← Κύπρος

Δήμος Κάτω Πολεμιδιών ν. Φράνσις Τζων Garrot, Αρ. Υπόθεσης: 16572/09, 11 Δεκεμβρίου, 2009

Δήμος Κάτω Πολεμιδιών ν. Φράνσις Τζων Garrot, Αρ. Υπόθεσης: 16572/09, 11 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16572/09 Δήμος Κάτω Πολεμιδιών v. Φράνσις Τζων Garrot Κατηγορούμενου --------- Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Βασιλείου Για τον Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής αν και ο Κατηγορούμενος ουσιαστικά δεν έκανε εισήγηση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τους σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, εν τούτοις το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα αυτό από μόνο του. Οι παράμετροι, οι οποίες καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο κατηγορούσας στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει κατηγορία για παρακώλυση κυκλοφορίας κατά παράβαση των Καν. 58
(1)(ς) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και Άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86 του 1972 και Νόμος 166/87 και των Κανονισμών 173, 174, 182(ι) και 185 και των ΄Αρθρων 88, ΙΘ, 3, 4, 124 1, στ ι, του Περί Δήμων Νόμου ΙΙΙ του 1985 και Νόμος 166 του 1987. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 4.5.2009 μέσα στα Δημοτικά όρια του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών, ενώ είχε τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΑΝ 373, δηλαδή στην οδό Πάφου στάθμευσε τούτο στην πιο πάνω οδό κατά τρόπο που μπορούσε να παρακωλύει αδικαιολόγητα την Τροχαία ή άλλη κίνηση, ήτοι στάθμευσε τούτο κάθετα. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος διέπεται από το άρθρο 58
(10)(γ) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς του 1984 ως αυτοί τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα ακόλουθα: 58.
(10)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να- (α) ........... (β) ........... (γ) μην εγκαταλείπει το όχημα χωρίς να λάβει προηγουμένως όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις κατά τρόπο ώστε αυτό να μη μπορεί αν τεθεί σε κίνηση κατά την απουσία του και επιπρόσθετα να μην το εγκαταλείπει σε δρόμο κατά τρόπο ώστε να εμποδίζει αδικαιολόγητα πεζούς ή την τροχαία κίνηση· (δ) ............ (ε) ........... Από την ανάγνωση της ως άνω διάταξης προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το προβλεπόμενο αδίκημα θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι πρόσωπο που οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος εγκατέλειψε αυτό σε δρόμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζει αδικαιολόγητα πεζούς ή την τροχαία κίνηση. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσε μαρτυρία ο τροχονόμος Ευγένιος Μιλτιάδους ΜΚ1 ενώ κατατέθηκαν και δύο τεκμήρια. Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής και θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο ότι εμποδιζόταν αδικαιολόγητα η τροχαία κίνηση. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος είχε υπό τον έλεγχο του το όχημα υπ΄ αριθμό εγγραφής ΗΑΝ 373 και το οποίο ανήκε στη σύζυγο του στάθμευσε αυτό επί της οδού Πάφου η οποία είναι κεντρική οδός εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών. Είπε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος έβαλε όπισθεν επί της κυρίας οδού για να σταθμεύσει χωρίς όμως να πει πώς γνώριζε το γεγονός αυτό αφού δεν ήταν παρών όταν το ως άνω όχημα είχε σταθμεύσει. Είπε τέλος ότι ο κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα κάθετα στην οδό Πάφου σε χώρο που δεν διαμορφώθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο Κάτω Πολεμιδιών για να σταθμεύουν αυτοκίνητα. Τα όσα ανωτέρω έχει αναφέρει ο ΜΚ1 δεν ήταν επαρκή για να αποδείξουν ακόμα και σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ουδέν έχει αναφερθεί με ποιο τρόπο ο κατηγορούμενος παρεμπόδιζε αδικαιολόγητα την τροχαία κίνηση ούτε καν ότι παραμπόδιζε. Το ότι στάθμευσε κάθετα επί κυρίας οδού και αν ακόμα γίνει δεχτό ότι έβαλε όπισθεν για να σταθμεύσει, αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της κυκλοφορίας. Ούτε και το σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 2, βοηθά την πλευρά της κατηγορούσας αρχής. Καταρχάς δεν υπάρχουν μετρήσεις σε σχέση με το πλάτος του δρόμου, αν το μέρος όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα του κατηγορούμενου ήταν ασφαλτοστρωμένο και πόσο μέρος του οχήματος ήταν εντός της οδού Πάφου αλλά και αν αυτό το μέρος αδικαιολόγητα παρεμπόδιζε και πώς παρεμπόδιζε την τροχαία κίνηση. Μόνο η αναφορά ότι το όχημα που είχε υπό τον έλεγχο του ο κατηγορούμενος ήταν σταθμευμένο κάθετα επί της οδού Πάφου και σε χώρο που δεν είχε διαμορφωθεί από το Δήμο Κάτω Πολεμιδιών ως χώρος στάθμευσης δεν είναι αρκετό για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Με βάση τα όσα έχω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.).............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Private Criminal / Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική - Εκ πρώτης όψεως- Παρακώλυση Κυκλοφορίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.