← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννη Ιάπωνα, Αρ. υπόθεσης: 16811/08, 25.11.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννη Ιάπωνα, Αρ. υπόθεσης: 16811/08, 25.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 16811/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Ιωάννη Ιάπωνα Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 25.11.2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου (για να ακούσει απόφαση η κα Β. Δανιηλίδου) Για Κατηγορούμενο: κ. E. Πουργουρίδης Κατηγορούμενος, παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------------- Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία ότι άσκησε βία στο τέκνο του που προκάλεσε άμεση πραγματική σωματική βλάβη σε αυτό, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3

(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν.119/
(1)/00), όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/
  1. Κατά τη δίκη, που διεξάχθηκε κεκλεισμένων των θυρών, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, έδωσαν μαρτυρία η εξετάστρια της υπόθεσης Γ/Αστυφύλακας 4782 Ν. Παπανικολάου (Μ.Κ.1), η παραπονούμενη Δέσποινα Ιάπωνα (Μ.Κ.2), ο αστυφύλακας 1194 Μ. Ονησιφόρου (Μ.Κ.3) και η γιαγιά της παραπονούμενης - από τη μητέρα της - Δέσπω Κούβαρου (Μ.Κ.4). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, κατάθεσε ενόρκως και αντεξετάστηκε, χωρίς να παρουσιάσει κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Ο κατηγορούμενος και η Βαρβάρα Κούβαρου ήταν αντρόγυνο. Τέλεσαν το γάμο τους το
  2. Καρπός του γάμου τους είναι η παραπονούμενη, που γεννήθηκε στις 22.4.
  3. Οι γονείς της παραπονούμενης χώρισαν το 1998, ενώ, το Μάρτη του 2000, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος ανέλαβε την κηδεμονία της. Αργότερα, η μητέρα της παραπονούμενης τέλεσε δεύτερο γάμο, οπότε και εγκαταστάθηκε μαζί με το σύζυγό της στην Αμερική. Το 2001 ξαναπαντρεύτηκε και ο κατηγορούμενος, με την Κατερίνα Χαραλάμπους αυτή τη φορά, με την οποία, το 2005, απέκτησε ακόμη ένα κοριτσάκι. Επισημαίνεται ότι τα παραπάνω γεγονότα, αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Απ' εκεί και πέρα, είναι η θέση της παραπονούμενης, ότι από τότε που γεννήθηκε η αδελφή της, ο πατέρας της άρχισε να γίνεται νευρικός μαζί της και να την χτυπά αρκετά συχνά, για ασήμαντους λόγους. Συγκεκριμένα, τις έδινε γροθιές και την τραβούσε από τα μαλλιά. Τους τελευταίους δυο με τρεις μήνες, τη χτυπούσε πιο τακτικά και για πιο ασήμαντους λόγους. Στο μόνο πρόσωπο που ανέφερε το γεγονός αυτό είναι η μητέρα της, μέσω τηλεφώνου, η οποία της είπε να κάνει υπομονή και ότι τέλος του Ιούλη που θα ερχόταν στην Κύπρο, θα συζητούσαν το ενδεχόμενο να πάρει την κηδεμονία της. Το Σάββατο, 28 Ιουνίου, 2008, ενώ βρισκόταν στο δωμάτιό της, μετά από κάποιο φραστικό επεισόδιο που είχε με τον πατέρα της, κάποια στιγμή, αυτός, την έπιασε από τα μαλλιά και τραβώντας την στο άλλο υπνοδωμάτιο άρχισε να τη βρίζει. Μόλις την πήρε στο άλλο δωμάτιο, άρχισε να τη χτυπά με τα χέρια του σε όλο της το σώμα, ενώ κάποια στιγμή την έσπρωξε και έπεσε στο έδαφος. Εκείνη την ώρα, ήρθε στο δωμάτιο η σύζυγός του, η οποία προσπάθησε να το σταματήσει, αλλά αυτός της είπε να πάει κάτω, πράγμα που αυτή έκανε. Όταν έφυγε η σύζυγος του κατηγορούμενου, αυτός, ξανάπιασε την παραπονούμενη από τα μαλλιά και συνέχισε να της δίνει πάτσους. Όταν σταμάτησε να τη χτυπά, τηλεφώνησε στη γιαγιά της για να έρθει να την πάρει, όπως και έγινε. Με τη σειρά του, ο κατηγορούμενος που δεν αρνείται ότι οι σχέσεις του με την παραπονούμενη από ένα σημείο και μετά διαταράχθηκαν, ως επίσης και ότι υπήρξε ένα επεισόδιο μεταξύ τους στις 