Αναφορικά G and A Computers Ltd, Αίτ. Αρ.165/09, 7 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B195 Αίτ. Αρ.165/09 Αναφορικά με την μονομερή αίτηση υπ' αρ. 165/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και Αναφορικά με το διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 21.4.2009 και Αναφορικά G and A Computers Ltd Αίτηση ημερ. 7.10 2009 υπό G and A Computers Ltd - αιτήτριας για ακύρωση διατάγματος Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου 2009 Για αιτήτρια: κος Βαγγέλης Πουργουρίδης Για καθ' ου η αίτηση: κος Αργυρού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δόθηκε πληροφορία στην αστυνομία ότι στο internet cafe με την ονομασία "seven crowns", υπάρχουν Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές με εγκαταστημένα αντίτυπα λογισμικών προγραμμάτων χωρίς την εξουσιοδότηση του δημιουργού τους. Εξασφαλίστηκε ως εκ τούτου Δικαστικό ένταλμα έρευνας προς διερεύνηση των πιο πάνω πληροφοριών. Η έρευνα διεξήχθη στις 7.4.2009 στο πιο πάνω υποστατικό που βρίσκεται στην Λεμεσό, στην παρουσία του υπευθύνου του μέρους Χαράλαμπου Καπάταη. Εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν τα πιο κάτω τεκμήρια για τα οποία υπήρχε εύλογη υποψία στην αστυνομία ότι σε αυτά υπήρχαν εγκατεστημένα αντίτυπα προγραμμάτων χωρίς την έγκριση του δημιουργού τους.
- 10 οθόνες ηλεκτρονικών υπολογιστών.
- 10 πύργοι ηλεκτρονικών υπολογιστών.
- 10 πληκτρολόγια.
- 30 καλώδια. Ακολούθησε μονομερής αίτηση της αστυνομίας ημερ. 21.4.09 με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου για κράτηση των πιο πάνω τεκμηρίων στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του αστ. 288 Μενελάου σύμφωνα με την οποία, οι εξετάσεις δεν έχουν ακόμη συμπληρωθεί και η κράτηση των τεκμηρίων ήταν αναγκαία μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε μονομερώς την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, εξέδωσε την ίδια ημέρα διάταγμα ως η αίτηση. Ακολούθησε στις 7.10.2009, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία η ιδιοκτήτρια εταιρεία των πιο πάνω κατασχεθέντων υπολογιστών, αιτείται την έκδοση διατάγματος με την οποία να ακυρώνεται το εκδοθέν την 21.4.2009 διάταγμα για κράτηση των τεκμηρίων. Ζητά επίσης οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει σκόπιμη καθώς και τα έξοδα της παρούσας. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 23,30,33,34 και 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 2,32 και 32Α του Κεφ. 155, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κωνσταντίνου, εκ των διευθυντών της αιτήτριας εταιρείας G and A Computers Ltd. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκη δήλωση ότι η αιτήτρια ασχολείται μεταξύ άλλων με την ενοικίαση προς τρίτους ηλεκτρονικών υπολογιστών και των εξαρτημάτων τους. Όλοι λειτουργούν με το σύστημα Embeded της εταιρείας Microsoft, το οποίο είναι εγκατεστημένο σε αυτούς κατόπιν άδειας από την πιο πάνω εταιρεία. Οι υπολογιστές αυτοί λειτουργούν κατά τον ενόρκως δηλούντα μόνο για πρόσβαση στο διαδίκτυο και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για οιονδήποτε άλλο σκοπό.Τους τελευταίους 12 μήνες, μέλη της αστυνομικής διεύθυνσης Λεμεσού έχουν κατάσχει από διάφορους πελάτες της εταιρείας και κατακρατούν πάνω από 250 ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η πρακτική που ακολουθούν είναι να εξασφαλίζουν Δικαστικό ένταλμα έρευνας σε υποστατικά, προκειμένου να ελέγξουν αν σε αυτά λειτουργούν μηχανές τυχερού παιγνιδιού και/ή ηλεκτρονικοί υπολογιστές εφοδιασμένοι με μη εξουσιοδοτημένα λογισμικά προγράμματα κατά παράβαση του σχετικού νόμου που προστατεύει την πνευματική ιδιοκτησία. Κατά την έρευνα, κατάσχουν αδιάκριτα κάθε ηλεκτρονικό υπολογιστή που βρίσκουν στο υποστατικό, συμπεριλαμβανομένων και των εξαρτημάτων τους. Στην συνέχεια απευθύνονται μονομερώς στο Δικαστήριο και τις περισσότερες φορές, εξασφαλίζουν διάταγμα κατακράτησης των τεκμηρίων ακαθόριστης διάρκειας μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ή μέχρι την συμπλήρωση των εξετάσεων. Η αιτήτρια έχει αποστείλει επιστολές προς την αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού, ζητώντας ενημέρωση για την διαδικασία και πληροφορώντας για την πρόθεση της να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, προκειμένου να ενστεί στην έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Σχεδόν πάντοτε, η απάντηση ερχόταν μετά την έκδοση του διατάγματος χωρίς να ενημερωθεί το Δικαστήριο για την επιθυμία των αιτητών να ακουστούν με αποτέλεσμα το σχετικό διάταγμα να εξασφαλίζεται στην απουσία της αιτήτριας. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η αιτήτρια έχει απολέσει και εξακολουθεί να χάνει εισοδήματα αλλά και αναγκάζεται να αγοράζει καινούργιους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, προκειμένου να εξυπηρετήσει τους πελάτες της. Όσον αφορά τους υπολογιστές που εξακολουθούν να κρατούνται, η αξία τους συνεχώς μειώνεται. Από τις 40 κατασχέσεις υπολογιστών της εταιρείας, μόνο μια υπόθεση έχει καταχωρηθεί ενώπιον Δικαστηρίου και η οποία αφορά κατοχή υπολογιστών που περιείχαν το πρόγραμμα Embeded. Η υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε χωρίς να κληθεί η εταιρεία να παρουσιάσει τις σχετικές άδειες λειτουργίας του προγράμματος από την εταιρεία Microsoft. Η υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον των πελατών της εταιρείας. Η ίδια η αιτήτρια εταιρεία δεν έχει μέχρι σήμερα κατηγορηθεί για κανένα αδίκημα παρότι κατακρατείται περιουσίας της από το
- Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ο πελάτης της εταιρείας ενοικίαζε από αυτήν 10 υπολογιστές που κατασχέθηκαν από την αστυνομία στις 7.4.2009 μαζί με τα εξαρτήματα τους. Η αστυνομία αποτάθηκε μονομερώς στις 21.4.2009 στο Δικαστήριο και εξασφάλισε την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος χωρίς να ειδοποιήσει την αιτήτρια παρότι είχε σταλεί προηγουμένως σχετική επιστολή. Ως προς την ακύρωση του διατάγματος, ο ενόρκως δηλών επικαλέστηκε το γεγονός ότι ο στην ένορκη δήλωση του αστυνομικού δεν καθορίστηκε το είδος των εξετάσεων που θα γίνονταν ούτε και ο χρόνος που χρειαζόταν προκειμένου να συμπληρωθούν οι εξετάσεις στους κατασχεθέντες υπολογιστές. Απέκρυψε επίσης από το Δικαστήριο ότι στάλθηκε επιστολή από την αιτήτρια εταιρεία (τεκμ. Δ) με την οποία ζητούσε ενημέρωση για την καταχώρηση της αίτησης, προκειμένου να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Αντιθέτως μετά την έκδοση του διατάγματος, απέστειλε επιστολή στον Δικηγόρο της αιτήτριας με την οποία τον πληροφορούσε για την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος. Ήταν επιπλέον η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ο χρόνος που χρειάζεται να ελεγχθεί ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, είναι ελάχιστος. Από την στιγμή δε που το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, η αστυνομία οφείλει να προχωρήσει με εύλογη σπουδή στην ολοκλήρωση των εξετάσεων και να καταχωρήσει ποινικές υποθέσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, οφείλει να επιστρέφει αμέσως στους δικαιούχους, την κατασχεθείσα περιουσία. Η αστυνομία καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Ως λόγους ένστασης, επικαλείται τα πιο κάτω:
- Οι αιτητές είναι αναρμόδιοι και δεν νομιμοποιούνται να υποβάλουν οιονδήποτε αίτημα σε σχέση με το εκδοθέν διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων. Έννομο συμφέρον στην διεκδίκηση των υπολογιστών, έχει το πρόσωπο από το οποίο κατασχέθηκαν και εναντίον του οποίου διερευνάται ποινική υπόθεση.
- Η αιτήτρια έχει συμβατική σχέση με το πρόσωπο αυτό και θα μπορούσε να αποταθεί σε άλλα όργανα ή φορείς για διεκδίκηση θεραπείας.
- Το εκδοθέν διάταγμα κατακράτησης, προβλέπει χρόνο κράτησης των αντικειμένων και αυτός είναι μέχρι την αποπεράτωση της ποινικής δικαστικής διαδικασίας. Το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε νομότυπα και οι σχετικές διαδικασίες δεν προέβλεπαν επίδοση του σε οιονδήποτε.
- Η κράτηση αντικειμένου μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας υπάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε νομότυπα δυνάμει των σχετικών διατάξεων της Ποινικής Δικονομίας. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους, επανέλαβαν τις θέσεις που παρατίθενται στα δικόγραφα της αίτησης και της ένστασης. Επιπλέον, ο κος Πουργουρίδης αναφέρθηκε στον σκοπό της διαδικασίας κατακράτησης και τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την άσκηση της εξουσίας αυτής από το Δικαστήριο. Ήταν η θέση του ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν είναι τυπική αλλά ασκείται μέσα στα πλαίσια του άρθρου 23 του Συντάγματος που προστατεύει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Αναλύοντας στην συνέχεια τα σχετικά τα άρθρα της Ποινικής Δικονομίας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία όφειλε κατά την διαδικασία έκδοσης του διατάγματος να παρουσιάσει όλα τα κατασχεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου (Βλ. άρθρο 27 & 32 του Κεφ.155). Το Δικαστήριο στην συνέχεια προχωρεί στην διεξαγωγή ανεξάρτητης Δικαστικής έρευνας, προκειμένου να ικανοποιηθεί για την νομιμότητα της κατάσχεσης και κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατακράτηση των τεκμηρίων. Πρόκειται κατά τον συνήγορο για διαδικασία πολιτικής φύσης. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Κεφ. 155 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Η παρούσα αφορά ζητήματα που εγείρονται πριν την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και δεν έχει σχέση με την εκδίκαση αδικήματος. Με αυτή την έννοια, πρόκειται για αποκλειστικά αστικής φύσεως διαδικασία και όχι ποινική. Αναφορικά με το κατά πόσον η αιτήτρια έχει δικαίωμα να υποβάλει την παρούσα, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο με την έννοια ότι είναι ο ιδιοκτήτρια των κατασχεθέντων και ότι πριν την έκδοση του διατάγματος, είχε αποστείλει επιστολή με την οποία ζητούσε να συμμετάσχει στην διαδικασία. Ερωτήματα τέθηκαν από τον κον Πουργουρίδη και ως προς το ποιος υπογράφει την αίτηση και εμφανίζεται στο Δικαστήριο για εξασφάλιση του διατάγματος. Ο αστυφύλακας που φαίνεται να εμφανίζεται εκ μέρους του αστυνομικού Διευθυντή που είναι ο αιτητής δεν είναι δικηγόρος ενώ ελλείπει παντελώς η εμφάνιση του δημόσιου κατηγόρου που θα έπρεπε κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας την αίτηση εκ μέρους της αστυνομίας. Όσον αφορά την μονομερή έκδοση του διατάγματος, αυτό το δικαίωμα αναγνωρίζεται στην αστυνομία κατά τον συνήγορο, νοουμένου ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις όπως το κατεπείγον του αιτήματος αλλά και η πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στο Δικαστήριο. Αναφορικά δε με την διάρκεια του διατάγματος, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το εύλογο χρονικό διάστημα προκειμένου να επιδοθεί στο ενδιαφερόμενο μέρος για να ακουστούν οι απόψεις του, στην περίπτωση που ήθελε να υποβάλει ένσταση στην συνέχιση του. Οι πιο πάνω διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν έχουν τηρηθεί με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται κατά τον συνήγορο μια κατάχρηση της διαδικασίας από την αστυνομία, η οποία κατακρατεί για μεγάλο χρονικό διάστημα την περιουσία της αιτήτριας χωρίς να καταχωρεί ποινικές υποθέσεις για οιονδήποτε αδίκημα και χωρίς να ειδοποιήσει τους ενδιαφερόμενους κατά πόσον έχει προχωρήσει σε εξέταση των τεκμηρίων για να διαπιστώσει αν έχουν διαπραχθεί αδικήματα. Η αιτήτρια έχει υποστεί μεγάλη ζημιά από την πιο πάνω συμπεριφορά της αστυνομίας και κωλύεται βέβαια να υποβάλει αγωγή παράνομης κατακράτησης των τεκμηρίων αφού αυτά κρατούνται με διαταγή του Δικαστηρίου. Η μόνη θεραπεία που απέμεινε σύμφωνα με τον συνήγορο, είναι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης για ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Το δικαίωμα Έφεσης που παρέχεται από τον νόμο, προϋποθέτει κατά τον συνήγορο ότι η απόφαση δεν εκδόθηκε στην απουσία του ενδιαφερόμενου μέρους όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Ο δημόσιος κατήγορος στην δική του αγόρευση, εισηγήθηκε ότι η αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα να υπεισέλθει στην παρούσα διαδικασία. Η κατακράτηση τεκμηρίων, αφορά μέρος της ποινικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και η επίκληση των προνοιών του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 δεν νομιμοποιεί τους αιτητές, στην καταχώρηση της παρούσας. Τα αδικήματα που διερευνούνται κατά τον κατήγορο δεν έχουν να κάνουν με την αιτήτρια εταιρεία αλλά με το πρόσωπο στο οποίο ενοικίασε τους υπολογιστές. Η συμβατική σχέση του προσώπου αυτού με την αιτήτρια εταιρεία δεν της δίνει το δικαίωμα να υπεισέλθει στην θέση του και να ζητά ακύρωση του διατάγματος. Αναφέρθηκε επί του προκειμένου στις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, οι οποίες κατά την άποψη του αναφέρονται σε επιστροφή των αντικειμένων στον κάτοχο δηλαδή στο πρόσωπο από το οποίο κατασχέθηκαν και όχι στον ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν σχετίζεται με την διερεύνηση του αδικήματος. Επί της ουσίας της υπόθεσης, ο κατήγορος ισχυρίστηκε ότι το εκδοθέν διάταγμα εκδόθηκε νομότυπα από το Δικαστήριο και σύμφωνα με τις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. Παρέπεμψε σε νομολογία αλλά και στις διατάξεις του Νόμου, υποστηρίζοντας ότι δεν καθορίζεται συγκεκριμένη διαδικασία για την κατακράτηση τεκμηρίων. Διαφώνησε όμως με την θέση ότι τα τεκμήρια θα πρέπει να προσκομίζονται στο Δικαστήριο και ότι στην παρούσα υπόθεση έγινε οιαδήποτε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου από την αστυνομία. Το γεγονός της έρευνας και της κατάσχεσης των επίδικων αντικειμένων, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση κατακράτησης. Επαφίεται ως εκ τούτου στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ζητήσει την προσκόμιση των αντικειμένων προτού εκδώσει το διάταγμα κατακράτησης. Από την στιγμή που το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί κατά τον συνήγορο από την ένορκη δήλωση ότι το ένταλμα έρευνας και η κατάσχεση έγιναν νομότυπα, δεν τίθεται θέμα προσκόμισης των αντικειμένων στο Δικαστήριο. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς ότι το υπό κρίση διάταγμα είναι αορίστου χρόνου, ο κατήγορος ισχυρίστηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού σ' αυτό αναφέρεται ότι η κατακράτηση των τεκμηρίων ισχύει μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας. Το γεγονός ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί ο ακριβής χρόνος της εκδίκασης μιας ποινικής υπόθεσης δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι το διάταγμα είναι αορίστου διαρκείας αφού σε αυτό αναφέρεται ρητά ότι θα ισχύει μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Η εξουσία έκδοσης και εκτέλεσης εντάλματος έρευνας, ρυθμίζεται από τα άρθρα 27 έως 34 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 27 αναφέρεται στην εξουσία του Δικαστηρίου στην έκδοση εντάλματος έρευνας. Το άρθρο 32.1 που μας ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας έχει ως εξής: 32.
(1)Όταν κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου 2 του άρθρου αυτού δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει λαμβανομένης πάντοτε εύλογης φροντίδας για την διατήρηση του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Στην υπόθεση Concrete Mix Limited ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 360, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με την διαδικασία κατάσχεσης και κράτησης τεκμηρίων δυνάμει των διατάξεων του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την από την σελίδα 366 της απόφασης: «Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσο η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του άρθρου 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίαση του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 32
(1)του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του άρθρου 32
(1)παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες.» Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η περαιτέρω κράτηση αντικειμένου που κατασχέθηκε κατά την εκτέλεση εντάλματος δυνάμει του άρθρου 27, επαφίεται σύμφωνα με το άρθρο 32.1 στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βασικό κριτήριο κατά την άποψη μου, αποτελεί η χρησιμότητα κάθε αντικειμένου κατά το ανακριτικό στάδιο ως προς την εξέταση του υπό διερεύνηση αδικήματος αλλά και πιθανότητα να χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο στο Δικαστήριο για σκοπούς απόδειξης του αδικήματος με το οποίο σχετίζεται. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να είναι σχετικό με την υπό διερεύνηση υπόθεση και να αποδεικνύεται ότι στην περίπτωση επιστροφής του, πιθανόν να επηρεαστούν οι ανακρίσεις ή ακόμα και να εμποδιστεί η προσκόμιση του στο Δικαστήριο ως αποδεικτικού υλικού. Είναι επίσης προφανές ότι κατά την άσκηση της πιο πάνω εξουσίας του, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης και ειδικότερα με την εμπλοκή ή όχι οιουδήποτε προσώπου στην διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Προς ολοκλήρωση του νομικού πλαισίου να σημειώσω τέλος ότι με την τροποποίηση του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου με τον Νόμο 219(Ι)/2004, προστέθηκε το άρθρο 32Α με το οποίο δίδεται η δυνατότητα Έφεσης σε αποφάσεις του Δικαστηρίου που εκδίδονται με βάση το άρθρο 32.1. Υπήρξε ουσιαστική διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών ως προς την νομική φύση της διαδικασίας κατακράτησης τεκμηρίων που καθορίζεται στο πιο πάνω νομοθετικό πλαίσιο. Ο συνήγορος των αιτητών ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για πολιτική διαδικασία σε αντίθεση με τον δημόσιο κατήγορο που επέμενε για την ποινική φύση της διαδικασίας. Το άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου καθορίζει τις έννοιες της ποινικής και πολιτικής διαδικασίας ως ακολούθως: «Ποινική διαδικασία» σημαίνει οιανδήποτε διαδικασίαν εισαγωμένην ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου καθ' οιουδήποτε προσώπου προς επίτευξην τιμωρίας αυτού δι' οιονδήποτε αδίκημα δια παράβαση οιουδήποτε νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας «Πολιτική διαδικασία» περιλαμβάνει οιανδήποτε διαδικασίαν άλλην ή ποινικήν διαδικασίαν. Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η ποινική διαδικασία περιορίζεται αυστηρά από τον νόμο, στις περιπτώσεις όπου εκδικάζεται υπόθεση για διάπραξη αδικήματος με σκοπό την τιμωρία του κατηγορουμένου. Με την έννοια αυτή, όλες οι άλλες διαδικασίες θεωρούνται δυνάμει του νόμου πολιτικής φύσης, ανεξαρτήτως αν προσομοιάζουν ή σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το ποινικό δίκαιο. Στα πλαίσια αυτά, διαδικασίες προδικαστικές μιας Ποινικής Δίκης όπως η έκδοση φυγοδίκου ή η έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, θεωρούνται από την νομολογία ως πολιτικής φύσης. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Kartashov Πολ. Έφεση 124/08 ημ. 26.10.2009 στην οποία παρατέθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361, στη σελ.
- "Ο όρος "πολιτική διαδικασία", στο πλαίσιο του Ν. 14/60, περιλαμβάνει κάθε διαδικασία άλλη από ποινική. Ο όρος "ποινική διαδικασία" περιλαμβάνει κάθε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, η οποία έχει ως αντικείμενο την τιμωρία ατόμου για αδίκημα που προκύπτει από παράβαση νόμου. Ανάλογος είναι ουσιαστικά ο προσδιορισμός της πολιτικής και ποινικής διαδικασίας που προβλέπεται αντίστοιχα στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.
- Προκύπτει από τον ορισμό των αντίστοιχων όρων στο Ν. 14/60ότι κάθε διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου άλλη από ποινική συνιστά εξ ορισμού πολιτική διαδικασία. Η διάκριση η οποία γίνεται μεταξύ ποινικής και πολιτικής διαδικασίας και η διαίρεση των διαδικασιών των πρωτοδίκων δικαστηρίων σε ποινικές και πολιτικές αντανακλά την πατροπαράδοτη διάκριση του Αγγλικού δικαίου μεταξύ ποινικής και πολιτικής διαδικασίας και των δικαιοδοσιών των πρωτόδικων δικαστηρίων, αστικών και ποινικών, στις οποίες ανάγονται. Η διαίρεση του συνόλου της δικαιοδοσίας των πρωτοδίκων δικαστηρίων της Αγγλίας σε αστική και ποινική τονίστηκε στη Re Norway's Applications (Nos 1 and 2) [1989] 1 All E.R. 745 (H.L.). Η διαίρεση αυτή αντανακλάται και στις αντίστοιχες διαδικασίες, ποινική και πολιτική. Το Άρθρο 25 του Ν. 14/60 παρέχει, τηρουμένου του διαδικαστικού κανονισμού, δικαίωμα έφεσης εναντίον κάθε απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία. Η πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου προσδιορίζεται στο Άρθρο 22 του ιδίου Νόμου και επεκτείνεται στην εκδίκαση κάθε αγωγής. Ο όρος "αγωγή" δε συμπίπτει με την έννοια της λέξης στην καθομιλουμένη, αλλά έχει τη σημασία που του προσδίδει το Άρθρο 2 του Ν. 14/60 και περιλαμβάνει κάθε διαδικασία η οποία άρχεται με την έκδοση κλητηρίου εντάλματος ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που καθορίζεται από το διαδικαστικό κανονισμό. Το ΄Αρθρο 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, αφετέρου, ορίζει ότι ο όρος "αγωγή" (action) περιλαμβάνει και κάθε διαδικασία η οποία προβλέπεται εκτός από τους κανονισμούς και από νόμο. Η διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκου δε σκοπεί στην τιμωρία του φυγοδίκου, προβλέπεται από το νόμο και συνιστά ένα από τους τρόπους έγερσης "αγωγής". Συνεπώς, συνιστά πολιτική διαδικασία συνυφασμένη με την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου οι αποφάσεις στο πλαίσιο της άσκησης της οποίας υπόκεινται σε έφεση βάσει του Άρθρου 25
(1)του Ν. 14/60." Οι ίδιες αρχές ισχύουν κατ' αναλογία και για την διαδικασία κατακράτησης τεκμηρίων. Αυτή προβλέπεται από τον νόμο και δεν αποσκοπεί στην τιμωρία οιουδήποτε. Ως εκ τούτου θα πρέπει να ταξινομηθεί στις πολιτικές διαδικασίες και όχι στις Ποινικές. Το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή καθορίζεται στον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο δεν αλλοιώνει την θέση ότι πρόκειται περί πολιτικής διαδικασίας λόγω του πιο πάνω αυστηρού ορισμού που προσδίδεται από τον Νόμο. Πρόβλημα ερμηνείας παρόλα αυτά, δημιουργεί το άρθρο 32Α του Κεφ. 155, το οποίο δίδει το δικαίωμα Ποινικής Έφεσης εναντίον διαταγμάτων αυτής της φύσης. Στα πλαίσια αυτά, έχουν καταχωρηθεί και εκδικαστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο Ποινικές Εφέσεις κατά της έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων (Βλ. Concrete Mix Ltd v. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Παντελίδης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 212/07 ημερ. 23.1.2008). Να σημειωθεί όμως ότι στις υποθέσεις αυτές δεν τέθηκε ζήτημα ως προς την φύση της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, η άποψη μου είναι ότι η νομική φύση της διαδικασίας αυτής, ακαδημαϊκό μόνο ενδιαφέρον μπορεί να έχει. Αυτό γιατί ακόμη και στην περίπτωση που είναι πολιτικής φύσης, η ακολουθητέα διαδικασία δεν είναι η ίδια με αυτή των προσωρινών διαταγμάτων όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος της αιτήτριας. Η ακολουθητέα διαδικασία ρυθμίζεται από το άρθρο 32
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και δεν εμπεριέχει βέβαια υποχρέωση όπως το διάταγμα επιδοθεί προκειμένου να καταστεί απόλυτο όπως είναι η ισχύουσα πρακτική για τα προσωρινά διατάγματα. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Παντελίδης (ανωτέρω) όπου έγινε αναφορά στην ιδιαιτερότητα της υπό κρίση διαδικασίας και στις περιπλοκές και τα αδιέξοδα που θα προκαλούσε στην λειτουργία του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου αν γινόταν αποδεκτή η θέση για επίδοση της αίτησης πριν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου
- Από την άλλη, ακόμη και αν δεχθούμε ότι πρόκειται για ποινική διαδικασία όπως εισηγήθηκε ο δημόσιος κατήγορος, εξακολουθεί κατά την κρίση μου να ισχύει η υποχρέωση του διαδίκου που αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο να αποκαλύψει όλα τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα, υποχρέωση που ισχύει σε όλες τις μονομερείς αιτήσεις. Ήταν επιπλέον η θέση του κου Πουργουρίδη ότι παρά το δικαίωμα Έφεσης που καθορίζει το άρθρο 32Α του Κεφ. 155, δεν αναιρείται το παράλληλο δικαίωμα της αιτήτριας να προχωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Το δικαίωμα Έφεσης δεν αναιρείται ούτε και στις περιπτώσεις παρέλευσης της δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκηση της, δεδομένου ότι το διάταγμα εξασφαλίζεται μονομερώς από την αστυνομία. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να δοθεί παράταση της προθεσμίας δυνάμει του άρθρου 134 του κεφ.
- Σχετική είναι η υπόθεση Re Skinner Holdings Ltd Πολ. Αιτήσεις 34, 38, 45 & 50/2009 ημερ. 12.8.2009 όπου η αιτήτρια εταιρεία καταχώρησε αίτηση για να της δοθεί άδεια για προνομιακό ένταλμα certiorari, προκειμένου να ακυρωθεί διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς από το Δικαστήριο για κατακράτηση ηλεκτρονικών υπολογιστών όπως και στην παρούσα υπόθεση. Ο συνήγορος της αιτήτριας που παρεμπιπτόντως ήταν και πάλι ο κος Πουργουρίδης, εισηγήθηκε ότι δεν μπορούσε να ασκήσει Έφεση δεδομένου ότι το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς και η δεκαήμερη προθεσμία παρήλθε όταν ή αιτήτρια έλαβε γνώση του Διατάγματος. Ο Έντιμος Κωνσταντινίδης Δ, απέρριψε την αίτηση, αναφέροντας πως το ένδικο μέσο της Έφεσης εξακολουθούσε να ισχύει και ότι η αιτήτρια θα μπορούσε να αποταθεί στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 134 του Κεφ. 155 για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης κατόπιν απόδειξης βάσιμου λόγου. Εντούτοις κρίνω ότι ανεξαρτήτως τούτου, το δικαίωμα στην καταχώρηση Έφεσης, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το δικαίωμα καταχώρησης αίτησης για επιστροφή των τεκμηρίων δυνάμει του άρθρου 32.3 του Κεφ.
- Το δικαίωμα αυτό, αναγνωρίζεται από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Re Πάρη Γεωργιάδη Πολ. Αίτηση 56/2009 ημερ. 24.7.2009, ο αιτητής καταχώρησε αίτηση για άδεια προνομιακού εντάλματος certiorari, προκειμένου να ακυρωθεί διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων όπως στην παρούσα υπόθεση. Ο Έντιμος Ερωτοκρίτου Δ, απέρριψε το αίτημα αναφέροντας ότι ο αιτητής είχε στην διάθεση του άλλα ένδικα μέσα όπως αίτηση για επιστροφή των τεκμηρίων καθώς και δικαίωμα Έφεσης εναντίον του εκδοθέντος διατάγματος. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή: « Υπάρχει όμως ακόμα ένα κώλυμα, το οποίο συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Ο Αιτητής είχε στη διάθεση του άλλα ένδικα μέσα, τα οποία όμως δεν εκμεταλλεύτηκε, με αποτέλεσμα, ούτως ή άλλως, να εμποδίζεται από του να ζητήσει θεραπεία με τη διαδικασία του προνομιακού εντάλματος. Κατ' αρχάς, ο Αιτητής θα μπορούσε, όπως έπραξε και προηγουμένως με την Αίτηση αρ. 192/09, να ζητήσει από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, την επιστροφή των τεκμηρίων. Δεύτερον, θα μπορούσε με βάση το άρθρο 32 του Κεφ. 155, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Νόμο 219/04 να εφεσιβάλει την απόφαση του δικαστηρίου, πράγμα που παρέλειψε να πράξει.» Όμως, το δικαίωμα καταχώρησης αίτησης για επιστροφή των κατασχεθέντων τεκμηρίων δεν ασκείται ανεξέλεγκτα. Σύμφωνα με την απόφαση Concrete Mix Ltd (ανωτέρω), εφαρμόζονται επί του προκειμένου οι διατάξεις του άρθρου 32
(3)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, το οποίο ρυθμίζει τις προϋποθέσεις για τον τρόπο και χρόνο άσκησης του δικαιώματος αυτού. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του Έντιμου Πική Δ (ως ήταν τότε) από την σελίδα 367 της υπόθεσης Concrete Mix Ltd (ανωτέρω). Οι διατάξεις του άρθρου 32
(1)παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη αντικειμένων από τις αστυνομικές Αρχές, που κατασχέθηκαν βάσει του άρθρου 27 για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις. Η εξουσία η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για την κράτηση κατασχεθέντων αντικειμένων. Το εδάφιο 3 του άρθρου 32 του νόμου, παρέχει εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης. Η ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 32
(3), η οποία υιοθετείται σ' αυτή την απόφαση, επιβάλλεται τόσο από το λεκτικό των διατάξεων του άρθρου 32
(3), όσο και από την ταξινόμησή του στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 155. Η έννοια του όρου "criminal proceedings" (ποινικά μέτρα) προσδιορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου και περιλαμβάνει μόνο την κατηγορία ενώπιον του δικαστηρίου και τη διαδικασία που ακολουθεί. Επομένως, συναρτάται η εξουσία που παρέχεται με την πρόσαψη κατηγορίας ενώπιον του δικαστηρίου. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου 3 του άρθρου 32 με την αναφορά που γίνεται στον κατηγορούμενο. Ο όρος "charged" (κατηγορείται), που απαντάται στις δυο αυτές παραγράφους του άρθρου 32
(3), αναφέρεται αποκλειστικά σε πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει προσαφθεί κατηγορία επί δικαστηρίω σύμφωνα με την ερμηνεία που αποδίδεται στον όρο "charge" στο άρθρο 2 του Κεφ. 155. Προς την ερμηνεία του άρθρου 32
(3)που οριοθετεί η ορολογία του, συγκλίνει και η ταξινόμηση, στο πλαίσιο του Κεφ. 155, των διατάξεων που διέπουν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων για τους σκοπούς των ανακρίσεων και της δίκης - άρθρα 27, 32
(1)και 32
(3)- καθώς και η σκοπιά των προνοιών κάθε μιας από αυτές τις νομοθετικές διατάξεις. Το άρθρο 27 διέπει και καθορίζει την κατάσχεση αντικειμένων στο προκαταρκτικό στάδιο της έρευνας, το άρθρο 32
(1)την κράτηση και φύλαξή τους από τις αστυνομικές Αρχές μετά την κατάσχεσή τους, και το άρθρο 32
(3)την αποδέσμευσή τους μετά την πρόσαψη κατηγορίας επί δικαστηρίω εάν η περαιτέρω κράτησή τους δεν απαιτείται για τους σκοπούς εγερθείσας ποινικής δίωξης. Προκύπτει από την πιο πάνω ανάλυση, ότι η αίτηση των εφεσειόντων, που αποτέλεσε το επίδικο θέμα της πρωτόδικης απόφασης, εδραζόταν σε ακροσφαλές βάθρο. Όπως έχουμε εξηγήσει, η κράτηση και φύλαξη των αντικειμένων μέχρι την αποπεράτωση των ανακρίσεων, και ενδεχομένως μέχρι την αποπεράτωση μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, διατάχθηκε στις 14/11/90. Το διάταγμα εκείνο ίσχυε στις 8/12/90 όταν υποβλήθηκε η αίτηση για αποδέσμευσή τους χωρίς να είχαν προκύψει οι προϋποθέσεις που θα νομιμοποιούσαν τους εφεσείοντες να επικαλεσθούν τις πρόνοιες του άρθρου 32
(3), δηλαδή ποινική δίωξη των κατηγορουμένων. Το πιο πάνω απόσπασμα απαντά και στην θέση του Δημόσιου Κατηγόρου ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να υποβάλει την παρούσα αίτηση γιατί δεν ήταν κάτοχος των αντικειμένων. Είναι νομίζω αρκετά σαφές από τις διατάξεις του άρθρου 32
(3)αλλά και από το πιο πάνω απόσπασμα ότι όχι μόνον ο κάτοχος αλλά και ο ιδιοκτήτης των κατασχεθέντων, νομιμοποιείται στην καταχώρηση αίτησης για επιστροφή τους δυνάμει του άρθρου 32
(3). Από την άλλη είναι επίσης σαφές ότι η αίτηση δυνάμει του άρθρου 32
(3)θα μπορούσε να καταχωρηθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε το Διάταγμα μόνο μετά την καταχώρηση Ποινικής υπόθεσης σε σχέση με τα κατασχεθέντα αντικείμενα και εφόσον αποδειχθεί ότι η κράτηση τους δεν απαιτείται για σκοπούς της ποινικής δίωξης που έχει εγερθεί. Στο βαθμό λοιπόν που η αιτήτρια στηρίζεται στο άρθρο 32.3 του Κεφ. 155, η παρούσα δεν θα μπορεί να προχωρήσει λόγω του ότι δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί ποινική υπόθεση σε σχέση με τα κατασχεθέντα τεκμήρια και δεν είναι ως εκ τούτου δυνατόν να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο, η χρησιμότητα τους σε σχέση με την Ποινική Δίκη. Γεγονός είναι όμως ότι η αιτήτρια δεν στηρίζει το αίτημα της για ακύρωση του διατάγματος αποκλειστικά στο άρθρο 32.
- Επικαλείται επιπλέον και ένα σωρό άλλους λόγους ακύρωσης του διατάγματος και επιστροφής των τεκμηρίων, έξω από το πλαίσιο που καθορίζει το άρθρο 32.3 όπως:
- Παράβαση από το Δικαστήριο της καθοριζομένης διαδικασίας κατά την έκδοση του διατάγματος.
- Απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων από την αστυνομία κατά την μονομερή εξέταση του διατάγματος.
- Κατάχρηση διαδικασίας από την αστυνομία λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που διέρρευσε χωρίς να καταχωρηθεί ποινική υπόθεση σε σχέση με τα κατασχεθέντα αντικείμενα. Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, η αιτήτρια προσβάλει στην ουσία την ορθότητα της απόφασης του Δικαστηρίου στην έκδοση του διατάγματος. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων παράβαση των διαδικασιών του Κεφ. 155 σε σχέση με την κατάσχεση, απουσία διαταγής επίδοσης του διατάγματος στους δικαιούχους ως επιστρεπτέου και αόριστη χρονική διάρκεια της ισχύος του. Είμαι της άποψης ότι όσον αφορά τουλάχιστον την ορθότητα του διατάγματος κατακράτησης, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί των ισχυρισμών της αιτήτριας και να προχωρήσει στην ακύρωση του. Τα ζητήματα αυτά θα μπορούσαν κατά την κρίση μου να τεθούν μόνο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε Έφεση δυνάμει του άρθρου 32Α του Κεφ.
- Το Δικαστήριο τούτο, έχοντας υπόψη του το μαρτυρικό υλικό που του παρουσίασε η αστυνομία μετά την κατάσχεση των αντικειμένων, αποφάσισε την κατακράτηση τους, όχι μόνο μέχρι την συμπλήρωσηση των ανακρίσεων αλλά μέχρι την αποπεράτωση μελλοντικής ποινικής διαδικασίας σε σχέση με αυτά. Ο έλεγχος της ορθότητας όμως του υπό κρίση διατάγματος την οποία προσβάλει η αιτήτρια με τους πιο πάνω λόγους, μπορεί να κριθεί μόνο με Έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 32Α του Κεφ. 155 και δεν είναι ορθόν αλλά ούτε και πρέπον, το Δικαστήριο τούτο να λειτουργήσει ως Εφετείο σε δική του απόφαση. Όσον όμως αφορά τα στοιχεία 2 & 3 ανωτέρω, κρίνω ότι παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο στα πλαίσια της συμφυούς του εξουσίας να εξετάσει τους ισχυρισμούς για κατάχρηση διαδικασίας αλλά και για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Εφόσον δε αποδειχθεί οιοσδήποτε από τους πιο πάνω ισχυρισμούς, το Δικαστήριο έχει εξουσία να ακυρώσει την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Στην υπόθεση Τζεννάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, λέχθηκε ότι η εξουσία για αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της Δικαστικής λειτουργίας. Επίσης στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 144, αναγνωρίστηκε διακριτική εξουσία στα Δικαστήρια να διατάζουν την αναστολή εκκρεμούσας διαδικασίας όταν η συνέχιση της θα αποτελούσε κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών. Όσον αφορά την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη Δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άγνωστη στο Αγγλοσαξωνικό δίκαιο. (Βλ. Pickwick International Inc. (G.B) Ltd v. Multiple Sound Disbributors Ltd
(1972)3 All E.R. 384, London City Agencey (JCD) Ltd v. Lee
(1969)3 All E.R. 1376). Oπως τονίζεται τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ένας διάδικος καταχωρεί «μονομερή» αίτηση και ζητά στην απουσία του αντιδίκου του κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνο όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά (Βλ. Βank Mellat v. Nikpur
(1985)FSR 87, R v. Kensington Income Tax Commissioners ex.p. Princess Edmond de Polignae
(1917)1 Κ.Β. 486 στη σελ. 509, Βrink´s Mat Ltd v. Elcombe and Others
(1988)3 All E.R.188, Global Cruises S.A. and Others v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607, Gobelfret Ro-Ro Services N.V. and others v. The Cyprus Potatoe Marketing Board, Π.Ε. αρ. 8351, ημερ. 8.7.96 και Αναφορικά με την αίτηση της Εταιρείας Α. Εlia & Co Ltd, για άδεια για καταχώριση αίτησης για ένταλμα της φύσης certiorari, Αίτηση Αρ. 19/99, ημερ. 26.3.99). Eτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει κάποιο όφελος από την απόκρυψη γεγονότων, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. (Βλ. Μεταξύ άλλων Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 CLR 437 σελ. 443, 446, Άνθιμος Δημητρίου v. The Dolphin Insurance Company Limited κ.α
(1990)1 ΑΑΔ 351, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 360 και Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 583). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α,
(1996)1 Α.Α.Δ 597, Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598, Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink' s Mat Ltd. v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 ο Δικαστής Ralph Gibson, αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Gibson. « In considering whether there has been relevant non - disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following. The duty of the applicant is to make a full and fair disclosure of all the material facts: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac
(1917)1 D.B. 486, 514, per Scrutton L.J. The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens - Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac. & G. 231, 238, and Browne - Wilkinson J. in Thermax Ltd, v. Schott Industrial Glass Ltd.
(1981)F.S.R. 289, 295. The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour
(1985)F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries. The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
- a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
- b)the order for which application is made and the probable effect of the order on the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson
(1987)Ch. 38; and (c) the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquiries : see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour
(1985)F.S.R. 87, 92-93. If material non-disclosure is established the court will be astute to ensure that a plaintiff who obtains (an ex parte injunction ) without full disclosure is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty: see per Conaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p. 91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners case
(1917)1 K.B. 486,
- Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented. Finally, it is not for every omission that the injunction will be automatically discharged.» Στην παρούσα υπόθεση, υποστηρίχθηκε από την αιτήτρια ότι πριν την καταχώρηση της αίτησης κατακράτησης, ζήτησε με επιστολή από την αστυνομία να την πληροφορήσει για την ημερομηνία που θα ακουόταν στο Δικαστήριο προκειμένου να εμφανιστεί (Βλ. τεκμ. Δ της ένορκης δήλωσης της αίτησης). Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της αστυνομίας ούτε και ζητήθηκε να αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών ως προς τον ισχυρισμό του αυτό. Παρόλα αυτά, οι αστυνομικές αρχές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο ζητώντας μονομερώς διάταγμα κατακράτησης των κατασχεθέντων αντικειμένων χωρίς να ενημερώσουν το Δικαστήριο για την πρόθεση της αιτήτριας να εμφανιστεί. Μετά δε την μονομερή εξασφάλιση του διατάγματος, πληροφόρησαν την αιτήτρια για το γεγονός αυτό χωρίς να κάνουν καμιά αναφορά στην παράλειψη τους να πληροφορήσουν το Δικαστήριο ως προς τις προθέσεις της αιτήτριας (τεκμ. Στ στην ένορκη δήλωση της αίτησης). Έχω την γνώμη ότι η αστυνομία όφειλε να παρουσιάσει το γεγονός αυτό στο Δικαστήριο κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Επαναλαμβάνω ότι δεν καταχωρήθηκε καμία ειδοποίηση αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση σε σχέση με τον ισχυρισμό του αυτό, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από τον Δημόσιο Κατήγορο. Ούτε επίσης υπήρξε ισχυρισμός ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν σε γνώση των αστυνομικών αρχών. Περαιτέρω, κρίνω ότι το πιο πάνω γεγονός είναι ουσιαστικής φύσης και θα επηρέαζε σημαντικά την κρίση του Δικαστηρίου στην μονομερή έκδοση του διατάγματος. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αν ήταν γνωστή στο Δικαστήριο η πρόθεση της αιτήτριας να ακουστεί, το υπό κρίση διάταγμα δεν θα εκδίδετο μονομερώς αλλά μόνο μετά που το Δικαστήριο θα είχε υπόψη του τις θέσεις όλων των ενδιαφερομένων. Η παράληψη της αστυνομίας να παραθέσει το γεγονός αυτό στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση, αποτελεί παραπλάνηση του Δικαστηρίου και απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος όπως έχει αναλυθεί στις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, κρίνω ότι το εκδοθέν μονομερώς στις 21.4.2009 διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω μη αποκάλυψης εκ μέρους της αστυνομίας, ουσιαστικών γεγονότων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Οι θέσεις της αιτήτριας αναφορικά με κατάχρηση των διαδικασιών, επίσης γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο. Το υπό κρίση διάταγμα εκδόθηκε από τις 21.4.
- Μέχρι σήμερα όμως δεν έχει καταχωρηθεί καμία υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τα κατασχεθέντα αντικείμενα. Είναι εμφανές ότι οι 10 υπολογιστές που κατασχέθηκαν θα μπορούσαν σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα να εξεταστούν αναφορικά με το υπό διερεύνηση αδίκημα της κατοχής παράνομου λογισμικού. Στην περίπτωση που εντοπιζόταν παράνομο λογισμικό, η αστυνομία όφειλε να καταχωρήσει αμέσως ποινική υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε αντίθετη περίπτωση, όφειλε να επιστρέψει τους υπολογιστές στους δικαιούχους τους. Τίποτε από όλα αυτά δεν έγινε. Αντιθέτως η αστυνομία, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι το διάταγμα δεν αναφέρει συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να ολοκληρωθούν οι εξετάσεις, κατακρατεί την περιουσία της αιτήτριας για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να προωθεί την ποινική διαδικασία. Η πιο πάνω συμπεριφορά, αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών που προβλέπει ο Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος και δεν μπορεί παρά να βρίσκει αντιμέτωπο της το Δικαστήριο, με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για ακύρωση του υπό κρίση διατάγματος. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι το υπό κρίση διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί για τους πιο κάτω λόγους: · Λόγω απόκρυψης από την αστυνομία, της πρόθεσης της αιτήτριας να εμφανιστεί στην μονομερή διαδικασία έκδοσης του διατάγματος και να προβάλει τις απόψεις της, και · Λόγω κατάχρησης των διαδικασιών από την αστυνομία, η οποία από τις 21.4.2009 μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει στην εξέταση των κατασχεθέντων τεκμηρίων και στην καταχώρηση ποινικής υπόθεσης στο Δικαστήριο. Ενόψει τούτου το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 21.4.2009, ακυρώνεται. Τα κατασχεθέντα τεκμήρια να παραδοθούν στην αιτήτρια εντός περιόδου 5 ημερών από σήμερα. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα λόγω της πρωτοτυπίας των νομικών θεμάτων που εξετάστηκαν με την παρούσα αίτηση. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο