταν επικίνδυνη. Η απόδειξη από την Κατηγορούσα Αρχή μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει αυτή την επικίνδυνη κατάσταση να αποδειχθεί ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Αυτό δεν εξ' υπακούει ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο οδηγός ήταν απερίσκεπτος (reckless) ή ότι είχε πρόθεση να οδηγήσει με τρόπο ασυμβίβαστο με το αποδεχτό επίπεδο οδήγησης. Το σφάλμα θα πρέπει να εμπεριέχει την ύπαρξη αποτυχίας να επιδειχθεί η φροντίδα ή η δεξιότητα ενός ικανού και πεπειραμένου οδηγού πάντοτε σε συνδυασμό με τον τρόπο οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η γραμματική έννοια της λέξης ¨επικίνδυνη¨ σημαίνει την πράξη η οποία εγκυμονεί κίνδυνο ή προκαλεί φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλέπε R v Gosney
(1971)55 Cr. App.R.502, Μιχαλάκης Πέτρου ν Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ.233, Στέλιος Σάββα ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ σελ 115 και Γεν. Εισαγγελέας ν Ανδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ σελ.118). Αλόγιστη είναι η μη λελογισμένη συμπεριφορά ή πράξη και δη κάθε ενέργεια η παράλειψη η οποία διενεργείται η παραβλέπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική (βλέπε Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220). Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του Κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή η σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο ο οποίος τυχών θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Έχοντας κατά νου την ενώπιον μου μαρτυρία, τα ευρήματα μου και της νομικές αρχές ως αυτά αναφέρονται ανωτέρω κρίνω ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου να προσπεράσει τρία προπορευόμενα του οχήματα σε στροφή χωρίς να έχει οποιαδήποτε και ή την αναγκαία ορατότητα αποτελούν συμπεριφορά η οποία αποτελεί και επικίνδυνη και αλόγιστη αλλά και απερίσκεπτη οδήγηση. Η οδήγηση του κατηγορούμενου ήταν επικίνδυνη καθ' ότι η ενέργεια του να προσπεράσει τρία προπορευόμενα του οχήματα χρησιμοποιώντας λωρίδα κυκλοφορίας η οποία χρησιμοποιείται από τα εξ' αντιθέτου κατευθυνόμενα οχήματα εγκυμονούσε κίνδυνο για τα οχήματα αυτά, κίνδυνος ο οποίος και προέκυψε με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία. Και ο κίνδυνος αυτός ήταν αποτέλεσμα του σφάλματος του κατηγορούμενου να επιδείξει την φροντίδα και δεξιότητα ενός ικανού και πεπειραμένου οδηγού δηλαδή να αποφύγει το προσπέρασμα έως ότου να έχει ορατότητα έτσι που το προσπέρασμα του να μην εγκυμονούσε οποιονδήποτε κίνδυνο. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου να πράξει ως ανωτέρω συνιστά και αλόγιστη οδήγηση καθ' ότι η ενέργεια του να προσπεράσει υπό τις περιστάσεις ως ανωτέρω αναφέρονται ήταν ενέργεια ασυμβίβαστη με την κοινή λογική. Το ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε και απερίσκεπτα, αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ενώ έπραξε με τον τρόπο και υπό τις περιστάσεις ως ανωτέρω αναφέρονται δεν έστρεψε την σκέψη του στην πιθανότητα ύπαρξης εμφανούς και σοβαρού κινδύνου πρόκλησης σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο το οποίο τυχόν θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο κίνδυνος ο οποίος ήταν ξεκάθαρο ότι υφίστατο μιας και ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας να χρησιμοποιείται από άλλου εξ' αντιθέτου κατευθυνόμενο όχημα. Ως εκ των ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της, σε ότι αφορά την 1η κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ........................................... Δ. Θεοδώρου, Πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ιχ Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Επικίνδυνη, αλόγιστη και απερίσκεπτη οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο