Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hamed Ahmed κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26954/09, 10 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B201 Αρ. Υπόθεσης: 26954/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Hamed Ahmed από την Συρία
- Haq Hafiz Muhamad Usman, από το Πακιστάν Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2009 Για την αστυνομία: κος Γιάννος Αργυρού Για κατηγορούμενο 2: κος Παντελής Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την 3η κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης διαμονής στην Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 19.1(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ενώ βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι την 8.10.2009 οπόταν και απορρίφθηκε η έφεση του από την αναθεωρητική αρχή, παρέμεινε στην Δημοκρατία χωρίς να εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος αρχείου πληθυσμού και Μετανάστευσης. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την αστυνομία, ο συνήγορος του 2ου κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με την 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
- Εισηγήθηκε συγκεκριμένα ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν ειδοποιήθηκε από την αναθεωρητική αρχή για την απόρριψη της αίτησης του και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ως παράνομος στην Δημοκρατία αφού δεν ήταν σε γνώση του ότι έπρεπε να εγκαταλείψει την Κύπρο. Ο δημόσιος κατήγορος στην δική του αγόρευση, εισηγήθηκε ότι είναι αποδεκτό από την πλευρά της υπεράσπισης ότι η έφεση του απορρίφθηκε από την αναθεωρητική αρχή και ως εκ τούτου όφειλε να εγκαταλείψει την Δημοκρατία. Η παράλειψη του να πράξει κάτι τέτοιο, συνιστά την εκ μέρους του απόδειξη του αδικήματος της παράνομης διαμονής στην Δημοκρατία. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα. Σύμφωνα με το άρθρο 74.1(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου μετά το πέρας της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, η υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν:
(1)Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
(2)Η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable) ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω κριτήρια αναφέρονται στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στις σελίδες 111-113 και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Azinas and Another -v- The Police
(1981)2 C.L.R. 9, σελ. 51-57. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- " Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9,16 στην οποία λέχθηκαν τα εξείς: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή. " Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την απόφαση Στέφανος Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε μεταξύ άλλων σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν αξιόπιστη. Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μία εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων του άρθρου 74.1(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Παρά τα πιο πάνω, θεωρώ σκόπιμο για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης, να αναφερθώ στην δοθείσα μαρτυρία σε σχέση με την 3η κατηγορία. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι σύμφωνα με το ηλεκτρονικό αρχείο της Υ.Α.Μ, η έφεση του κατηγορουμένου 2 απερρίφθη χωρίς στην συνέχεια αυτός να υποβάλει αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής του. Κατά την αντεξέταση του δε, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο 2, η απορριπτική απόφαση της αναθεωρητικής αρχής. Επίσης, ο Μ.Κ. 1 κατέθεσε ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 2 σύμφωνα με την οποία μετά που του στάλθηκε επιστολή για την απόρριψη της αίτησης του για πολιτικό άσυλο, υπέβαλε έφεση στην αναθεωρητική αρχή για την οποία όμως δεν πήρε καμία απάντηση. Σύμφωνα με το άρθρο 18
(3)του Περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6
(1)/2000), όλες οι αποφάσεις του προϊσταμένου της υπηρεσίας ασύλου είναι αιτιολογημένες και γνωστοποιούνται γραπτώς στους αιτητές και σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, ο αιτητής ειδοποιείται γραπτώς για την δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής ενώπιον της αναθεωρητικής αρχής καθώς και για τα χρονικά πλαίσια στα οποία δύναται να ασκήσει την προσφυγή αυτή. Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 28Θ
