← Κύπρος

Yπουργό Εσωτερικών ως κηδεμόνας των τουρκοκυπριακών περιουσιών ν. Ανδρέα Βύρα, Αρ. Υπόθεσης: 13077/09, 8 Δεκεμβρίου, 2009

Yπουργό Εσωτερικών ως κηδεμόνας των τουρκοκυπριακών περιουσιών ν. Ανδρέα Βύρα, Αρ. Υπόθεσης: 13077/09, 8 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B198 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13077/09 Yπουργό Εσωτερικών ως κηδεμόνας των τουρκοκυπριακών περιουσιών v. Ανδρέα Βύρα Κατηγορούμενου --------- Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ"Παντελή Για τον Κατηγορούμενο: κος Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει συνολικά 8 κατηγορίες οι οποίες αφορούν πράξεις καταδολίευσης εξ΄αποφάσεως πιστωτών κατά παράβαση των άρθρων 84
(1), 87
(1), 90
(1), 91Α
(3), 91Β
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν . 134
(1)/99, τον Ν. 58
(1)/2003, Ν. 66
(1)/2004 και 138
(1)/2006 καθώς και κατά παράβαση του Ν. 60
(1)/
  1. Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Απόφασης Πιστωτών. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτης στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπ΄ αριθμό 549/05 και ενώ στις 26.9.05 διατάχθηκε να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ. 40 δηλαδή €68.34 για την 10.2.07 παρέλειψε να πληρώσει μέρος της εν λόγω δόσης ήτοι Λ.Κ. 20 δηλαδή €34.17 και παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις από 10.3.07 μέχρι 10.9.
  2. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το διάταγμα μηνιαίων καταβολών ημέρ. 26.9.05 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 καθορίζει ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να πληρώνει τις δόσεις του της πρώτης αρχομένης από 10.10.05 και την 10ην ημέρα έκαστου επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως. Για την απόδειξη της υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε η βοηθός γραμματειακός λειτουργός της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσίων Μύρια Παύλου ΜΚ1 και κατατέθηκαν 2 τεκμήρια. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση έχει ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6 όπως τροποποιήθηκε μέχρι και την ημερομηνία που αφορούν οι εις το κατηγορητήριο αναφερόμενες δόσεις. Μελετώντας έτσι τα άρθρα 91 Α
(3)και 91 Β
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 134
(1)/99 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι τα εξής: (α) Η έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις και (β) Η παράλειψη καταβολής οιασδήποτε δόσης από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Ο Κατηγορούμενος για πράξη καταδολίευσης ως υπό κρίση υπόθεση διαπράττει αδίκημα αν παραλείψει να καταβάλει οποιαδήποτε δόσης χρέους και για το οποίο εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί και η ύπαρξη κατά το χρόνο που μια μηνιαία δόση παρουσιάζεται ως απαιτητή, το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Αυτό προϋποθέτει τον υπολογισμό του ποσού που οφείλεται βάση της απόφασης πλέον ο τόκος ο οποίος προνοείται στην απόφαση πλέον τα επιδικασθέντα έξοδα αλλά και οποιαδήποτε άλλα έξοδα προέκυψαν όπως τα έξοδα της αίτησης μηνιαίων δόσεων ή και έξοδα για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Επίσης οιαδήποτε ποσά καταβλήθηκαν από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη έναντι του οφειλομένου ποσού αφαιρούνται έτσι ώστε και το Δικαστήριο να έχει μια πλήρη εικόνα για το ακριβές του υπολοίπου του χρέους και στο οποίο να ανταποκρίνονται οι επί του κατηγορητηρίου αναφερόμενες δόσεις. Θεωρώ ότι με τη μαρτυρία του τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο. Το ότι η ΜΚ1 ανέφερε ότι το σημερινό οφειλόμενο ποσό είναι €512.58, την στιγμή που αυτό το ποσό αμφισβητήθηκε έντονα από την πλευρά της υπεράσπισης, δεν είναι αρκετό ακόμα και σε αυτό το στάδιο έτσι ώστε να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Η ΜΚ1 αναφέρθηκε μόνο στο ότι υπάρχει αυτό το υπόλοιπο χωρίς να προσκομίσει οιεσδήποτε αποδείξεις παρά το γεγονός ότι της ζητήθηκαν από πλευράς κατηγορούμενου αλλά και χωρίς να αναφέρει στο Δικαστήριο με ποιους υπολογισμούς, επί ποίων ποσών και για ποιες χρονικές περιόδους επιβλήθηκαν τόκοι, λαμβανομένου υπόψη του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι πληρώθηκαν από τον Κατηγορούμενο κάποια ποσά, έτσι ώστε να προκύψει το ποσό το οποίο η ίδια ανέφερε. Η ανάγκη αυτή προκύπτει και από τα λεχθέντα της ΜΚ1 ότι τα οιαδήποτε ποσά καταβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο δεν καταβλήθηκαν με μηνιαίες δόσεις σύμφωνα με το διάταγμα, Τεκμήριο 2, αλλά καταβλήθηκαν σωρευτικά σε κάποιες ημερομηνίες τις οποίες και πάλι η ΜΚ1 δεν ανέφερε ξεκάθαρα και μάλιστα υπάρχει και κατηγορία (1η κατηγορία) για μέρος μηνιαίας δόσης. Η μόνη αναφορά ήταν ότι τηρείται μητρώο στην υπηρεσία για τις πληρωμές που έγιναν και υπάρχουν αποδείξεις. Αφής στιγμής όμως το ύψος του οφειλόμενου ποσού ως η ΜΚ1 το ανέφερε αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης, μόνο η αναφορά ενός ποσού χωρίς οτιδήποτε άλλο δεν επαρκεί. Το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του μαρτυρία για το πώς προέκυψε το ποσό ή και πώς η κατηγορούσα αρχή κατέληξε σε αυτό το συγκεκριμένο οφειλόμενο υπόλοιπο και ότι είναι αυτό που ανταποκρίνεται στις επίδικες μηνιαίες δόσεις. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει θετική μαρτυρία η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμα και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης το εξ αποφάσεως ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και ενόψει του γεγονότος ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.).............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Private Criminal / Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική - Εκ πρώτης όψεως- Καταδολίευση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.