← Κύπρος

Mark Man Ltd ν. Banque Nationale de Paris Intercontinentale κ.α., Αρ. Αγωγής: 2997/03, 11.12.09

Mark Man Ltd ν. Banque Nationale de Paris Intercontinentale κ.α., Αρ. Αγωγής: 2997/03, 11.12.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2997/03 Μεταξύ: Mark Man Ltd, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και -

  1. Banque Nationale de Paris Intercontinentale, από τη Λεμεσό
  2. BNP Paribas (Suisse) SA, από την Ελβετία Εναγομένων ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: Banque Nationale de Paris Intercontinentale, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και -
  3. MARK MAN LIMITED, από τη Λεμεσό
  4. Sergei Piliugin, από τη Λεμεσό
  5. Αντώνη Τόσκα, από τη Λεμεσό Εναγομένων ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: BNP Paribas (Suisse) SA, από την Ελβετία Εναγόντων - και - MARK MAN LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένων Αίτηση Επίσημου Παραλήπτη ημερομηνίας 6.8.2009 Ημερομηνία: 11.12.09 Για Αιτητή: κ. Κ. Μελάς Για Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγόμενους 1 και 2: κ. Δ. Αραούζος Για προτιθέμενο Εναγόμενο 3: κ. Δ. Αραούζος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής αποβλέπει στην έκδοση αριθμό διαταγμάτων ως ακολούθως: «Α.
  6. Έγκριση του διορισμού του δικηγορικού γραφείου Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. για να προωθήσει τα νόμιμα συμφέροντα και/ή εκπροσωπεί στην παρούσα αγωγή τον Επίσημο Παραλήπτη και Έφορο ως Προσωρινό Εκκαθαριστή της υπό Εκκαθάριση Ενάγουσας Εταιρείας και/ή οποιονδήποτε άλλο εκκαθαριστή ήθελε διοριστεί.
  7. Έγκριση του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας της παρούσης αγωγής. Β. Διάταγμα και/ή έγκριση του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και των σχετικών Δικογράφων ως ακολούθως:
  8. Δια της απάλειψης του ονόματος των εναγόντων και αντικατάστασης του με το όνομα: «Επίσημος Παραλήπτης Εκκαθαριστής της εταιρείας Mark Man Ltd».
  9. Δια της προσθήκης στον τίτλο της αγωγής των κάτωθι προσώπων σαν εναγόντων 2 και 3: «Αντώνη Τόσκα», εκ Λεμεσού «Sergiy Pilyugin», εκ Λεμεσού
  10. Διά της προσθήκης στον τίτλο της αγωγής στο τέλος του ονόματος της Εναγομένης 1 της φράσης S.A. και της αντικατάστασης της φράσης «εκ Λεμεσού» με τη φράση «εκ Γαλλίας».
  11. Δια της προσθήκης στον τίτλο της αγωγής του κάτωθι νομικού προσώπου σαν εναγόμενη 3: «BNP PARIBAS (CYPRUS) LTD», εκ Λεμεσού.» Περαιτέρω, ο Αιτητής αποβλέπει σε τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος ως και της Έκθεσης Απαίτησης σύμφωνα με τις παραγράφους Γ και Δ (1-14) της Αίτησης. Η Αίτηση - η οποία βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 220, 222, 224, 228, 231, 233, 347 - 353, στον Περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμο 64

(1)/97 άρθρο 6, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.9 θ.2, 4, 5, 7, 10 και 11, Δ.12, Δ.39, Δ.25 θ.1 - 5, Δ.48 θ.2 - 4 και 9 και Δ.63 θ.2 - υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Sergiy Pilyugin ημερομηνίας 6.8.
  1. Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση ως και του προτεινόμενου Εναγόμενου 3, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου Θωμά Χριστοδούλου ημερομηνίας 16.10.
  2. Κατ΄ αρχή διευκρινίζεται ότι με την ένσταση, οι Καθ΄ ων η Αίτηση και ο προτεινόμενος εναγόμενος 3 δηλώνουν ότι δεν ενίστανται στην έκδοση διαταγμάτων ως η παράγραφος Α
(1)
(2)και Β
(1)της Αίτησης (ως ανωτέρω). Διευκρινίζεται επίσης ότι οι δικηγόροι του Αιτητή με επιστολή τους ημερομηνίας 22.10.2009, η οποία βρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, απέσυραν άνευ βλάβης τη δεύτερη υποπαράγραφο του αιτητικού της Αίτησης, δηλαδή την παράγραφο Δ
(2)(β) που αφορά τις δύο συμφωνίες εκχώρησης ημερομηνίας 15.1.2004. Προχωρώ να εξετάσω το αίτημα για προσθήκη στον τίτλο της αγωγής των «Αντώνη Τόσκα» και «Sergiy Pilyugin» ως ενάγοντες 2 και 3 (παράγραφος Β
(2)ανωτέρω). Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα Sergiy Pilyugin, ότι μετά από σοβαρή μελέτη της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι στην παρούσα αγωγή εμπλέκεται τόσο ο ίδιος προσωπικά, όσο και ο κ. Αντώνης Τόσκας, ως διευθυντές της υπό εκκαθάριση εταιρείας Mark Man Ltd διότι εξαιτίας των δυσφημιστικών δηλώσεων που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, έχει πληγεί και κλονιστεί η αξιοπιστία, η επαγγελματική φήμη, εκτίμηση και υπόληψη που μέσω της εταιρείας είχαν καταφέρει να αποκτήσουν ως τα φυσικά πρόσωπα μέσω των οποίων συναλλασσόταν η εν λόγω εταιρεία στο εμπόριο δημητριακών. Οι λόγοι που δεν συμπεριλήφθηκαν από την αρχή ως Ενάγοντες ήταν η λανθασμένη νομική προσέγγιση του θέματος. Περαιτέρω, διατείνεται ότι έχουν υποστεί και θετική ζημιά που συνίσταται στο ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους και υπέρ των Εναγομένων 1 και 3 στην αγωγή 1596/05 διότι ήταν εγγυητές της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας που ήταν επίσης εναγόμενη στην εν λόγω αγωγή. Με βάση την απόφαση αυτή, ο προτιθέμενος Εναγόμενος 3, καταχώρησε εναντίον τους Αιτήσεις Πτώχευσης. Ήδη εκδόθηκε Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του Αντώνη Τόσκα και εκκρεμεί έφεση ενώ εναντίον του εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσό η Αίτηση Πτώχευσης 335/07. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, διατείνονται ότι τα όσα ο Sergiy Pilyugin ισχυρίζεται, ήταν γνωστά σ΄ αυτόν και τον Αντώνη Τόσκα από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής το 2003 και αφορούν γεγονότα που εμπίπτουν αυστηρά στην προσωπική τους γνώση. Όμως, ούτε με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ούτε στα πλαίσια της αγωγής 1596/05, ούτε και στην Ειδοποίηση Πτώχευσης 598/07 του Α. Τόσκα προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί δυσφήμισης τους, υπό μορφή απαίτησης ή ανταπαίτησης. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων έγινε επιπρόσθετα εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι το αίτημα για προσθήκη των πιο πάνω προσώπων ως Ενάγοντες 2 και 3, θα έπρεπε να είχε υποβληθεί από τους ίδιους και όχι από τον Αιτητή. Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από τη Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που αντιστοιχεί στη Δ.16 θ.11 ων παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Όπως σχετικά καταγράφεται στη σελίδα 345 του White Book toy 1958 με αναφορά σε αγγλική νομολογία: «The Court retains a discretionary power to refuse the order and may elect to deal with the matter as regards the rights of the parties before it, especially if the action has proceeded to trial without objection as to parties. The power given by the Rule is, however, widely exercised, though the addition of new parties may cause new expense and necessitate new evidence, but if serious embarrassment would be caused to the plaintiff, the order may be refused. But, generally speaking, the Court will make all such changes in respect of parties as may be necessary to enable an effectual adjudication to be made concerning all matters in dispute. The Court will not, however, decide questions of right on applications under the Rule.» Ειδικά δε σ΄ ότι αφορά την προσθήκη ενάγοντα μεταφέρω από τη σελίδα 346 αυτούσιο το απόσπασμα που ακολουθεί:- «Adding Plaintiffs. Procedure - Consent of Person Added. - See (n.) "Practice", supra. The words of the Rule are explicit, and the consent of the person to be joined must be in writing signed by him (The Duke of Buccleuch,
(1892)P. 211; Wootton v. Joel,
(1920)W.N. 28); the signed consent of his solicitor is insufficient (Fricker v. Van Grutten
(1896)2 Ch. 649). The case of trustee and c. q. t. forms no exception (Besley v. Besley, 37 Ch. D. 648); nor does the offer of a full indemnity by the applicant make any difference (Tyron v. Nat, etc.
(1886), 16 Q.B.D. 678). The order may be made though no signed consent is produced on the hearing, the order being that A B be added as plaintiff on production of his consent in writing at the Central Office (Wootton v. Joel, supra). The Rule appears to apply if the new plaintiff is substituted under r.2. If a solicitor obtain the addition of a plaintiff, on an informal consent, see (n.) "Where solicitor acts without authority", p. 2365, 1941 ed.» Οι πρόνοιες της Δ.9 θ.10 εξετάστηκαν μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Μηνά
(2003)1 Α.Α.Δ. 1818 και Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372. Όπως προκύπτει και από τις εν λόγω αποφάσεις, το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να προβαίνει σε οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες προκειμένου να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ τους διαφορών. Η άσκηση όμως της αναφερθείσας ευχέρειας σ΄ ότι αφορά προσθήκη ενάγοντα προϋποθέτει συναίνεση του, η οποία σύμφωνα με τη Δ.9 θ.10 πρέπει να δίδεται γραπτώς. Στην παρούσα περίπτωση τέτοια συναίνεση δεν έχει προσκομισθεί, παράλειψη όμως που δεν επιφέρει αφ΄ εαυτής και απόρριψη της αίτησης. Παραπέμπω σχετικά στο πιο πάνω απόσπασμα από το White Book σύμφωνα με το οποίο - αν τα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούν την προσθήκη αναγκαία - μπορεί να εκδοθεί διάταγμα προσθήκης νοουμένου ότι προσαχθεί η προνοούμενη γραπτή συναίνεση. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω, το πρώτο ερώτημα που εγείρεται υπό τα περιστατικά της υπόθεσης είναι αν η επιδιωκόμενη προσθήκη είναι αναγκαία. Η απάντηση στο ερώτημα κατά την άποψη μου είναι θετική. Από την πλευρά του Αιτητή προβάλλονται ως λόγοι για την προσθήκη των πιο πάνω προσώπων ως Εναγόντων 2 και 3, ισχυρισμοί περί δυσφήμισης τους και προσωπικά, αφού αυτοί ήταν τα φυσικά πρόσωπα μέσω των οποίων η υπό εκκαθάριση εταιρεία συναλλασσόταν στο εμπόριο των δημητριακών. Παρατηρείται ότι στις αιτούμενες θεραπείες όπως προβάλλουν στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, περιλαμβάνονται και αξιώσεις των Εναγόντων για αποζημιώσεις για δυσφήμιση. Τα όσα σχετικά οι Καθ΄ ων η Αίτηση αναφέρουν προς υποστήριξη της ένστασης τους επ΄ αυτού του θέματος, στην ουσία αφορούν το χρόνο που οι προτιθέμενοι ενάγοντες πληροφορήθηκαν την ισχυριζόμενη δυσφήμιση σε βάρος τους, δηλαδή από το Σεπτέμβριο του 2002 και την καθυστέρηση που παρατηρείται για 6 και πλέον χρόνια για να προωθήσουν τις προσωπικές τους απαιτήσεις στη βάση της δυσφήμισης, για την οποία καθυστέρηση δεν δίδουν καμιά δικαιολογία. Η δικαιολογία, ωστόσο, που δίδεται από τον Αιτητή είναι η λανθασμένη νομική προσέγγιση επί του θέματος. Σύμφωνα με τη Δ.9 θ.10 η προσθήκη διαδίκου μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, σελ. 170, παρ. 225:- «The application should be made promptly. It may be made at any stage either before or at the trial, or after judgment if damages have still to be assessed or the judgment has not been drawn up, but it is not generally made after judgment.» Στην υπό κρίση περίπτωση, η Αίτηση κατατέθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας (λαμβανομένης υπόψη της διακοπής της πρώτης ακροαματικής διαδικασίας λόγω του διορισμού του κ. Παμπαλλή ως μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) και όσον αφορά την εισήγηση ότι η καθυστέρηση δεν αιτιολογείται επαρκώς, υπενθυμίζω αυτό που τονίστηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 650. Ότι δηλαδή ενόψει της νομολογίας, όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Και αυτό, γιατί το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Έπεται ότι ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί και με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης κρίνω ότι έγκριση του αιτήματος δεν θα προκαλούσε στους Καθ΄ ων η Αίτηση ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με έξοδα. Προβλήθηκε επίσης ισχυρισμός από τους Καθ΄ ων η Αίτηση ότι το συγκεκριμένο αίτημα προσθήκης εναγόντων 2 και 3 υποβάλλεται καταχρηστικά, κακόπιστα και έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο. Και τούτο γιατί η ενάγουσα, με αίτηση της ημερομηνίας 16.10.2008, είχε υποβάλει το ίδιο αίτημα, όμως η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο χωρίς να εκδώσει διαταγή ότι η απόσυρση και απόρριψη της θα ήταν «άνευ βλάβης». Όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 3.2.2009 η τότε δικηγόρος της Ενάγουσας, ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για να αποσύρει την αίτηση ημερομηνίας 16.10.2008 «άνευ βλάβης». Το Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω αίτηση, χωρίς να διευκρινιστεί ότι αυτό έγινε «άνευ βλάβης». Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ι. Πατσαλίδης ν. Α. Δίσπυρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 17 όπου με αναφορά στην υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, αποφασίσθηκε ότι: «Το ζήτημα καλύπτεται από τη Δ.15 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Οι προεκτάσεις της εξηγήθηκαν στις υποθέσεις Kypreos
(1984)1 C.L.R. 565 και Eleftheriades v. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R. 677. Με τη θέσπιση της η ελευθερία που αναγνωριζόταν στον ενάγοντα για απόσυρση της αγωγής οποτεδήποτε, διατηρώντας δικαίωμα επαναφοράς της αιτίας της αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενο της με νέα αγωγή ή σε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν υπάρχει πλέον. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει η διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα, (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - the Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39).» Στην προκειμένη περίπτωση, διευκρινίζεται ότι έγινε απόσυρση και απόρριψη ενδιάμεσης αίτησης και όχι αγωγής. Ωστόσο, κατ΄ αναλογία των πιο πάνω αρχών, και έχοντας κατά νου ότι η εν λόγω αίτηση ημερομηνίας 16.10.2008 αποσύρθηκε σε στάδιο που οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν είχαν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση, καταλήγω ότι δεν έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο. Και τούτο γιατί μέχρι εκείνο το στάδιο, δεν ήταν απαραίτητο η Αιτήτρια - Ενάγουσα, να είχε εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου. Είναι δε σημαντικό ότι η δικηγόρος της Ενάγουσας, εν πάση περιπτώσει είχε ζητήσει την άδεια Δικαστηρίου για να αποσύρει την αίτηση «άνευ βλάβης». Πέραν του δεδικασμένου έχει προβληθεί από την πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση και θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. Λαμβανομένης υπόψη της πολύχρονης ταλαιπωρημένης διαδικασίας της παρούσας αγωγής, ενόψει του διορισμού του κ. Παμπαλλή ως μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου από 20.10.08, μετά δηλαδή την καταχώρηση της αίτησης 16.10.08 και την εκ των πραγμάτων διακοπή της ακροαματικής διαδικασίας που είχε αρχίσει ενώπιον του, τον διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της Ενάγουσας εταιρείας εναντίον της οποίας εκδόθηκε στις 31.10.08 διάταγμα εκκαθάρισης της ως και τη λανθασμένη νομική προσέγγιση επί του θέματος που ο αιτητής επικαλείται, καταλήγω ότι δεν διαπιστώνεται κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους του αιτητή. Είναι επιπρόσθετα σημαντικό να τονιστεί ότι με την αίτηση ημερ. 16.10.08 η Ενάγουσα εταιρεία είχε υποβάλει το ίδιο αίτημα για προσθήκη των εν λόγω προσώπων ως Εναγόντων 2 και 3, το οποίο όμως αίτημα, βασίζετο σε παντελώς διαφορετικό λόγο από αυτό στον οποίο ο αιτητής βασίζει την παρούσα αίτηση του. Συγκεκριμένα με την αίτηση ημερ. 16.10.08 ζητείτο η προσθήκη των εν λόγω προσώπων ως Εναγόντων 2 και 3 στη βάση ισχυρισμού ότι αυτοί ως διευθυντές και δικαιούχοι στο μετοχικό κεφάλαιο των Εναγόντων είχαν υποστεί προσωπικά ως φυσικά πρόσωπα ζημιά από τις ενέργειες και παραλείψεις των Εναγομένων. Αντίθετα, το παρόν αίτημα στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι τα εν λόγω πρόσωπα έχουν δυσφημιστεί λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων. Ως εκ τούτου, ούτε αυτή η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση με βρίσκει σύμφωνη και απορρίπτεται. Ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος για προσθήκη στον τίτλο της αγωγής της «BNP PARIBAS (CYPRUS) LTD» εκ Λεμεσού, ως Εναγόμενος 3 (παράγραφος Β
(3)
(4)ανωτέρω). Ο ενόρκως δηλών Sergiy Pilyugin ισχυρίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση επιβάλλεται ώστε αφενός μεν να διορθωθεί το όνομα της Εναγόμενης 1 και αφετέρου να προστεθεί και η Εναγόμενη 3 η οποία διαδέχτηκε το παράρτημα της Εναγόμενης 1 στην Κύπρο, ώστε να συμπεριληφθούν όλοι οι αναγκαίοι και εμπλεκόμενοι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση. Προσθέτει δε ότι το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης μπορεί να προβληθεί μόνο εναντίον της εναγόμενης 1 που είναι η μητρική Τράπεζα που εδρεύει στη Γαλλία. Όμως για τις παραβιάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων, υπεύθυνη είναι η προτιθέμενη εναγόμενη 3 από τις 31.12.
  1. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι το αίτημα αυτό υποβάλλεται καταχρηστικά και με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση διότι η υπό εκκαθάριση ενάγουσα, γνώριζε εδώ και πάρα πολύ καιρό ότι η προτεινόμενη Εναγόμενη 3 είχε διαδεχθεί τις τραπεζικές εργασίες της Εναγόμενης 1 στην Κύπρο. Μάλιστα είχε υποβληθεί από την Εναγόμενη 1 αίτηση ημερομηνίας 28.9.2004 για τη διαγραφή της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 και την αντικατάσταση της με την προτεινόμενη Εναγόμενη 3, όμως η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στις 29.11.2004, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί η εν λόγω αίτηση και η ακρόαση είχε αρχίσει χωρίς η προτεινόμενη Εναγόμενη 3 να είναι διάδικος. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η προσθήκη διαδίκου διέπεται από τη Δ.9 θ.10 και σχετική είναι η προαναφερθείσα νομολογία. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Μηνά (ανωτέρω), ο μόνος λόγος ο οποίος δυνατόν να καθιστά την παρουσία ενός μέρους ενώπιον του Δικαστηρίου αναγκαία, για να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως, είναι ότι θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Υπό τα περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης, κρίνω ότι, για το λόγο που ο Αιτητής προβάλλει, η προσθήκη της πιο πάνω εταιρείας ως Εναγόμενης 3 κρίνεται αναγκαία, αφού μόνο με αυτό τον τρόπο θα υπάρξει αποτελεσματική εκδίκαση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Αυτή, όπως προκύπτει, ήταν και η θέση της Εναγόμενης 1 σε προγενέστερο χρόνο, αφού όπως αναφέρθηκε από τους ίδιους τους Καθ΄ ων η Αίτηση, με αίτηση τους ημερομηνίας 28.9.2004, είχε ζητήσει τη διαγραφή της αγωγής εναντίον της και την αντικατάστασή της με την προτεινόμενη Εναγόμενη
  2. Το γεγονός ότι είχε καταχωριστεί ένσταση από την πλευρά της Ενάγουσας με αποτέλεσμα την απόσυρση της αίτησης, δεν εμποδίζει κατά την άποψη μου τον Αιτητή να υποβάλει το παρόν αίτημα. Εξάλλου τονίζεται ότι με την παρούσα Αίτηση ζητείται η προσθήκη Εναγόμενου και όχι η αντικατάσταση του, ως ήταν η αίτηση ημερομηνίας 28.9.
  3. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι το παρόν αίτημα δεν υποβάλλεται καταχρηστικά. Σ΄ ότι αφορά το θέμα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης που εγέρθηκε από την πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση, έχω αναφερθεί πιο πάνω στη σχετική νομολογία. Κατ΄ επέκταση, ασκώντας την ευρεία διακριτική εξουσία που το Δικαστήριο έχει σε τέτοιες περιπτώσεις και έχοντας κατά νου ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, καταλήγω ότι η έγκριση του αιτήματος δεν προκαλεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα. Το αίτημα για τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης, ως οι παράγραφοι Γ και Δ (1 - 14) έχει άμεση σχέση με τα προαναφερθέντα αιτήματα και απορρέει από αυτά. Είναι γνωστές οι αρχές που η νομολογία έχει καθιερώσει επί του θέματος (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1998)1(E) A.A.Δ. 33, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Fereos v. Martin Brothers
(1997)1 Α.Α.Δ. 370, Pelekanos v. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156, Στυλιανού ν. Λαϊκής
(2002)1 Α.Α.Δ. 746, Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ.560 και άλλες) οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως:- Η τροποποίηση ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων, όπως οι επιπτώσεις που θα επιφέρει η τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, ως και ο χρόνος υποβολής του αιτήματος. Ο χρόνος, όμως, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Θα πρέπει, όμως, να δικαιολογείται κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, βάρος που επαυξάνει αναλόγως της καθυστέρησης. Ένας άλλος παράγοντας που συνεκτιμάται είναι και η δυνατότητα που είχε ο αιτητής για συμπερίληψη των ισχυρισμών του σε προγενέστερο στάδιο, αλλά η σύγχρονη τάση είναι να εγκρίνονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις έστω κι αν παρατηρήθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση. Επιγραμματικά, τέλος, η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα, εκτός στις περιπτώσεις που προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, καθώς επίσης και την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με τα προαναφερθέντα αιτήματα, καταλήγω ότι η αιτούμενη τροποποίηση ως οι παράγραφοι Γ και Δ (1 - 14) της Αίτησης κρίνεται ως αναγκαία. Και τούτο γιατί, όπως ήδη ανέφερα, σχετίζονται άμεσα και απορρέουν από τα εν λόγω αιτήματα. Σ΄ ότι αφορά την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος, έχοντας κατά νου τη σύγχρονη τάση για έγκριση τέτοιων αιτημάτων, έστω και στις περιπτώσεις αμέλειας ή καθυστέρησης, καταλήγω ότι η τροποποίηση θα πρέπει να εγκριθεί, η δε πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση μπορεί να αποζημιωθεί με επιδίκαση εξόδων προς όφελος τους. Τέθηκε, τέλος, θέμα από την πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η εκ των υστέρων απόσυρση του αιτητικού Δ
(2)(β) της αίτησης άνευ βλάβης από τον αιτητή, με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 22.10.2009, είναι άνευ αποτελέσματος. Έγινε ειδικότερα εισήγηση ότι ο αιτητής θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο υφίσταται θέμα έγκυρων εκχωρήσεων προς όφελος των προτεινόμενων εναγόντων 2 και 3 ή κατά πόσο τις θεωρεί εικονικές και ανυπόστατες, ως είναι η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στην περίπτωση δε που ο Αιτητής έχει λόγο να αμφισβητεί ότι οι εκχωρήσεις δεσμεύουν την Ενάγουσα, τότε θα πρέπει να εγκαταλείψει την Αίτηση τροποποίησης σ΄ ότι αφορά τις εκχωρήσεις, ανεπιφύλακτα. Περαιτέρω έγινε εισήγηση ότι έστω και αν δεν υφίσταται αίτημα τροποποίησης στη βάση των εκχωρήσεων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αφήσει τη διαδικασία να προωθηθεί από τον Αιτητή εκτός κι αν ξεκαθαρίσει τη θέση του ότι δεν υφίστανται εκχωρήσεις. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι ο Αιτητής να ξεκαθαρίσει τελεσίδικα τη θέση του για το ζήτημα των ισχυριζόμενων εκχωρήσεων. Οι πιο πάνω θέσεις και εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση, έχω την άποψη ότι δεν έχουν θέση ούτε θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Και αυτό με αναφορά στη νομιμοποίηση του Αιτητή να επανέλθει με νέα αίτηση τροποποίησης για το υπό αναφορά θέμα, το οποίο θα εξεταστεί, εάν και εφόσον υποβληθεί τέτοια αίτηση σε μεταγενέστερο στάδιο. Με βάση τα πιο πάνω, δεν τίθεται κατά την άποψη μου θέμα αναστολής της διαδικασίας και ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί των θεμάτων, εκδίδεται: Α. Εκ συμφώνου διάταγμα ως η παράγραφος Α
(1)
(2)και Β
(1)της αίτησης. Β. Διάταγμα προσθήκης ως Εναγόντων 2 και 3 των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο Β
(2)της αίτησης, νοουμένου ότι θα προσκομιστεί στον Πρωτοκολλητή, πριν τη σύνταξη του διατάγματος, γραπτή συναίνεση του Sergiy Pilyugin ως και γραπτή συναίνεση του προσώπου που διορίστηκε ως παραλήπτης της περιουσίας του Αντώνη Τόσκα (εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του) ο οποίος και θα τον αντιπροσωπεύσει στη διαδικασία. Γ. Διάταγμα ως η παράγραφος Β
(3)
(4)της αίτησης, και Δ. Διάταγμα τροποποίησης της οπισθογράφησης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ως και της Έκθεσης Απαίτησης ως οι παράγραφοι Γ και Δ (1α - 14) της Αίτησης, εξαιρουμένης της 2ης υποπαραγράφου του αιτητικού Δ
(2)(β) της Αίτησης, που απορρίπτεται ως αποσυρθείσα. Ο Αιτητής να καταχωρήσει τα τροποποιημένα δικόγραφα του εντός 20 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος, οι δε Καθ΄ ων η Αίτηση τα δικά τους εντός 20 ημερών στη συνέχεια. Σ΄ ότι αφορά τον προτιθέμενο Εναγόμενο 3, δίδονται οδηγίες όπως ο Αιτητής επιδώσει σ΄ αυτόν το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και Έκθεση Απαίτησης εντός 20 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος. Ο προτιθέμενος Εναγόμενος 3 να καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός 20 ημερών από την επίδοση σ΄ αυτόν των εν λόγω δικογράφων του Αιτητή. Όσον αφορά την απάντηση του Αιτητή, αυτή να κατατεθεί εντός 10 ημερών από την καταχώρηση της Υπεράσπισης των Καθ΄ ων η Αίτηση ως και του προτιθέμενου Εναγόμενου 3. Τόσο τα έξοδα της Αίτησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, θα είναι σε βάρος του Αιτητή και προς όφελος των Καθ΄ ων η Αίτηση και όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Appl. Αnafora: Etisi tropopiisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.