28.6.2008, προέβαλε την ακόλουθη εκδοχή: Η παραπονούμενη άρχισε να γίνεται προβληματική, κατά κάποιο τρόπο, με τη συμπεριφορά της, έξι με επτά περίπου μήνες πριν από το επίδικο επεισόδιο και συγκεκριμένα, αμέσως μετά που έφυγε για τελευταία φορά η πρώην σύζυγος του για την Αμερική. Συγκεκριμένα, άρχισε να κλείνεται στον εαυτό της και ήταν αρκετά αντιδραστική. Μολονότι προσπάθησε αρκετές φορές να συζητήσει μαζί της το πρόβλημα, επειδή ήταν αντιδραστική, δεν κατάφεραν να βρουν λύση. Τόσο ο ίδιος όσο και η πρώην σύζυγός του, θεώρησαν ότι το όλο πρόβλημα ήταν απότοκο της εφηβείας της παραπονούμενης. Το Σάββατο 28.6.2008, αν και της ζήτησε επίμονα να πάει μαζί τους για φαγητό, για να περάσει και τη μέρα της, αυτή δεν πήγε. Έμεινε μόνη στο σπίτι μέχρι και τις 18:00 που επέστρεψε ο πατέρας της, ο οποίος, επειδή ανησυχούσε για το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό κλεινόταν συνέχεια στον εαυτό της, της ζήτησε να βγει από το δωμάτιό της και να καθίσει λίγο μαζί τους. Η παραπονούμενη ωστόσο, αρνήθηκε. Η συνέχεια, σύμφωνα πάντοτε με τον κατηγορούμενο και το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 2) το οποίο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, εξελίχθηκε ως εξής: «...................................................................... Σε κάποια στιγμή με πήρε τηλέφωνο η πρώην γυναίκα μου από την Αμερική και με ρωτούσε γιατί θυμώνω στην Δέσποινα και μου είπε ότι ίσως η Δέσποινα να ήθελε να πάει μαζί της. Εγώ τότε της ζήτησα να μου εξηγήσει τι συμβαίνει και η Βαρβάρα μου είπε ότι της τηλεφώνησε η Δέσποινα και της είπε ότι της θυμώνω και ότι την κτυπώ. Εγώ τότε πήγα ξανά πάνω στο δωμάτιο της Δέσποινας και της είπα ότι έκανε κακό στον εαυτό της να είναι κλεισμένη συνέχεια στο δωμάτιο της, ότι γινόταν αντικοινωνική και ότι έπρεπε να σταματήσει να το κάνει αυτό. Τότε η Δέσποινα άρχισε να αντιμιλά και να αντιδρά λέγοντας μου ότι δεν θα της έλεγα τι να κάνει. Εγώ λόγω του ότι εκνευρίστηκα με την συμπεριφορά της την έπιασα πολύ ελαφριά από τα μαλλιά με σκοπό να την παρακινήσω να βγει από το δωμάτιο. Εκείνη την ώρα ήρθε στο δωμάτιο και η γυναίκα μου και όταν κατάλαβε ότι η Δέσποινα ήταν εκνευρισμένη, μου είπε ότι θα ήταν σωστό να την αφήσω να ηρεμήσει και έτσι κατεβήκαμε κάτω. Μετά από λίγο με πήρε τηλέφωνο η πρώην πεθερά μου, με ρώτησε αν ήταν εντάξει να έρθει να πιάσει την Δέσποινα και εγώ της είπα εντάξει με σκοπό να ηρεμήσει η Δέσποινα και επειδή έτσι κι αλλιώς κάθε καλοκαίρι η Δέσποινα πήγαινε για 2 περίπου εβδομάδες στην γιαγιά της. Μετά από λίγο ήρθε η γιαγιά της και την έπιασε και την επόμενη μέρα ενημερώθηκα από την Αστυνομία ότι η Δέσποινα έκανε καταγγελία στην Αστυνομία ότι την κτύπησα. .....................................................................» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας στο σύνολό του. Το ίδιο ισχύει και με το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στο κατάλληλο στάδιο και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 89/07, ημερομηνίας 29.2.2008 και Mohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 60/06, ημερομηνίας 27.2.2009, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 129/07, ημερομηνίας 10.12.2008: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Η Γ/Αστυφύλακας 4782 Ν. Παπανικολάου (Μ.Κ.1) είναι η εξετάστρια της υπόθεσης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 1) το οποίο υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, στις 16.7.2008 έλαβε γραπτή κατάθεση από την παραπονούμενη (βλ. το τεκμήριο 5), σε σχέση με καταγγελία που ήθελε να κάνει εναντίον του πατέρα της, για επίθεση που δέχθηκε από αυτόν, στις 28.6.
  1. Η εν λόγω κατάθεση, λήφθηκε στην παρουσία του παππού της Γιάννη Κούβαρου. Στις 20.7.2008, η μάρτυρας, πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σχετικά με την καταγγελία της παραπονούμενης, ενώ, την ίδια μέρα, τον κατηγόρησε γραπτώς για άσκηση βίας εναντίον της ανήλικης κόρης του. Η μαρτυρία της εξετάστριας γίνεται αποδεκτή και τούτο, γιατί, ούτε καν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Εάν είναι κάτι που μπορεί να λεχθεί σε σχέση με τη συγκεκριμένη μάρτυρα, είναι ότι, αμφισβήτησή της, σε κάποιο βαθμό, επιχειρήθηκε μόνο από την παραπονούμενη! Το παράδοξο στην παρούσα υπόθεση είναι ότι και ο άλλος αστυνομικός μάρτυρας (Μ.Κ.3, αστυφύλακας 1194 Μ. Ονησιφόρου) στο βαθμό που αμφισβητήθηκε και που ήταν έντονος, σε σημείο που του προσάπτονται ενέργειες και/ή συμπεριφορά ασυμβίβαστη και ανάρμοστη με την ιδιότητά του ως αστυνομικού και πάλι είναι από την παραπονούμενη, η οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, το φέρει κατά τη λήψη της κατάθεσής της στις 29.6.2008 (βλ. το τεκμήριο 4) να καταγράφει σ' αυτή ό,τι θέλει εκείνος και όχι ό,τι και όσα ήθελε η ίδια, ως επίσης και να την παρακινεί να μην προβεί σε καταγγελία εναντίον του πατέρα της. Δέχομαι τη μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα στο σύνολό της: πρώτο, επειδή τη θεωρώ αξιόπιστη, η οποία προέρχεται από πρόσωπο το οποίο δεν είχε κανένα λόγο να αποστεί των καθηκόντων του και να θέλει, είτε να ευνοήσει τον κατηγορούμενο είτε να βλάψει την παραπονούμενη, δεύτερο, επειδή είναι μάρτυρας κατηγορίας και δεν μπορεί ασφαλώς να επιχειρείται αμφισβήτησή του και κλονισμός της αξιοπιστίας του, από άλλο μάρτυρα κατηγορίας, ιδιαίτερα, όταν η εκδοχή του δεν αμφισβητείται από την άλλη πλευρά, τρίτο, επειδή, η εκδοχή του, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και επιβεβαιώνεται από άλλη μαρτυρία, την οποία θεωρώ αξιόπιστη σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης και τέταρτο, επειδή για όλους τους λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, θεωρώ αναξιόπιστη μάρτυρα την παραπονούμενη και επί του προκειμένου. Εάν είναι κάτι που θα πρέπει να επισημάνω από τη μαρτυρία του αστυφύλακα Ονησιφόρου και τούτο, γιατί έχει σημασία, όπως θα διαφανεί αργότερα, είναι τον ισχυρισμό του, ότι, η παραπονούμενη, όταν έδωσε την κατάθεσή της αναχώρησε από το σταθμό, για να επιστρέψει όμως την ίδια μέρα και να πάρει το ειδικό παραπεμπτικό έντυπο για σκοπούς ιατρικής εξέτασης (βλ. το τεκμήριο 7) αφού όπως ανάφερε ο μάρτυρας: «Μετά που έφυγε, τηλεφώνησε η μητέρα της από την Αμερική και είπε ότι έπρεπε να διώξουμε ποινικά τον άντρα της, έχουν διαφορά στην κηδεμονία και να δώσουμε χαρτί στην κόρη της να πάει γιατρό, γιατί διαφορετικά εν να μας πάρει στον ΑΝΤ1.» Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία της παραπονούμενης (Μ.Κ.2), κατά κύριο λόγο, καθώς και της γιαγιάς της Δέσπως Κούβαρου (Μ.Κ.4) με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, χωρίς ενδοιασμό, δηλώνω ευθέως, ότι θεωρώ καθόλα πειστική και αξιόπιστη τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, σε αντίθεση με την αντίστοιχη των δύο πρώτων, την οποία, στο βαθμό και την έκταση που συγκρούεται ή δε συνάδει με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ή με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, απορρίπτω ως αναξιόπιστη και ψευδή και την εκδοχή τους, ως προκατασκευασμένη και προϊόν συνεννόησης μεταξύ τους και της μητέρας της παραπονούμενης. Και οι δύο υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις και στα δύο βασικά στάδια που έδιναν μαρτυρία αλλά και μεταξύ τους, σε σχέση με ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης, η εκδοχή τους σε σημαντικά ζητήματα ήταν αφύσικη και παράλογη, ενώ, ειδικά για την παραπονούμενη, ήταν έκδηλα φανερό και το μίσος που έτρεφε κατά του πατέρα της, στον οποίο, σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις, αναφέρθηκε με τη φράση «ο κύριος απέναντι» ή «ο κ. Ιάπωνας» αντί «ο πατέρας μου», γεγονός το οποίο, ομολογώ, μου έχει προκαλέσει αλγεινή εντύπωση, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη η κρίση μου αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Απεναντίας, ο κατηγορούμενος, καθόλα σοβαρός στο εδώλιο του μάρτυρα καθόλη τη διάρκεια της δίκης, ήταν σταθερός και στα δύο βασικά στάδια που έδινε μαρτυρία, κατάθεσε με φυσικό τρόπο, ενώ η εκδοχή του είναι λογική. Θα έλεγα πως, ούτε και επιχειρήθηκε σθεναρή αμφισβήτησή του από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, σε σχέση με όσα συνθέτουν την εκδοχή του για τα επίδικα θέματα. Για όλους τους παραπάνω λόγους και για διάφορους άλλους που θα παραθέσω στη συνέχεια, με αναφορά και στη μαρτυρία, θεωρώ ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι σύμφωνα με την εκδοχή του κατηγορούμενου. Προτού υπεισέλθω στη μαρτυρία, για σκοπούς τεκμηρίωσης των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, δηλώνω ευθέως, ότι από τη μαρτυρία της παραπονούμενης και της γιαγιάς της, δέχομαι μόνο εκείνο το μέρος, που - για να επαναλάβω - ενισχύεται ή επιβεβαιώνεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία ή που υπέχει θέση δηλώσεων εναντίον συμφέροντος. Ειδικότερα: Η παραπονούμενη σε σχέση με το επίδικο συμβάν έδωσε δύο καταθέσεις στην αστυνομία. Μία (τεκμήριο 4) στο Μ.Κ.3 στις 29.6.2008 και άλλη μια (τεκμήριο 5) στις 16.7.2008 στη Μ.Κ.
  2. Επισημαίνεται ότι υιοθέτησε το περιεχόμενο και των δύο ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι, με την πρώτη, που είναι ιδιαίτερα λιτή, ούτε μια σελίδα επί της ουσίας, την οποία έδωσε την αμέσως επόμενη μέρα του επίδικου επεισοδίου, ισχυρίζεται μόνο, ότι την προηγούμενη μέρα, στις 20:30 περίπου, ο πατέρας της θύμωσε μαζί της και την τράβηξε από τα μαλλιά. Τελειώνοντας, ζητά να του γίνει παρατήρηση για να μην το ξανακάνει. Στην κατάθεσή της ημερομηνίας 16.7.2008, σε σχέση πάντοτε με το ίδιο επεισόδιο, μεταξύ άλλων, φέρει τον πατέρα της να την τραβά από τα μαλλιά, να τη βρίζει και να τη χτυπά με τα χέρια του σε όλο της το σώμα, μάλιστα, σε δύο περιπτώσεις. Απαντώντας στην ερώτηση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, τι είχε πάθει και επισκέφθηκε τις Α' Βοήθειες, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της κατά τη διάρκεια εκείνων των λεπτών που τη χτυπούσε, της έδινε γροθιές και την κλωτσούσε, με αποτέλεσμα να τη γεμίσει μώλωπες στο σώμα και τα χείλη της να τρέχουν αίμα. Το μέγεθος των αντιφάσεων είναι ολοφάνερο και δε χρειάζεται, πιστεύω, να υπεισέλθω και σε τι ανάφερε αντεξεταζόμενη γύρω από το ίδιο θέμα. Ισχυρίστηκε, αντεξεταζόμενη, ότι δε της διάβασε την κατάθεση ο Μ.Κ.3 και ότι την έβαλε να την υπογράψει χωρίς να την έχει διαβάσει ούτε η ίδια. Φυσικά, νωρίτερα και πάντοτε αντεξεταζόμενη, στην ερώτηση αν διάβασε τις δύο καταθέσεις της προτού τις υπογράψει, απάντησε καταφατικά για την πρώτη. Όταν στη συνέχεια της υποδείχθηκε από τον κ. Πουργουρίδη, ότι κατά την κυρίως εξέταση, ανάφερε ότι είχε διαβάσει τη συγκεκριμένη κατάθεση και αφού είχε δει ότι το περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκε, είχε γραφτεί, υπέγραψε, απάντησε με την ερώτηση, μήπως αναφερόταν στη δεύτερη κατάθεση. Όταν ο συνήγορος της απάντησε αρνητικά και περαιτέρω, ότι η αναφορά της ήταν σε σχέση με την πρώτη της κατάθεση, η παραπονούμενη, αντιλαμβανόμενη προφανώς το μέγεθος των αντιφάσεων στις οποίες περιέπεσε, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Μπορεί να της έριξα μια ματιά χωρίς να την είχα διαβάσει. Μπορεί να είδα τη λέξη βία ή ξύλο. Αντιλαμβάνομαι ότι έχει περάσει ενάμιση χρόνος». Κι' όμως, εκτός του ότι το ουσιαστικό μέρος της εν λόγω κατάθεσης είναι μόλις δύο προτάσεις, οπότε, είτε της έριξε μια ματιά είτε τη διάβασε, θεωρώ ότι τίποτε δεν αλλάζει, είναι και το γεγονός, ότι, ούτε η λέξη βία ούτε η λέξη ξύλο περιέχονται σ' αυτή. Απτή απόδειξη του γεγονότος, ότι ακόμη και η ίδια αισθάνθηκε πως έγινε αντιληπτό και από το Δικαστήριο ότι ψευδόταν, είναι η επίκληση του χρόνου ως έσχατη διέξοδος. Άξια αναφοράς είναι και όσα καταλόγισε, ιδιαίτερα στο Μ.Κ.3 που της πήρε την πρώτη κατάθεση και, σε μια αποστροφή του λόγου της, ακόμη και στη γυναίκα αστυφύλακα που της πήρε τη δεύτερη. Στην κυρίως εξέταση, ισχυρίστηκε ότι όταν πήγε στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση και ρωτήθηκε από το Μ.Κ.3 για το λόγο της εκεί μετάβασής της, του ανέφερε ότι ο σκοπός της ήταν να καταγγείλει τον πατέρα της για σωματική βία. Σ' αυτά τα πλαίσια, αναφέρθηκε στο επίδικο περιστατικό καθώς και σε κάποια παρόμοια. Τότε, ο Μ.Κ.3 της ανέφερε ότι τέτοια περιστατικά ο ίδιος βλέπει κάθε μέρα και της εισηγήθηκε να μην προχωρήσει σε καταγγελία και να προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημα χωρίς την επέμβαση της αστυνομίας και του Δικαστηρίου. Αντεξεταζόμενη και, προφανώς, ευρισκόμενη σε δύσκολη θέση, υπό το βάρος της αντεξέτασης, η οποία την εξέθεσε για σωρεία αντιφάσεων και αναληθών ισχυρισμών που προέβαλε, έφθασε στο σημείο να ισχυριστεί, ότι ο Μ.Κ.3 όταν του είπε το περιστατικό, έγραψε ο ίδιος στην κατάθεση ό,τι ήθελε. Φυσικά, δεν είναι μόνο ο εν λόγω μάρτυρας που τη διαψεύδει και επί του προκειμένου, αλλά, το ίδιο έκανε, ακόμη και η γιαγιά της, η οποία, αντεξεταζόμενη και αυτή από τον κ. Πουργουρίδη, ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Κ.3 δεν έλεγε της παραπονούμενης τι να πει ή να μην πει στην κατάθεσή της και περαιτέρω, ότι η εγγονή της είπε αυθόρμητα εκείνα που ήθελε να πει. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό, ότι και οι δύο αυτοί μάρτυρες, είναι μάρτυρες κατηγορίας και όχι υπεράσπισης. Όταν ο κ. Πουργουρίδης επιχείρησε να την εκθέσει σε σχέση με όσα είπε, προκειμένου να αιτιολογήσει την αναφορά της στην πρώτη της κατάθεση, ότι με αυτή περιορίστηκε να ζητήσει να γίνει απλώς παρατήρηση στον πατέρα της, υποδεικνύοντάς της, ότι στη δεύτερη της κατάθεση, αναφέρει ότι παρόλο που έδωσε την αρχική για να γίνει παρατήρηση στον πατέρα της, αργότερα, άλλαξε γνώμη και ήθελε να τον πάρει δικαστήριο γι' αυτό που της έκανε, η παραπονούμενη, χωρίς ενδοιασμό, με την απάντησή της, υπαινίχθηκε ότι η εξετάστρια, ουσιαστικά, ούτε λίγο ούτε πολύ, αλλοίωσε την κατάθεσή της, προκειμένου να καλύψει το Μ.Κ.3 που της πήρε την πρώτη κατάθεση. Τι άλλο συνιστά ο ισχυρισμός της «..εξάλλου, ας είμαστε λογικοί, ποιος αστυνομικός δε θα κάλυπτε συνάδελφό του;». Το πόσο αντιφατική ήταν η παραπονούμενη καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της και πόσο αφύσικοι και παράλογοι είναι αρκετοί από τους ισχυρισμούς της, οπότε και δεν μπορούν ασφαλώς να γίνουν πιστευτοί και κατ' επέκταση, αποδεκτοί, αναδεικνύεται και απ' όσα ακολουθούν, που αποκαλύπτουν ότι η εμμονή της να πετύχει πάσει θυσία καταδίκη του πατέρα της, την έφερε σε σύγκρουση όχι μόνο με άλλους μάρτυρες αλλά και με τον ίδιό της τον εαυτό. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί, απαντώντας σε σχετική ερώτηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ισχυρίστηκε ότι κατά το επίδικο επεισόδιο, ο πατέρας της την κλωτσούσε και της έδινε γροθιές, με αποτέλεσμα να της γεμίσει το σώμα μώλωπες και τα χείλη της να τρέχουν αίμα. Απαντώντας στην αμέσως επόμενη ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι οι μώλωπες ήταν κυρίως στα πόδια της, ενώ από τις δύο γροθιές είχε αίμα στο στόμα. Παρά ταύτα, είναι απορίας άξιο, πρώτο, γιατί δεν επισκέφθηκε τις Α' Βοήθειες αυθημερόν, δεύτερο, γιατί δεν ανάφερε οτιδήποτε από αυτά στην πρώτη της κατάθεση, τρίτο, γιατί δεν προέβη αμέσως σε καταγγελία του συμβάντος και του πατέρα της στην αστυνομία, παρά μόνο την επομένη, τέταρτο, γιατί την επομένη ο Μ.Κ.3 δεν εντόπισε οποιεσδήποτε από τις συγκεκριμένες κακώσεις, μιας και αυτές ήταν εμφανείς και πέμπτο, τι μεσολάβησε από την ώρα που έφυγε η παραπονούμενη από το σταθμό μέχρι και την ώρα που την ίδια μέρα επέστρεψε και ζήτησε το σχετικό παραπεμπτικό για να πάει στο νοσοκομείο για να εξεταστεί; Έπειτα, τελικά, ενημέρωσε ή όχι τη γιαγιά της το επίδικο βράδι τι της είχε συμβεί; Στη δεύτερή της κατάθεση, ισχυρίζεται ότι την είχε ενημερώσει. Αντεξεταζόμενη, ωστόσο, στην ερώτηση εάν με το που ήρθε η γιαγιά της να την πιάσει από το σπίτι και ενώ η ίδια αιμορραγούσε, ήταν ταραγμένη και είχε και ένα καρούμπαλο στο κεφάλι, με το που την είδε μπροστά της, της είπε αυθόρμητα τι έγινε, απάντησε αρνητικά. Απαντώντας σε άλλη ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι καθοδόν για το χωριό, η γιαγιά της τη ρώτησε τι έχει και κλαίει, αλλά δεν της απάντησε. Χωρίς να υπεισέρχομαι στο παρόν στάδιο, στο τι ανάφερε η γιαγιά της, επί του προκειμένου, θα ήθελα να σημειώσω τα εξής: Εάν όντως η εκδοχή της παραπονούμενης ήταν αληθινή, το πρώτο πράγμα που ανέμενε κάποιος να κάνει, με το που είδε τη γιαγιά της μπροστά της, ήταν να της πει τι έγινε και φυσικά, αφού μεταξύ άλλων αιμορραγούσε από τις γροθιές που δέχθηκε από τον πατέρα της στο στόμα, να της ζητούσε να την πάρει αμέσως στο γιατρό και όχι κατόπιν εορτής, την επομένη. Βέβαια, ακόμη κι αν για οποιοδήποτε λόγο δε ζήτησε η ίδια από τη γιαγιά της να την πάρει στο γιατρό, η λογική λέει ότι θα έπρεπε να αναλάμβανε η γιαγιά της τη σχετική πρωτοβουλία. Λέγοντας όλα αυτά, για να απαντήσω και στα προηγούμενα ερωτήματα, είμαι βέβαιος, ότι τίποτε, απ' όσα ως θέμα κοινής λογικής, θεωρώ ότι θα έπρεπε να γίνουν, έγιναν, γιατί πολύ απλά, δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε επιτέθηκε στην παραπονούμενη με τον τρόπο και την ένταση που ανάφερε η ίδια, ούτε και ευθύνεται για τις διάφορες κακώσεις, που όπως διαπιστώθηκε από το γιατρό Ευστρατίου (βλ. το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό - τεκμήριο 7 - ) έφερε, κατά την εξέτασή της, το απόγευμα, καθ' ομολογία της, της 29ης.6.2008, σε κάθε περίπτωση, μετά που έδωσε στο Μ.Κ.3 την πρώτη της κατάθεση. Μερικές όμως από τις παραδοχές της, αποκαλύπτουν και το κίνητρο που την ώθησε, καταρχήν, να μεταβεί για δεύτερη φορά την ίδια μέρα στην αστυνομία, έπειτα στις Α' Βοήθειες για εξέταση και εν τέλει, για τρίτη φορά στην αστυνομία, όπου με τη δεύτερη της κατάθεση, καταμαρτυρεί ψευδώς στον πατέρα της, όσα τον οδήγησαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Αναφέρομαι ασφαλώς στην ομολογία της (από τη δεύτερη της κατάθεση) ότι, όταν ανάφερε στη μητέρα της, η οποία ζούσε μόνιμα στο εξωτερικό, ότι τους τελευταίους δύο με τρεις μήνες, ο πατέρας της τη χτυπούσε πιο τακτικά, δίνοντας της γροθιές και τραβώντας την από τα μαλλιά, αυτή της είπε να κάνει υπομονή και ότι τέλος του Ιούλη που θα ερχόταν, θα συζητούσαν το ενδεχόμενο να πάρει αυτή την κηδεμονία της, σε συνδυασμό με την παραδοχή της, κατά το στάδιο αντεξέτασης, ότι δώδεκα μέρες μετά που έδωσε τη δεύτερη της κατάθεση, η μητέρα της καταχώρησε αίτηση για να πάρει την κηδεμονία της. Εάν αυτά ιδωθούν σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό του Μ.Κ.3, ότι μετά που έφυγε από το σταθμό η παραπονούμενη στις 29.6.2008, τηλεφώνησε η μητέρα της από την Αμερική και είπε ότι έπρεπε να διώξουν ποινικά τον κατηγορούμενο, επειδή έχουν διαφορά στην κηδεμονία και να δώσουν χαρτί στην παραπονούμενη να πάει στο γιατρό, γιατί διαφορετικά θα τους πάρει στον ΑΝΤ1, αποκαλύπτεται ότι πρόκειται περί συνωμοσίας η όλη υπόθεση, με συνωμότες, την παραπονούμενη, τη μητέρα της και τη γιαγιά της, με προοπτική τη δημιουργία υποβάθρου για σκοπούς καταχώρησης εκ μέρους της μητέρας αίτησης κηδεμονίας, με προοπτική επιτυχίας. Άλλως πως, δε μπορώ να εξηγήσω πως είναι δυνατό, ένα απλό επεισόδιο μεταξύ της παραπονούμενης και του πατέρα της, που περιγράφεται ορθά από την παραπονούμενη στην πρώτη της κατάθεση και βρίσκει σύμφωνο επί της ουσίας τον πατέρα της, αργότερα, να μεγιστοποιείται σε τόση έκταση, σε βαθμό που να αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι τη χτύπησε με κλωτσιές και γροθιές. Ούτε και το θεωρώ λογικό για να το πιστέψω, ότι ο κατηγορούμενος χτυπούσε τόσο βίαια την παραπονούμενη και για τόσο καιρό, χωρίς, είτε η ίδια είτε η μητέρα της να προβούν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίδραση. Η λογική λέει, ότι αν η παραπονούμενη έλεγε την αλήθεια, θα έπρεπε να εγκαταλείψει τον πατέρα της, αν μη τι άλλο, το αργότερο στους δυο με τρεις μήνες πριν από το επίδικο επεισόδιο, όταν άρχισε να τη χτυπά πιο τακτικά και να γίνεται πιο βίαιος έναντί της και όχι να τον ανέχεται όλη αυτή την περίοδο αλλά και να ζητά την προσαγωγή του στο Δικαστήριο για ό,τι υποτίθεται της έκανε στις 28.6.2008, στις 16.7.
  3. Στα ίδια πλαίσια, ειλικρινά, αδυνατώ να πιστέψω, ότι μια μάνα που αγαπά το παιδί της, ηλικίας μόλις 14 ετών και λείπει τόσο μακριά του, ενώ γνωρίζει ότι αυτό κακοποιείται τόσο βάναυσα, όπως περίγραψε η παραπονούμενη, περιορίζεται να του συστήνει υπομονή, έως ότου έλθει στην Κύπρο για να συζητήσει το ενδεχόμενο να πάρει αυτή την κηδεμονία του. Αναφορικά με τη γιαγιά της παραπονούμενης (Μ.Κ.4), για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει, με αναφορά και στη μαρτυρία της παραπονούμενης, δεν μπορώ ασφαλώς να δεχθώ την εκδοχή της, με εξαίρεση εκείνο μόνο το μέρος της μαρτυρίας της που επιβεβαιώνει ή επιβεβαιώνεται, ενισχύει ή ενισχύεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Για παράδειγμα, δέχομαι τον ισχυρισμό της, ότι όταν η παραπονούμενη μετέβη στην αστυνομία για να δώσει την πρώτη της κατάθεση, είπε αυθόρμητα εκείνα που ήθελε να πει, ισχυρισμός ο οποίος, ενώ από τη μια επιβεβαιώνει το Μ.Κ.3 που πήρε τη συγκεκριμένη κατάθεση, από την άλλη, διαψεύδει την εγγονή της, η οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω μάρτυρας έγραφε ό,τι ήθελε. Κατά τα λοιπά, πλανάται ακόμη το ερώτημα, πότε μίλησε με την εγγονή της για το επίδικο επεισόδιο και πότε είδε για πρώτη φορά τα τραύματά της. Και τα δύο, την ημέρα του επεισοδίου, όπως αναφέρει στην κατάθεση της (τεκμήριο 8), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης ή την επομένη, όπως ανάφερε αντεξεταζόμενη; Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, είναι η κατάληξή μου, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, είναι σύμφωνα με την εκδοχή του κατηγορούμενου, ο οποίος, για όλους τους λόγους που έχει αναφέρει, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο δωμάτιό της άρχισε να του αντιμιλά και να αντιδρά, λέγοντάς του πως δε θα της έλεγε τι να κάνει, οπότε, επειδή εκνευρίστηκε με τη συμπεριφορά της, την έπιασε ελαφρά από τα μαλλιά, με σκοπό να την παρακινήσει να βγει από το δωμάτιο. Το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, δημιουργείται από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν. 119
(1)/00), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου: «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας..» Το εδάφιο
(4)του ίδιου άρθρου, προνοεί ότι: «οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα που τιμωρείται ...». Με δεδομένο το συμπέρασμά μου, ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε άσκησε βία στην παραπονούμενη που της έχει προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη, όπως του αποδίδεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας, αυτή, σε εφαρμογή και όσων έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, παραμένει έκθετη σε απόρριψη. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος αθωώνεται. (Υπ.)............... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: βία στην οικογένεια, αξιολόγηση μαρτυρίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.