← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σάββας Αριστείδου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19764/08, 18 Νοεμβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σάββας Αριστείδου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19764/08, 18 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B184 Αρ. Υπόθεσης: 19764/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Σάββας Αριστείδου, εκ Λεμεσού
  2. Ρογήρος Προκοπίου, εκ Λεμεσού
  3. Αθανάσιος Ρακούσης, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενους 2 & 3: κος Λυσάνδρου. Α Π Ο Φ Α Σ Η (για κατηγ. 2 & 3) Οι κατηγορούμενοι 2 & 3 αντιμετωπίζουν την 1η κατηγορία για το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο στις 6.4.2008 στην Λεμεσό, επιτέθηκαν στην Jwana Bchara από την Συρία και της προξένησαν πραγματική σωματική βλάβη. Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή τόσο στην 1η όσο και στην 2η κατηγορία που αντιμετώπιζε και η οποία αφορούσε το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας. Του επιβλήθηκε ποινή από το Δικαστήριο στις 11.6.
  4. Αντιθέτως, οι κατηγορούμενοι 2 & 3 δεν παραδέχθηκαν ενοχή στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζουν και έτσι η υπόθεση γι' αυτούς προχώρησε σε ακρόαση. Η εκδοχή της αστυνομίας όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία, είναι ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο, επιτέθηκαν στην παραπονούμενη εντός της μπυραρίας ιδιοκτησίας του τελευταίου και την κτύπησαν όταν αυτή επισκέφθηκε το μέρος προκειμένου να πάρει πίσω κάποια προσωπικά της έγγραφα που κατακρατούσε ο κατηγορούμενος
  5. Αντίθετη ήταν η εκδοχή της υπεράσπισης. Υποστηρίχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 όταν έγινε το επεισόδιο μεταξύ του κατηγορουμένου 1 και της παραπονουμένης, ήταν θαμώνες στο επίδικο κέντρο χωρίς όμως να επέμβουν ή να κτυπήσουν με οιονδήποτε τρόπο την παραπονούμενη. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε να κληθούν οι κατηγορούμενοι σε απολογία. Στήριξε την πιο πάνω θέση του σε ισχυρισμό ότι η μαρτυρία είναι σε τέτοιο βαθμό αντινομική ούτως ώστε να μην δύναται το Δικαστήριο να στηριχθεί σε αυτή για σκοπούς καταδίκης. Έκαμε επί τούτου αναφορά σε κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις στην μαρτυρία της παραπονουμένης σε συνδυασμό και με την ιατρική μαρτυρία αλλά και την μαρτυρία της αστυνομικού που εξέτασε την υπόθεση. Η δημόσια κατήγορος στην δική της αγόρευση, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας στο στάδιο αυτό ούτε και σε εξαγωγή ευρημάτων. Ήταν δε η θέση της ότι από το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 &
  6. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 74.1(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου μετά το πέρας της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, η υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Απαλλαγή του κατηγορουμένου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν:

(1)Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
(2)Η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable) ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω κριτήρια αναφέρονται στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στις σελίδες 111-113 και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Azinas and Another -v- The Police
(1981)2 C.L.R. 9, σελ. 51-57. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- " Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9,16 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή. " Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την απόφαση Στέφανος Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε μεταξύ άλλων σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν αξιόπιστη. Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μία εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων όπως καθορίστηκαν από τις προαναφερόμενες νομολογιακές αρχές. Χρήσιμη στο ζήτημα που εξετάσουμε είναι και η αγγλική απόφαση στην υπόθεση R. -v- Galbraith [1981] 2 All ER 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ας σημειωθεί ότι η υπόθεση αυτή αναλύθηκε εκτεταμένα στην Azinas (πιο πάνω) στις σελίδες 55-57. Παραθέτουμε πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την αγγλική απόφαση σε μετάφραση: "Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση,
(1). Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία - ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία, (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους .... ". Συμπεράσματα Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε ορισμένες πτυχές της δοθείσας μαρτυρίας προκειμένου να εξεταστεί ο ισχυρισμός του συνηγόρου υπεράσπισης όσον αφορά την αντινομικότητα της. Η εξεταστής της υπόθεσης, ανέφερε ότι η παραπονουμένη κατήγγειλε αρχικά προφορικά μόνο τον κατηγορούμενο 1 ότι την κτύπησε. Κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι 2 & 3, έδωσαν ανοικτές καταθέσεις, ενοχοποιώντας την παραπονουμένη για το επεισόδιο. Ακολούθησε γραπτή κατάθεση της παραπονουμένης, η οποία όμως αυτή την φορά εκτός από τον κατηγορούμενο 1, ενέπλεξε και τους κατηγορουμένους 2 & 3 στην επίθεση που υπέστη. Η παραπονουμένη δεν έδωσε κάποια λογική εξήγηση γιατί δεν ενέπλεξε τους κατηγορουμένους 2 & 3 στην αρχική της προφορική καταγγελία. Έδωσε έτσι το δικαίωμα στην υπεράσπιση να ισχυριστεί ότι είναι προϊόν δεύτερης σκέψης οι θέσεις που εξέφρασε αργότερα στην κατάθεση της ότι την κτύπησαν και οι κατηγορούμενοι 2 & 3 εκτός από τον κατηγορούμενο 1. Αυτό γιατί κατά την υπεράσπιση, ήθελε να τους εκδικηθεί γιατί έδωσαν κατάθεση εναντίον της. Όσον αφορά την ιατρική μαρτυρία, ο γιατρός Γιάννης Ιωάννου ανέφερε ότι τα τραύματα της παραπονουμένης ήταν πολύ επιπόλαια. Η μαρτυρία αυτή δεν συνάδει με την θέση της παραπονουμένης ότι όλοι ότι οι κατηγορούμενοι την κτυπούσαν με γροθιές στο κεφάλι και σε διάφορα μέρη του σώματος της για δύο ολόκληρα λεπτά. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία, καθιστούν κατά την γνώμη μου την μαρτυρία της παραπονουμένης σε τέτοιο βαθμό έκδηλα αβάσιμη (unreliable), ώστε το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σε αυτήν για σκοπούς καταδίκης στο τέλος της διαδικασίας. Σημειώνω δε την ξεκάθαρη νομολογιακή αρχή ότι στην περίπτωση που υπάρχουν κενά στην δοθείσα μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία προκειμένου να συμπληρώσει αυτά τα κενά. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2 & 3, οι οποίοι ως εκ τούτου αθωώνονται και απαλλάσσονται στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.