Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. PNP Pick Pay Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7921/09, 9 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B199 Αρ. Υπόθεσης: 7921/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- P.N.P Pick & Pay Ltd, εκ Λεμεσού
- Πέτρος Κωνσταντίνου, εκ Λεμεσού
- Nasser Ahmet, από το Πακιστάν Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 9 Δεκεμβρίου 2009 Για την αστυνομία: κος Αργυρού Για κατηγορουμένους 1 & 2: κος Λουϊζίδης Για κατηγορούμενο 3: κα Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 & 2 αντιμετωπίζουν την 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος στις 13.4.2009 στην Λεμεσό, εργοδότησαν τον 3ο κατηγορούμενο χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Παρομοίως, ο 3ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 19(κ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 13.4.2009 στην Λεμεσό ενώ ήταν αλλοδαπός δηλαδή υπήκοος Πακιστάν, διεξήγαγε επάγγελμα σαν υπάλληλος των κατηγορουμένων 1 & 2 χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού. Ο κατηγορούμενος 3, αντιμετωπίζει επιπλέον και την 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διαμονής στην Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας παραμονής του. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 3 εισήλθε στην Κύπρο ως επισκέπτης στις 7.1.2006 μέχρι 6.4.
- Στην συνέχεια εξασφάλισε άδεια εργασίας στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής ως μάγειρας στο εστιατόριο "H Noor Elahi & Sons", αλλά εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας του και παρέμεινε στην Κύπρο παράνομα χωρίς να εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία είναι ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν πελάτης αλλά ουδέποτε εργάστηκε στην φρουταρία της 1ης κατηγορουμένης, στην οποία εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος 2 δεν είναι ο μοναδικός διευθυντής. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, ο κατηγορούμενος 2 υποστήριξε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε και έδωσε εξουσιοδότηση στον κατηγορούμενο 3 να εργαστεί στην φρουταρία από την οποία ο ίδιος απουσίαζε όταν η αστυνομία επέδραμε στο μέρος και συνέλαβε τον κατηγορούμενο
- Όσον αφορά την 3η κατηγορία, υποστηρίχθηκε ότι κατηγορούμενος 3 εξακολουθούσε να βρίσκεται νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία αφού η άδεια διαμονής και εργασίας που εξασφάλισε από τις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής δεν έχει ακυρωθεί και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ισχύει. Μαρτυρία Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 799 Θεόδωρος Σουρμελής του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 1), στις 14.4.2009 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος είναι διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας σχετικά με υπόθεση παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού. Ο μάρτυρας κατάθεσε την πιο πάνω ανακριτική κατάθεση ως τεκμήριο 2 καθώς και γραπτή κατηγορία του 2ου κατηγορούμενου ως τεκμήριο 3 στην οποία δεν παραδέχεται την κατηγορία. Ενώπιον του Δικαστηρίου και αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 τον πληροφόρησε ότι κατείχε άδεια για να εργοδοτήσει ένα αλλοδαπό εργάτη, αντίγραφο της οποίας του παρέδωσε. Ο ίδιος δεν εξέτασε αυτό το θέμα. Δέχτηκε όμως ότι με βάση αυτή την άδεια, ο κατηγορούμενος 2 είχε δικαίωμα να εργοδοτήσει ένα αλλοδαπό εργάτη σε γεωργικές εργασίες.. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Γ/Αστυφύλακας 1258 Άνδρη Τσιελεπή επίσης του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 4), πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος κατάγεται από το Πακιστάν. Η ανακριτική κατάθεση μαζί με τη μετάφραση, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 6, πιστοποιητικό μετόχων της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, το οποίο της παρουσίασε ο κατηγορούμενος 2 καθώς επίσης και έγγραφο σύμφωνα με το οποίο διδόταν στον 2ο κατηγορούμενο, άδεια από το Υπουργείο Εργασίας για να εργοδοτήσει ένα αλλοδαπό. Στην ανακριτική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος 3 αποδέχεται ότι εγκατέλειψε την εργασία του στο εστιατόριο στις Βάσεις στις αρχές του 2007 επειδή δεν πληρωνόταν αρκετά χρήματα. Εργάστηκε στην συνέχεια για ένα διάστημα σε διάφορες εργασίες. Την προηγουμένη της σύλληψης του, περνούσε έξω από την επίδικη φρουταρία και ζήτησε εργασία από τον ιδιοκτήτη που ονομαζόταν Πέτρος. Αυτός, του ζήτησε το διαβατήριο του και τον ρώτησε κατά πόσον έχει βίζα. Ο κατηγορούμενος 3, του απάντησε ότι εργάζεται στις Βάσεις και έχει βίζα μέχρι το
- Αποδέχθηκε να τον προσλάβει για λίγες μέρες για να δει την δουλειά του. Συνεννοήθηκαν να πιάσει δουλειά την επομένη στις 6.30 το πρωί όπως και έγινε. Όταν πήγε στην δουλειά, τον έβαλε να τακτοποιήσει τα φρούτα και τα λαχανικά. Δεν του είπε τι ώρα θα σχόλανε και πόσα χρήματα θα του έδινε. Όταν έφτασε η αστυνομία, ο ίδιος ήταν έξω από την φρουταρία ενώ ο κος Πέτρος απουσίαζε. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ανέφερε ότι πήρε μόνο την κατάθεση του κατηγορούμενου 3 και δεν προέβηκε σε άλλες εξετάσεις σε σχέση με το αδίκημα. Όλες οι πληροφορίες σε σχέση με το καθεστώς του κατηγορούμενου 3, της δόθηκαν από άλλους συναδέλφους της, του Τμήματος Αλλοδαπών. Στη συνέχεια κατέθεσε ως τεκμήριο 8, άδεια εργασίας του κατηγορούμενου 3 στις Βρετανικές Βάσεις, η οποία λήγει το Σεπτέμβρη του
- Σύμφωνα με αυτήν, ο κατηγορούμενος 3 έχει άδεια να εργάζεται στην Επισκοπή, εντός του εδάφους των Βρετανικών Βάσεων. Την άδεια υπογράφει ο Διοικητής των Βρετανικών Δυνάμεων στην Κύπρο. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αρχιαστυφύλακας Πόλυς Θεοδοσίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην Αστυνομία, υπηρετεί στην ΥΑΜ Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στο Επαρχιακό Κλιμάκιο ΥΑΜ Λεμεσού. Στις 13.4.2009 γύρω στις 6:00 το απόγευμα, μετέβη μαζί με τον Αστυφύλακα 1763 για έλεγχο στη φρουταρία με την ονομασία «Pick & Pay» στην οδό Γρίβα Διγενή
- Είχαν προηγηθεί πληροφορίες στα γραφεία της ΥΑΜ ότι στο πιο πάνω υποστατικό εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί. Αφού έθεσε το μέρος υπό παρακολούθηση για 10 λεπτά περίπου, αντιλήφθηκε ένα πρόσωπο να μεταφέρει και να στοιβάζει κιβώτια με φρούτα και λαχανικά έξω από τη φρουταρία. Τον πλησίασε και του υπέδειξε την Αστυνομική του ταυτότητα καθότι βρισκόταν με πολιτική περιβολή και του ζήτησε τα στοιχεία του. Διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο 3, υπήκοο Πακιστάν που αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας στις 7.1.2006 ως επισκέπτης μέχρι 6.4.
- Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 3 αποτάθηκε και εξασφάλισε άδεια εργασίας στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής ως μάγειρας σε εστιατόριο ιδιοκτησίας κάποιου H Noor Elahi & Sons. Ο πιο πάνω, στις 22.5.2008 απέστειλε επιστολή ότι ο κατηγορούμενος 3, εγκατέλειψε το χώρο διαμονής και εργασίας του και διέμενε έκτοτε παράνομα στη Δημοκρατία. Ο μάρτυρας, αμέσως τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής και απασχόλησης και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο χωρίς αυτός να απαντήσει οτιδήποτε. Ο ιδιοκτήτης της φρουταρίας κατηγορούμενος 2 δεν εντοπίστηκε στο μέρος. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος 3 μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 3, του ανέφερε μετά που ρωτήθηκε ότι ο εργοδότης του είναι ο κατηγορούμενος 2 Πέτρος Κωνσταντίνου. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 10, αντίγραφο επιστολής του εργοδότη του κατηγορούμενου 3 στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος 3 εγκατέλειψε την εργασία του και τον τόπο διαμονής του στις Βρετανικές Βάσεις και ζει και εργάζεται παράνομα στη Δημοκρατία. Η επιστολή, απευθύνεται στον πρέσβη του Πακιστάν στη Βηρυτό και φέρει ημερομηνία 22.5.
- Στην αντεξέταση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η συγκεκριμένη επιστολή στάλθηκε στην Αστυνομία από τις Βρετανικές Βάσεις μέσω φαξ στις 13.4.2009, μετά που ζητήθηκε η βοήθεια των Βρετανικών Βάσεων σε σχέση με το καθεστώς του αλλοδαπού στην Κύπρο. Ο ίδιος ήταν που ζήτησε βοήθεια από τις Αρχές των Βάσεων χωρίς να θυμάται όμως με ποιο πρόσωπο μίλησε. Στην Υπηρεσία Αλλοδαπών, τα στοιχεία που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ότι ο κατηγορούμενος 3, βρισκόταν στην Κύπρο ως επισκέπτης και είχε λήξει η άδεια του από το
- Αυτό διαπιστώθηκε βάσει του ηλεκτρονικού υπολογιστή όπου φαινόταν ότι αφίχθηκε νόμιμα ως επισκέπτης και του δόθηκε προσωρινή άδεια παραμονής. Στη συνέχεια, διαπίστωσε ότι είχε κάμει αίτηση για να εργοδοτηθεί στις Βάσεις. Στα Αρχεία όμως της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν καταχωρήθηκαν αυτά τα στοιχεία και φαινόταν μόνο ως επισκέπτης μέχρι το
- Δυνάμει των στοιχείων του ηλεκτρονικού υπολογιστή, αφίχθηκε στην Κύπρο στις 7.1.2006 και είχε άδεια ως επισκέπτης μέχρι τις 6.4.2006, δηλαδή για διάρκεια τριών μηνών. Όσον αφορά τον εργοδότη του κατηγορούμενου 3, ο μάρτυρας επέμενε ότι τόσο ο ίδιος ο κατηγορούμενος 3 όσο και κάποια κοπέλα που εργαζόταν στο ταμείο της φρουταρίας, του ανέφεραν ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο
- Η φρουταρία ανήκει σε ιδιωτική εταιρεία, την κατηγορούμενη 1 αλλά επανέλαβε ότι ο κατηγορούμενος 3 κατονόμασε ως εργοδότη του τον κατηγορούμενο
- Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δυνάμει της επιστολής του εργοδότη του (τεκμ. 10), έκρινε ότι ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν παράνομα στη Δημοκρατία. Χωρίς αυτή την επιστολή δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο θα έκρινε τον κατηγορούμενο 3 ως παράνομο ή όχι. Επιπλέον, ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει για την αλήθεια του περιεχομένου του τεκμηρίου 10 δεν έχει όμως λόγους να αμφισβητεί ότι αυτά που του ανέφεραν οι Αρχές των Βάσεων ήταν η αλήθεια. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Χριστίνα Σταύρου του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Σε σχέση με το καθεστώς του κατηγορούμενου 3 επανέλαβε ότι με βάση τα στοιχεία που τηρεί, αυτός εισήλθε στη Δημοκρατία στις 7.1.2006 μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας όπου του παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια μέχρι τις 6.4.2006 ως επισκέπτη. Ο κατηγορούμενος 3 εξασφάλισε άδεια εργασίας στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής όπου θα εργάζετο ως μάγειρας σε εστιατόριο. Στην συνέχεια, καταγγέλθηκε από τον εργοδότη του ότι εγκατέλειψε το χώρο εργασίας του και παρέμενε σε άγνωστη διεύθυνση. Συνελήφθη στις 13.4.2009 για παράνομη απασχόληση στη φρουταρία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Στις 5.5.2009, εκδόθηκε διάταγμα κράτησης και απέλασής του, τα οποία δεν εκτελέστηκαν κατόπιν οδηγιών του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών να αφεθεί ελεύθερος να διευθετήσει τη διαμονή και απασχόλησή του, όπως ανέφερε η μάρτυς. Παρόλα αυτά από τα στοιχεία που διαθέτει, ο κατηγορούμενος 3 δεν έχει προβεί σε καμία διαδικασία από τον Απρίλιο του 2009 μέχρι σήμερα για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ανέφερε ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν οι Βάσεις ενημέρωσαν τις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 που έφτασε στην Κύπρο ως επισκέπτης, εξασφάλισε άδεια εργασίας στις Βάσεις. Ούτε γνωρίζει αν μέχρι σήμερα οι Βρετανικές Βάσεις, ενημέρωσαν με οποιοδήποτε τρόπο τις Αρχές της Δημοκρατίας για το καθεστώς του κατηγορούμενου
- Γνωρίζει όμως ότι σε κάποιο στάδιο, καταγγέλθηκε από τον εργοδότη του ότι εγκατέλειψε τον τόπο εργασίας του. Αναφέρθηκε στην επιστολή (τεκμ. 10), η οποία έχει καταχωρηθεί στο φάκελο του αλλοδαπού. Δέχτηκε όμως ότι η επιστολή αυτή δεν απευθύνεται στις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε υπάρχει καταγγελία από τον εργοδότη του αλλοδαπού στις Κυπριακές Αρχές ότι αυτός εγκατέλειψε την εργασία του στην Δημοκρατία. Ανέφερε τέλος ότι η ίδια δεν έχει υπόψη της καμιά διοικητική πράξη που να ακυρώνει αυτήν την άδεια. Δέχθηκε επίσης ότι από τη στιγμή που του είχε παραχωρηθεί άδεια εργασίας στις Βάσεις, για τις Κυπριακές αρχές εθεωρείτο ότι διέμενε νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την αστυνομία, οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Ο κατηγορούμενος 2, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Αρχικά υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (τεκμ. 2). Ισχυρίστηκε ότι στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία δεν είναι ο μόνος διευθυντής και μέτοχος. Ανέφερε επίσης ότι κατά διαστήματα ο κατηγορούμενος 3 ερχόταν ως πελάτης στη φρουταρία και σε κάποιο στάδιο ζήτησε δουλειά. Του είπε ότι εργάζεται στις Βάσεις και του έδειξε τη σχετική άδεια εργασίας από τον Διοικητή των Βάσεων. Τότε ο κατηγορούμενους 2, του είπε να του φέρει όλα τα χαρτιά του γιατί ο ίδιος είχε άδεια για να εργοδοτήσει αλλοδαπό όχι όμως στην φρουταρία αλλά στο χωριό Αρακαπάς. Επρόκειτο για άδεια του Υπουργού Εργασίας για εργοδότηση αλλοδαπού σε γεωργικές εργασίες στο χωράφι του, στο πιο πάνω χωριό. Ο αλλοδαπός, του έφερε τα χαρτιά του και του παρουσίασε ένα έγγραφο, στο οποίο αποδεικνυόταν ότι βρισκόταν στο έδαφος της Δημοκρατίας με άδεια εργασίας στις Βάσεις μέχρι το
- Του έδειξε επίσης και «πάσο», όπως ανέφερε, το οποίο του έδιδε δικαίωμα να εισέρχεται στις Βάσεις. Αυτά τα στοιχεία, του τα έδωσε κάποιες μέρες πριν τη σύλληψη του. Ο κατηγορούμενος 2, θεώρησε ότι θα μπορούσε να μεταβιβάσει την άδεια εργασίας που ο κατηγορούμενος 3 είχε από τις Βάσεις στον ίδιο για να τον εργοδοτήσει στο χωριό Αρακαπάς για γεωργικές εργασίες. Δεν χρειαζόταν όπως είπε, εργάτη στη φρουταρία αφού εκεί εργάζονται ήδη δύο ακόμα αλλοδαποί με άδεια των αρχών. Δέχτηκε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος 3 ερχόταν ως πελάτης στην φρουταρία, έδινε χέρι βοήθειας για μεταφορά κιβωτίων γιατί ο ένας εργοδοτούμενος του, ήταν φίλος και συγκάτοικος του. Ο κατηγορούμενος 3 ερχόταν εκεί συνήθως τα απογεύματα που σχολνούσε από τις Βάσεις και βοηθούσε τον φίλο του μέχρι να σχολάσει. Την επίδικη ημερομηνία στις 13.4.2009, πήγε στη φρουταρία για δύο τρεις ώρες και μετά έφυγε. Δεν ξαναπήγε στο μέρος και γύρω στις 17:30 ενώ βρισκόταν στον Αρακαπά, του τηλεφώνησαν και μίλησε με κάποιο από την ΥΑΜ, ο οποίος του είπε ότι βρήκε ένα αλλοδαπό να εργάζεται παράνομα στη φρουταρία και τον συνέλαβε. Στη συνέχεια, μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει κατάθεση. Στα γραφεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών, ανέφερε ότι έχει άδεια για να εργοδοτήσει ένα αλλοδαπό για γεωργικούς σκοπούς. Στην αντεξέταση, δέχτηκε ότι η πιο πάνω άδεια εργασίας εμπεριέχει όρο ότι αν δεν χρησιμοποιηθεί εντός τριών μηνών είναι άκυρη, είχε δηλαδή ισχύ μέχρι 29.10.
- Ισχυρίστηκε όμως ότι η άδεια αυτή, είναι ανανεώσιμη και εγκρίθηκε μετά από την υποβολή αίτησης του στην ΥΑΜ. Μπορούσε να πάρει επανέγκριση ανά πάσα στιγμή μόλις εύρισκε τον κατάλληλο αλλοδαπό για να τον εργοδοτήσει. Τώρα εργοδοτεί όπως είπε, άλλο αλλοδαπό στον Αρακαπά βάσει αυτής της έγκρισης. Αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 εργάστηκε ποτέ στη φρουταρία και ισχυρίστηκε ότι στις περιπτώσεις που βρισκόταν εκεί, απλώς βοηθούσε το φίλο και συγκάτοικο του. Αποφάσισε να εργοδοτήσει το πιο πάνω πρόσωπο στο χωριό Αρακαπάς έχοντας υπόψη ότι οι Βρετανικές Βάσεις κάνουν εξονυχιστικό έλεγχο σε σχέση με τα πρόσωπα που εργοδοτούν. Θεωρούσε έτσι ότι ο κατηγορούμενος 3 θα ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να τον εργοδοτήσει στο χωριό. Όταν είχε αποταθεί στην ΥΑΜ και ανέφερε ότι εργαζόταν στις Βάσεις, οι ίδιοι του ζήτησαν να φέρει απαλλακτικό (release) για να μπορέσουν να του εγκρίνουν την εργοδότηση του. Επανέλαβε ότι δεν χρειαζόταν εργοδοτούμενο στη φρουταρία και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να εργοδοτήσει τον κατηγορούμενο 3 παράνομα. Ο κατηγορούμενος 3 επέλεξε να μην δώσει καμιά μαρτυρία και παρέμεινε σιωπηλός. Επιπλέον, κανένας κατηγορούμενος δεν έχει προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης του. Αγορεύσεις: Ο δημόσιος κατήγορος στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 με βάση τη μαρτυρία, συνελήφθη επ' αυτοφώρω να εργάζεται παράνομα στη φρουταρία της κατηγορούμενης 1, της οποίας διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος
- Παραδέχτηκε δε στους Αστυνομικούς ότι ο εργοδότης του ήταν ο κατηγορούμενος
- Όσον αφορά το καθεστώς του κατηγορούμενου 3, προκύπτει από τη μαρτυρία ότι αυτός εγκατέλειψε την εργασία του στις Βάσεις, ο δε εργοδότης του ειδοποίησε για το γεγονός αυτό, την πρεσβεία του Πακιστάν στη Βηρυτό. Μετά από αρκετό χρονικό διάστημα, βρέθηκε να εργάζεται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό χαρτί ως ο ίδιος όφειλε που να καταδεικνύει το νόμιμο της παραμονής του στη Δημοκρατία με αποτέλεσμα η Κατηγορούσα Αρχή να έχει αποδείξει κατά τον κατήγορο, ότι βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 κατά τον δημόσιο κατήγορο, θα πρέπει να κριθεί στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Επισήμανε κάποιες κατά την άποψη του αντιφάσεις στη μαρτυρία αυτή, οι οποίες καταδεικνύουν την αναξιοπιστία του. Ισχυρίστηκε δε ότι η άδεια παραμονής για τις Βάσεις ήταν υπό τον όρο ότι θα έπρεπε να εργάζεται εκεί. Από τη στιγμή που αποφάσισε να φύγει από τις Βάσεις δεν υφίσταται κατά τον κατήγορο άδεια παραμονής στη Δημοκρατία. Ο συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2, στην αγόρευσή του αναφέρθηκε αρχικά στη δοθείσα μαρτυρία. Ισχυρίστηκε ότι από αυτή δεν έχει αποδειχθεί κανένα από τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Ο συνήγορος αναφέρθηκε επίσης στην επιστολή (τεκμ. 10) προς την πρεσβεία του Πακιστάν στη Βηρυτό, αναφέροντας ότι αυτή, βρέθηκε στα χέρια της Αστυνομίας μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου 3 και αφού ο εξεταστής της υπόθεσης αποτάθηκε στις Βρετανικές Βάσεις για να διαπιστώσει το καθεστώς με το οποίο αυτός βρισκόταν στην Κύπρο. Η Υπεράσπιση του κατηγορούμενου 1 και 2, αμφισβητεί κατά το συνήγορο την αλήθεια του περιεχομένου αυτού του εγγράφου και δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να του δοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στη μαρτυρία της Μ.Κ.4 που υπηρετεί στο Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ούτε αυτή η μαρτυρία κατά τον συνήγορο, πρόσθεσε οτιδήποτε σε σχέση με το καθεστώς που βρισκόταν ο κατηγορούμενος 3 στο νησί. Αναφερόταν σε μαρτυρία που περιέχεται σε επιστολή που είχε στο φάκελο του αλλοδαπού, χωρίς όμως να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη θέση της Μ.Κ.4 ότι τα διατάγματα κράτησης και απέλασης εναντίον του κατηγορούμενου 3 δεν έχουν εκτελεστεί και αυτός αφέθηκε ελεύθερος για να διευθετήσει τη διαμονή και την απασχόληση του. Διερωτήθηκε μάλιστα πώς είναι δυνατό η Δημοκρατία από τη μια να ισχυρίζεται ότι κάποιος διαμένει παράνομα στην Κύπρο και από την άλλη να τον αφήνει ελεύθερο να διευθετήσει τη διαμονή και απασχόλησή του. Όσον αφορά τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2, αυτός κατά τον συνήγορο, έδωσε εξηγήσεις πώς ο κατηγορούμενος 3 βρέθηκε στη φρουταρία του. Ανέφερε ότι βοηθούσε στη μετακίνηση κάποιων κιβωτίων το φίλο και συγκάτοικο του, γεγονός που επανέλαβε στην κατάθεση του τόσο και στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να προσπαθήσει να αποκρύψει οτιδήποτε. Αυτό, γιατί πάντα θεωρούσε ότι ήταν νόμιμος αλλοδαπός στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε σκοπό τη συγκεκριμένη μέρα να εργοδοτήσει τον κατηγορούμενο 3 παράνομα και εν κρυπτώ. Δεν υπάρχει μαρτυρία κατά τον συνήγορο ότι το στοίβαγμα και η μεταφορά κιβωτίων, ήταν σε γνώση του κατηγορούμενου
- Δεν βρισκόταν στο μέρος και δεν ήταν ο μοναδικός διευθυντής της φρουταρίας. Ως εκ τούτου δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ότι ο κατηγορούμενος 3, εργοδοτήθηκε τη συγκεκριμένη μέρα από τον κατηγορούμενο 2 ούτε ότι ο κατηγορούμενος 2 επέτρεψε με οποιοδήποτε τρόπο αυτή την εργοδότηση. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να αποδεχτεί τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 ως αξιόπιστη. Η συνήγορος του κατηγορούμενου 3 στη αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του νομικού καθεστώτος που ισχύει για τις Βρετανικές Βάσεις, από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος 3 είχε άδεια εργασίας εκεί, θεωρείται ότι βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία. Δεν υπάρχει καμία πληροφόρηση ή καμιά διοικητική πράξη της Κυπριακής Δημοκρατίας για ακύρωση αυτής της άδειας. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος 3 κατέθεσε έγγραφο σύμφωνα με το οποίο έχει άδεια εργασίας μέχρι το 2010 στις Βρετανικές Βάσεις. Ήταν στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει ότι αυτή η άδεια ακυρώθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο πριν τη σύλληψη του κατηγορούμενου. Δεν ήταν στους ώμους του κατηγορουμένου 3 σύμφωνα με τη συνήγορο, να αποδείξει το ότι δεν είχε άδεια. Αντιθέτως, ο ίδιος έδωσε στην αστυνομία μια άδεια, η οποία του δόθηκε από τις Βάσεις. Το τεκμήριο της νομιμότητας αυτής της άδειας δεν έχει ανατραπεί από την Αστυνομία. Τέλος ήταν η θέση της συνηγόρου ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας στηρίχθηκαν σε εξ ακοής μαρτυρία, η οποία δεν θα πρέπει να γίνει αποδεχτεί από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, ζήτησε την αθώωση του πελάτη της σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Οι δύο πρώτοι μάρτυρες κατηγορίας, είναι αστυνομικοί που συμμετείχαν στην διερεύνηση της υπόθεσης. Αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια σε όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν για τους σκοπούς των ανακρίσεων χωρίς να κλονιστούν σε κανένα σημείο της αντεξέτασης τους. Η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσαν, ήταν ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. Βασικός μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Μ.Κ.
- Πρόκειται για ένα από τους αστυνομικούς που συμμετείχαν στην επιχείρηση στην φρουταρία και το πρόσωπο που συνέλαβε τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του εργαζόταν στο μέρος. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή λόγω της σπουδαιότητας της μαρτυρίας του τον μάρτυρα αυτόν, εστιάζοντας κυρίως στις αντιδράσεις του κατά την αντεξέταση και στον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις που του ετίθεντο. Η εντύπωση που μου έκαμε ήταν ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν απόλυτα φυσική χωρίς καμία ένδειξη προσχεδιασμού. Ήταν δε αρκετά πειστικός ως προς την θέση του ότι είδε τον κατηγορούμενο 3 να εργάζεται στην φρουταρία με το να στοιβάζει κιβώτια με φρούτα και λαχανικά έξω από το κατάστημα. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο Μ.Κ.3, είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Την ίδια καλή εντύπωση μου έκανε και η Μ.Κ.
- Χωρίς να είναι ιδιαίτερα υποβοηθητική ως προς το καθεστώς με το οποίο ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν στην Κύπρο, ήταν αρκετά ειλικρινής αναφέροντας ότι οι αρχές της Δημοκρατίας ανακάλεσαν το διάταγμα απέλασης του, προκειμένου να του δώσουν την ευκαιρία να διευθετήσει την παραμονή του στην Κύπρο. Από την μαρτυρία της όμως δεν θα δεχθώ την θέση της ότι οι αλλοδαποί που εργάζονται στις βάσεις, θεωρούνται χωρίς άλλο ότι εργάζονται νόμιμα στην Δημοκρατία. Πρόκειται για νομική άποψη την οποία το Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να αποφασίσει. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος 2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν αρκετά εμφανές ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε ουσιαστικά στην ενίσχυση της δικής του εκδοχής για τα γεγονότα παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια του δε αυτή, υπέπεσε σε αντιφάσεις καθοριστικές στην κρίση της αξιοπιστίας του. Αναφέρω χαρακτηριστικά ότι θέλοντας να αποδείξει ότι είχε σχετική άδεια εργοδότησης για ένα αλλοδαπό, παρουσίασε το τεκμήριο 7 με το οποίο του παραχωρήθηκε άδεια για απασχόληση αλλοδαπού ως γεωργικού εργάτη. Παρέλειψε όμως να αναφέρει ότι η άδεια αυτή έληξε σε περίοδο τριών μηνών από την έκδοση της αφού δεν χρησιμοποιήθηκε. Όταν του υποδείχθηκε το στοιχείο αυτό από τον δημόσιο κατήγορο, ανέφερε απλά ότι θα μπορούσε να επανεκδώσει την άδεια αυτή όποτε ήθελε στο μέλλον. Παρόλα αυτά δεν έδωσε καμία σοβαρή δικαιολογία πως ο εργάτης που προτίθετο να εργοδοτήσει στο χωράφι του στο χωριό Αρακαπάς, βρέθηκε να εργάζεται στην φρουταρία στην οποία είναι διευθυντής. Η δικαιολογία που έδωσε ότι περνούσε από εκεί για να βοηθήσει τον φίλο του δεν κρίνεται ικανοποιητική από το Δικαστήριο. Ανέφερε ότι η εταιρεία έχει και άλλους διευθυντές στην προσπάθεια του να πείσει ότι ο ίδιος δεν είχε ευθύνη για την εργοδότηση του κατηγορουμένου 3 στην φρουταρία. Στην συνέχεια όμως δέχθηκε ότι ήταν ο ίδιος και όχι άλλο πρόσωπο εκ μέρους της εταιρείας που προέβαινε σε όλες τις ενέργειες που αφορούσαν τους υπολοίπους εργοδοτουμένους στην φρουταρία. Αλλά ακόμα και για τις κατ' ισχυρισμό προσπάθειες εργοδότησης του κατηγορουμένου 3, ο κατηγορούμενος 2 δέχθηκε ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο συζητούσε με τον αλλοδαπό και σε καμία περίπτωση δεν έγινε αναφορά για εμπλοκή άλλου διευθυντή της εταιρείας ή οποιουδήποτε τρίτου προσώπου που ενεργούσε εκ μέρους της κατηγορουμένης
- Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε ο κατηγορούμενος 2 ήταν ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου, η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Στο σημείο αυτό, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην επιστολή τεκμήριο 10, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον Μ.Κ.
- Πρόκειται στην ουσία για αντίγραφο επιστολής του αρχικού εργοδότη του κατηγορουμένου 3 στις Βρετανικές Βάσεις. Απευθύνεται προς την Πακιστανική Πρεσβεία στην Βηρυτό και φέρει ημερομηνία 22.5.
- Σε αυτήν αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος 3 εργαζόταν στο εστιατόριο ιδιοκτησίας τους. Πριν από 16 μήνες όμως από την ημερομηνία της επιστολής, εγκατέλειψε την εργασία του αδικαιολόγητα και υπό τις συνθήκες, ζει και εργάζεται παράνομα στην Δημοκρατία. Η επιστολή αυτή, απεστάλη μέσω τηλεομοιότυπου από τις αρχές των Βάσεων, στον Μ.Κ.3 μετά την σύλληψη του κατηγορουμένου
- Πρόκειται ως εκ τούτου για εξ' ακοής μαρτυρία. Το βάρος απόδειξης που μπορεί να δοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία, ρυθμίζεται από το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9). Σύμφωνα με την παράγραφο 2(α) του πιο πάνω άρθρου, το Δικαστήριο προκειμένου να αποδώσει στην εν λόγω μαρτυρία την βαρύτητα που της αξίζει, λαμβάνει υπόψη μεταξύ άλλων κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση και το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε από την αστυνομία οιονδήποτε στοιχείο γιατί να μην κλητευθεί το πρόσωπο που συνέγραψε την πιο πάνω επιστολή ως μάρτυρας στην διαδικασία ακρόασης της παρούσας υπόθεσης, προκειμένου να καταθέσει ενόρκως για τα γεγονότα που αναφέρει στην επιστολή του και να περάσει την βάσανο της αντεξέτασης. Η κλήτευση του ως μάρτυρα, ήταν εύλογα εφικτή αφού πρόκειται για τον εργοδότη του κατηγορουμένου 3 που σύμφωνα με το τεκμήριο 10, βρίσκεται στην Κύπρο στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής. Εντούτοις, όχι μόνο δεν κλητεύθηκε αλλά ούτε και δόθηκε μια λογική εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Να σημειώσω ότι επίσης κανένας αξιωματούχος των Βρετανικών Βάσεων δεν κλητεύθηκε για να δώσει μαρτυρία για το έγγραφο αυτό, το οποίο κατά την μαρτυρία της αστυνομίας, στάλθηκε από τις Βρετανικές Βάσεις στις Κυπριακές Αρχές. Ούτε υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου πως το έγγραφο αυτό βρέθηκε στην κατοχή των αρχών των Βρετανικών Βάσεων αφού ο παραλήπτης δεν είναι οι Βάσεις αλλά η Πρεσβεία του Πακιστάν στην Βηρυτό. Επιπλέον, στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι η κατ' ισχυρισμό εγκατάλειψη εργασίας εκ μέρους του κατηγορουμένου 3, έγινε 16 μήνες πριν την ημερομηνία σύνταξης της επιστολής. Το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ του κατ' ισχυρισμό γεγονότος και της σύνταξης της επιστολής (τεκμ. 10), αποτελεί ένα επιπλέον παράγοντα σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ. 9 που εξουδετερώνει την αποδεικτική αξία της εξ' ακοής μαρτυρίας. Υπό τας περιστάσεις, θεωρώ ότι θα ήταν επισφαλές να προσδώσω οιανδήποτε αποδεικτική αξία στο τεκμήριο
- Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι το γεγονός της εγκατάλειψης της εργασίας του κατηγορουμένου 3 στις Βάσεις, περιέχεται ως ομολογία στην ανακριτική του κατάθεση στην αστυνομία (τεκμ.5). Σε αυτήν, αναφέρει συγκεκριμένα ότι εγκατέλειψε την εργασία του στο εστιατόριο των Βάσεων στις αρχές του 2007 και για ένα χρονικό διάστημα, εργάστηκε σε διάφορες εργασίες προτού συμφωνήσει με τον ιδιοκτήτη της επίδικης φρουταρίας να εργαστεί εκεί. Οι πιο πάνω θέσεις συνιστούν στην ουσία ομολογία του κατηγορουμένου 3, αναφορικά με την εγκατάλειψη της εργασίας του στις Βάσεις και την εργοδότηση του χωρίς άδεια στην επίδικη φρουταρία. Η βαρύτητα που το Δικαστήριο μπορεί να προσδώσει σε ομολογία ενοχής του κατηγορουμένου, έχει απασχολήσει την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά αποφάσεων. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία του κατηγορουμένου μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Είναι βεβαίως επιθυμητό να αναζητείται η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της προς αποκλεισμό πιθανότητας λάθους. Το περιεχόμενο της, κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Αυτό γίνεται ώστε το Δικαστήριο να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της ομολογίας συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό πραγματικό γεγονός κατά πόσο είναι ασφαλές ή όχι να στηριχθεί σε μια εξωδικαστική ομολογία (βλ. R v Lambrou 22 CLR 96, R v. Sfongaras 22 CLR 113, Gani v. Δημοκρατίας 1991 2 ΑΑΔ 134, Μάρτιν v. Δημοκρατίας 1994 2 ΑΑΔ 65, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας 1995 2 ΑΑΔ 51, Κίτα v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 209 Ιακωβίδης v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ
- Στην παρούσα περίπτωση, η κατάθεση του κατηγορουμένου 3 δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ως προς την θεληματικότητα της. Ανεξαρτήτως τούτου, κρίνω ότι οι ομολογίες του κατηγορουμένου 3 που περιέχονται σε αυτήν είναι αυθεντικές δεδομένου ότι δόθηκαν αυθόρμητα αμέσως μετά την σύλληψη του και χωρίς να δοθεί σε καμία περίπτωση η εντύπωση ότι δεν είναι γνήσιες ή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Εξ' άλλου, η ομολογία του ότι εργαζόταν στην επίδικη φρουταρία, επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος τον είδε να μεταφέρει και να στοιβάζει κιβώτια με φρούτα και λαχανικά έξω από τη φρουταρία. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τον ισχυρισμό που περιέχεται στην κατάθεση του κατηγορουμένου 3 και που επίσης ανέφερε προφορικά στον Μ.Κ.3 ότι εργοδότης του είναι ο κατηγορούμενος
- Εξώδικες παραδοχές μπορούν να γίνουν μόνο εις βάρος του προσώπου που προβαίνει σε αυτές και όχι για να αποδείξουν την ενοχή άλλων προσώπων και ιδιαίτερα συγκατηγορουμένων του. Μόνο στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος 3 έδινε ένορκη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου θα μπορούσαν οι ισχυρισμοί αυτοί να αποτελέσουν μαρτυρία εναντίον των συγκατηγορουμένων του αφού βέβαια το Δικαστήριο προειδοποιούσε κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους που ενέχει η αποδοχή μιας τέτοιας μαρτυρίας. Από την στιγμή όμως που ο κατηγορούμενος 3 δεν έδωσε ένορκη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, οιεσδήποτε αναφορές στην κατάθεση του ή προφορικά στον Μ.Κ.3, στον βαθμό που αφορούν τους συγκατηγορουμένους του δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς απόδειξης του αδικήματος. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Η κατηγορουμένη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ιδιοκτήτρια της φρουταρίας Pick & Pay που βρίσκεται στην οδό Γρίβα Διγενή στην Λεμεσό. Μεταξύ των μετόχων και διευθυντών της, είναι και ο κατηγορούμενος
- Ο κατηγορούμενος 3, είναι υπήκοος Πακιστάν και αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας στις 7.1.
- Του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής στην Δημοκρατία ως επισκέπτη μέχρι 6.4.
- Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 3 αποτάθηκε και εξασφάλισε άδεια εργασίας στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής ως μάγειρας σε εστιατόριο ιδιοκτησίας των H. N Elahi & Sons μέχρι και την 6.9.
- Ο κατηγορούμενος 3, εγκατέλειψε την εργασία του στο εστιατόριο στις Βάσεις στις αρχές του 2007 επειδή δεν πληρωνόταν αρκετά χρήματα. Για ένα χρονικό διάστημα, εργάστηκε σε διάφορες εργασίες μέχρι τις 13.4.2009 που συνελήφθη να εργάζεται στην επίδικη φρουταρία. Στις 13.4.2009 γύρω στις 6:00 το απόγευμα, ο Αρχιαστυφύλακας της Υ.Α.Μ Θεοδοσίου (Μ.Κ.3), μετέβη μαζί με τον αστυφύλακα 1763 για έλεγχο στην πιο πάνω φρουταρία. Είχαν προηγηθεί πληροφορίες στα γραφεία της ΥΑΜ ότι στο πιο πάνω υποστατικό εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση για 10 λεπτά περίπου, αντιλήφθηκαν ένα πρόσωπο να μεταφέρει και να στοιβάζει κιβώτια με φρούτα και λαχανικά έξω από τη φρουταρία. Τον πλησίασαν και του υπέδειξαν την αστυνομική τους ταυτότητα. Από τα στοιχεία του, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο 3, υπήκοο Πακιστάν. Ο Μ.Κ.3 τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της παράνομης διαμονής και απασχόλησης στην Δημοκρατία και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο χωρίς αυτός να απαντήσει οτιδήποτε. Ο κατηγορούμενος 2, δεν εντοπίστηκε στο μέρος. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος 3 μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό όπου έδωσε ανακριτική κατάθεση στην αστυφύλακα Τσιελεπή (Μ.Κ.2). Σε αυτήν αποδέχεται ότι εγκατέλειψε την εργασία του στο εστιατόριο στις Βάσεις στις αρχές του 2007 επειδή δεν πληρωνόταν αρκετά χρήματα. Στην συνέχεια εργάστηκε για ένα διάστημα σε διάφορες εργασίες. Την προηγουμένη της σύλληψης του, περνούσε έξω από την επίδικη φρουταρία και ζήτησε εργασία από τον ιδιοκτήτη που ονομαζόταν Πέτρος. Αυτός του ζήτησε το διαβατήριο του και τον ρώτησε κατά πόσον έχει βίζα. Ο κατηγορούμενος 3 του απάντησε ότι εργάζεται στις Βάσεις και έχει βίζα μέχρι το
- Αποδέχθηκε να τον προσλάβει για λίγες μέρες για να δει την δουλειά του. Συνεννοήθηκαν να πιάσει δουλειά την επομένη στις 6.30 το πρωί όπως και έγινε. Όταν πήγε στην δουλειά, τον έβαλε να τακτοποιήσει τα φρούτα και τα λαχανικά. Δεν του είπε τι ώρα θα σχόλανε και πόσα χρήματα θα του έδινε. Στις 14.4.2009, ο Μ.Κ.1 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο (τεκμ. 2), σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης του κατηγορουμένου
- Σε αυτήν ισχυρίζεται ότι στην φρουταρία έχει επαρκές προσωπικό και δεν χρειαζόταν να εργοδοτήσει τον κατηγορούμενο
- Του είπε όμως ότι αν φέρει τα χαρτιά του, μπορούσε να τον εργοδοτήσει στο χωριό Αρακαπάς όπου είχε άδεια για να προσλάβει ένα αλλοδαπό για γεωργικές εργασίες. Κατά την ώρα της σύλληψης του κατηγορουμένου 3, ο ίδιος δεν βρισκόταν στην φρουταρία. Αρνήθηκε ως εκ τούτου ότι ήταν σε γνώση του ότι ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν την συγκεκριμένη ώρα στην φρουταρία και βοηθούσε τον φίλο του που εργαζόταν εκεί όπως συνήθιζε να κάνει στο παρελθόν. Αρνήθηκε επίσης ότι εργοδοτούσε στην φρουταρία τον κατηγορούμενο 3 την επίδικη ημερομηνία. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 & 2 για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Κεφ. 105 που έχει ως ακολούθως: 14Β.—
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Στοιχειοθέτηση του αδικήματος σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, προϋποθέτει την απόδειξη των πιο κάτω στοιχείων.
- Την εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο με την έννοια που προσδίδει στο όρο "εργοδότηση" το Κεφ. 105 και η νομολογία.
- Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
- Να μην έχει εξασφαλιστεί, η απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Η 2η κατηγορία για αποδοχή απασχόλησης από αλλοδαπό που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3, εδράζεται στο άρθρο 19.1 (Κ) του Κεφ. 105 που έχει ως ακολούθως: 19
(1)"πρόσωπο το οποίο- (κ) αν και είναι κάτοχος αδείας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει των Κανονισμού 11 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών είναι ένοχο ποινικού αδικήματος........." Από την παράθεση της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αποδοχής απασχόλησης εκ μέρους αλλοδαπού, είναι τα πιο κάτω:
- Ο κατηγορούμενος να είναι αλλοδαπός.
- Ο κατηγορούμενος να ανέλαβε οποιοδήποτε είδος εργασίας.
- Ο κατηγορούμενος να μην είναι κάτοχος της απαιτούμενης άδειας εργασίας. Θα εξετάσω στην συνέχεια αν με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία των αδικημάτων 1 &
- Ο εργοδοτούμενος να είναι αλλοδαπός. Αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Στην παρούσα υπόθεση, είναι παραδεκτό από την υπεράσπιση ότι ο κατηγορούμενος 3 είναι αλλοδαπός από το Πακιστάν. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στοιχειοθετείται το πιο πάνω συστατικό στοιχείο. Ο αλλοδαπός να ανέλαβε οποιοδήποτε είδος εργασίας για τον εργοδότη. Σε υποθέσεις όπως η παρούσα που αφορούν αδικήματα παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου με την αυστηρή έννοια που δίδει στο όρο το αστικό δίκαιο. Αξιόποινη σύμφωνα με τον Κεφ 105, είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Από την φύση της, η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες και ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη, επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι το μόνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο κατηγορούμενος, προέβαινε σε πράξεις οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης, στενός έλεγχος από εργοδότη ή η καταβολή ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161, που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Επιπλέον στην υπόθεση Sea Island v. Κ.Ο.Τ
(1995)2 Α.Α.Δ 196, αναφέρεται στην σελ. 204, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού ως παράδειγμα αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Στη παρούσα υπόθεση, η απασχόληση του κατηγορουμένου 3 με την μεταφορά και το στοίβαγμα κιβωτίων, αποτελεί κατά την κρίση μου ανάληψη εργασίας με την έννοια που καθορίζει το άρθρο 19Κ του Κεφ. 105. Δεν έχει σημασία αν ο κατηγορούμενος 3 εργαζόταν επί τακτικής και οργανωμένης βάσης ή αν δούλευε επί δοκιμαστικής βάσης ή ακόμα αν πήγε εκεί για να δει τον φίλο του και στην πορεία αποφάσισε να τον βοηθήσει στην μεταφορά των κιβωτίων. Σημασία έχει ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος 3 ανέλαβε εργασία στο υποστατικό, με την μεταφορά και το στοίβαγμα κιβωτίων. Ο αλλοδαπός να μην είναι κάτοχος της απαιτούμενης άδειας Πρόκειται για συστατικό στοιχείο που δεν οφείλει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά που πρέπει να καταρρίψει η υπεράσπιση. Δηλαδή το βάρος είναι στους ώμους του κατηγορουμένου να αποδείξει ότι κατείχε την απαιτούμενη από τον Νόμο ή Κανονισμούς άδεια (βλ. κατ' αναλογία John v. Humphreys
(1955)1 All E.R 793, Ηλιάδης, "το Δίκαιο της Απόδειξης", σελ.72 και Ζυπιτής v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι βέβαια παραδεκτό ότι η κατηγορουμένη 1 δεν είχε εξασφαλίσει άδεια για να εργοδοτήσει την κατηγορουμένη 3 στο υπό κρίση υποστατικό. Έτσι τεκμηριώνεται και αυτό το συστατικό στοιχείο σε σχέση με την εργοδότηση του κατηγορουμένου 3 από την κατηγορουμένη 1 εταιρεία στην επίδικη φρουταρία. Να σημειώσω βέβαια ότι τα συστατικά στοιχεία του ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν αλλοδαπός και ότι δεν είχε άδεια εργασίας για το επίδικο υποστατικό, είναι παραδεκτά από την υπεράσπιση. Αυτό που προβλήθηκε, είναι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης, θέση που δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η κατηγορουμένη 1 εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης φρουταρίας. Από την στιγμή δε που ο κατηγορούμενος 3 συνελήφθη να εργάζεται στο μέρος χωρίς να παρουσιαστεί σχετική άδεια από την υπεράσπιση για τον σκοπό αυτό, έπεται ότι ο κατηγορούμενος 3 εργαζόταν παράνομα στην φρουταρία. Κρίνω ως εκ τούτου ότι έχει αποδειχθεί η 1η κατηγορία εναντίον της κατηγορουμένης 1 εταιρείας για παράνομη εργοδότηση του κατηγορουμένου 3 στην επίδικη φρουταρία. Για τους ιδίους λόγους, ο κατηγορούμενος 3 κρίνεται ένοχος στην 2η κατηγορία για ανάληψη εργασίας χωρίς άδεια στην επίδικη φρουταρία, ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον έχει αποδειχθεί το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού της 1ης κατηγορίας και από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος ήταν κατά τους επίδικους χρόνους διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Κατ' αρχάς θα πρέπει να διευκρινιστεί κατά πόσον ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ως αυτουργός ή συνεργός στο αδίκημα αφού σύμφωνα με την νομολογία ακόμη και στα αδικήματα αυστηρής ευθύνης, στην περίπτωση συνεργών χρειάζεται οπωσδήποτε η απόδειξη ένοχης σκέψης (mens rea) (Βλ μεταξύ άλλων Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ 261). Από το σύνολο της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 συνελήφθη να εργάζεται στην φρουταρία που δεν ανήκε βέβαια στον κατηγορούμενο 2 αλλά στην κατηγορουμένη 1 εταιρεία. Έστω λοιπόν και αν δεχθεί κάποιος ότι ο κατηγορούμενος 1 εργοδότησε τον αλλοδαπό στην φρουταρία, προκύπτει από την μαρτυρία ότι δεν το έκανε για δικούς του σκοπούς αλλά εκ μέρους της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, στην οποία είναι διευθυντής και στην οποία ανήκει η φρουταρία. Είναι ως εκ τούτου αρκετά σαφές ότι η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2, είναι ως συνεργός και όχι αυτουργός του αδικήματος. Αυτό προκύπτει και από την νομική βάση της 1ης κατηγορίας, η οποία στηρίζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Σε αυτές βέβαια τις περιπτώσεις, είναι επιθυμητό να καταχωρούνται στο κατηγορητήριο όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες ούτως ώστε να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να γνωρίζει την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει. Παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να καταχωρήσει αυτές τις λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο δεν αποτελεί ελάττωμα που να οδηγεί σε απόρριψη της υπόθεσης (Βλ. μεταξύ άλλων Ajini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)1 Α.Α.Δ 319). Από την άλλη, είναι ορθό να λεχθεί ότι στις περιπτώσεις αυτές, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την ένοχη σκέψη του συνεργού (Βλ. Παυλόπουλος ανωτέρω). Υποχρέωση που η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει στην παρούσα υπόθεση. Η σχετική αναφορά του κατηγορουμένου 3 στην κατάθεση του δεν μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία εναντίον του κατηγορουμένου 2 όπως προαναφέρθηκε. Επιπλέον, άλλη σχετική αναφορά στον Μ.Κ.3 από τρίτο υπάλληλο της φρουταρίας δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή αφού αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία και το πρόσωπο αυτό επίσης δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει (Βλ. άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9). Η μόνη περίπτωση να αποδεικνυόταν η ένοχη σκέψη του κατηγορουμένου 2 στην διάπραξη του αδικήματος, ήταν να καταθέσει σχετικά ο κατηγορούμενος 3 ή το άλλο πρόσωπο που εργαζόταν στην φρουταρία υπό την προϋπόθεση βέβαια η μαρτυρία αυτή θα γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει καμία μαρτυρία εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 2 έδωσε οδηγίες στον κατηγορούμενο 3 να εργαστεί στην φρουταρία, την συγκεκριμένη ημερομηνία. Η ιδιότητα του διευθυντή της κατηγορουμένης 1 εταιρείας από μόνη της δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ένοχη σκέψη του κατηγορουμένου 2 για την διάπραξη του αδικήματος. Από την στιγμή δε που δεν έχει δοθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 2 συμφώνησε με τον κατηγορούμενο 3 όπως αυτός εργαστεί στην φρουταρία, δεν έχει κατά την κρίση μου αποδειχθεί η συνέργεια του στην διάπραξη του αδικήματος. Έπεται ότι η 1η κατηγορία εναντίον του θα πρέπει να απορριφθεί. Απομένει να εξεταστεί η 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3 αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης διαμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος 3 αφίχθηκε στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακος στις 7.1.
- Του παραχωρήθηκε άδεια παραμονής στην Δημοκρατία ως επισκέπτης μέχρι 6.4.
- Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 3 αποτάθηκε και εξασφάλισε άδεια εργασίας στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής ως μάγειρας σε εστιατόριο ιδιοκτησίας των H. N Elahi & Sons μέχρι και την 6.9.
- Δεν προκύπτει πουθενά από την δοθείσα μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 3 αποτάθηκε σε οιονδήποτε στάδιο μετά τις 6.4.2006 στις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας για να ανανεώσει την άδεια παραμονής του στην Κύπρο. Αντιθέτως, εξασφάλισε άδεια εργασίας στις Βρετανικές Βάσεις χωρίς να ειδοποιηθούν σε κανένα στάδιο για την εξέλιξη αυτή οι Κυπριακές αρχές. Η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου 3, ανέφερε ότι δυνάμει της συνθήκης εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι εργαζόμενοι αλλοδαποί στις Βρετανικές Βάσεις, θεωρούνται ότι διαμένουν νόμιμα στην Δημοκρατία. Παρόμοιο ισχυρισμό προέβαλε και η Μ.Κ.4 η οποία ανέφερε ότι εφόσον αλλοδαπός έχει άδεια εργασίας στις Βάσεις, δεν τίθεται θέμα παράνομης διαμονής του στην Δημοκρατία. Δεν συμφωνώ με τις πιο πάνω θέσεις. Πέραν του ότι δεν έχει υποδειχθεί σε ποιο σημείο η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης προνοεί τα πιο πάνω, κρίνω ότι το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο για εξέταση του αδικήματος, είναι αποκλειστικά ο Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμος (Κεφ. 105) επί του οποίου στηρίζεται η 3η κατηγορία. Όπως έχει δε νομολογηθεί, οι Βρετανικές Βάσεις δεν αποτελούν κράτος αλλά περιοχές της Κύπρου που παρέμειναν υπό τον έλεγχο του Ηνωμένου Βασιλείου μόνο για στρατιωτικούς σκοπούς. Σχετική είναι η υπόθεση Graham Thomas Preece ν. "Εστία" Ασφαλιστική & Αντασφαλιστική Εταιρεία Α.Ε
(1991)1 Α.Α.Δ 568 στην οποία αναφέρθηκαν από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Δ. Στυλιανίδη τα πιο κάτω: "Οι δύο περιοχές των Βάσεων με τη Συνθήκη Εγκαθιδρύσεων παρέμειναν κάτω από την επικυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου. Το προηγούμενο καθεστώς των περιοχών αυτών, μέρος της αποικίας της Κύπρου, έπαυσε να υφίσταται. Το καθεστώς των Βάσεων καθορίζεται, ρυθμίζεται και διέπεται από τη Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως περιλαμβανομένων Δηλώσεων, Παραρτημάτων και Νότων που αντηλλάγησαν. Το όνομα των περιοχών αυτών ελέγχεται από τη λέξη "base", (βάση), το οποίο καθαρά δηλώνει στρατιωτική χρήση. Με βάση την τελεολογική μέθοδο και τις αρχές ερμηνείας, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι Κυρίαρχες Περιοχές των Βάσεων δεν είναι ούτε κράτος, ούτε αποικία, αλλά περιοχές της νήσου Κύπρου στις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο κατά το χρόνο της εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας της Κύπρου για στρατιωτικούς και αμυντικούς σκοπούς μόνο διατήρησε την επικυριαρχία με τους περιορισμούς και προσδιορισμούς που αναφέρονται στα πιο πάνω διεθνή και διμερή έγγραφα." Είναι νομίζω εμφανές από την πιο πάνω Νομολογία ότι οι Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο δεν αποτελούν κρατικό μόρφωμα. Κατά συνέπεια δεν έχουν τα δικαιώματα που έχει ένα κράτος σε σχέση με την έκδοση αδειών παραμονής στο έδαφος τους. Πολύ δε περισσότερο δεν έχουν δικαίωμα να εκδίδουν άδειες παραμονής για το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας Σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος 3, αφίχθηκε στην Κύπρο στις 7.1.2006 και του χορηγήθηκε άδεια ως επισκέπτη μέχρι τις 6.4.
- Ο δε Μ.Κ.3 ανέφερε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή της Υ.Α.Μ, η άδεια του κατηγορουμένου 3 ως επισκέπτη στην Δημοκρατία, είχε λήξει από τις 6.4.2006 χωρίς να ανανεωθεί δυνάμει του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105). Αντιθέτως, πήρε άδεια εργασίας από τις Βρετανικές Βάσεις για να εργάζεται σε εστιατόριο που λειτουργεί εκεί. Στα Αρχεία όμως της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν καταχωρήθηκε αυτό το στοιχείο ούτε και ο κατηγορούμενος 3 αποτάθηκε στις αρμόδιες Κυπριακές αρχές για εξασφάλιση άδειας παραμονής λόγω της εργοδότησης του στο πιο πάνω εστιατόριο που βρίσκεται στις Βάσεις. Ούτε και οι Βρετανικές Βάσεις θεώρησαν πρέπον να ενημερώσουν τις αρχές της Δημοκρατίας ότι ο κατηγορούμενος 3 εξασφάλισε άδεια εργασίας στο έδαφος που ελέγχουν. Από την στιγμή λοιπόν που ο κατηγορούμενος 3 δεν ανανέωσε την άδεια παραμονής που του παραχώρησε η Δημοκρατία, διαμένει παράνομα στην Κύπρο μετά την λήξη αυτής της άδειας, ήτοι από 6.4.
- Αυτό ανεξαρτήτως του αν εξασφάλισε εργασία σε εστιατόριο που βρίσκεται στις Βρετανικές Βάσεις αφού και σε αυτή την περίπτωση, όφειλε να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής. Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι το άρθρο 8(γ) του Κεφ. 105, οι εν ενεργεία στρατιωτικοί της Αυτής Μεγαλειότητας δικαιούνται να εισέρχονται στην Δημοκρατία χωρίς διατυπώσεις. Όμως ο κατηγορούμενος 3 δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία αφού εργαζόταν σε εστιατόριο και όχι στις ένοπλες δυνάμεις των Βάσεων. Γι' αυτό εξάλλου χρειάστηκε να του δοθεί προσωρινή άδεια ως επισκέπτη αφού δεν ανήκει στα πρόσωπα που δικαιούνται ελεύθερη είσοδο στην Δημοκρατία δυνάμει του πιο πάνω άρθρου. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να σχολιάσω την ανακολουθία στον τρόπο με τον οποίο οι Κυπριακές αρχές αντιμετώπισαν τον κατηγορούμενο
- Ενώ από την μια με την παρούσα ζητούσαν την καταδίκη του για παράνομη διαμονή στην Δημοκρατία από την άλλη σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ.Κ.4 ακύρωσαν διάταγμα κράτησης και απέλασης του για να μπορέσει να διευθετήσει την διαμονή και εργασία του στην Κύπρο. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί βέβαια υπεράσπιση στην 3η κατηγορία, καταδεικνύει όμως κατά την κρίση μου μια ανακολουθία εκ μέρος του αρμοδίου τμήματος της Δημοκρατίας αναφορικά με το τεράστιο πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Τελική κατάληξη μου είναι ότι ο κατηγορούμενος 3, διαμένει παράνομα στην Δημοκρατία μετά τις 6.4.2006, ημερομηνία που έληξε η άδεια του ως επισκέπτη. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής ότι στις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας, αναφέρεται ότι η παράνομη διαμονή του κατηγορουμένου 3 ξεκίνησε στις 22.5.2008 ημερομηνία της κατ' ισχυρισμό εγκατάλειψης της εργασίας του στις Βάσεις και όχι η 6.4.2006 που έληξε η άδεια του ως επισκέπτη. Όμως δυνάμει των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος 3 θα μπορούσε να καταδικαστεί στην 3η κατηγορία χωρίς τροποποίηση των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 85.1 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155). Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, βρίσκω την κατηγορουμένη 1 εταιρεία ένοχη στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Παρομοίως ο κατηγορούμενος 3 βρίσκεται ένοχος στις κατηγορίες 2 &
- Αντιθέτως, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο