← Κύπρος

Χρυσάνθη Χαραλάμπους ν. Έλενας Ευριπίδου Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 16653/08, 4 Δεκεμβρίου, 2009

Χρυσάνθη Χαραλάμπους ν. Έλενας Ευριπίδου Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 16653/08, 4 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16653/08 Χρυσάνθη Χαραλάμπους v. Έλενας Ευριπίδου Κωνσταντίνου --------- Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Καρεκλά Για την Κατηγορούμενη: κος Κληρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η κατηγορούμενη πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία του ποινικού αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του ποινικού κώδικα Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η Κατηγορούμενη κατά ή περί την 30.5.2008 και ώρα 1:30 π.μ. στην Λεμεσό ευρισκόμενη σε μπαλκόνι της οικίας της, η οποία ευρίσκεται επίσης στην οδό Γρίβα Διγενή 48 στον ΄Υψωνα της Επαρχίας Λεμεσού και η οποία συνορεύει με τας οικίας της παραπονούμενης η οποία ευρίσκεται επίσης στην οδό Γρίβα Διγενή 50 στον ΄Υψωνα της Επαρχίας Λεμεσού και ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν εντός της αυλής της οικίας της, η κατηγορούμενη άνευ ειδικού λόγου, εξύβρισε αυτήν με την φράση "Aν ο άνδρας σου δεν σε ικανοποιεί σεξουαλικά και θέλεις άνδρα να σου βρούμε που το πρωί" κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε οιονδήποτε πρόσωπο και/ή η ίδια η παραπονούμενη ηδύνατο να ακούσει τις ως άνω φράσεις με ενδεχόμενο να διαπράξει επίθεση. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης προνοείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  2. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...» Από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και, · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297. "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it" Επίσης στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 & Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Για την απόδειξη της υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία 2 μάρτυρες. Η παραπονούμενη Χρυσάνθη Χαραλάμπους, ΜΚ1 και ο σύζυγος της Ευστάθιος Χαραλάμπους, ΜΚ2. Κατατέθηκε επίσης και ένα τεκμήριο. Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής και θα επικεντρωθώ μόνο στα σημεία της μαρτυρίας που σχετίζονται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος ως αυτά έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προέκυψε ότι το ισχυριζόμενο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη έλαβε χώρα ενώ η ίδια βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της και η παραπονούμενη στην αυλή της οικίας της οι οποίες 2 οικίες είναι ενωμένες ως η ΜΚ1 ανέφερε. Εν πάσει περιπτώσει αυτό αναγράφεται και επί των λεπτομερειών του αδικήματος. Από αυτό συνάγεται ότι το συμβάν δεν συνέβηκε σε δημόσιο χώρο ως αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα. Το αδίκημα όμως της δημόσιας εξύβρισης μπορεί να διαπραχθεί και σε μη δημόσιο χώρο αν είναι με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Θεωρώ ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου δεν ήταν τέτοια ώστε να αποδεικνύει αυτό το ενδεχόμενο. Αν και δεν είναι αναγκαίο άτομο να βρίσκεται σε δημόσιο χώρο για να διαπραχθεί το υπό εξέταση αδίκημα εν τούτοις τα μόνα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι το βράδυ της 29.5.08 προς 30.5.08 άκουσαν οι γείτονες και ρωτούσαν την ΜΚ1 στην εκκλησία τι έγινε. Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι ακούσθηκαν σε δημόσιο χώρο ή ενδέχετο να ακουσθούν σε δημόσιο χώρο αλλά ούτε και το τι ακούσθηκε. Η αόριστη και γενική τοποθέτηση ότι άκουσαν οι γείτονες χωρίς οιανδήποτε άλλη συγκεκριμενοποίηση δεν είναι επαρκές ακόμα και για το στάδιο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν έχω επίσης μαρτυρία ενώπιον μου για την ένταση της φωνής της κατηγορουμένης η οποία κατ΄ ισχυρισμό εκστόμισε τη φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο έτσι ώστε να αποδεικνύεται το ενδεχόμενο να ακουστεί σε δημόσιο χώρο. Το ότι ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο κεντρικός δρόμος απείχε 10-12 μέτρα δεν βοηθά την πλευρά της κατηγορούσας αρχής κάτω από αυτές τις συνθήκες. Το Δικαστήριο δηλαδή θα έπρεπε να προβεί σε συμπεράσματα ότι η φωνή της κατηγορούμενης ήταν τέτοιας έντασης έτσι ώστε θα μπορούσε αυτό που είπε, δηλαδή η φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο να ακουστεί σε δημόσιο χώρο, που στην παρούσα περίπτωση είναι ο δρόμος ως ο ΜΚ2 ανέφερε, συμπεράσματα στα οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί χωρίς την επαρκή μαρτυρία και το αναγκαίο υπόβαθρο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Με βάση τα όσα έχω αναφέρει κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης και ως εκ τούτου αυτή αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.).............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Private Criminal /Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική - Eνδιάμεση-Εξύβριση. Άρθρο 99, Κεφ. 154ς cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.