Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Elena Anohina κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 25475/09, 22 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B211 Αρ. Υπόθεσης: 25475/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Elena Anohina, από την Ρωσία
- Alexander Tarasov, από την Ρωσία
- Sergey Andryushin, από την Ρωσία
- Oleg Belgin, από την Ρωσία
- Denis Goltser, από την Ρωσία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου
- Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορουμένους 2,3,4,5: κος Παυλίδης Κατηγορούμενοι 2,3,4,5: Παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 2, 3, 4, & 5 αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 19.10.2009 συνωμότησαν να κλέψουν και έκλεψαν από το κοσμηματοπωλείο με την ονομασία "ΟΠΕΡΑ", 14 ανδρικά δακτυλίδια συνολικής αξίας €10,
- Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να κληθούν σε απολογία οι κατηγορούμενοι 3, 4, και
- Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 3, 4 και 5 στηρίχθηκε αποκλειστικά σε περιστατική μαρτυρία. Η μαρτυρία αυτή όμως σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει την ενοχή των κατηγορουμένων 3, 4 και 5 ακόμα και σε αυτό το στάδιο όπου το ζητούμενο δεν είναι η ενοχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αλλά του κατά πόσον έχει αντικειμενικά καταδειχθεί τεκμήριο ενοχής. Το γεγονός της εισόδου των κατηγορουμένων 3, 4 και 5 στο κατάστημα κατά την ώρα που η κατηγορουμένη 1 προέβαινε με δική της παραδοχή, στην κλοπή των δακτυλιδιών δεν αποκλείει κατά τον συνήγορο αυτή να ενήργησε μόνη της. Εν πάση περιπτώσει δεν αποδεικνύει την συμμετοχή τους στην διάπραξη του αδικήματος της κλοπής. Επιπλέον δεν έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι 3, 4 και 5, είχαν σε οιονδήποτε στάδιο στην κατοχή τους τα κλοπιμαία αντικείμενα. Εξάλλου σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, οι κατηγορούμενοι 3 και 5, διέμεναν σε άλλο ξενοδοχείο από αυτό στο βρέθηκε μέρος της κλαπείσας περιουσίας. Αλλά ακόμα και για τον κατηγορούμενο 4 που διέμενε με άλλα πρόσωπα στο δωμάτιο που βρέθηκαν τρία από τα κλαπέντα δακτυλίδια, δεν υπάρχει κατά τον συνήγορο καμία επιστημονική μαρτυρία που να τον συνδέει με την κατοχή τους. Η Δημόσια Κατήγορος στην δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι από την δοθείσα μαρτυρία ιδιαίτερα αυτήν του παραπονουμένου, προκύπτει η εμπλοκή των κατηγορουμένων 3, 4 και 5 στην διάπραξη των αδικημάτων. Η μαρτυρία αυτή δεν αξιολογείται σε αυτό το στάδιο, είναι όμως ικανοποιητική για σκοπούς κλήσης των κατηγορουμένων σε απολογία. Η κατήγορος αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην μαρτυρία του παραπονουμένου με την οποία αποδεικνύεται κατά την άποψη της, ο προσχεδιασμός και η συντονισμένη συμπεριφορά των κατηγορουμένων που αποσκοπούσε στην παραπλάνηση του παραπονουμένου προκειμένου οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να κλέψουν τα δακτυλίδια. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 74.1(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου μετά το πέρας της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, η υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν:
(1)Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
(2)Η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable) ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω κριτήρια αναφέρονται στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στις σελίδες 111-113 και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Azinas and Another -v- The Police
(1981)2 C.L.R. 9, σελ. 51-57. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- " Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9,16 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή. " Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την απόφαση Στέφανος Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε μεταξύ άλλων σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν αξιόπιστη. Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μία εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων, προκειμένου ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί από το πρώιμο αυτό στάδιο. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, καθορίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Πότε συντελείται η συνωμοσία πραγματεύεται η υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, από την οποία παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από τις σελ. 142-143:- «... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373». Η ουσία της συνωμοσίας βρίσκεται όχι στην εκτέλεση της πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot)) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια (βλ. Mulcahy v. R
(1868)L.R.3 H.L 306 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, Έκδοση
(2004), παρ. 34-4). Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση (βλ. Mawji v. R
(1957)A.C. 126, PC) και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Στην υπόθεση R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων επισήμανε πως για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ενός η περισσοτέρων των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση της πράξης ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Συμπεράσματα Από αντικειμενική θεώρηση της δοθείσας μαρτυρίας, προκύπτει όντως ότι όσον αφορά τους κατηγορουμένους 3, 4 & 5 δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να τους εμπλέκει στην διάπραξη των αδικημάτων. Αυτό που τους καταλογίζεται από την αστυνομία, είναι ότι επισκέφθηκαν το επίδικο κατάστημα την ίδια χρονική στιγμή που βρισκόταν σε αυτό οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι. Απέσπασαν με τον τρόπο αυτό την προσοχή του παραπονουμένου με αποτέλεσμα οι δύο πρώτοι να κλέψουν τα επίδικα δακτυλίδια. Οι υπόνοιες της αστυνομίας ενισχύθηκαν από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι γνωρίζονται μεταξύ τους και διαμένουν σε δύο ξενοδοχεία στην Αγία Νάπα. Σε ένα μάλιστα από αυτά, βρέθηκε μέρος της κλαπείσας περιουσίας σε δωμάτιο που διέμεναν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι με τον κατηγορούμενο 4. Όμως, αυτή η περιστατική μαρτυρία δεν μπορεί από μόνη της κατά την άποψη μου να στοιχειοθετήσει τεκμήριο ενοχής για τους κατηγορουμένους 3, 4 και 5. Η περιστατική μαρτυρία δεν θα πρέπει να οδηγεί σε κανένα άλλο λογικό συμπέρασμα παρά στην ενοχή των κατηγορουμένων (βλ. μεταξύ άλλων Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41). Στην παρούσα υπόθεση, το γεγονός της παρουσίας των κατηγορουμένων 3, 4 & 5 στο επίδικο κατάστημα δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι συνωμότησαν με την κατηγορουμένη 1 στην διάπραξη του αδικήματος της κλοπής. Ούτε και μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα η κατηγορουμένη 1 να ενήργησε από μόνη της χωρίς την συνέργεια ή την γνώση των κατηγορουμένων 3, 4 & 5, οι οποίοι βρίσκονταν σε άλλο μέρος του καταστήματος όταν έγινε η κλοπή. Να σημειωθεί επίσης ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνδέει τους κατηγορουμένους 3, 4 & 5 με την κατοχή των κλαπέντων δακτυλιδιών κάτι που δεν ισχύει βέβαια για τον 2ο κατηγορούμενο αφού σύμφωνα με την δοθείσα μαρτυρία μέρος της κλαπείσας περιουσίας βρέθηκε στο δωμάτιο που διέμενε αλλά και στο αυτοκίνητο που ενοικίασε από γραφείο ενοικίασης και με το οποίο μετέβη από την Αγία Νάπα στην Λεμεσό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, βρίσκω ότι η αστυνομία δεν έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 3, 4 και 5, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αντιθέτως για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 2 καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο