← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτριου Παπαχριστοδούλου, Αρ. υπόθεσης: 9770/08, 23.12.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτριου Παπαχριστοδούλου, Αρ. υπόθεσης: 9770/08, 23.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 9770/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Δημήτριου Παπαχριστοδούλου Κατηγορούμενου ----------------------------- Ημερομηνία: 23.12.2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου Για Κατηγορούμενο: κ. Μπενάκης Κατηγορούμενος, παρών ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------------- Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει την κατηγορία της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (δ), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα, την κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα και τέλος, την κατηγορία της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Βλέπε τις κατηγορίες 1, 2 και 3 κατ' αντιστοιχία αδικήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, του αποδίδεται ότι σε άγνωστη ημερομηνία, μεταξύ της 1ης και 5ης Αυγούστου, 2003, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, πλαστογράφησε έγγραφο, δηλαδή το συμβόλαιο ενοικιαγοράς με αριθμό 5362989 της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, υπογράφοντας στο συμβόλαιο στη θέση των εγγυητών, με τα ονόματα των Παύλου Μιχαηλίδου, Γιάννη Αριστείδου και Δημήτρη Δημητρίου από τη Λεμεσό, χωρίς την εξουσιοδότησή τους. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, του αποδίδεται ότι σε άγνωστη ημερομηνία, μεταξύ της 1ης και 5ης Αυγούστου, 2003, στη Λεμεσό, εν γνώσει του και δολίως, έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή, το συμβόλαιο ενοικιαγοράς που αναφέρεται στην 1η κατηγορία. Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας, του καταλογίζεται ότι στις 5 Αυγούστου, 2003, στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, μέσω του Δημήτρη Αναστάση από τη Λεμεσό, το χρηματικό ποσό των £9.500, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα, ότι έδωσε στον πιο πάνω Δημήτρη Αναστάση το πλαστογραφημένο συμβόλαιο ενοικιαγοράς (ανωτέρω), ψευδώς προσποιηθείς ότι ήταν γνήσιο, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε πως ήταν πλαστογραφημένο. Η κατηγορούσα αρχή, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, παρουσίασε στο Δικαστήριο 5 μάρτυρες: Την αρχιλοχία 40 Χρ. Χριστοφίδου (Μ.Κ.1), που είναι ειδική στην εξέταση εγγράφων, χειρογράφων και δακτυλογραφημένων κειμένων, τον αστυφύλακα 2061 Δ. Σαζό (Μ.Κ.2), το Δημήτρη Αναστάση (Μ.Κ.3), λειτουργό χρηματοδοτήσεων της Λαϊκής Τράπεζας, ο οποίος στις 5.8.2003, διεκπεραίωσε το επίδικο συμβόλαιο, τον Π. Ρουσή (Μ.Κ.4), διευθυντή της εν λόγω τράπεζας, ο οποίος στις 5.8.2003 παρέλαβε προς έγκριση από το Μ.Κ.3 και ενέκρινε το επίδικο συμβόλαιο και τέλος, το Δημήτρη Δημητρίου (Μ.Κ.5), ιδιοκτήτη της εταιρείας KYPREΧO MOTOR AGENCY LTD, η οποία στον ουσιώδη χρόνο πώλησε στον αναφερόμενο στο σχετικό τιμολόγιο (τεκμήριο 19), αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΧΥ048 και εμφαίνεται στο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς (τεκμήριο 2) στη θέση του εμπόρου. Το μαρτυρικό υλικό συμπληρώνει σημαντικός αριθμός εγγράφων (24 συνολικά) τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Το περιεχόμενο μερικών από αυτά, αποτελεί κοινό παραδεκτό γεγονός. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου, μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του, σ' οποιαδήποτε κατηγορία, οπότε και ζήτησε την αθώωσή του. Η θέση της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής στην εισήγηση τη υπεράσπισής, υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι είχε λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί, η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ' αυτό το στάδιο, δικαιολογείται όταν: (α) δε στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και, (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο, δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή, την καταδίκη του κατηγορούμενου. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση, το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αφού το μέτρο, δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου, (δηλαδή υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης) αλλά, εκείνες του νοητού λογικού δικαστηρίου (βλ. Αζίνας ν. Αστυνομίας

(1981)2 Α.Α.Δ. 9, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Ευγένιος Παναγιώτου & Ηλίας Μίτσιγκας ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 199, Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 κ.λ.π). Περαιτέρω, όπως αναφέρεται συναφώς, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευσταθίου
(2002)2 Α.Α.Δ 9: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας στις παραπάνω αρχές, διαπιστώνω ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στη 2η κατηγορία, ενώ αντίθετα, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις κατηγορίες 1 και 3. Ακολουθεί το σκεπτικό: Σε σχέση με τη 2η κατηγορία, με δεδομένο ότι δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση, ότι το επίδικο συμβόλαιο είναι πλαστογραφημένο, είμαι της γνώμης, ότι η εξέταση της σχετικής εισήγησής της, κυρίως δε, η αποδοχή της, απαιτεί υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, γεγονός ανεπίτρεπτο σ' αυτό το στάδιο, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, με αναφορά σε νομολογία. Έπειτα, υπάρχει μαρτυρία που αποδεικνύει στον αναγκαίο βαθμό (έχοντας υπόψη ότι το κριτήριο αξιολόγησης στο παρόν στάδιο είναι αντικειμενικό), ότι ο κατηγορούμενος έθεσε σε κυκλοφορία το επίδικο πλαστογραφημένο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Ο κατηγορούμενος όμως, δικαιούται να αθωωθεί από αυτό το στάδιο στην 1η κατηγορία, γιατί πολύ απλά, δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι κατάρτισε το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, με τον τρόπο που του αποδίδεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας. Όπως αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Μ.Κ.1 (τεκμήριο 1) οι αμφισβητούμενες υπογραφές στις θέσεις 1ου και 3ου εγγυητή (στο επίδικο συμβόλαιο, εννοείται) σε σύγκριση με τα δείγματα που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, παρουσιάζουν ορισμένες ομοιότητες, αλλά συνάμα και διαφορές. Οι ομοιότητες, προστίθεται, είναι τέτοιες, που της δημιουργούν υποψία ότι δυνατό να ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο. Η υπόθεση είναι ποινική και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363) δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η μόνη περίπτωση για να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος στη σχετική κατηγορία, στο βαθμό που φέρεται να διέπραξε το αδίκημα, υπογράφοντας στο επίδικο συμβόλαιο στη θέση και με τα ονόματα των δύο αυτών προσώπων, είναι να τον καλέσω σε απολογία και με όσα θα καταθέσει - αν επιλέξει να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα - να συμβάλει στην αυτοενοχοποίηση του. Σε σχέση με τον τρίτο εγγυητή και την υπογραφή του στο επίδικο συμβόλαιο, σύμφωνα με την ίδια πάντοτε, μαρτυρία, ο κατηγορούμενος δε συνδέεται καθόλου. Ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί και στην 3η κατηγορία, αφού για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, εξ αντικειμένου, ούτε και αυτή στοιχειοθετείται. Τίποτε απ' όσα αποδίδονται στον κατηγορούμενο με τις λεπτομέρειες αδικήματος της σχετικής κατηγορίας, έχει γίνει, τουλάχιστον από τον ίδιο. Ο Μ.Κ.5, καθ' ομολογία του, (αλλά και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3), είναι που παρουσιάστηκε στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ στον ουσιώδη χρόνο και εισέπραξε μέσω του Μ.Κ.3 από την τράπεζα, το ποσό των £9.500 -και το ίδιο πρόσωπο είναι που έδωσε στο Μ.Κ.3 το πλαστογραφημένο συμβόλαιο. Με αυτά ως δεδομένα, ο κατηγορούμενος, εξ αντικειμένου, δεν μπορούσε να προσποιηθεί στον εν λόγω μάρτυρά, όπως του καταμαρτυρείται, ότι το συγκεκριμένο συμβόλαιο ήταν γνήσιο ενώ γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένο. Δεν θα ήθελα να επεκταθώ, έχοντας υπόψη τι ακολουθεί. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση στη δεύτερη κατηγορία, ενώ αντίθετα, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1 και 3. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος στις κατηγορίες 1 και 3 αθωώνεται, ενώ στη 2η κατηγορία, καλείται σε απολογία για να προβάλει την υπεράσπισή του. (Εξηγούνται τα δικαιώματα του κατηγορούμενου, σύμφωνα με το Νόμο). (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Γ.Ι. (Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: εκ πρώτης όψεως υπόθεση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.