← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Baharami Sarhadi, Αρ. Υπόθεσης: 21619/08, 30 Νοεμβρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Baharami Sarhadi, Αρ. Υπόθεσης: 21619/08, 30 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B191 Αρ. Υπόθεσης: 21619/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Baharami Sarhadi, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2009 Για την αστυνομία: κα Παπαπέτρου Για κατηγορούμενο: κος Γαβριηλίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατάγεται από το Ιράν και με την άφιξη του στην Κύπρο, υπέβαλε αίτηση για παροχή πολιτικού ασύλου. Αντιμετωπίζει ενώπιον μου δύο κατηγορίες κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, στις 27.10.2008 στην Λεμεσό είχε στην κατοχή του 10,3412 γραμμάρια όπιο χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Επίσης, στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας αναφέρεται ότι κατείχε τα πιο πάνω ναρκωτικά με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Σύμφωνα με την μαρτυρία που προσκόμισε στο Δικαστήριο η αστυνομία, τα ναρκωτικά βρέθηκαν μετά από έρευνα στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου κρυμμένα μέσα στο κάθισμα της θέσης του οδηγού. Το ένταλμα έρευνας, εξασφαλίστηκε μετά από σχετικές πληροφορίες που δόθηκαν στην αστυνομία. Η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία, είναι ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο δεν χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο και ότι τα ναρκωτικά τέθηκαν εκεί από άλλο συμπατριώτη του, προκειμένου να τον ενοχοποιήσει λόγω διαφορών που είχαν μεταξύ τους. Μαρτυρία Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1965 Κωνσταντίνος Χατζησωτηρίου της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του (τεκμ. 1), στις 27.10.08 και μεταξύ των ωρών 11.20 με 12.00, ερεύνησε μαζί με δυο συναδέλφους του δυνάμει δικαστικού εντάλματος την οικία του κατηγορουμένου, στην οδό Ύδρας 28 στη Λεμεσό. Κατά την είσοδο του στην οικία, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του παρουσιάσει έγγραφα που να αποδεικνύουν την ταυτότητα του και το νόμιμο της διαμονής του στη Δημοκρατία. Ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε κανένα έγγραφο και ως εκ τούτου συνελήφθη για εξακρίβωση των στοιχείων του. Ακολούθησε έρευνα στην οικία του χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Στη συνέχεια, ερευνήθηκε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΥΒ114, το οποίο ήταν σταθμευμένο και κλειδωμένο σε ανοικτό χώρο έναντι της οικίας του. Κατά την έρευνα, ο μάρτυρας βρήκε κρυμμένο μέσα στο κάθισμα της θέσης του οδηγού, ένα νάιλον διαφανές σακούλι εντός του οποίου υπήρχαν δυο νάιλον διαφανή σακούλια που περιείχαν ποσότητα μαύρης συμπαγούς ουσίας που ομοιάζει με όπιο. Επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο στον κατηγορούμενο και αυτός απάντησε στα Ελληνικά ότι δεν ήταν δικά του. Η έρευνα ολοκληρώθηκε χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε άλλο παράνομο. Ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Περαιτέρω εξετάσεις, κατέδειξαν ότι κατάγεται από το Ιράν και εκ πρώτης όψεως φαινόταν να ήταν απαγορευμένος μετανάστης. Του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στη μητρική του γλώσσα. Λήφθηκαν επίσης με τη συγκατάθεση του, παρειακά επιχρίσματα για σκοπούς εξέτασης γενετικού υλικού. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ο κατηγορούμενος επέμενε ότι τα ναρκωτικά δεν είναι δικά του. Για την ίδια υπόθεση, συνελήφθη ακόμα ένα πρόσωπο από το Ιράν ονόματι Abolfazl Ziaei που κατονομάστηκε από τον κατηγορούμενο. Έδωσε ανακριτική κατάθεση στο μάρτυρα, στη μητρική του γλώσσα. Λήφθηκαν επίσης και από τον ίδιο παρειακά επιχρίσματα. Και το πρόσωπο αυτό επέμενε επίσης ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά δεν είναι δικά του. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά, ήταν κρυμμένα μέσα στη μαξιλάρα του καθίσματος του οδηγού στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Ήταν συγκεκριμένα στην πλάτη του καθίσματος σε μη εμφανές σημείο και για να τα βρει έπρεπε να σχίσει το κάθισμα. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια, τα νάιλον διαφανή σακούλια καθώς και τα ναρκωτικά που βρέθηκαν σε αυτά. Κατέθεσε επίσης τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου καθώς και την ανακριτική του κατάθεση (τεκμ. 9). Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται στην πιο πάνω ανακριτική του κατάθεση ότι αιτήθηκε πολιτικό άσυλο στην Κύπρο αλλά μετά την απόρριψη της αίτησης του, συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία παράνομα. Χώρισε με τη σύζυγο του και διαμένει μαζί με δυο άλλους συγκατοίκους από το Ιράν. Αρνήθηκε ότι τα ανευρεθέντα ναρκωτικά του ανήκουν παρότι δέχτηκε ότι το αυτοκίνητο στο οποίο ανευρέθηκαν, το οδηγεί μόνο ο ίδιος και κανένας άλλος. Ισχυρίστηκε όμως ότι το αυτοκίνητο του είχε κλαπεί πριν 3 μήνες περίπου και το ξαναβρήκε πριν 1 ½ μήνα. Υποψιαζόταν ότι του το είχε πάρει ένας φίλος του ο Abolfazl Ziaei, ο οποίος επίσης κατάγεται από το Ιράν. Την προηγούμενη γύρω στις 9.00 μμ, ένας εκ των συγκατοίκων του, του ζήτησε το κλειδί του αυτοκινήτου για να το μετακινήσει αφού ήταν σταθμευμένο έξω από το σπίτι και εμπόδιζε. Τα κλειδιά του τα επέστρεψε πίσω μετά από μισή ώρα περίπου. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στη συνέχεια ότι υποψιάζεται τον Abolfazl Ziaei ότι είναι το πρόσωπο που τοποθέτησε τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο του γιατί τελευταίως έχουν διαφορές και τσακώνονται συνέχεια. Υποψιάζεται επίσης ότι το πρόσωπο αυτό ειδοποίησε την αστυνομία για να τον συλλάβει. Είναι πολύ πιθανό ο συγκάτοικος του να μετέφερε το αυτοκίνητο στον Abolfazl Ziaei και να τοποθέτησαν τα ναρκωτικά. Ο κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε να δώσει τόσο τα δακτυλικά του αποτυπώματα όσο και δείγμα γενετικού του υλικού για να αποδείξει ότι δεν έχει σχέση με τα ναρκωτικά. Ανέφερε τέλος ότι υποψιάζεται το πιο πάνω πρόσωπο για εμπρησμό του αυτοκινήτου της γυναίκας του που έγινε 15 μέρες πριν. Στην αντεξέταση, ο μάρτυρας κατέθεσε ότι η έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου έγινε μετά από πληροφορία που δόθηκε στην ΥΚΑΝ. Συνελήφθη και το πρόσωπο το οποίο κατονόμασε ο κατηγορούμενος ως αυτό που υποψιαζόταν ότι του έβαλε τα ναρκωτικά. Του πήρε ανακριτική κατάθεση (τεκμ. 11). Σύμφωνα με αυτή, ο Abolfazl Ziaei αναφέρει ότι βρίσκεται στην Κύπρο νόμιμα με την οικογένεια του ως πολιτικός πρόσφυγας. Είχε συλληφθεί προηγουμένως και ως ύποπτος για εμπρησμό του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Έχει κάποιες διαφορές με τον κατηγορούμενο και γι' αυτό θεωρεί ότι τον κατήγγειλε για τον εμπρησμό. Πριν να μαλώσουν, δανείστηκε το αυτοκίνητο του 2-3 φορές προκειμένου να κάμει κάποιες δικές του δουλειές. Την τελευταία φορά που το δανείστηκε, ήταν πριν 8-9 μήνες περίπου. Αρνήθηκε όμως ότι είδε τον συγκάτοικο του κατηγορουμένου την προηγουμένη ή ότι τοποθέτησε στο επίδικο αυτοκίνητο τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν σε αυτό. Προθυμοποιήθηκε δε να δώσει δακτυλικά αποτυπώματα και δείγμα γενετικού υλικού. Στη συνέχεια, κατατέθηκε από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου της, κατάθεση του αστυφύλακα 3437 Αριστοτέλους της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Πρόκειται για τον αστυφύλακα που μαζί με τον Μ.Κ.1 διεξήγαγε την έρευνα στο σπίτι και το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Μετέφερε επίσης στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, τεκμήρια της υπόθεσης για σκοπούς επιστημονικής εξέτασης. Κατατέθηκε επίσης για την αλήθεια του περιεχομένου της, η κατάθεση της διερμηνέως Farzali Mahdavi, η οποία βοήθησε στη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων τόσο του κατηγορουμένου όσο και του Abolfazl Ziaei. Για την αλήθεια του περιεχομένου του, κατατέθηκε και το έντυπο διακίνησης τεκμηρίων στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής (τεκμ. 14). Ως τεκμήριο 15 για την αλήθεια του περιεχομένου της κατατέθηκε και η έκθεση του Γενικού Χημείου του κράτους σε σχέση με την εξέταση των τεκμηρίων που ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Το αποτέλεσμα της έκθεσης που υπογράφει η χημικός Τασούλα Κοζάκου, είναι ότι οι μαύρες συμπαγείς ουσίες που βρέθηκαν περιέχουν στοιχεία που είναι συστατικά του οπίου. Τέλος, κατατέθηκε από κοινού επίσης για την αλήθεια του περιεχομένου της, έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Σύμφωνα με αυτή, στα νάιλον διαφανή σακούλια στα οποία ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά, η ποσότητα - ποιότητα γενετικού υλικού ήταν μηδαμινή και ως εκ τούτου μη ικανοποιητική ούτως ώστε να μην μπορούν να γίνουν περαιτέρω συγκρίσεις με το δείγμα γενετικού υλικού που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο και τον Abolfazl Ziaei. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να μην αναφέρει οτιδήποτε. Επίσης δεν προσκόμισε οιανδήποτε μαρτυρία και ως εκ τούτου η υπόθεση προχώρησε σε τελικές αγορεύσεις. Αγορεύσεις Η δημόσια κατήγορος στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος παρότι έχει το αναφαίρετο δικαίωμα της σιωπής, εντούτοις όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία που να αποδεικνύει την υπεράσπιση του ότι τα ναρκωτικά δεν του ανήκουν. Ήταν η θέση της ότι από την στιγμή που τα ναρκωτικά βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του, το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στην υπεράσπιση να αποδείξει τους ισχυρισμούς περί μη αποκλειστικής χρήσης του αυτοκινήτου από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Οι ισχυρισμοί του όμως παρέμειναν μετέωροι αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία επί του πιο πάνω θέματος. Στην συνέχεια, η κατήγορος ανέφερε ότι ο χώρος στον οποίο βρέθηκαν τα ναρκωτικά, καταδεικνύει ότι αυτά τοποθετήθηκαν από κάποιον που πρέπει να γνώριζε την κατασκευή του αυτοκινήτου. Και αυτός δεν ήταν άλλος από τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά την 2η κατηγορία, η κατήγορος ισχυρίστηκε ότι μετά την απόδειξη της κατοχής των ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο, το βάρος ήταν στους ώμους του για να αποδείξει ότι αυτά δεν κατέχονταν για σκοπούς προμήθειας τους σε τρίτα πρόσωπα. Βάρος που ο κατηγορούμενος δεν απέσεισε αφού δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι υπάρχει ένορκη μαρτυρία από τον εξεταστή της υπόθεσης ότι ο Abolfazl Ziaei του ανέφερε ότι χρησιμοποίησε το πιο πάνω αυτοκίνητο. Η μαρτυρία αυτή είναι ικανοποιητική κατά τον συνήγορο για να αποδείξει τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι το αυτοκίνητο δεν χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο. Ο συνήγορος με αναφορά σε Αγγλικά συγγράμματα, ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούσα αρχή όφειλε να αποδείξει την συνεχή και αδιάλειπτη κατοχή των ναρκωτικών καθώς και την γνώση του κατηγορουμένου ότι στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινήτου του, υπήρχαν ναρκωτικά. Κάτι τέτοιο δεν έγινε και ως εκ τούτου δεν αποκλείστηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η πιθανότητα τα ναρκωτικά να μην τα τοποθέτησε στο συγκεκριμένο σημείο ο κατηγορούμενος αλλά να τα έβαλε εκεί άλλο πρόσωπο, το οποίο χρησιμοποίησε επίσης το αυτοκίνητο. Αξιολόγηση μαρτυρίας- Ευρήματα Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης, να παρακολουθήσω με προσοχή τον μάρτυρα κατηγορίας που κατέθεσε ενώπιον μου. Η εντύπωση που μου έδωσε ήταν ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για εξιχνίαση της υπόθεσης και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής αναφέροντας στο Δικαστήριο την εκδοχή του κατηγορουμένου αλλά και του τρίτου προσώπου που κατονόμασε ότι είναι το πρόσωπο που πιθανόν να τοποθέτησε τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο του. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι τα ακόλουθα: Στις 27.10.08, ερευνήθηκε από μέλη της ΥΚΑΝ η οικία και το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου με αρ. εγγραφής ΥΒ114. Κατά την έρευνα στο πιο πάνω αυτοκίνητο, ο Μ.Κ. βρήκε κρυμμένο μέσα στο κάθισμα της θέσης του οδηγού, ένα νάιλον διαφανές σακούλι εντός του οποίου υπήρχαν δυο νάιλον διαφανή σακούλια που περιείχαν ποσότητα μαύρης συμπαγούς ουσίας που ομοιάζει με όπιο. Επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο στον κατηγορούμενο και αυτός απάντησε στα Ελληνικά ότι δεν ήταν δικά του. Ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στη μητρική του γλώσσα. Λήφθηκαν επίσης με τη συγκατάθεση του, παρειακά επιχρίσματα για σκοπούς εξέτασης γενετικού υλικού. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ο κατηγορούμενος επέμενε ότι τα ναρκωτικά δεν είναι δικά του. Για την ίδια υπόθεση, συνελήφθη ακόμα ένα πρόσωπο από το Ιράν ονόματι Abolfazl Ziaei που κατονομάστηκε από τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που πιθανόν να του έβαλε τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο. Σε ανακριτική του κατάθεση, παρότι δέχθηκε ότι χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο πριν εννέα μήνες, αρνήθηκε ότι έκανε το ίδιο την προηγουμένη της έρευνας. Τα ανευρεθέντα τεκμήρια μεταφέρθηκαν για εξέταση στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Εξετάστηκε το περιεχόμενο των δύο σακουλιών βάρους 5,0927 και 5,2485 γραμμαρίων αντίστοιχα. Σύμφωνα με την έκθεση της χημικού Τασούλας Κοζάκου, οι μαύρες συμπαγείς ουσίες που βρίσκονταν στα πιο πάνω σακούλια, περιέχουν στοιχεία που είναι συστατικά του οπίου. Τα νάιλον διαφανή σακούλια στα οποία ανευρέθηκαν τα ναρκωτικά, εξετάστηκαν στο Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου για σκοπούς σύγκρισης γενετικού υλικού από παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο και τον Abolfazl Ziaei. Διαπιστώθηκε όμως ότι στα πιο πάνω σακούλια, η ποσότητα - ποιότητα γενετικού υλικού ήταν μηδαμινή και ως εκ τούτου μη ικανοποιητική ούτως ώστε να μην μπορούν να γίνουν περαιτέρω συγκρίσεις με το δείγμα γενετικού υλικού που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο και τον Abolfazl Ziaei. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Σε ότι αφορά το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, είναι αναγκαίο να αποδειχθούν, δυο συστατικά στοιχεία, 1. Ότι η επίμαχη ουσία είναι φάρμακο τάξεως Α 2. Ότι ο κατηγορούμενος κατείχε αυτή την ουσία. Όσον δε αφορά τις κατηγορίες της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, σύμφωνα με το άρθρο 6

(3)του Νόμου, αυτή αποτελεί αδίκημα, τηρουμένων των διατάξεων τoυ άρθρου 32, το οποίο προνοεί ορισμένες υπερασπίσεις για τον κατηγορούμενο. Συνάγεται από τις διατάξεις του νόμου ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι:
  1. Η παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου και
  2. Η πρόθεση προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Ο Νόμος έχει δημιουργήσει μαχητό τεκμήριο περί του σκοπού της προμήθειας, εφόσον αποδειχθεί ότι η ποσότητα που παράνομα κατέχεται, καλλιεργείται ή μεταφέρεται, υπερβαίνει συγκεκριμένη ποσότητα που καθορίζεται στις δύο στήλες του άρθρου 30Α του Νόμου. Ιδιαίτερα, για την παράνομη κατοχή οπίου, τεκμαίρεται ότι η κατοχή 10 ή περισσοτέρων γραμμαρίων κατέχονται με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ο κατηγορούμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Είναι φανερό, ότι με βάση τις ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που ανευρέθηκαν, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 30Α σε σχέση με το όπιο που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Είναι επίσης νομολογημένο ότι όπου μεταφέρεται αποδεικτικό βάρος στον κατηγορούμενο εξαιτίας μαχητού τεκμηρίου τότε το βάρος αυτό αποσείεται με απόδειξη γεγονότων στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 ΑΑΔ 97, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 250 όπως επίσης και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 2006-7, Παρ. F3.19). Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι τα ανευρεθέντα τεκμήρια αποτελούν ναρκωτικά τάξεως Α και συγκεκριμένα όπιο. Εκείνο το οποίο αμφισβητείται, είναι η κατοχή που χρεώνεται στον κατηγορούμενο. Έτσι θα επικεντρωθώ σ' αυτό το συστατικό στοιχείο. Η έννοια της "κατοχής" ναρκωτικών, ρυθμίζεται από το άρθρο 2
(3)του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι κατοχή εκτός από την φυσική, σημαίνει και τον έλεγχο των αντικειμένων, στις περιπτώσεις που αυτά βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου ατόμου. Σχετικές επί του ζητήματος είναι οι υποθέσεις Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211 και Oueiss v. The Republic
(1987)2 CLR 49, στις οποίες διευκρινίστηκε ότι «κατοχή» εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσεως του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. επίσης Ιωάννου άλλως Τίτος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409) και DPP v. Brooks
(1974)2 All E.R. 840, A.C. 862, P.C). Φυσική φύλαξη πρέπει να θεωρείται η περίπτωση όπου το πρόσωπο κρατεί στα χέρια του το αντικείμενο ή ακόμη όταν το φυλάσσει σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος του. Έλεγχος υφίσταται όταν το πρόσωπο έχει δυνατότητα επέμβασης επί του αντικειμένου, αποκλειστική ή μαζί με άλλα πρόσωπα. Αν κάποιος αποκρύβει ναρκωτικά στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού του ή στο συρτάρι του γραφείου του, έχει τον έλεγχο και συνεπώς την κατοχή του. Αν το ναρκωτικό φυλάσσεται σε ιδιωτικό χώρο όπου τρίτα πρόσωπα μπορούν να εισέρχονται μόνο κατόπιν αδείας του τότε το στοιχείο του ελέγχου καταδεικνύεται πιο εύκολα. Ενίοτε όμως, παράνομα αντικείμενα φυλάσσονται σε δημόσιους ή ανοικτούς χώρους ώστε ο κάτοχος να μην διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθούν ανά πάσα στιγμή στην κατοχή του. Εφόσον τα παράνομα αντικείμενα ευρίσκονται εν γνώσει του σε συγκεκριμένο σημείο, συνήθως κρυμμένα και δύναται να επισκέπτεται τον χώρο και να λαμβάνει τη φυσική κατοχή τους, τότε αυτά είναι υπό τον έλεγχο και κατ' επέκταση υπό την κατοχή του. Κατοχή μπορεί να υπάρξει ακόμα και όταν τα αντικείμενα φυλάσσονται στα υποστατικά τρίτου, νοουμένου πάντοτε πως ο κατηγορούμενος διατηρεί τον έλεγχο τους (βλ. Χριστάκης Ιωάννου "Τίτος" v. Δημοκρατίας, (ανωτέρω). Αλληλένδετο με την έννοια της κατοχής, είναι το στοιχείο της γνώσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Κυριάκος Καϊμης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662). Θα πρέπει δηλαδή να προσκομισθεί μαρτυρία (άμεση ή περιστατική) που να καταδεικνύει ότι ο φερόμενος κάτοχος, είχε γνώση της κατοχής των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Καϊμης v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) στην σελίδα 666, τονίζεται πως δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής και ότι απαιτείται και απόδειξη γνώσης της κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Το βάρος απόδειξης των συστατικών αυτών στοιχείων, φέρει πάντοτε η κατηγορούσα αρχή. Σε άλλο μέρος της ίδιας απόφασης (στη σελ. 669) συμπληρώνεται ότι: "..Σε καμία περίπτωση το βάρος της απόδειξης της γνώσης δεν παρακάμπτεται, μειώνεται ή πολύ περισσότερο μετατοπίζεται στους ώμους του κατηγορουμένου." Η γνώση μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 301, ο κατηγορούμενος θεάθηκε να προσεγγίζει ερημική περιοχή όπου υπήρχε φυτεία με 97 φυτά κάνναβης, να παίρνει ένα φυτό και να κατευθύνεται προς το αυτοκίνητο του. Τα γεγονότα αυτά μετά την απόρριψη της δικαιολογίας που έδωσε, συνιστούσαν ικανοποιητική περιστατική μαρτυρία για την κατοχή και γνώση της κατοχής. Όταν η γνώση θα συναχθεί από περιστατική μαρτυρία, το αποτέλεσμα που ανακύπτει θα πρέπει να είναι σχεδόν απόλυτο. Θα πρέπει δηλαδή να μην παραμένει καμία αμφιβολία. Στην υπόθεση Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295, το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Επειδή βέβαια το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του». Με άλλα λόγια θα πρέπει το προκύπτον αποτέλεσμα να είναι ασυμβίβαστο με κάθε βάση πλην της ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.75, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 και Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444). Στην προκειμένη περίπτωση, τα ναρκωτικά βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, στοιχείο που εκ πρώτης όψεως καταδεικνύει την κατοχή και τον έλεγχο τους. Από την άλλη δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία άμεση ή περιστατική που να καταδεικνύει την γνώση του για την ύπαρξη των ναρκωτικών. Ο κατηγορούμενος από την πρώτη στιγμή δήλωσε ότι τα ναρκωτικά δεν είναι δικά του, ισχυρισμό στον οποίο επέμενε μέχρι το τέλος. Κατονόμασε μάλιστα και τρίτο πρόσωπο, το οποίο υποψιαζόταν ότι πιθανόν να έβαλε τα ναρκωτικά στον συγκεκριμένο χώρο, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν είχε αποκλειστική χρήση του αυτοκινήτου. Δεν έχει αμφισβητηθεί από την αστυνομία ότι το πρόσωπο αυτό είχε σε προγενέστερο στάδιο συλληφθεί μετά από καταγγελία για εμπρησμό του αυτοκινήτου της συζύγου του κατηγορουμένου. Να υπενθυμίσω επίσης ότι ελλείπει περιστατική μαρτυρία που να συνδέει τα ανευρεθέντα ναρκωτικά με γενετικό υλικό του κατηγορουμένου, το οποίο έδωσε πρόθυμα στην αστυνομία. Η θέση της δημόσιας κατηγόρου, είναι ότι επειδή τα ναρκωτικά βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, το βάρος απόδειξης μετατοπίστηκε στον ίδιο, προκειμένου να καταδείξει ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη τους. Η πιο πάνω θέση όμως αντίκειται στις προαναφερόμενες νομολογιακές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες το βάρος απόδειξης της γνώσης για την ύπαρξη των ναρκωτικών, το φέρει η κατηγορούσα αρχή και σε καμία περίπτωση αυτό το βάρος δεν μετατοπίζεται στους ώμους του κατηγορουμένου. Να σημειώσω επίσης ότι ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την μαρτυρία της αστυνομίας, έδωσε κάποιες εξηγήσεις ως προς την χρήση του αυτοκινήτου του από τρίτα πρόσωπα. Τέλος να σημειώσω ότι στην παρούσα δεν ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 32
(3)του Νόμου 29/77 όπου ο κατηγορούμενος παραδέχεται μεν την κατοχή ισχυρίζεται δε ότι δεν γνώριζε ότι αυτό που κατείχε ήταν ναρκωτικά. Στις περιπτώσεις αυτές σύμφωνα με την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, το βάρος είναι στον ίδιο να αποδείξει ότι δεν γνώριζε για την φύση του αντικειμένου που βρέθηκε στην κατοχή του (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 250). Στην παρούσα όμως περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ότι τα ανευρεθέντα ήταν ναρκωτικά αλλά αμφισβητεί την κατοχή τους από τον ίδιο. Με την έννοια αυτή, η γνώση του περί της ύπαρξης των ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του, αποτελεί συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων που αντιμετωπίζει, τα οποία η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Βλ. Καϊμης v. Δημοκρατίας ανωτέρω). Καταλήγοντας, κρίνω ότι η αστυνομία απέτυχε να αποδείξει το συστατικό στοιχείο της γνώσης ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι στο αυτοκίνητο του υπήρχαν τα ανευρεθέντα ναρκωτικά. Αντιθέτως, έδωσε κάποιες εξηγήσεις στην αστυνομία, οι οποίες δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσον είχε γνώση του γεγονότος αυτού. Αμφιβολίες που δεν μπορεί παρά να προσμετρήσουν υπέρ του. Από την στιγμή δε που η κατοχή αποτελεί συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, έπεται ότι η αστυνομία απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της. Ο κατηγορούμενος ως εκ τούτου, αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.