(7)του Νόμου, όλες οι αποφάσεις της αναθεωρητικής αρχής είναι γραπτές, δεόντως αιτιολογημένες και αποστέλλονται στον αιτητή και στην υπηρεσία ασύλου. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει δοθεί καθόλου μαρτυρία κατά πόσον έχει γνωστοποιηθεί στον κατηγορούμενο 2, η απόφαση της αναθεωρητικής αρχής με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του. Ο Μ.Κ.2 δήλωσε άγνοια για το γεγονός αυτό ενώ σύμφωνα με την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 2 (τεκμ. 2) ο ίδιος δεν γνώριζε για το αποτέλεσμα της έφεσης του. Είμαι της άποψης ότι από την στιγμή που η απόρριψη της έφεσης δεν γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο 2, αυτός εξακολουθούσε να διατηρεί την ιδιότητα του αιτητή πολιτικού ασύλου. Στην υπόθεση Άριστος Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ 128, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταδικάσει τον εφεσείοντα σε κατηγορία για παράλειψη πληρωμής φόρου δημοσίας υγείας. Είχε λεχθεί πρωτόδικα ότι η επιβολή φορολογίας ήταν εκτελεστή διοικητική πράξη, την εγκυρότητα της οποίας δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Αποφασίστηκε όμως από το Εφετείο ότι το ανέκκλητο της διοικητικής πράξης, επιτυγχάνεται εφόσον η πράξη περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με δεδομένο δε ότι η διοικητική πράξη επιβολής της φορολογίας δεν περιήλθε εις γνώση του φορολογούμενου, αυτή δεν κατέστη εκτελεστή. Ως εκ τούτου, η καταδίκη του εφεσείοντα ακυρώθηκε από το Εφετείο. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα στην σελ. 131 της πιο πάνω απόφασης: « Η δικαιοδοσία του Ποινικού Δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις καταβολής φορολογίας προϋποθέτει το ανέκκλητο της φορολογίας, με μόνο παρεπόμενο την είσπραξη της. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα η επιβληθείσα φορολογία, εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικούμενου και αφού παρέλθει ο χρόνος για την προσβολή της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για το ανέκκλητο της υποχρέωσης καταβολής της φορολογίας αποτελεί η γνωστοποίηση της στο διοικούμενο ή, έστω, η λήψη γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του και η πάροδος, από την ημέρα εκείνη, του χρονικού διαστήματος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής - (Άρθρο 146.3 του Συντάγματος).» Η πιο πάνω νομική αρχή εφαρμόζεται κατ' αναλογία και στην παρούσα υπόθεση. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι αποφάσεις της αναθεωρητικής αρχής ανάγονται στην σφαίρα του διοικητικού δικαίου και ως εκ τούτου βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Με την έννοια αυτή, το παρών Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει την εγκυρότητα της απόφασης της υπηρεσίας ασύλου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του κατηγορουμένου 2. Ούτε βέβαια την απόφαση της αναθεωρητικής αρχής για απόρριψη της έφεσης. Μόνο αρμόδιο όργανο για τον σκοπό αυτό, είναι το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια διοικητικής προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Όμως σύμφωνα με την απόφαση Άριστος Χριστοδούλου (ανωτέρω), η διοικητική πράξη καθίσταται εκτελεστή μόνον κατόπιν γνωστοποίησης της στον αιτητή. Έτσι η ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για αξιόποινες πράξεις ή παραλείψεις του κατηγορουμένου 2, σε σχέση με τα αδικήματα της παράνομης διαμονής στην Δημοκρατία μετά την απόρριψη της έφεσης του, προϋποθέτουν γνωστοποίηση στον ίδιο της απορριπτικής απόφασης και επίσης παρέλευση του χρόνου που απαιτείται για άσκηση διοικητικής προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η αστυνομία απέτυχε να αποδείξει το στοιχείο της γνωστοποίησης στο κατηγορούμενο 2 της απόφασης της αναθεωρητικής αρχής αυτό όπως ρητά απαιτείται από το άρθρο 28Θ
(7)του νόμου και καθορίζεται επίσης από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Συνεπακόλουθα η 3η κατηγορία παρέμεινε ατεκμηρίωτη ενώπιον μου. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αστυνομία έχει αποτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 3η κατηγορία. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο