Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Dan Ionut Lincan κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 25170/09, 19 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B185 Αρ. Υπόθεσης: 25170/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Dan Ionut Lincan, από την Ρουμανία
- Nicolae Ovidiu Stoica, από την Ρουμανία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου
- Για την αστυνομία: κος Αργυρού Για κατηγορούμενο 2: κος Σαβεριάδης Κατηγορούμενος 2:Παρών Π Ο Ι Ν Η (για κατηγ. 2) Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 25 ετών και κατάγεται από την Ρουμανία. Ήλθε στην Κύπρο πριν ένα περίπου χρόνο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας για σκοπούς εργασίας και εγκαταστάθηκε στην Λεμεσό. Μεταξύ Αυγούστου 2009 και 15.10.2009 εργαζόταν στο κατάστημα western union της οδού Αγίου Ανδρέου στην Λεμεσό. Πρόκειται για υπηρεσία αποστολής χρημάτων στην Κύπρο και το εξωτερικό. Εργαζόταν μόνος στο πιο πάνω κατάστημα και για τον λόγο αυτό, είχε στην κατοχή του κλειδιά του υποστατικού. Στις 15.10.2009, η ιδιοκτήτρια του καταστήματος τον ενημέρωσε ότι τερματίζονται οι υπηρεσίες του λόγω μείωσης των εργασιών. Της παρέδωσε τα κλειδιά αλλά φρόντισε προηγουμένως να κρατήσει αντικλείδια εν αγνοία της ιδιοκτήτριας αφού σκόπευε να προβεί σε εικονικές πράξεις αποστολής χρημάτων στο εσωτερικό και να εισπράξει αυτός τα χρήματα από άλλο κατάστημα της western union στην Λεμεσό. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος την τελευταία ημέρα που εργάστηκε στο κατάστημα, διενήργησε πέντε εικονικές αποστολές χρημάτων για το ποσόν των €2300,00, το οποίο εισέπραξε ο ίδιος από άλλα καταστήματα της western union χρησιμοποιώντας φωτοαντίγραφο διαβατηρίου με το όνομα Nistan Manol Nicicu, το οποίο βρήκε πεταμένο στο πεζοδρόμιο έξω από την πολυκατοικία που διαμένει. Ως αποστολείς των χρημάτων, χρησιμοποίησε εικονικά Ρουμανικά ονόματα. Επίσης, ο κατηγορούμενος 2 δύο βδομάδες πριν την σύλληψη του, συνωμότησε με τον εξάδελφο του κατηγορούμενο 1 που ήταν κάτοχος Ιταλικής ταυτότητας να φτιάξουν παρόμοια ταυτότητα προκειμένου να την χρησιμοποιήσουν σε εικονικές πράξεις που θα έκαναν στο κατάστημα της western union που εργαζόταν. Ο 2ος κατηγορούμενος έφτιαξε ιταλική ταυτότητα στο όνομα Luigi Canuto και στις 16.102009 πήγαν μαζί στο κατάστημα που μέχρι τις 15.10.2009 εργαζόταν ο κατηγορούμενος 2 και το οποίο την δεδομένη στιγμή ήταν κλειστό. Ο 2ος κατηγορούμενος, χρησιμοποίησε τα αντικλείδια που είχε και εισήλθε στο κατάστημα ενώ ο ξάδελφος του έμεινε έξω για να τον ειδοποιήσει αν ερχόταν κάποιος. Ο κατηγορούμενος 2, χρησιμοποίησε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του καταστήματος και καταχώρησε δύο εικονικές πράξεις αποστολής χρημάτων για €800,00 και €400,00 αντίστοιχα. Ο 1ος κατηγορούμενος παρουσιάστηκε σε υποκατάστημα της western union στην οδό ανεξαρτησίας και αφού παρουσίασε την πιο πάνω πλαστή Ιταλική ταυτότητα, ζήτησε να παραλάβει το ποσόν των €400,00 που του είχε αποσταλεί. Ο υπεύθυνος του καταστήματος επιθεώρησε την ταυτότητα και υποψιάστηκε ότι ήταν πλαστή αφού επρόκειτο για φωτοτυπία καθώς επίσης και γιατί εντός του ιδίου πορτοφολιού, είδε και δεύτερη Ιταλική ταυτότητα με την ίδια φωτογραφία αλλά διαφορετικό όνομα. Ειδοποίησε την αστυνομία και στην σκηνή μετέβηκαν μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού. Διαπιστώθηκε ότι τα χρήματα στάλθηκαν από άλλο κατάστημα της western union και συγκεκριμένα αυτό στην οδό Αγίου Ανδρέου, ιδιοκτησίας της παραπονουμένης Πατρίτσιας Λιπέρτη. Ο κατηγορούμενος 1 μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ όπου έδωσε ανακριτική κατάθεση. Σε αυτήν παραδέχεται ότι συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 2 να κλέψουν με τον πιο πάνω τρόπο, το κατάστημα όπου εργαζόταν ο τελευταίος. Οι δύο κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν με δικαστικά εντάλματα σύλληψης στις 17.10.
- Ο κατηγορούμενος 2 σε ανακριτική κατάθεση του, παραδέχεται την κλοπή του συνολικού ποσού των €2471,00 με τον πιο πάνω τρόπο από την πρώην εργοδότρια του. Ο 2ος κατηγορούμενος επέστρεψε το πιο πάνω ποσόν στο σύνολο του, στην παραπονουμένη. Ενόψει των πιο πάνω, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση με την οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σειρά κατηγοριών για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόπειρας κλοπής, πλαστοπροσωπίας, κλοπής υπό υπαλλήλου, διάρρηξης καταστήματος καθώς και αδικήματα απάτης σχετιζομένης με ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ως έχει αναφερθεί από την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε αρχικά την έκθεση του γραφείου ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του πελάτη του. Σύμφωνα με αυτή, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 25 ετών και είναι το μοναδικό παιδί των γονιών του. Η μητέρα του ηλικίας 47 ετών, αφότου χώρισε με τον σύζυγο της, ήλθε στην Κύπρο και εργάζεται ως καθαρίστρια. Ο κατηγορούμενος 2 διατηρεί δεσμό με γυναίκα ιδίας καταγωγής με την οποία θα αποκτήσει παιδί αφού διανύει τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Οι σχέσεις με την οικογένεια του χαρακτηρίζονται ως αρμονικές. Οι δικοί του γνωρίζουν για την σύλληψη του και τον στηρίζουν σε συναισθηματικό και οικονομικό επίπεδο. Στην συνέχεια, ο συνήγορος υπεράσπισης επεσήμανε ότι όλες οι ενέργειες του κατηγορουμένου 2 έγιναν μετά τις 16.10.2009, ημερομηνία κατά την οποία του ανακοινώθηκε η αποχώρηση από την εργασία του. Μέσα στον πανικό του για την μελλοντική αδυναμία του να μπορέσει να εξασφαλίσει τα προς το ζην αυτού αλλά και της μητέρας του που συντηρεί καθώς και του παιδιού του που θα γεννηθεί σε λίγους μήνες, ο κατηγορούμενος 2 διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα. Έχει μεταμεληθεί πλήρως για τις πράξεις του, γεγονός που εκφράστηκε με την άμεση επιστροφή στην παραπονουμένη, του συνόλου των χρημάτων που απέσπασε από αυτήν. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αλλά και την συνεργασία του με την αστυνομία, την οποία χαρακτήρισε ως ολοκληρωτική, άμεση και πλήρη. Τέλος, ο συνήγορος ζήτησε από το Δικαστήριο στην περίπτωση που προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης όπως χρησιμοποιήσει την διακριτική του ευχέρεια για αναστολή της ποινής, δεδομένων των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος 2 είναι σοβαρά. Αυτό προκύπτει πρώτιστα από τις υπό του Νόμου προβλεπόμενες ποινές. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α
(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Το αδίκημα της πλαστογραφίας τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων σύμφωνα με το άρθρο 335 του Ποινικού Κώδικα επί του οποίου στηρίζονται οι σχετικές κατηγορίες στην παρούσα. Η ίδια ποινή προβλέπεται για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου δυνάμει του άρθρου 339 και της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος δυνάμει του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα. Το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας χαρακτηρίζεται από το άρθρο 360 του Ποινικού Κώδικα ως πλημμέλημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων ενώ το αδίκημα της κλοπής χαρακτηρίζεται δυνάμει του άρθρου 362 ως κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. Το αδίκημα τη διάρρηξης καταστήματος κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων ενώ τέλος τα αδικήματα της απάτης με ηλεκτρονικό υπολογιστή τιμωρούνται δυνάμει του Νόμου 22(ΙΙΙ)/2004 με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει και από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο έχει επανειλημμένα αναφερθεί στη σοβαρότητα των αδικημάτων της κλοπής, πλαστογραφίας εγγράφων, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Τούτο γιατί η διάπραξη τους διασαλεύει την εμπορική πίστη και τις συναλλαγές, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη λειτουργία του εμπορικού μας συστήματος (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84). Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, που αφορούσε πλαστογραφία, αναφέρθησαν και τα ακόλουθα: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Σχετική είναι επίσης η απόφαση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200, στην οποία υπογραμμίστηκε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων των συγκεκριμένων κατηγοριών, έγκειται στο στοιχείο της απάτης, και της υπονόμευσης των συναλλαγών. Ο κατάλογος των αποφάσεων είναι πολύ μεγάλος και δεν έχω σκοπό να αναφερθώ αναλυτικά σε κάθε μια από αυτές. Θεώρηση όμως της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης όπως αυτά που διέπραξε ο κατηγορούμενος 2, είναι ποινή στερητική της ελευθερίας. Αυτό κυρίως λόγω του στοιχείου της απάτης που χαρακτηρίζει τα αδικήματα αυτά. Μετριαστικοί παράγοντες Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιλέξει και να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ατονεί. Παράλληλα βεβαίως η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη για σκοπούς μετριασμούς της ποινής, την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου 2 και την συνεργασία του με την αστυνομία ( Βλ. μεταξύ άλλων Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 216). Λαμβάνονται επίσης υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 2, το νεαρό της ηλικίας του και οι γενικότερες προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες όπως εκτίθενται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και όπως αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Λαμβάνεται ακόμα υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2, έχει αποζημιώσει άμεσα την παραπονουμένη, στοιχείο που καταδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του. Παρόλα αυτά σύμφωνα με την υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 248,250, σε υποθέσεις πλαστογραφίας και κλοπής, η αποζημίωση του θύματος παρότι λαμβάνεται υπόψη δεν αποτελεί βαρυσήμαντο στοιχείο για μετριασμό της ποινής αφού η αποτρεπτική πτυχή πρέπει στις υποθέσεις αυτές να έχει τον πρώτο λόγο. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και τους ανωτέρω μετριαστικούς παράγοντες, καταδικάζω τον κατηγορούμενο 2 στις πιο κάτω ποινές. · Στις κατηγορίες 1 & 3 για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος:- ποινή φυλάκισης 2 μηνών. · Στις κατηγορίες 2, 8, 12, 18, & 22 για το αδίκημα της πλαστογραφίας:- ποινή φυλάκισης 3 μηνών. · Στις κατηγορίες 4, 9, 13, 19 & 23 για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου:- ποινή φυλάκισης 3 μηνών. · Στην κατηγορία 5 για το αδίκημα της απόπειρας κλοπής:- ποινή φυλάκισης 3 μηνών. · Στις κατηγορίες 10, 14, 16, 20 & 24 για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας:- ποινή φυλάκισης 3 μηνών. · Στις κατηγορίες 7, 11, 15, 17 & 21 για το αδίκημα της κλοπής και της κλοπής υπό υπαλλήλου:- ποινή φυλάκισης τριών μηνών. · Στην κατηγορία 25 για το αδίκημα της διάρρηξης:- ποινή φυλάκισης τριών μηνών. · Στις κατηγορίες 26 & 27 για το αδίκημα της απάτης σχετικά με ηλεκτρονικό υπολογιστή:- ποινή φυλάκισης τριών μηνών. Όλες οι ποινές να συντρέχουν και να ξεκινούν από 23.10.2009, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος 2 τέθηκε υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας. Θα εξετάσω στην συνέχεια την πιθανότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης του κατηγορουμένου 2 αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή ποινής φυλάκισης που επέβαλε στον κατηγορούμενο. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Τόσον τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων όσον και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου 2, λήφθηκαν υπόψη στην δραστική μείωση της ποινής που του επιβλήθηκε δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής. Συνεπακόλουθα, οι επιβληθείσες ποινές να εκτελεστούν άμεσα. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχ. Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο